ΓΑΛΛΙΑ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΠΡΟΔΙΔΕΙ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΒΑΝΑΥΣΟΤΗΤΑΣ

Δημοσιεύθηκε στις 6 Απριλίου 2005, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
6 Απριλίου 2005
Οι υπουργοί της γαλλικής κυβέρνησης, οι δικαστές και οι ανώτεροι αξιωματικοί της αστυνομίας επιτρέπουν στους αστυνομικούς να χρησιμοποιούν υπερβολική και μερικές φορές θανατηφόρο βία εναντίον υπόπτων αραβικής και αφρικανικής καταγωγής χωρίς τον φόβο σοβαρών συνεπειών, δήλωσε σήμερα η Διεθνής Αμνηστία.

Στην έκθεσή της, με τίτλο «Γαλλία: Αναζήτηση δικαιοσύνης», μέσα από 10 χρόνια τεκμηρίωσης και αποκάλυψης υποθέσεων, η Διεθνής Αμνηστία φέρνει στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν την εκτεταμένη παράλειψη του δικαστικού συστήματος να διώξει ποινικά και να τιμωρήσει τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μέρος του φαινομένου είναι η «δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων», που δικάζει τις μηνύσεις από αστυνομικούς πολύ ταχύτερα απ' ότι εκείνες των θυμάτων τους. Οι υποθέσεις του Γιουσέφ Καόφ (φόνος από αστυνομικό) και του Αόσα Ιχίς (θάνατος υπό κράτηση), για παράδειγμα, χρειάστηκαν 10 χρόνια για να φτάσουν στο δικαστήριο. Αυτό το μοτίβο ατιμωρησίας συντελεί στο να μην έχει επαρκή εμπιστοσύνη το κοινό ότι τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας ενεργούν στο πλαίσιο του κράτους δικαίου και λογοδοτούν για τις πράξεις τους. Η Διεθνής Αμνηστία διαπίστωσε ότι μεγάλος αριθμός υποθέσεων ποτέ δεν φτάνουν στο δικαστήριο. Όταν τα καταφέρνουν, οι καταδίκες είναι σπάνιες, ενώ οι ποινές είναι συχνά συμβολικές.

«Κατά την άποψή μας, πρακτικά υφίσταται ατιμωρησία για τους αστυνομικούς που διαπράττουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Έχουμε εντοπίσει εκτεταμένη αποτυχία του δικαστικού συστήματος στην αποτελεσματική διερεύνηση, ποινική δίωξη και τιμωρία των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε υποθέσεις που αφορούν μέλη των σωμάτων ασφαλείας», δήλωσε η Νίκολα Ντάκγουερθ της Διεθνούς Αμνηστίας.

Ο αριθμός θανάσιμων πυροβολισμών από αστυνομικούς ή χωροφύλακες, υπό αμφισβητούμενες συνθήκες, έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, όμως οι καταγγελίες κακομεταχείρισης έχουν αυξηθεί. Οι καταγγελίες για τη συμπεριφορά των αστυνομικών αυξήθηκαν κατά 18,5% το 2004.

Επιπλέον, η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί για τη συνεχιζόμενη έλλειψη σεβασμού για τους εσωτερικούς κανονισμούς ή κώδικες συμπεριφοράς, καθώς και για τους διεθνείς κανόνες. Ανάμεσα στις ανησυχίες είναι η απροθυμία των εισαγγελέων να προχωρήσουν τις υποθέσεις με κατηγορούμενους αστυνομικούς, η κακομεταχείριση και η έλλειψη εγγυήσεων κατά την αστυνομική κράτηση, οι αναίτια μακρόχρονες καθυστερήσεις στις δικαστικές διαδικασίες, καθώς και η έλλειψη πλήρους ορισμού των βασανιστηρίων στον Ποινικό Κώδικα.

Η διεθνής οργάνωση καλεί τις γαλλικές αρχές να δημιουργήσουν ανεξάρτητο μηχανισμό για να διερευνά όλους τους ισχυρισμούς περί σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να οδηγήσουν στη δικαιοσύνη τους υπαιτίους μετά από ταχείες και διεξοδικές έρευνες, να διασφαλίσουν ότι σε όλους τους κρατουμένους παρέχεται πρόσβαση σε δικηγόρο από την έναρξη της κράτησής τους από την αστυνομία, καθώς και να διασφαλίσουν ότι στα θύματα παρέχεται επανόρθωση.

