ΠΑΚΙΣΤAΝ: ΑΝAΜΙΞΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΣΕ ΘΑΝAΤΟΥΣ ΑΜAΧΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2006, 00:00Εκτύπωση

ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
31 Ιανουαρίου 2006
Η Διεθνής Αμνηστία έστειλε σήμερα επιστολή στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους για να εκφράσει την ανησυχία της για τους θανάτους μεταξύ 13 και 18 ανθρώπων στις 13 Ιανουαρίου 2006, όταν εκτοξεύθηκαν πύραυλοι εναντίον τριών σπιτιών στη Νταμαντόλα, στην Διοίκηση Μπατζαούρ του Πακιστάν, μια φυλετική περιοχή υπό ομοσπονδιακή διοίκηση. Οι αναφορές δείχνουν ότι εκτοξεύθηκαν πύραυλοι τύπου Hellfire από μη επανδρωμένο τηλεχειριζόμενο αεροσκάφος τύπου Predator, το οποίο πιθανότατα χειριζόταν η CIA. Ο σκοπούμενος στόχος τους φαίνεται ότι ήταν ο Αϊμάν αλ-Ζαουάχρι, υψηλόβαθμο στέλεχος της αλ Κάιντα, ο οποίος αναφέρθηκε ότι δεν συγκαταλέγεται στους νεκρούς. Στην επιστολή της, η Διεθνής Αμνηστία δήλωσε την ανησυχία της για το ότι το μοτίβο των φόνων που έχουν διαπραχθεί με αυτά τα όπλα μοιάζει να αντικτοπτρίζει μια πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ που συναινεί σε εξωδικαστικές εκτελέσεις. Η Διεθνής Αμνηστία επανέλαβε στον Πρόεδρο των ΗΠΑ ότι οι εξωδικαστικές εκτελέσεις απαγορεύονται αυστηρά από το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οποιοσδήποτε κατηγορείται για ένα αδίκημα, οσοδήποτε σοβαρό, έχει το δικαίωμα να θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του και να διαπιστώνεται η ενοχή ή η αθωότητά του σε τακτικό δικαστήριο σε δίκαιη δίκη.

Το γεγονός ότι το Πακιστάν και οι ΗΠΑ συνεργάζονται στενά σε θέματα ασφαλείας και ότι οι ΗΠΑ πίστευαν ότι γνώριζαν τη θέση των υπόπτων, δείχνουν ότι ήταν ενδεχομένως δυνατόν να αποπειραθούν να συλλάβουν τους υπόπτους προκειμένου να τους προσαγάγουν σε δίκη. Η παράλειψη να αποπειραθούν μια τέτοια σύλληψη δείχνει μια πολιτική εξόντωσης υπόπτων και μια εσκεμμένη περιφρόνηση του καθήκοντος να διώκουν ποινικά με δίκαιη διαδικασία. Επιπλέον, το γεγονός ότι επί ημέρες πριν την επίθεση γινόταν εναέρια παρακολούθηση, την οποία αντιλήφθηκαν οι ντόπιοι, δείχνει ότι εκείνοι που διέταξαν την επίθεση με βάση αυτές τις πληροφορίες πιθανότατα γνώριζαν την παρουσία στην περιοχή της επίθεσης γυναικών και παιδιών και άλλων ανθρώπων που δεν συνδέονταν με πολιτική βία.

Οι αναφορές σχετικά με την ταυτότητα των θυμάτων παραμένουν συγκεχυμένες. Ενώ η Κυβέρνηση του Πακιστάν εξέφρασε τη λύπη της για τους θανάτους «18 αθώων ανθρώπων», ο επικεφαλής της διοίκησης του Μπατζαούρ είπε ότι είχαν σκοτωθεί μέχρι και πέντε αλλοδαποί μαχητές και τα πτώματά τους τα απομάκρυναν συνεργάτες τους. Στη συνέχεια, αξιωματούχοι ασφαλείας είπαν, όπως δημοσιεύθηκε στα πακιστανικά μέσα ενημέρωσης, ότι στους νεκρούς συγκαταλέγονταν ο Αμπντούρ Ρεχμάν αλ-Μαγρίμπι (ο Μαροκινός γαμπρός του Ζαουάχρι), ο Μιντάτ Μουρσί αλ-Σαγίντ Ομάρ (Αιγύπτιος ειδικός στα εκρηκτικά) και ο Αμπού Ομπάιντα αλ-Μάσρι (επικεφαλής των επιχειρήσεων της αλ Κάιντα στην επαρχία Κουνάρ του Αφγανιστάν). Καθώς δεν παρουσιάστηκαν άλλα πτώματα, παρά μόνο αμάχων θυμάτων, δεν είναι σαφές σε ποια βάση αναγνωρίστηκαν αυτοί οι θάνατοι. Πακιστανοί δημοσιογράφοι, που πήραν συνεντεύξεις από ντόπιους, είπαν ότι τα θύματα ήταν όλοι άμαχοι, από τους οποίους πέντε γυναίκες, πέντε παιδιά και οκτώ άνδρες, και ότι οι αναφορές για θανάτους μαχητών στην επίθεση αποσκοπούσαν να δικαιολογήσουν μια επίθεση που βασίστηκε σε ελλιπείς πληροφορίες. Το μέλος της Εθνοσυνέλευσης για το Μπατζαούρ, Χαρούν ουρ-Ρασίντ, που βρισκόταν στην περιοχή κατά τον χρόνο της επίθεσης, δήλωσε ότι γνώριζε προσωπικά όλα τα θύματα και διέψευσε κατηγορηματικά τις αναφορές για απομάκρυνση πτωμάτων μαχητών. Στις 22 Ιανουαρίου, ο Πρωθυπουργός Σαουκάτ Αζίζ δήλωσε ότι δεν υπήρχε «κανένα απτό υλικό στοιχείο» για θανάτους μαχητών στην επίθεση.

