ΑΙΓΥΠΤΟΣ: ΟΙ ΔΥΝAΜΕΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΝ ΑΥΤΟΣΥΓΚΡAΤΗΣΗ ΜΕΤA ΤΗΝ ΑΛΟΓΙΣΤΗ ΑΣΤΥΝΟΜΕΥΣΗ ΒΙΑΙΗΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Δημοσιεύθηκε στις 23 Αυγούστου 2013, 13:35Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

23 Αυγούστου 2013

Αίγυπτος: Οι δυνάμεις ασφαλείας πρέπει να δείξουν αυτοσυγκράτηση μετά την αλόγιστη αστυνόμευση βίαιης διαμαρτυρίας

Ο θάνατος τουλάχιστον 1.089 ανθρώπων κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας τονίζει την επείγουσα ανάγκη για συμμόρφωση των αιγυπτιακών δυνάμεων ασφαλείας με τα διεθνή πρότυπα για τη χρήση βίας και όπλων, δήλωσε η Διεθνής Αμνηστία.

Στο πιο αιματηρό επεισόδιο μετά τη διάλυση των καθιστικών διαμαρτυριών υπέρ του Μόρσι την περασμένη εβδομάδα, 97 άτομα σκοτώθηκαν στο Κάιρο στις 16 Αυγούστου, καθώς οι διαδηλώσεις των υποστηρικτών του εκτοπισμένου προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι, που κορυφώθηκαν γύρω από την Πλατεία Ραμσή, βυθίστηκαν ραγδαία στη βία.  Ανάμεσα στους νεκρούς και τραυματίες βρίσκονται ένα παιδί μόλις επτά ετών και αρκετοί έφηβοι.

«Οι δυνάμεις ασφαλείας δεν κατάφεραν να θέσουν την κατάσταση υπό έλεγχο, ούτε να αντιδράσουν με συγκρατημένο και υπεύθυνο τρόπο στη βία που ασκήθηκε εναντίον τους, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσουν τις ανθρώπινες απώλειες.  Πολλοί απλοί περαστικοί ήταν επίσης ανάμεσα στα θύματα», δήλωσε η Hassiba Hadj Sahraoui, Αναπληρώτρια Διευθύντρια για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική της Διεθνούς Αμνηστίας.

«Η παρουσία οπλισμένων ατόμων ανάμεσα στους διαδηλωτές δεν επιτρέπει στις δυνάμεις ασφαλείας να πυροβολούν αδιακρίτως.  Οι αιγυπτιακές αρχές πρέπει να ξεκαθαρίσουν ότι η αλόγιστη χρήση βίας και όπλων δεν θα γίνεται ανεκτή. Οι δυνάμεις ασφαλείας πρέπει να προστατεύουν όλους τους Αιγύπτιους από τη βία, ανεξαρτήτως πολιτικών σχέσεων.»

«Όσο για εκείνους τους διαδηλωτές που χρησιμοποιούν όπλα, δεν είναι υπεράνω νόμου. Οποιοσδήποτε ευθύνεται για ανθρωποκτονίες πρέπει να αντιμετωπίσει ποινική δίωξη.»

Στοιχεία που συλλέχθηκαν από τη Διεθνή Αμνηστία δείχνουν ότι κάποιοι υποστηρικτές του Μόρσι ήταν βαριά οπλισμένοι και χρησιμοποίησαν αληθινά πυρά εναντίον όχι μόνο της αστυνομίας αλλά και όσων κατοίκων τις περιοχής είχαν πάρει το μέρος των δυνάμεων ασφαλείας.  Ωστόσο, στο χάος που επακολούθησε σκοτώθηκαν επίσης απλοί περαστικοί και ειρηνικοί διαδηλωτές.

Στους οπαδούς του Μόρσι που κρίνονται ύποπτοι για χρήση πυρών ή για άλλες βίαιες πράξεις πρέπει να απαγγελθούν κατηγορίες μόνο για παγκοσμίως αναγνωρισμένα ποινικά αδικήματα και να εκδικαστούν από αστικά δικαστήρια με δίκαιες νομικές διαδικασίες.

Η οργάνωση ζητά επείγουσα, αμερόληπτη και ανεξάρτητη έρευνα για τη βία αυτή.  Ερευνητές επισκέφθηκαν πολλά νοσοκομεία, ανάμεσα στα οποία το Αστυνομικό Νοσοκομείο στην Αγκούζα, καθώς επίσης το νεκροτομείο και το Αστυνομικό Τμήμα στην Αζμπακίυα, για να πάρουν συνέντευξη από τραυματισμένους διαδηλωτές, αξιωματούχους των σωμάτων ασφαλείας και κατοίκους της περιοχής και για να συλλέξουν στοιχεία.

Ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων σημειώθηκε κοντά στην πλατεία Ραμσή, το επίκεντρο των τελευταίων συγκρούσεων.  Η βία όμως εξαπλώθηκε και στις γειτονιές Γκάμρα, Σούμπρα και Γκίζα της ευρύτερης περιοχής του Καΐρου.

Πολλές πορείες υποστηρικτών του Μόρσι που προσπαθούσαν να ενωθούν με την κεντρική πορεία στην πλατεία Ραμσή στις 16 Αυγούστου εξελίχθηκαν σε βίαιες αναμετρήσεις ανάμεσα στους διαδηλωτές και στους κατοίκους των γύρω περιοχών, καθώς οι τελευταίοι προσπάθησαν να αποτρέψουν την είσοδο της πορείας στις γειτονιές τους. Ανάμεσα στα θύματα βρέθηκαν τόσο οπαδοί του Μόρσι, όσο και κάτοικοι, και μέλη των δυνάμεων ασφαλείας.

Ερευνητές της Διεθνούς Αμνηστίας είδαν επίσης ένα παιδί ηλικίας μεταξύ επτά και δέκα ετών να μεταφέρεται με τραύμα από σφαίρα στο νοσοκομείο Μπούλα αλ Ντακρούρ.  Το παιδί κατέληξε πέντε λεπτά αργότερα.

Ανάμεσα στους περαστικούς που βρέθηκαν εν μέσω των βίαιων αυτών γεγονότων ήταν κι ένας 21χρονος οπαδός του Μόρσι που πυροβολήθηκε στο πόδι, ενώ προσπαθούσε να διασώσει τους τραυματίες.  Είπε στους εκπροσώπους της οργάνωσης: «Πήγαινα [...] με τη μηχανή μου να σώσω τραυματισμένους διαδηλωτές γιατί τα ασθενοφόρα δεν μπορούσαν να περάσουν, όταν με πυροβόλησαν στο πόδι [...] παντού γύρω μου βρίσκονταν τραυματισμένοι διαδηλωτές και πολλά πυρά.»

Ένας διαδηλωτής είπε στην οργάνωση ότι η 18χρονη ξαδέρφη του, υποστηρίκτρια του Μόρσι, πυροβολήθηκε κι αυτή στο πόδι γύρω στις 2:30 μμ ενώ στεκόταν στην πλατεία Ραμσή.  Η γωνία βολής της σφαίρας οδηγεί στις θέσεις που είχε η αστυνομία εκείνη τη στιγμή.

Τουλάχιστον τρεις κάτοικοι της περιοχής έχασαν τη ζωή τους όταν οπαδοί του Μόρσι πυροβόλησαν από τη Γέφυρα 15ης Μαΐου προς την κατεύθυνση της γειτονιάς Μπούλα αμπού Άλα που βρίσκεται από κάτω.  Ανάμεσα σ‘ αυτούς ο 19χρονος Γιασέρ Μοχάμεντ, ο οποίος σύμφωνα με μάρτυρες στεκόταν σε έναν παράδρομο κοντά στο σπίτι του, λίγο πιο πέρα από την οδό 26ης Ιουλίου, όταν τραυματίστηκε μοιραία στο κεφάλι, γύρω στη 1μμ.

Ο Μοχάμεντ Μοάγουαντ, του οποίου ο 28χρονος αδερφός Χάνυ επίσης πυροβολήθηκε κάτω από τη Γέφυρα 15ης Μαΐου, είπε: «Ο αδερφός μου ήταν στην οδό 26ης Ιουλίου, προσπαθώντας να αντισταθεί στους διαδηλωτές [...] οι πυροβολισμοί αυξήθηκαν και οι κάτοικοι άρχισαν να διαφεύγουν.  Τότε τον πυροβόλησαν στο στήθος.  Ο άνθρωπος που πήγε να βοηθήσει τον αδερφό μου και να τον μεταφέρει με τη μοτοσυκλέτα του πυροβολήθηκε στο κεφάλι.»