«Η πρόληψη των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης είναι πρώτα και κύρια ζήτημα πολιτικής βούλησης», κατέληξε η Νίκολα Ντάκγουερθ. «Πρέπει να υπάρξει πλήρης λογοδοσία για όλους τους ενεχόμενους, ανεξαρτήτως του βαθμού τους».

F Το πλήρες κείμενο της έκθεσης στα αγγλικά βρίσκεται στη διεύθυνση

AI Index: EUR 21/007/2005 Αθήνα, 6 Απριλίου 2005

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

Γαλλία: Αναζήτηση δικαιοσύνης

Ενδεικτικές περιπτώσεις

Αχμέντ Σελμούνι

Ο Μαροκινός και Ολλανδός υπήκοος Αχμέντ Σελμούνι συνελήφθη από μέλη της δικαστικής αστυνομίας για αδίκημα διακίνησης ναρκωτικών τον Νοέμβριο του 1991 και κρατήθηκε από την αστυνομία επί τρεις ημέρες στο Μπομπινί (Σηκουάνας-Σεν-Ντενίς). Ο Αχμέντ Σελμούνι υποβλήθηκε σε επανειλημμένα γρονθοκοπήματα, κλοτσιές, ξυλοδαρμούς με ρόπαλο του μπέιζμπολ και κλομπ, καθώς και σε τράβηγμα των μαλλιών του. Επίσης ούρησαν επάνω του και τον απείλησαν με μια σύριγγα και έναν λύχνο συγκόλλησης.

Χρειάστηκαν περισσότερα από έξι χρόνια και επτά μήνες για να φτάσει η υπόθεση στο δικαστήριο. Οι πέντε εμπλεκόμενοι στην υπόθεση αστυνομικοί δεν τέθηκαν υπό δικαστική ανάκριση παρά μόλις το 1997, ενώ δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Σωφρονιστικού Δικαστηρίου των Βερσαλλιών (Υβελίν) παρά τον Φεβρουάριο του 1999, μόλις έξι εβδομάδες πριν εκδικαστεί η υπόθεση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Στρασβούργο.

Οι αστυνομικοί αρνήθηκαν τις κατηγορίες ότι διέπραξαν πράξεις βίας και σεξουαλική επίθεση. Τον Μάρτιο του 1999, το δικαστήριο καταδίκασε και τους πέντε αστυνομικούς, αποφαινόμενο ότι είχαν τελέσει πράξεις οργανωμένης και ιδιαίτερα βάναυσης βίας, που πλήττουν βαθιά τη δημόσια τάξη και αντιβαίνουν στις βασικότερες αρχές του κράτους δικαίου. Το δικαστήριο καταδίκασε έναν αστυνομικό σε παραδειγματική ποινή τετραετούς φυλάκισης, ενώ τρεις άλλοι αστυνομικοί καταδικάστηκαν σε τριετή φυλάκιση και ο πέμπτος αστυνομικός σε διετή φυλάκιση. Η ετυμηγορία προκάλεσε σειρά οργισμένων διαμαρτυριών και διαδηλώσεων από μέλη όλων των αστυνομικών ενώσεων της Γαλλίας, ενώ οι αστυνομικοί άσκησαν αμέσως έφεση.