Το περιστατικό της 13ης Ιανουαρίου συνέβη λίγες μόλις ημέρες μετά την εκτόξευση πυραύλων από ελικόπτερο εναντίον της κατοικίας ενός τοπικού κληρικού στο Μιρανσάχ του Βόρειου Ουαζιριστάν του Πακιστάν, οι οποίοι αναφέρεται ότι σκότωσαν οκτώ ανθρώπους, περιλαμβανομένων δύο γυναικών και δύο παιδιών, και τραυμάτισαν εννέα συγγενείς τους. Το ελικόπτερο πιστεύεται ότι προήλθε από το Αφγανιστάν τη νύχτα της 7ης Ιανουαρίου. Τα μέσα ενημέρωσης του Πακιστάν ανέφεραν ότι Αμερικανοί στρατιώτες που επέβαιναν στο ελικόπτερο πήραν μαζί τους τουλάχιστον δύο μέλη της οικογένειας, που παραμένει άγνωστο πού βρίσκονται. Ντόπιοι ανέφεραν ότι μη επανδρωμένο τηλεχειριζόμενο αεροσκάφος των ΗΠΑ υπερίπτατο της περιοχής επί τουλάχιστον τρεις ημέρες πριν το περιστατικό.

Οι πακιστανικές αρχές έχουν στο παρελθόν αρνηθεί σταθερά οποιαδήποτε άμεση ανάμιξη προσωπικού των ΗΠΑ στη διεξαγωγή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», όπως έχουν αρνηθεί και την πραγματοποίηση επιθέσεων από αεροσκάφη των ΗΠΑ εναντίον προσώπων εντός του Πακιστάν, και έχουν απαγορεύσει στο προσωπικό των ΗΠΑ που σταθμεύει στο Αφγανιστάν να καταδιώκει άτομα εντός πακιστανικού εδάφους. Ο Πρωθυπουργός Σαουκάτ Αζίζ δήλωσε κατηγορηματικά ότι οι αρχές των ΗΠΑ δεν είχαν ενημερώσει την πακιστανική κυβέρνηση πριν την επίθεση της 13ης Ιανουαρίου.

Κάτοικοι των φυλετικών περιοχών έχουν εκφράσει την αμφιβολία τους ότι δυνάμεις των ΗΠΑ μπορεί να πραγματοποίησαν την επίθεση χωρίς τη γνώση και τη συμφωνία των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών. Την ίδια υποψία εξέφρασαν ορισμένα πακιστανικά και αμερικανικά μέσα ενημέρωσης. Για παράδειγμα, η Ουάσιγκτον Ποστ ανέφερε στις 14 Ιανουαρίου ότι «αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς πακιστανική ανάμιξη». Στις 18 Ιανουαρίου η ίδια εφημερίδα ανέφερε επίσης ότι επίσημη πηγή στο Πακιστάν είχε παραδεχτεί ότι αξιωματούχοι των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών γνώριζαν εκ των προτέρων την επίθεση και ότι στρατιωτική πηγή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν είχε επιβεβαιώσει τη συνεργασία ΗΠΑ-Πακιστάν σε αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένης της επίθεσης της 13ης Ιανουαρίου. Ντόπιοι, μεταξύ των οποίων ο κοινοβουλευτικός αντιπρόσωπος της περιοχής, μέλος της Εθνοσυνέλευσης Χαρούν ουρ-Ρασίντ, επισήμαναν επίσης αναφορικά με το τελευταίο περιστατικό ότι μη επανδρωμένα τηλεχειριζόμενα αεροσκάφη των ΗΠΑ περιφέρονταν στην περιοχή επί τουλάχιστον τρεις ημέρες πριν την επίθεση με τους πυραύλους. Παρόμοιες παρατηρήσεις έγιναν και αναφορικά με αρκετές από τις προηγούμενες επιθέσεις. Οι εισβολές αυτού του είδους στον πακιστανικό εναέριο χώρο θα υπέθετε κανείς ότι παρατηρήθηκαν από τις πακιστανικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν την υποχρέωση να διακριβώσουν και να εγκρίνουν την αποστολή τους ή να τους ζητήσουν να σταματήσουν. Πακιστανοί αξιωματούχοι έχουν αρνηθεί ότι πληροφορήθηκαν εκ των προτέρων τις επιθέσεις.

