ΙΤΑΛΙΑ: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΣΤΥΝΟΜΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΝAΝΤΗΣΗΣ ΤΩΝ G8 ΣΤΗ ΓΕΝΟΒΑ - Η ΕΝΑΡΞΗ ΔΙΚΗΣ ΣΤΙΣ 6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑΣ

Δημοσιεύθηκε στις 4 Απριλίου 2005, 00:00Εκτύπωση

ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
4 Απριλίου 2005
Στις 6 Απριλίου, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την επιχείρηση αστυνόμευσης που περιέβαλλε τη συνάντηση κορυφής των G8 και τις σχετικές διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Γένοβα τον Ιούλιο του 2001, 28 αστυνομικοί, μεταξύ τους και υψηλόβαθμοι, πρόκειται να βρεθούν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Δικάζονται σε σχέση με νυχτερινή επιδρομή της αστυνομίας εναντίον σχολικού κτιρίου που χρησιμοποιείτο ως κοιτώνας διαδηλωτών και ως κέντρο για το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβα, τον συλλογικό φορέα που διοργάνωσε το κύριο πρόγραμμα των διαδηλώσεων. Οι κατηγορίες που βαρύνουν τους αστυνομικούς περιλαμβάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους ως κρατικών λειτουργών, πλαστογράφηση και χάλκευση αποδεικτικών στοιχείων και πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης.

Η Διεθνής Αμνηστία χαιρετίζει την έναρξη της δίκης ως σημαντικό βήμα για την καταπολέμηση της αστυνομικής ατιμωρησίας. Εκφράζει όμως τη λύπη της για την παράλειψη των ιταλικών αρχών να λάβουν άλλα ζωτικά μέτρα για να καταπολεμήσουν την αστυνομική ατιμωρησία, τόσο σε σχέση με την επιχείρηση αστυνόμευσης των G8, όσο και στο ευρύτερο πλαίσιο της συχνής ουσιαστικής ατιμωρησίας μελών των σωμάτων ασφαλείας και σωφρονιστικών υπαλλήλων που κατηγορούνται για βασανιστήρια, κακομεταχείριση και υπερβολική βία, κάτι που η Διεθνής Αμνηστία καταγράφει εδώ και πολλά χρόνια.

Οι 93 άνθρωποι που συνελήφθησαν κατά την επιδρομή εναντίον του σχολικού κτιρίου δεν πρόβαλαν καμία αντίσταση, όπως υποστήριξε η αστυνομία, αλλά υποβλήθηκαν σε εσκεμμένους και αναίτιους ξυλοδαρμούς. Τουλάχιστον 62 από αυτούς υπέστησαν τραυματισμούς: 31 μεταφέρθηκαν σε νοσοκομείο, τρεις από αυτούς σε κρίσιμη κατάσταση. Μερικοί υποβάλλονται ακόμα σε ιατρική αγωγή. Δεν κατηγορήθηκαν μόνο για αντίσταση κατά των αστυνομικών, αλλά και για κλοπή, κατοχή επιθετικών όπλων και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό τη λεηλασία και την καταστροφή περιουσίας. Τον Φεβρουάριο του 2004, μετά από ποινική ανάκριση, όλες οι νομικές ενέργειες εναντίον τους είχαν εγκαταλειφθεί λόγω έλλειψης στοιχείων. Μόνο 28 αστυνομικοί δικάζονται: δεκάδες αστυνομικοί που συμμετείχαν στην επιδρομή, και που πιστεύεται ότι συμμετείχαν σε ξυλοδαρμούς, δεν στάθηκε δυνατό να αναγνωριστούν διότι τα πρόσωπά τους συχνά ήταν κρυμμένα με μάσκες, μαντήλια ή κράνη και δεν έφεραν στην ενδυμασία τους τον αριθμό ή το όνομά τους.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει παροτρύνει επανειλημμένα την Ιταλία να ευθυγραμμίσει την πρακτική της με τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Αστυνομικής Δεοντολογίας, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης τον Σεπτέμβριο του 2001, και να διασφαλίσει ότι οι αστυνομικοί της υποχρεούνται να επιδεικνύουν σε εμφανές σημείο κάποιο είδος ατομικών αναγνωριστικών στοιχείων, όπως κάποιον αριθμό μητρώου, προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη καταστάσεων ατιμωρησίας.