Τον Ιούνιο του 1999, το Εφετείο των Βερσαλιών μείωσε δραστικά την παραδειγματική ποινή τετραετούς φυλάκισης σε φυλάκιση 18 μηνών, εκ των οποίων οι 15 με αναστολή, επιτρέποντας την άμεση αποφυλάκιση του αστυνομικού. Οι ποινές των άλλων τεσσάρων αστυνομικών μειώθηκαν σε ποινές 15, 12 και 10 μηνών με αναστολή. Ο εισαγγελέας του εφετείου ζήτησε μάλιστα να αποκατασταθεί η τιμή των αστυνομικών και να κηρυχθούν αθώοι για το αδίκημα της σεξουαλικής επίθεσης και, αν ήταν να παραμείνουν καταδικασμένοι για πράξεις βίας, να επωφεληθούν από αμνηστία.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε ότι ο Αχμέντ Σελμούνι είχε υποστεί επανειλημμένες και διαρκείς επιθέσεις επί σειρά ημερών ανακρίσεων και δήλωσε ότι η σωματική και ψυχολογική βία που διαπράχθηκαν εναντίον του προσώπου του αιτούντος, εξεταζόμενες ως σύνολο, προκάλεσαν 'βάναυσο' πόνο και μαρτύριο και ήταν ιδιαίτερα βάναυσες και σκληρές. Η συμπεριφορά αυτού του είδους πρέπει να θεωρηθεί ως πράξεις βασανιστηρίων. (Σελμούνι κατά Γαλλίας, Απόφαση 28 Ιουλίου 1999, Εκθέσεις 1999-V. Αυτά τα δικαιώματα προβλέπονται, αντιστοίχως, στα ʼρθρα 3 και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου). Στις 28 Ιουλίου 1999, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Γαλλία είχε παραβιάσει σε αυτήν την περίπτωση την απαγόρευση των βασανιστηρίων, καθώς και το δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια ακροαματική διαδικασία μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Τον Μάρτιο του 2002, η Διεθνής Αμνηστία έλαβε αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες οι αστυνομικοί δεν είχαν ακόμη υποβληθεί σε οποιεσδήποτε εσωτερικές πειθαρχικές διαδικασίες, παρά το γεγονός ότι το Ακυρωτικό Δικαστήριο είχε δηλώσει ότι οι αστυνομικοί είχαν τελέσει πράξεις εξαιρετικής βαρύτητας, που σαφώς παραβίαζαν τον κώδικα συμπεριφοράς.

Καρίμ Λατίφι

Στις 22 Φεβρουαρίου 2002, ένας Γάλλος σύμβουλος πληροφορικής, ο Καρίμ Λατίφι, φέρεται ότι ενεπλάκη σε διαπληκτισμό με αστυνομικούς στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια του οποίου δέχτηκε βάναυση επίθεση και ρατσιστικές ύβρεις από αστυνομικούς.

Σύμφωνα με τη μήνυση που κατέθεσε στη Γενική Επιθεώρηση Υπηρεσιών (IGS), ο Καρίμ Λατίφι είχε βγει από το αυτοκίνητό του αφού βρήκε τον δρόμο αποκλεισμένο από αρκετά αστυνομικά οχήματα. Πλησίασε κάποιους αστυνομικούς που ανέκριναν μια ομάδα νεαρών, δύο από τους οποίους αναγνώρισε, και ρώτησε τι συνέβαινε. Του ζητήθηκε να επιδείξει δελτίο ταυτότητας. Ο Καρίμ Λατίφι υποστήριξε ότι, τότε, ένας αστυνομικός τον έσπρωξε σε μια σκάλα. Περιγράφοντας τι συνέβη, είπε: «Νιώθω να χάνω την ισορροπία μου. [Ο αστυνομικός] βγάζει το κλομπ του και με χτυπά στο κεφάλι, μετά ορμά πάνω μου, μου χτυπά το πρόσωπο, αυτή τη φορά με το πόδι του. Είμαι τρομοκρατημένος, νιώθω το έδαφος να δονεί το κεφάλι και τον ώμο μου. Φωνάζω για βοήθεια. Σέρνομαι για να απομακρυνθώ. Μου ρίχνονται μια δωδεκαριά αστυνομικοί. Είναι μια βροχή από χτυπήματα, κλοτσιές, βρισιές, 'βρωμοάραβα', 'πουτάνας γιε'». (Παράθεση στη Λιμπερασιόν, 9-10 Μαρτίου 2002. Οι απεσταλμένοι της Διεθνούς Αμνηστίας που επισκέφθηκαν τη Γαλλία αποκόμισαν τις ίδιες πληροφορίες). Το κεφάλι τους άρχισε να πρήζεται και η μύτη του έσπασε. Υποστήριξε ότι τον ανάγκασαν να γλείψει τον τοίχο. Κατά τη μεταφορά του με αυτοκίνητο προς το αστυνομικό τμήμα ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε σε συνεχόμενες ρατσιστικές ύβρεις. Κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα επί 15 λεπτά και μετά ένας υπαστυνόμος, που δεν είχε εμπλακεί στο επεισόδιο, του είπε ότι δεν θα του απαγγελθούν κατηγορίες και αφέθηκε ελεύθερος.

