ΓΙΑ ΤΟ SAMAN NASEEM

Δημοσιεύθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2015, 13:58Εκτύπωση

Ο Saman Naseem ξεκίνησε απεργία πείνας στις 20 Νοεμβρίου 2014, μαζί με 23 άλλους φυλακισμένους από την Κουρδική μειονότητα του Ιράν, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις συνθήκες στην Πτέρυγα 12 της Κεντρικής Φυλακής Oroumieh, στην Επαρχία Δυτικού Αζερμπαϊτζάν, όπου φυλάσσονται οι πολιτικοί κρατούμενοι. Σε αντίποινα, οι αρχές απείλησαν να επισπεύσουν την εκτέλεση του  Saman Naseem και εννιά άλλων θανατοποινιτών. Οι φυλακισμένοι σταμάτησαν την απεργία πείνας μετά από 33 μέρες, αφότου οι αρχές υποσχέθηκαν ότι θα ανταποκριθούν στα αιτήματά τους.

Ο Saman Naseem συνελήφθη στις 17 Ιουλίου 2011 έπειτα από ανταλλαγή πυρών μεταξύ Επαναστατικών Φρουρών και του PJAK στην πόλη Sardasht της Επαρχίας Δυτικού Αζερμπαϊτζάν. Δικαστικά έγγραφα αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια της διαμάχης ένα μέλος της Επαναστατικής Φρουράς σκοτώθηκε και τρεις άλλοι τραυματίστηκαν. Το Σεπτέμβριο του 2011, ο Saman Naseem εξαναγκάστηκε να προβεί σε μια «ομολογία», η οποία μαγνητοσκοπήθηκε και μεταδόθηκε από την κρατική τηλεόραση. Είπε στο δικαστήριο ότι κατά τη διάρκεια της ανάκρισης τον είχαν κρεμάσει ανάποδα με δεμένα τα μάτια και ότι οι ανακριτές έβαλαν τα αποτυπώματά του στις «ομολογίες» του, των οποίων το περιεχόμενο δεν ήξερε. Έχει επίσης ισχυριστεί ότι οι ανακριτές του έβγαλαν τα νύχια των ποδιών και των χεριών και τον υπέβαλλαν σε ξυλοδαρμό που του άφησε μελανιές στην πλάτη, τα πόδια και την κοιλιακή περιοχή. Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του και επέτρεψε τη χρήση της «ομολογίας» του.

Ο Saman Naseem καταδικάστηκε πρωτόδικα σε θάνατο τον Ιανουάριο του 2012 από ένα Επαναστατικό Δικαστήριο μα το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση τον Αύγουστο 2012 και επέστρεψε την υπόθεση προς επανεκδίκαση καθώς ήταν κάτω των 18 ετών κατά την τέλεση των επιδικαζόμενων εγκλημάτων. Κατά την επανεκδίκαση, το δικαστήριο επέτρεψε και πάλι τη χρήση της «ομολογίας» του και τον καταδίκασε σε θάνατο.

Σύμφωνα με τον Ισλαμικό Ποινικό Κώδικα, η εκτέλεση παραβατών κάτω των 18 ετών επιτρέπεται για ‘ανταπόδοση των ίσων’ (qesas) και για εγκλήματα που έχουν σταθερές ποινές κατά τον ισλαμικό νόμο (hodoud). Όμως το άρθρο 91 του Ισλαμικού Ποινικού Κώδικα αποκλείει τη θανατική ποινή για εγκλήματα που εμπίπτουν σε αυτές τις κατηγορίες τιμωρίας, εάν ο ανήλικος παραβάτης δεν κατανοούσε την φύση του εγκλήματός του ή τις συνέπειες αυτού, ή αν υπάρχουν αμφιβολίες για την πνευματική ικανότητα του παραβάτη.

Η χρήση της θανατικής ποινής σε ανήλικους παραβάτες -όσους έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα που τελέστηκαν όταν ήταν κάτω των 18- απαγορεύεται αυστηρά από το διεθνές δίκαιο, όπως ορίζεται στο Άρθρο 6(5) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Άρθρο 37(α) της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που έχουν επικυρωθεί από το Ιράν. Τα άρθρα 37(δ) και 40(2)(β)(ii) της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού εγγυώνται για τα παιδιά που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους ή που είναι ύποπτα εγκληματικών πράξεων το δικαίωμα σε νομική ή σε άλλη κατάλληλη συμπαράσταση κατά την προετοιμασία και παρουσίαση της υπεράσπισης τους, με ταχεία πρόσβαση σε αυτές. Το συμφέρον του παιδιού πρέπει να είναι πρωταρχική απόφαση σε κάθε νομική διαδικασία που επηρεάζει παιδιά, η οποία απαιτεί ιδιαίτερη φροντίδα για να εξασφαλιστεί ο σεβασμός στο δικαίωμα των παιδιών να είναι ελεύθερα από εξαναγκασμό να ομολογήσουν ενοχή ή να ενοχοποιήσουν τον εαυτό τους. Εν όψει της μη αναστρέψιμης φύσεως της θανατικής ποινής, οι διαδικασίες στις σχετικές υποθέσεις πρέπει να είναι σχολαστικά και απόλυτα σύμφωνες με τους διεθνείς κανόνες για το δικαίωμα στη δίκαια δίκη, που περιλαμβάνει την πρόσβαση σε υπηρεσίες κατάλληλου συνηγόρου υπεράσπισης σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της προκαταρκτικής εξέτασης.

Η Διεθνής Αμνηστία αντιτίθεται στη θανατική ποινή σε κάθε περίπτωση, χωρίς εξαίρεση, ανεξάρτητα από τη φύση ή τις συνθήκες του εγκλήματος, την ενοχή, αθωότητα ή άλλα χαρακτηριστικά του παραβάτη ή τη μέθοδο εκτέλεσης που χρησιμοποιεί το κράτος. Η θανατική ποινή παραβιάζει το δικαίωμα στη ζωή όπως διακηρύσσεται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι η απόλυτα σκληρή, απάνθρωπη και εξευτελιστική τιμωρία.