Ένας άλλος διεθνώς αναγνωρισμένος τρόπος αποτροπής της ανάπτυξης ατμόσφαιρας ατιμωρησίας και επανάληψης φαινομένων αστυνομικής κακοποίησης είναι η διαθεσιμότητα των αστυνομικών που βαρύνονται με την υποψία τέτοιων αδικημάτων, όσο εκκρεμεί η έκβαση των ποινικών διαδικασιών εναντίον τους. Η Διεθνής Αμνηστία σημειώνει με ανησυχία ότι οι αστυνομικοί που αντιμετωπίζουν δίκη σε σχέση με τη νυχτερινή επιδρομή στη Γένοβα δεν τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και ότι μερικοί μάλιστα προήχθησαν.

Οι περισσότεροι από όσους συνελήφθησαν κατά τη νυχτερινή επιδρομή μεταφέρθηκαν στο κέντρο προσωρινής κράτησης Μπολτσανέτο, από το οποίο πέρασαν πολύ περισσότεροι από 200 άνθρωποι και όπου πολλοί στερήθηκαν των θεμελιωδών και διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων των κρατουμένων, περιλαμβανομένου του δικαιώματός τους για πρόσβαση σε δικηγόρους και προξενικούς λειτουργούς και για ενημέρωση των συγγενών τους για το πού βρίσκονται. Σε έγγραφό τους προς τον ανακριτή τον Μάρτιο του 2005, εισαγγελείς της Γένοβα περιέγραψαν με τρόπο ζωντανό τα αποδεικτικά στοιχεία της εξύβρισης και της σωματικής κακοποίησης που υπέστησαν οι κρατούμενοι. Περιέγραψαν, μεταξύ άλλων, κρατουμένους να δέχονται χαστούκια, κλοτσιές, γροθιές και φτυσίματα. Να υποβάλλονται σε απειλές, μεταξύ άλλων για βιασμό, καθώς και σε λεκτικές ύβρεις, μεταξύ άλλων άσεμνης σεξουαλικής φύσης. Να αναγκάζονται να σχηματίσουν σειρές και να μείνουν όρθιοι επί ώρες, με ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια μπροστά σε έναν τοίχο. Να στερούνται την τροφή, το νερό και τον ύπνο επί μακρά διαστήματα. Να υποβάλλονται σε σωματικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν με εσκεμμένα ταπεινωτικό τρόπο, αναγκάζοντας τους κρατουμένους να πάρουν εξευτελιστικές στάσεις και τις γυναίκες να γδυθούν μπροστά σε άνδρες αστυνομικούς. Παρέθεσαν ατομικές περιπτώσεις κακοποίησης, μεταξύ άλλων μιας κρατούμενης που της έβαλαν το κεφάλι σε λεκάνη τουαλέτας, ενός κρατούμενου που τον ανάγκασαν να πέσει στα τέσσερα και να γαυγίσει σαν σκύλος, και του ξυλοδαρμού ενός κρατουμένου που δεν μπορούσε να μείνει όρθιος επί ώρες επειδή είχε τεχνητό πόδι.

Οι εισαγγελείς ζήτησαν 15 αστυνομικοί, 11 καραμπινιέροι, 16 σωφρονιστικοί υπάλληλοι και πέντε μέλη του ιατρικού προσωπικού να παραπεμφθούν σε δίκη με διάφορες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων κατάχρηση εξουσίας, καταναγκασμός, απειλές και πρόκληση σωματικής βίας, και τους κατηγόρησαν ότι υπέβαλαν κρατουμένους σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση του ʼρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες. Ωστόσο, οι εισαγγελείς εξέφρασαν επίσης τον φόβο ότι, δεδομένου του χρόνου που είχε ήδη περάσει από τον Ιούλιο του 2001, ήταν πιθανό να παραγραφούν τα αδικήματα και να μην οδηγηθούν ποτέ στη δικαιοσύνη εκείνοι που κατηγορούνταν στο έγγραφό τους.

