«ΩΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤA ΜΑΣ»

Δημοσιεύθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2018, 10:24Εκτύπωση

Της Lene Christensen, Διεθνής Αμνηστία

(Αθήνα, Ελλάδα): Υπάρχει μια φράση που η Soraya, μια 24χρονη γυναίκα από το Αφγανιστάν, επαναλαμβάνει στον εαυτό της και στους φίλους της, ειδικά τις μέρες που μοιάζουν πιο σκοτεινές από άλλες:

«Θυμηθείτε ότι μπροστά σας υπάρχει μια πόρτα. Εάν ανοίξετε αυτήν την πόρτα, θα δείτε φως. Απλά θα πρέπει να τη φτάσετε.»

Από το Αφγανιστάν στο Ιράν και μετά στην Ελλάδα

Τη μέρα που βρίσκουμε τη Soraya σε ένα κέντρο μεταναστριών και προσφύγων στην Αθήνα, η δώδεκα μηνών κόρη της, η Mohana, κάθεται στην αγκαλιά της.

Η Mohana γεννήθηκε στην Ελλάδα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Ιράν, όπου μεγάλωσε η Soraya, αφού η οικογένειά της είχε εγκαταλείψει την πατρίδα τους, το Αφγανιστάν.

Η Soraya και η κόρη της, η Mohana. © Lene Christensen/Διεθνής Αμνηστία

Τώρα η Soraya ελπίζει να ζήσει με ασφάλεια με τη δική της οικογένεια, σε μια ξένη χώρα. Ξέρει ότι την περιμένουν ακόμα δυσκολίες.

Αλλά το επικίνδυνο ταξίδι που έκανε και ο αγώνας της να κρατήσει ασφαλή τα τρία παιδιά της την έχει μάθει να μην υποτιμά τις δυνάμεις της.

«Οι γυναίκες έχουμε δικαιώματα. Θέλω να αποφασίσω για το μέλλον μου. Το πιο σημαντικό είναι να το πετύχουμε αυτό και να το καταλάβουν και οι άντρες.»

Από άνθρωπος που πριν από μερικά χρόνια δεν ήθελε να τη φωτογραφίζουν, τώρα κοιτάζει κατευθείαν στο φακό. Η φωνή της είναι σταθερή.

«Ως γυναίκες, πρέπει να αγωνιστούμε για να κατακτήσουμε τα δικαιώματά μας, για εμάς και για τα παιδιά μας», δήλωσε η Soraya.

Το επικίνδυνο ταξίδι

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που μπορείς να ανακαλέσεις εν ριπή οφθαλμού. Αναμνήσεις που έχουν πάντα την ίδια γεύση και την ίδια μυρωδιά.

Για τη Soraya, αρκετές από αυτές τις στιγμές ήρθαν όταν απειλούνταν η ζωή τους καθώς επιχειρούσαν να διασχίσουν το Αιγαίο με το σύζυγό της και τα παιδιά τους.

Λίγους μήνες νωρίτερα, είχαν πάρει τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψουν το Ιράν. Ήταν αδύνατο να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, το Αφγανιστάν, που είχε καταστραφεί από τον πόλεμο. Προκειμένου να φτάσουν στην Ευρώπη και σε αυτό που έλπιζαν ότι θα ήταν ασφαλές έδαφος, ένιωσαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να θέσουν τη ζωή τους σε κίνδυνο.

Η Soraya δε θα ξεχάσει ποτέ το βροντερό ήχο που άκουσε μετά από σχεδόν επτά ώρες πεζοπορίας προς τις τουρκικές ακτές. Ο θόρυβος γινόταν όλο και πιο έντονος, σαν μεγάλα μηχανήματα. Νόμιζε ότι θα δει μεγάλα εργοστάσια στην επόμενη γωνία.

Αυτό που είδε ήταν τεράστια κύματα να χτυπούν την ακτή.

Αυτή η άγρια ​​θάλασσα έπρεπε εκείνη τη νύχτα να μεταφέρει τη Soraya και τους αγαπημένους της στην Ελλάδα. Ένα μικρό σκάφος περίμενε αυτούς, αλλά και δεκάδες άλλους ανθρώπους που είχαν επίσης διαφύγει από τις πατρίδες τους. Ο διακινητής τούς είπε να επιβιβαστούν γρήγορα στο σκάφος.

Επικρατούσε σκοτάδι, παγωνιά και χάος.

Παλεύοντας να ανέβει η ίδια και η οικογένειά της με ασφάλεια στο σκάφος, η Soraya έπεσε τρεις φορές μέσα στο νερό. Την τρίτη φορά, βρεγμένη ολόκληρη, ούρλιαξε «Όχι!». Κλαίγοντας, αρνήθηκε να επιβιβαστεί. «Αν ανέβουμε σ' αυτό το σκάφος, θα πεθάνουμε», φώναξε.