Λυσσαλέες μάχες εκτυλίχθηκαν για ώρες γύρω από το Αστυνομικό Τμήμα της Αζμπακύια, όταν οι συμπλοκές ανάμεσα στους υποστηρικτές του Μόρσι και τους κατοίκους της περιοχής κλιμακώθηκαν σε μάχες με βαριά όπλα ανάμεσα στους διαδηλωτές και στις δυνάμεις ασφαλείας, τις οποίες υποστήριζαν και οι γύρω κάτοικοι.  Το κτίριο γαζώθηκε με σημάδια από σφαίρες.  Απώλειες καταγράφηκαν και από τις δύο πλευρές, κυρίως από τραύματα πυροβολισμών.

Ο επικεφαλής του Αστυνομικού Τμήματος Ταξίαρχος Ιμάντ Φαουζί, είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι δύο χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί των δυνάμεων ασφαλείας έχασαν τη ζωή τους στη διαμάχη και τριάντα ακόμα τραυματίστηκαν.

Συγκρούσεις που ξεκίνησαν λίγο μετά την ώρα της προσευχής την Παρασκευή κοντά στο τζαμί αλ Φαθ έγιναν μανιώδεις όταν μία πορεία οπαδών του Μόρσι έφτασε στη Γέφυρα 6ης Οκτωβρίου προσπαθώντας να συμμετάσχει στην κεντρική διαδήλωση της πλατείας Ραμσή. Ορισμένοι από τους οπαδούς του Μόρσι βρέθηκαν εγκλωβισμένοι από πυρά προερχόμενα από δύο κατευθύνσεις.  Πυροβολισμοί ερχόταν τόσο από τη γειτονιά Μπούλα αμπού Άλα, όπου σημειώθηκαν συμπλοκές με τους κατοίκους, όσο και από το Αστυνομικό τμήμα της Αζμπάκια και τη Γέφυρα 6ης Οκτωβρίου - γεγονός που οδήγησε πολλούς παγιδευμένους διαδηλωτές στο να πηδήξουν από τη γέφυρα.

Ο αιγύπτιος δημοσιογράφος Αντέλ Ελ Μαχρούκυ περιέγραψε τη σκηνή: «Οι διαδηλωτές που βρίσκονταν ακόμα στη γέφυρα πανικοβλήθηκαν και οπισθοχώρησαν. Μερικοί από αυτούς κρεμάστηκαν από δέντρα για να κατέβουν από τη γέφυρα.»

Σύμφωνα με αξιωματούχους των σωμάτων ασφαλείας αλλά και ανεξάρτητους αυτόπτες μάρτυρες, ένοπλοι από το πλήθος των διαδηλωτών πυροβόλησαν εναντίον του αστυνομικού τμήματος.  Άλλοι πυροβόλησαν προς την κατεύθυνση του αστυνομικού τμήματος από τις ταράτσες των γύρω κτιρίων, όπως του Νοσοκομείου Χιλάλ αλ Αχμάρ και του καταστήματος Ταγούιντ γουα αλ Νουρ.

Όταν ρωτήθηκε πώς οι αξιωματούχοι των σωμάτων ασφαλείας ξεχώριζαν ποιοι διαδηλωτές ήταν οπλισμένοι και ποιοι δεν αποτελούσαν κίνδυνο για τις ζωές τους, ένας τραυματισμένος υψηλόβαθμος αξιωματικός που ήταν παρών στο Αστυνομικό Τμήμα της Αζμπάκυια απάντησε στη Διεθνή Αμνηστία:

«Οι οπλισμένες ομάδες κρύβονται ανάμεσα στους άοπλους.  Δεχόμασταν πυρά απ’ όλες τις κατευθύνσεις· πώς να τους ξεχωρίσουμε;  Θα έπρεπε δηλαδή να περιμένουμε μέχρι να μας τελειώσουν τα πυρομαχικά και να πέσουμε θύματα σφαγής, όπως συνέβη στην Κερντάσα, στο Χιλβάν και στο Ντουμιάτ [αναφορά σε αστυνομικά τμήματα που δέχθηκαν επίθεση την προηγούμενη εβδομάδα];»

«Οι δυνάμεις ασφαλείας πρέπει να εφαρμόσουν μία στρατηγική σύμφωνη με τα διεθνή πρότυπα, που να τους επιτρέπει να θέσουν την κατάσταση υπό έλεγχο χωρίς να προκαλέσουν αιματοχυσία», είπε η Hassiba Hadj Sahraoui.

«Οι παράνομοι σκοτωμοί και η χρήση υπερβολικής βίας από τις δυνάμεις ασφαλείας πρέπει να ερευνηθούν ως άμεση προτεραιότητα.  Χωρίς απονομή ευθυνών το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι η συνέχιση της αιματοχυσίας στην Αίγυπτο.»