Αφού εξέτασε τη μήνυση και τις ιατρικές εκθέσεις, η Διεθνής Αμνηστία έθεσε την υπόθεση υπ' όψη του Υπουργού Εσωτερικών και ζήτησε ταχείες, διεξοδικές και αμερόληπτες αστυνομικές και δικαστικές ανακρίσεις. Ο Υπουργός απάντησε, τον Οκτώβριο του 2002, ότι η υπόθεση είχε τεθεί στο αρχείο από τον εισαγγελέα στις 10 Ιουλίου 2002. Σε επιστολή του προς τη Διεθνή Αμνηστία, με ημερομηνία 24 Ιουλίου 2003, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου του Παρισιού δήλωσε ότι η υπόθεση είχε ερευνηθεί από την IGS, με αποτέλεσμα ο προκάτοχός του να αποφασίσει να κλείσει την υπόθεση. Δεν εξήγησε γιατί, αλλά δήλωσε ότι, μέσω της IGS, είχε επιπλήξει τρεις αστυνομικούς για (απροσδιόριστες) δικονομικές παραβάσεις κατά τη διάρκεια της έρευνας.

Αφού η μήνυσή του τέθηκε στο αρχείο, ο Καρίμ Λατίφι εξέφρασε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία “citation directe”. Όταν όμως ο εισαγγελέας πληροφόρησε τη Διεθνή Αμνηστία ότι δεν γνώριζε να έχει κινηθεί οποιαδήποτε τέτοια διαδικασία, ο Καρίμ Λατίφι έγραψε, τον Σεπτέμβριο του 2003, στον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου του Παρισιού για να επιστήσει την προσοχή του στο ζήτημα. Μέχρι την ώρα που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές, η έρευνα συνεχιζόταν.

Ομάρ Μπάχα

Στις 23 Δεκεμβρίου 2002, ο Ομάρ Μπάχα, 24χρονος Γάλλος ηθοποιός αλγερινής καταγωγής, στάθηκε μάρτυρας της κακομεταχείρισης του Σεμπαστιάν ντε Φρέιτας στα χέρια ομάδας αστυνομικών, που είχαν χρησιμοποιήσει δακρυγόνα για να διαλύσουν μεγάλο πλήθος έξω από τον σταθμό του μετρό Σατό ντ' Ο στο Μπουλβάρ ντε Στρασμπούργκ στο Παρίσι. Ο Σεμπαστιάν ντε Φρέιτας αναφέρεται ότι είχε βγει για χριστουγεννιάτικα ψώνια με συγγενείς του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο τετράχρονος αδελφός του. Εκνευρισμένος με τις επιπτώσεις των δακρυγόνων στο αγοράκι, που είχε έρθει σε δύσκολη θέση, ο Σεμπαστιάν ντε Φρέιτας αναφέρεται ότι προσέβαλε τους αστυνομικούς, οι οποίοι απαίτησαν αν δουν το δελτίο ταυτότητάς του, τον έριξαν στο έδαφος και τον ξυλοκόπησαν. Ο Ομάρ Μπαχά πλησίασε τους αστυνομικούς και δήλωσε την πρόθεσή του να καταγγείλει τις πράξεις τους στον Υπουργό Εσωτερικών. Τους υπενθύμισε πρόσφατη δήλωση του τότε Υπουργού, ότι δεν θα ανεχόταν καμία αστυνομική κακοποίηση ή υπερβολή. Ο τότε Υπουργός Εσωτερικών, Νικολά Σαρκοζί, είχε ανακοινώσει σε ομιλία του προς τους διευθυντές της Εθνικής Αστυνομίας στις 26 Ιουνίου ότι, αν και υποσχόταν στην αστυνομία περισσότερες εξουσίες και μεγαλύτερη υποστήριξη στον αγώνα κατά της εγκληματικότητας, δεν θα ανεχόταν καμία παραβίαση των δημοκρατικών κανόνων και καμία επιείκεια προς την αστυνομική βαναυσότητα.