Η Διεθνής Αμνηστία υπογραμμίζει ότι ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους πρόληψης των βασανιστηρίων, της κακομεταχείρισης και της υπερβολικής βίας έγκειται στην εφαρμογή των κατάλληλων κυρώσεων, ανάλογων προς τη βαρύτητα του εγκλήματος, από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης. Η γνώση ότι τα δικαστήρια είναι έτοιμα να επιβάλουν αυστηρές ποινές στους λειτουργούς που διατάζουν, παραβλέπουν ή διαπράττουν βασανιστήρια και κακομεταχείριση, αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς αποτρεπτικούς παράγοντες. Η προσαγωγή των παραβατών στη δικαιοσύνη, όχι μόνο τους αποτρέπει από την επανάληψη των εγκλημάτων τους, αλλά και κάνει σαφές στους υπόλοιπους ότι η κακομεταχείριση δεν θα γίνει ανεκτή και επιβεβαιώνει στο κοινό εν γένει ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου.

Τον Ιούλιο του 2001, δεδομένης της λυπηρής απουσίας ανεξάρτητου εθνικού θεσμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή ανεξάρτητου οργάνου καταγγελιών και λογοδοσίας αστυνομικών στην Ιταλία, η Διεθνής Αμνηστία είχε ζητήσει την άμεση σύσταση ανεξάρτητης δημόσιας εξεταστικής επιτροπής για την επιχείρηση αστυνόμευσης των G8 και είχε διατυπώσει ορισμένα από τα κριτήρια για μια αποτελεσμα­τική επιτροπή. Ποτέ δεν συστάθηκε τέτοιο όργανο, όμως η ανάγκη παραμένει. Ένα τέτοιο όργανο θα μπορούσε επίσης να παράσχει τη βάση για έναν μόνιμο, ανεξάρτητο μηχανισμό καταγγελιών και λογοδοσίας αστυνομικών, με εντολή να αντιμετωπίζει όλες τις πτυχές της αστυνόμευσης.

Η σπουδαιότητα της πολιτικής βούλησης στην καταπολέμηση της αστυνομικής ατιμωρησίας δεν πρέπει να υποτιμάται. Η Διεθνής Αμνηστία απηχεί τη σαφή καθοδήγηση που απηύθυνε πέρυσι σε όλα κράτη-μέλη η Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων: «…κανείς δεν πρέπει να μείνει με την παραμικρή αμφιβολία όσον αφορά την αφοσίωση των αρχών του Κράτους στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας. Αυτό θα αποτελέσει το θεμέλιο της δράσης που αναλαμβάνεται σε όλα τα άλλα επίπεδα. Όταν είναι απαραίτητο, εκείνες οι αρχές δεν πρέπει να διστάσουν να δώσουν, μέσω επίσημης δήλωσης στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο, το σαφές μήνυμα ότι πρέπει να υπάρχει 'μηδενική ανοχή' για τα βασανιστήρια και τις λοιπές μορφές κακομεταχείρισης».

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι, 17 χρόνια μετά την επικύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων, και μετά από επανειλημμένες εκκλήσεις διακυβερνητικών οργάνων, περιλαμβανομένων της Επιτροπής των Η.Ε. κατά των Βασανιστηρίων και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη θέσπιση στον ποινικό της κώδικα του εγκλήματος των βασανιστηρίων, όπως ορίζεται στη Σύμβαση των Η.Ε. κατά των Βασανιστηρίων, η Ιταλία δεν έχει ακόμη προσδιορίσει αυτό το έγκλημα.

Για περισσότερες πληροφορίες βλ. ιδίως “Italy: G8 Genoa policing operation of July 2001. A summary of concerns” (AI Index: 30/012/2001) και τα λήμματα για την Ιταλία που περιλαμβάνονται στις διαδοχικές εκδόσεις του “Amnesty International Concerns in Europe and Central Asia” και στην Ετήσια Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας. Όλα τα υλικά βρίσκονται στη διεύθυνση www.amnesty.org

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Βασιζόμαστε σε άτομα σαν εσένα. Δεν δεχόμαστε χρηματοδοτήσεις από κυβερνήσεις και διεθνείς διακρατικούς φορείς.