Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ ΝΑ ΘΥΣΙΑΣΤΕΙ ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΙΔΙΟΤΕΛΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις 29 Ιουλίου 2016, 14:59Εκτύπωση

Του Salil Shetty, Γενικού Γραμματέα της Διεθνούς Αμνηστίας

Ο κόσμος αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη ανθρωπιστική κρίση. Στην 65η επέτειο υπογραφής της Σύμβασης για τους Πρόσφυγες του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, 65 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν εκτοπισμένοι σε ολόκληρο τον κόσμο, ο υψηλότερος αριθμός που έχει σημειωθεί από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Περίπου το ένα τρίτο είναι πρόσφυγες. Τουλάχιστον οι μισοί εξ αυτών είναι παιδιά. Παρ’ όλα αυτά, η μοναδική προσπάθεια για την εξεύρεση μιας διεθνούς λύσης σ’ αυτό το εξαιρετικά επείγον πρόβλημα, προσκρούει σήμερα σε εμπόδια και καθυστερήσεις.

Στα τέλη του περασμένου χρόνου, ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) Μπαν Κι-Μουν ενεργοποίησε προτάσεις για μια παγκόσμια συμφωνία που θα άλλαζε άρδην τα έως τώρα δεδομένα και θα επιμέριζε δίκαια τις ευθύνες για την προστασία των προσφύγων σε όλες τις χώρες του παγκόσμιου χάρτη. Το πλάνο της συμφωνίας, ένα σχέδιο συντονισμένης, σε παγκόσμια κλίμακα, απάντησης στα μεγάλα προσφυγικά κύματα, θα έρθει αντιμέτωπο με κραυγαλέες ανισότητες – μία εξ αυτών το ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες φιλοξενούν το 86% του παγκόσμιου πληθυσμού προσφύγων, ενώ οι πλουσιότερες μπορεί να αναγνωρίζουν μεν τα δικαιώματα των προσφύγων, συχνά όμως μένουν μόνο στα λόγια. Στο τραπέζι τέθηκε μια καλύτερη, δικαιότερη λύση: οι πλουσιότερες χώρες να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί.

Όμως το πλάνο αυτό – ένα Παγκόσμιο Σύμφωνο Επιμερισμού της Ευθύνης για τους Πρόσφυγες – κρέμεται τώρα από μια κλωστή. Πριν από το τέλος Ιουλίου στη Νέα Υόρκη, τα κράτη μέλη του Ο.Η.Ε. θα έχουν την τελευταία ευκαιρία να διατυπώσουν τις προτάσεις τους, προτού αυτές οριστικοποιηθούν στη Σύνοδο Κορυφής του Σεπτεμβρίου. Μια μελέτη της Διεθνούς Αμνηστίας σχετικά με τις προτάσεις των κρατών μελών πριν την έναρξη των συνομιλιών, δείχνει ότι η ευκαιρία αποσόβησης της απειλής μιας παγκόσμιας καταστροφής, κινδυνεύει να εξανεμιστεί.

Με ορισμένα κράτη να επιδιώκουν τη χαλάρωση των όρων της συμφωνίας για την εξυπηρέτηση της πολιτικής τους ατζέντας, ενδέχεται να καταλήξουμε σε αβέβαια ημίμετρα που απλά θα ενισχύουν την υπάρχουσα κατάσταση ή επιπλέον θα αποδυναμώνουν τα ισχύοντα μέτρα προστασίας. Τα εθνικά και τοπικά συμφέροντα υπερισχύουν έναντι της αλληλεγγύης. Αντί να υπάρχει θάρρος, ενδέχεται να βρεθούμε με ένα υπερβολικό αριθμό προστατευτικών μέτρων. Το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι άλλο ένα καλοδιατυπωμένο κείμενο που θα νομιμοποιεί την αδράνεια, αντί μιας ρηξικέλευθης απόφασης˙ μία από τα ίδια δηλαδή. Σε αυτή την περίπτωση, οι ηγέτες μας δεν θα έχουν απογοητεύσει μόνο δεκάδες εκατομμύρια πρόσφυγες και εκτοπισμένους, αλλά και όλους μας.

Ποικίλοι είναι οι λόγοι για τον ελιγμό αυτό - από χώρες όπως η Αυστραλία, η Κίνα, η Αίγυπτος, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ινδία, η Ρωσία, το Πακιστάν και το Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ άλλων – και συνδέονται αποκλειστικά σχεδόν με τα ιδιαίτερα συμφέροντα του κάθε κράτους. Ορισμένα έχουν ανησυχήσει για τις επιπτώσεις της συμφωνίας σε θέματα εθνικής κυριαρχίας και εθνικών εκλογών. Κάποια αναπτυσσόμενα κράτη, οι οικονομίες των οποίων ευεργετούνται από τη μετανάστευση, θα ήθελαν το θέμα της μετανάστευσης να συμπεριληφθεί σε μια ευρύτερη συμφωνία, η οποία πιθανόν τώρα να καθυστερήσει το τελικό αποτέλεσμα μέχρι το 2018. Άλλα κράτη θέλουν να διασφαλίσουν τη συνέχιση των πολιτικών τους για την αναχαίτιση των προσφυγικών ροών, συμπεριλαμβανομένης της φυλάκισης παιδιών και οικογενειών, δίχως να υπόκεινται σε κανένα έλεγχο.