Καθώς ο Ομάρ Μπαχά στράφηκε για να μπει στον σταθμό του μετρό, αναφέρεται ότι τον πλησίασε ο αστυνομικός που χειριζόταν το δακρυγόνο και τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο με τη μπουκάλα του αερίου. Στη συνέχεια ξυλοκοπήθηκε από πλήθος αστυνομικών. Την περιγραφή αυτή αναφέρεται ότι υποστήριξαν διάφοροι αυτόπτες μάρτυρες. Αναφέρεται ότι το πλήθος φώναξε στους αστυνομικούς να σταματήσουν. Ο Ομάρ Μπαχά μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα στην οδό ντε Νανσί. Του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για περιύβριση αστυνομικών, αντίσταση κατά τη σύλληψη και υποκίνηση σε ταραχές, κατηγορία κατασκευασμένη (βλ. παρακάτω). Ένας γιατρός υπηρεσίας διαπίστωσε ότι είχε υποστεί κάταγμα στη μύτη αλλά, όσο βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση, δεν του επιτράπηκε να δεχτεί νοσοκομειακή περίθαλψη όπως συμβούλεψε ο γιατρός.

Ο Ομάρ Μπαχά παρέμεινε υπό αστυνομική κράτηση μέχρι τις 25 Δεκεμβρίου, οπότε αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους μέχρι τη δίκη στις 7 Φεβρουαρίου στο Σωφρονιστικό Δικαστήριο του Παρισιού. Κατέθεσε μήνυση για κακομεταχείριση. Ο εισαγγελέας ζήτησε από την IGS να εξετάσει τη μήνυση.

Στις 17 Ιανουαρίου 2003, ο Υπουργός Εσωτερικών ανακοίνωσε ότι είχαν κινηθεί δύο δικαστικές ανακρίσεις, η μία για τις κατηγορίες σε βάρος του Ομάρ Μπαχά και η άλλη για τη μήνυσή του. Δύο αστυνομικοί, που βαρύνονταν με την υποψία της ανάμιξης στην κακομεταχείριση του Ομάρ Μπαχά, τέθηκαν σε προσωρινή διαθεσιμότητα.

Κατά τη δίκη στις 7 Φεβρουαρίου 2003, την οποία παρακολούθησαν εκπρόσωποι της Διεθνούς Αμνηστίας, το δικαστήριο απέρριψε όλες τις κατηγορίες εναντίον του Ομάρ Μπαχά. Ο εισαγγελέας έδειξε συμπάθεια προς τους αστυνομικούς, υπαινισσόμενος ότι η κατασκευασμένη κατηγορία της υποκίνησης σε ταραχές ήταν καθαρό λάθος. Ωστόσο, το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του επιχειρήματος, το οποίο προέβαλε κυρίως ο συνήγορος υπεράσπισης του Ομάρ Μπαχά, ότι η κατηγορία της υποκίνησης σε ταραχές, την οποία απήγγειλαν οι αστυνομικοί ως αιτιολογία για να παρατείνουν την αστυνομική κράτηση, δεν υφίσταται στον γαλλικό Ποινικό Κώδικα.

Παρ' όλο που το δικαστήριο έχει απορρίψει από το 2003 τις κατηγορίες που απήγγειλαν οι αστυνομικοί κατά του Ομάρ Μπαχά, η μήνυσή του κατά των αστυνομικών δεν έχει ακόμα εκδικαστεί. Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για τη δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων που απεικονίζει αυτή η υπόθεση. Είχε εκφράσει επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι ο εισαγγελέας δεν είχε επιδείξει καμία επιμέλεια στην επίβλεψη της κατάστασης του Ομάρ Μπαχά όσο βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση.

AI Index: EUR 21/010/2005 Αθήνα, 6 Απριλίου 2005

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

Γαλλία: Αναζήτηση δικαιοσύνης

Θύματα αστυνομικής βαναυσότητας συμμετείχαν στη συνέντευξη Τύπου στο Παρίσι

Ντανιέλ Φρανσουά, δικηγόρος, που έπεσε και ο ίδιος θύμα αστυνομικής κακομεταχείρισης εκτελώντας τα καθήκοντά του το 2002

Στις 31 Δεκεμβρίου 2002, ζητήθηκε από τον Ντανιέλ Φρανσουά να βοηθήσει ένα 17χρονο αγόρι που κρατούνταν από την αστυνομία στο Ολνέ-σους-Μπουά (Σηκουάνας-Σεν-Ντενίς). Παρατηρώντας μώλωπες στο πρόσωπο του αγοριού, ο δικηγόρος είπε στον αξιωματικό υπηρεσίας ότι επιθυμούσε να καταθέσει τον ισχυρισμό ότι ο πελάτης του είχε υποβληθεί σε πράξεις βίας και ζήτησε ιατρική εξέταση, όμως οι απόπειρές του εμποδίστηκαν. Συνελήφθη και τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση με την κατηγορία της στάσης (outrage et r?bellion). Ο Ντανιέλ Φρανσουά κρατήθηκε επί 13 ώρες και υποβλήθηκε σε αλκοτέστ παρ' όλο που δεν υπήρχε κανένα στοιχείο ότι είχε πιει.