Κι άλλοι άνθρωποι άρχισαν να φωνάζουν μαζί της ώστε να σταματήσει το ταξίδι. Τελικά, οι διακινητές συμφώνησαν να περιμένουν. Μαζεύτηκαν γύρω από μια μικρή φωτιά στην παραλία, προσπαθώντας να παλέψουν το φόβο και το τσουχτερό κρύο. Στις τέσσερις το πρωί, η θάλασσα είχε ηρεμήσει κάπως και οι διακινητές είχαν βρει άλλη βάρκα. Αυτήν τη φορά, ξεκίνησαν, στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, κινούμενοι με δυσκολία.

Η εικόνα του γιου της να τρέμει και να ξερνά πάνω στο μικρό φουσκωτό σκάφος χαράχτηκαν για πάντα στο μυαλό της. Αλλά επέζησαν. Το πρωί της 12ης Μαρτίου 2016, έφτασαν στη Χίο.

«Πάντα λέω "μπράβο" στον εαυτό μου που πέρασα εκείνη τη θάλασσα, γιατί ήθελα να προσφέρω ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά μου.»

Νωρίς το προηγούμενο βράδυ ένα δεύτερο σκάφος είχε δοκιμάσει το ίδιο ταξίδι, χωρίς να περιμένει τα κύματα να καταλαγιάσουν. Την επόμενη μέρα, η Soraya έμαθε ότι όλοι οι επιβαίνοντες είχαν σκοτωθεί.

Αλλαγή πλεύσης

Μετά από περίπου ένα χρόνο που ζούσε σε αυτοσχέδια καταλύματα και σε διάφορους καταυλισμούς προσφύγων, η οικογένεια μεταφέρθηκε σε διαμέρισμα στην Αθήνα.

Όταν ήρθαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ο στόχος ήταν να συνεχίσουν το ταξίδι τους και να ζητήσουν άσυλο σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

«Τότε όμως γνώρισα πολλούς Έλληνες στην Αθήνα και είδα πόσο καλά συμπεριφέρονταν στους πρόσφυγες», δήλωσε η Soraya.

Η θερμή υποδοχή των ντόπιων τής έδωσε ελπίδα. Θέλει να μάθει Ελληνικά και ίσως, εν αναμονή της διαδικασίας ασύλου, τελικά να μπορεί να κάνει την Ελλάδα σπίτι της.

Στην Αθήνα έχει γνωρίσει πολλές άλλες γυναίκες που διέφυγαν από τις χώρες τους και που επίσης αντιμετωπίζουν την ίδια σκληρή αβεβαιότητα, καθώς δε γνωρίζουν τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Μερικές από αυτές πηγαίνουν στο δίκτυο Μέλισσα, ένα κοινωνικό κέντρο μόνο για γυναίκες, όπου η Soraya έχει παρακολουθήσει γλωσσικά μαθήματα και έχει λάβει υποστήριξη για σχεδόν δύο χρόνια.

Μοιράζονται τις εμπειρίες τους κι αυτό τους βοηθά να ενδυναμωθούν, λέει η Soraya. Επιπλέον, ο τρόπος σκέψης της έχει αλλάξει σταδιακά τα τελευταία χρόνια, μας είπε. Κάτι άλλαξε μέσα της εκείνο το βράδυ στις τουρκικές ακτές. Η στάση της προς τους διακινητές την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι είχε φωνή που άξιζε να ακουστεί.

Τώρα θέλει κι άλλες γυναίκες να φτάσουν στην ίδια συνειδητοποίηση: ότι έχουν δικαιώματα να διεκδικήσουν και ότι όλες πρέπει να μπορούν να λένε τη γνώμη τους.

«Το όνειρό μου για μένα και για όλες τις γυναίκες είναι να έχουμε την ελευθερία να λαμβάνουμε μόνες μας αποφάσεις.»

Από το Μάρτιο του 2017, η Διεθνής Αμνηστία έχει μιλήσει σε περισσότερες από 100 γυναίκες και κορίτσια που έχουν εγκαταλείψει τις πατρίδες τους και ζουν σε καταυλισμούς και διαμερίσματα στα νησιά ή στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Η Soraya θέλει να διαμορφώσει ένα ασφαλές μέλλον για τον εαυτό της και την οικογένειά της. © Lene Christensen/Διεθνής Αμνηστία

Δείτε όλη την έκθεση με τίτλο: Θέλω να αποφασίσω για το μέλλον μου: Ξεριζωμένες γυναίκες στην Ελλάδα μιλούν ανοιχτά εδώ

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Βασιζόμαστε σε άτομα σαν εσένα. Δεν δεχόμαστε χρηματοδοτήσεις από κυβερνήσεις και διεθνείς διακρατικούς φορείς.