Τον περασμένο χρόνο, ο ΟΗΕ συμφώνησε σε «17 στόχους βελτίωσης του κόσμου μας», ένα πρόγραμμα βιώσιμης ανάπτυξης που δίνει την υπόσχεση «όλοι οι άνθρωποι να μπορούν να αξιοποιούν τις δυνατότητές τους με αξιοπρέπεια και ισότητα, σε ένα υγιές περιβάλλον». Αυτοί οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) υπόσχονται σε όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα να έχουν μια ευημερούσα και ικανοποιητική ζωή.

Ο Ο.Η.Ε. επέκτεινε τη συμφωνία με τη δέσμευσή του να σεβαστεί το πλαίσιο που κατοχυρώθηκε με τη Σύμβαση για τους Πρόσφυγες του 1951 - καθώς και ένα Πρωτόκολλο του 1967 που διεύρυνε το πεδίο δράσης του - ενώ παράλληλα εκπόνησε ένα νέο πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της μετανάστευσης μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων εκτός των συνόρων, τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον. Σε μία έκθεση που δημοσιεύτηκε το Μάιο, ο Ο.Η.Ε. παρουσίασε ένα μακροχρόνιο προγραμματικό πλαίσιο σε παγκόσμια κλίμακα που θα βοηθήσει μακροπρόθεσμα τους πρόσφυγες με «ασφαλή και οργανωμένο» τρόπο και σε «τακτική» βάση.

Ωστόσο, αντί μιας ιστορικής απόφασης, ενδέχεται τώρα να έχουμε μπροστά μας μια ιστορική αποτυχία. Μια συμβιβαστική συμφωνία που δεν θα επιτυγχάνει καθοριστικές λύσεις, απλά θα διαιωνίζει την άσκοπη ταλαιπωρία αυτών των ανθρώπων και θα εκθέτει σε κίνδυνο τις ζωές τους. Παράλληλα θα γίνει το σύμβολο της αλόγιστης σπατάλης των δυνατοτήτων του πολυάριθμου αυτού ανθρώπινου δυναμικού γυναικών, ανδρών και παιδιών. Τα εκατομμύρια των προσφύγων που μαραζώνουν – μερικές φορές και για δεκαετίες – σε χώρες με συχνά ανεπαρκείς υποδομές φιλοξενίας, δεν πρέπει να περιμένουν λεπτό πια.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει ετοιμάσει μια πρόταση 5 σημείων, βάσει της οποίας όλα τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν εξίσου την υποχρέωση φιλοξενίας και παροχής βοήθειας προς τους πρόσφυγες – λαμβάνοντας υπόψη το ΑΕΠ, τα ποσοστά ανεργίας της κάθε χώρας, καθώς και άλλα αντικειμενικά κριτήρια. Ένας τέτοιος επιμερισμός ευθύνης θα μπορούσε να σώσει εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια και το θάνατο από πνιγμό ή ασθένειες, προσφέροντας στους πρόσφυγες ρεαλιστικές, ασφαλείς και νόμιμες διόδους για να διαφύγουν από τον πόλεμο και τις διώξεις.

Αντί όμως να δεσμευτούν στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων, τα κράτη μέλη φάνηκαν ασυνεπή στην εφαρμογή της αρχικής πρότασης που είχε κατατεθεί νωρίτερα τον ίδιο χρόνο και καθυστέρησαν τις διαδικασίες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή της.

Η αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης είναι απολύτως εφικτή – η διεθνής κοινότητα έχει δείξει ότι μπορεί να ορθώσει το ανάστημά της σε πολύπλοκες παγκόσμιες προκλήσεις, όπως οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης και η κλιματική αλλαγή που συμφωνήθηκαν στο Παρίσι τον περασμένο Δεκέμβριο. Στην πραγματικότητα, η παγκόσμια προσφυγική κρίση είναι μια κρίση ηγεσίας – και όχι πόρων. Η διεθνής απάντηση στην προσφυγική κρίση της Ινδοκίνας στις δεκαετίες του 1970 και 1980 έδειξε τον τρόπο με τον οποίο η διεθνής κοινότητα, μέσω των Η.Ε., μπορεί να συνεργαστεί για τη φιλοξενία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Η απάντηση αυτή έδειξε ότι οι πλουσιότερες χώρες μπορούν να δουλέψουν μαζί για την ανάληψη της ευθύνης προστασίας των προσφύγων. 

Δεν έχει μείνει πολύς χρόνος στα κράτη μέλη του Ο.Η.Ε. για δράση. Θέλουν οι κυβερνήσεις μας να τις θυμόμαστε ως τη γενιά που έκλεισε τα μάτια της σ’ αυτή την ιστορική ευκαιρία προστασίας εκατομμυρίων προσφύγων; Ή ως τους ηγέτες που άδραξαν την ευκαιρία και άρχισαν να γράφουν ένα νέο γενναίο κεφάλαιο στην ιστορία της προστασίας προσφύγων;