Βιρζινί Ουσέτ, χήρα του Σίντνεϊ Μανόκα Νζέζα

Ο Σίντνεϊ Μανόκα Νζέζα, νεαρός ερασιτέχνης πυγμάχος ζαϊρινής καταγωγής, πέθανε υπό κράτηση στις 6 Νοεμβρίου 1998, στο Τουρκουάν (Νορντ), μετά την εμπλοκή του σε βίαιη σύλληψη. Αυτοψία συμπέρανε ότι ο θάνατος είχε προκληθεί από «διαδικασία ασφυξίας λόγω συμπίεσης του θώρακος». Στις 5 Ιουλίου 2000, δύο αστυνομικοί καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία σε συμβολική ποινή επτάμηνης φυλάκισης με αναστολή. Οι δύο αστυνομικοί και άλλοι τρεις απαλλάχτηκαν από την κατηγορία ότι παρέλειψαν να βοηθήσουν πρόσωπο που διέτρεχε κίνδυνο. Η οικογένεια του θύματος και η πολιτική αγωγή διαμαρτυρήθηκαν για την ελαφρά ποινή. Ο δικηγόρος της οικογένειας δήλωσε ότι θα κατέθετε έφεση. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2001 το Εφετείο του Ντουέ επικύρωσε τις αρχικές ποινές φυλάκισης με αναστολή.

Καρίμ Λατίφι, Γάλλος σύμβουλος πληροφορικής

Στις 22 Φεβρουαρίου 2002 ο Καρίμ Λατίφι αναφέρεται ότι ενεπλάκη σε διαπληκτισμό με αστυνομικούς στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια του οποίου δέχτηκε βάναυση επίθεση και ρατσιστικές ύβρεις από αστυνομικούς. Κατά τη μεταφορά του με αυτοκίνητο προς το αστυνομικό τμήμα ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε σε συνεχόμενες ρατσιστικές ύβρεις. Κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα επί 15 λεπτά και μετά ένας υπαστυνόμος, που δεν είχε εμπλακεί στο επεισόδιο, του είπε ότι δεν θα του απαγγελθούν κατηγορίες και αφέθηκε ελεύθερος. Αφού κατέθεσε μήνυση και η μήνυσή του τέθηκε στο αρχείο, ο Καρίμ Λατίφι έγραψε τον Σεπτέμβριο του 2003 στον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου στο Παρίσι για να επιστήσει την προσοχή του στο ζήτημα. Μέχρι την ώρα που γράφτηκαν αυτές οι γραμμές, η έρευνα συνεχιζόταν.

F Για περισσότερες πληροφορίες για τις ατομικές υποθέσεις, βλ. την έκθεση με τίτλο “France: The Search for Justice: The effective impunity of law enforcement officers in cases of shootings, deaths in custody or torture and ill-treatment” στη διεύθυνση

Δημόσιο έγγραφο

διεθνής αμνηστία

ΓΑΛΛΙΑ

Αναζήτηση δικαιοσύνης

6 Απριλίου 2005 Περίληψη AI INDEX: EUR 21/001/2005

Η «Αναζήτηση δικαιοσύνης» αναφέρεται σε περίπου 30 περιπτώσεις νέων ανθρώπων που υποβλήθηκαν, ή ισχυρίζονται ότι υποβλήθηκαν, σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αστυνομικούς μεταξύ των ετών 1991 και 2005. Στις παραβιάσεις αυτές περιλαμβάνονται παράνομοι φόνοι, υπερβολική χρήση βίας, βασανιστήρια ή κακομεταχείριση και ρατσιστικές ύβρεις. Πολλές από τις καταγγελίες τους εκδικάστηκαν μόλις σχετικά πρόσφατα ή είναι ακόμα σε εξέλιξη η δικαστική διαδικασία. Δεκαοκτώ περιπτώσεις περιγράφονται σε αυτήν την έκθεση λεπτομερώς. Όλες αφορούν ανθρώπους αλλοδαπής καταγωγής.

Οι περισσότερες καταγγελίες αστυνομικής κακομεταχείρισης προέκυψαν από αστυνομικούς ελέγχους ταυτότητας που εκφυλίστηκαν σε πράξεις βίας και κατέληξαν, αφ' ενός σε κατηγορίες κατά των αστυνομικών για κακομεταχείριση, αντισταθμιζόμενες αφ' ετέρου από κατηγορίες κατά των καταγγελόντων για περιύβριση ή αντίσταση κατά δημόσιου λειτουργού. Πολλοί από εκείνους που κατέθεσαν μηνύσεις εναντίον αστυνομικών είχαν υποβληθεί δεχτεί κλοτσιές, γροθιές ή ξυλοδαρμούς με κλομπ που προκάλεσαν σπασμένες μύτες, βλάβες στα μάτια ή άλλα τραύματα. Πολλοί επίσης υποστήριξαν ότι δέχτηκαν ρατσιστικές ύβρεις και αναγκάστηκαν να υποστούν ταπεινωτική και αναξιοπρεπή μεταχείριση στα χέρια των αστυνομικών.

Αφού διερεύνησε επί πολλά χρόνια υποθέσεις σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Διεθνής Αμνηστία συμπέρανε ότι υφίσταται στη Γαλλία ένα μοτίβο ουσιαστικής ατιμωρησίας όσον αφορά τους αστυνομικούς. Ανάμεσα στους παράγοντες που συμβάλλουν στη δημιουργία ατμόσφαιρας ατιμωρησίας είναι κενά ή ελλείψεις της νομοθεσίας, όπως η απουσία πλήρους ορισμού των βασανιστηρίων στον γαλλικό Ποινικό Κώδικα, ή η ύπαρξη διατάξεων που αρνούνται στους κρατουμένους πρόσβαση σε δικηγόρους από την έναρξη της αστυνομικής κράτησης. ʼλλοι παράγοντες περιλαμβάνουν παραλείψεις στην εφαρμογή του νόμου, όπως η παράλειψη ή απροθυμία της αστυνομίας, των εισαγγελέων και των δικαστηρίων να διερευνήσουν διεξοδικά και να διώξουν ποινικά παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις οποίες εμπλέκονται αστυνομικοί. Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει επίσης ανησυχία για τις καθυστερήσεις των δικαστικών διαδικασιών, μια δικαιοσύνη «δύο ταχυτήτων», που δικάζει τις μηνύσεις αστυνομικών πολύ ταχύτερα απ' ότι τις μηνύσεις κατά αστυνομικών. Αντικείμενο ανησυχίας αποτελεί η πρακτική επιμέτρησης ποινών, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις δεν ήταν ανάλογες με τη βαρύτητα του εγκλήματος. Οι ανησυχίες της Διεθνούς Αμνηστίας σε αυτούς τους τομείς ζωγραφίζονται ανάγλυφα από ατομικά παραδείγματα, τα οποία, κατά τη γνώμη της διεθνούς οργάνωσης, δεν αντιμετωπίστηκαν από τους εσωτερικούς μηχανισμούς υποβολής καταγγελιών, ή από τα δικαστήρια, με τη διεξοδικότητα, ταχύτητα ή αμεροληψία που απαιτούν τα εθνικά και διεθνή πρότυπα.

Καθώς ο αριθμός καταγγελιών για κακομεταχείριση από αστυνομικούς συνεχίζει να αυξάνεται, εμφανίζοντας μεγάλη αύξηση κατά το 2004, η Διεθνής Αμνηστία διατυπώνει ευρύ φάσμα συστάσεων που πιστεύει ότι, αν εφαρμοστούν, θα εξαλείψουν τα μοτίβα ουσιαστικής ατιμωρησίας που μαστίζουν τους γαλλικούς θεσμούς. Η Διεθνής Αμνηστία εισηγείται την καθιέρωση ανεξάρτητης υπηρεσίας με πλήρεις πόρους για να εξετάζει όλους τους ισχυρισμούς σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από μέλη των σωμάτων ασφαλείας, η οποία να αντικαταστήσει εν τέλει, σε τέτοιες υποθέσεις, τις εξεταστικές λειτουργίες των υπαρχόντων εσωτερικών μηχανισμών υποδοχής καταγγελιών για αστυνομικούς. Προτρέπει επίσης τις γαλλικές αρχές να διασφαλίσουν ότι παρέχεται σε όλους τους κρατουμένους πρόσβαση σε δικηγόρους από την έναρξη της αστυνομικής κράτησης, ότι όλες οι αστυνομικές ανακρίσεις μαγνητοσκοπούνται και ότι οι διαδικασίες και οι οδηγίες για τους ελέγχους ταυτότητας θα επιβλέπονται στενά για να διασφαλιστεί ότι δεν πραγματοποιούνται με τρόπο που εμπεριέχει διακρίσεις.

Ο ρατσισμός είναι μείζον στοιχείο σε πολλές από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στην έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας. Σχεδόν όλες οι περιπτώσεις που ήρθαν σε γνώση της οργάνωσης αφορούσαν πρόσωπα μη ευρωπαϊκών εθνοτικών καταβολών, τα οποία προέρχονταν συνήθως από τη βόρεια ή την υποσαχάρια Αφρική. Η Διεθνής Αμνηστία έχει ανιχνεύσει ένα μοτίβο, όπου η παράβαση καθήκοντος από αστυνομικούς, περιλαμβανομένης της κακομεταχείρισης, τελείται πρωταρχικά αναφορικά με άτομα που εκλαμβάνονται ως αλλοδαποί. Το μοτίβο αυτό δείχνει μια επίσημη αντίληψη ότι τα άτομα αυτά ενδέχεται να εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο ασφαλείας ή να είναι πιο επιρρεπή στη διάπραξη αδικημάτων απ' ότι οι Γάλλοι που είναι λευκοί ή που δεν είναι Μουσουλμάνοι ή απ' ότι άλλοι Ευρωπαίοι. Οι διακρίσεις μπορεί να ενισχύουν την ατιμωρησία για τους αστυνομικούς, που ευθύνονται για την κακομεταχείριση τέτοιων ανθρώπων και ενεργούν γνωρίζοντας ότι η συμπεριφορά τους δεν θα διερευνηθεί διεξοδικά, αν διερευνηθεί καν. Μία από τις συνέπειες αυτής της ατμόσφαιρας ατιμωρησίας είναι ότι οι άνθρωποι που τα δικαιώματά τους παραβιάζονται φιμώνονται, είτε επειδή δεν νιώθουν ικανοί να καταγγείλουν την κακοποίηση, ή επειδή η αστυνομία και οι εισαγγελείς επιλέγουν να μην δεχτούν ή να μην καταγράψουν τις καταγγελίες ή δεν προχωρούν σε ενέργειες με βάση αυτές. Η «Αναζήτηση δικαιοσύνης» προτρέπει τη γαλλική κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, να επιβάλει και να επιβλέψει αυστηρότερα την εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας που απαγορεύει τις ρατσιστικές ύβρεις και να διασφαλίσει τη σωστή εφαρμογή των διατάξεων περί ρατσιστικών κινήτρων ως επιβαρυντικής περίστασης σε συγκεκριμένα αδικήματα.

Αυτή η περίληψη συνοψίζει έκθεση 81 σελίδων (30.200 λέξεων) με τίτλο “France: The search for justice” (AI Index: EUR 21/001/2005), που εξέδωσε η Διεθνής Αμνηστία στις 6 Απριλίου 2005. Όποιος επιθυμεί περισσότερες λεπτομέρειες ή την ανάληψη δράσης για αυτό το ζήτημα θα πρέπει να συμβουλευτεί το πλήρες κείμενο (http://www.web.amnesty.org/library/index/engeur210012005). Εκτεταμένη σειρά υλικών μας για αυτό και άλλα θέματα υπάρχει στη διεύθυνση http://www.amnesty.org ενώ μπορεί κανείς να λαμβάνει τα διεθνή δελτία τύπου της Διεθνούς Αμνηστίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου:

Ελληνικό Τμήμα, Σίνα 30, 106 72 Αθήνα, τηλ. 210-3631532, φαξ 210-3638016

Website: , email:

International Secretariat, 1 Easton Street, London WC1X 0DW, United Kingdom