Αυτές οι αρνήσεις υπονομεύονται από τις επανειλημμένες επίσημες παραδοχές για τακτικές ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των δύο χωρών και από τις αναφορές ντόπιων παρατηρητών για επιτόπια παρουσία των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων στις φυλετικές περιοχές του Πακιστάν. Ντόπιες αναφορές σημειώνουν επίσης την παρουσία πρακτόρων των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια ορισμένων επιχειρήσεων εναντίον υπόπτων για τρομοκρατία.

Η κυβερνητική και στρατιωτική απαγόρευση των δημοσιογραφικών ερευνών σε αυτές τις περιοχές (βλ. παρακάτω) και η έλλειψη δημόσιας διαμαρτυρίας από την κυβέρνηση του Πακιστάν για προηγούμενες επιθέσεις των ΗΠΑ εντός του εδάφους του, αφήνουν αναπάντητα σημαντικά ερωτήματα για την πρότερη γνώση της πακιστανικής κυβέρνησης για την επίθεση της 13ης Ιανουαρίου και για τη συναίνεση ή την πιθανή συνενοχή της στην πραγματοποίησή της.

Οι πακιστανικές αρχές δεν διαμαρτυρήθηκαν δημοσίως όταν πύραυλοι των ΗΠΑ σκότωσαν τους εξής ανθρώπους:

- στις 17 Ιουνίου 2004, τον Νεκ Μουχάμαντ, φερόμενο ως συμπαθούντα την αλ Κάιντα, τρεις από τους στενούς συνεργάτες του στην φυλή και δύο ντόπια αγόρια στο χωριό Ντοκ στο Νότιο Ουαζιριστάν,

- στις 7 Μαΐου 2005, τον Χαϊθάμ αλ-Γεμένι, Λίβυο υπήκοο και φερόμενο ως ειδικό της αλ Κάιντα στα εκρηκτικά και έναν Πακιστανό, τον Σαμιούλα Χαν στο Τούριχελ της περιοχής Μιράλι στο Νότιο Ουαζιριστάν,

- στις 5 Νοεμβρίου 2005, τη σύζυγό και την κόρη του Αμπού Χαμζά Ραμπία, Αιγυπτίου υπηκόου που φέρεται ότι ήταν στέλεχος της αλ Κάιντα, καθώς και έξι άλλους σε μια κατοικία στο Βόρειο Ουαζιριστάν,

- την 1η Δεκεμβρίου 2005, τον Αμπού Χαμζά Ραμπία, φερόμενο ως στέλεχος της αλ Κάιντα, τους δύο Σύρους σωματοφύλακές του και δύο ντόπια παιδιά στο χωριό Χαϊσόρι, κοντά στο Μιράλι Μπαζάρ, στο Βόρειο Ουαζιριστάν.

Δημοσιογράφοι

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει επίσης την ανησυχία της για το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι που επιδιώκουν να διερευνήσουν αυτές τις επιθέσεις υποβάλλονται όλο και περισσότερο σε παρενοχλήσεις ή τίθενται υπό κράτηση λόγω των θεμιτών δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων τους στην περιοχή. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πιθανή «εξαφάνιση» δημοσιογράφου που πραγματοποιούσε ρεπορτάζ για τον φόνο του Αμπού Χαμζά Ραμπία. Οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί στους δημοσιογράφους στις φυλετικές περιοχές και η έλλειψη προστασίας για τους δημοσιογράφους που εργάζονται εκεί έχουν καταστήσει δυσχερέστατη την παρατήρηση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την υποστήριξη των θυμάτων στην αναζήτησή τους για δικαιοσύνη και επανόρθωση.

Δύο δημοσιογράφοι, ο Χαρούν Ρασίντ του κλάδου της γλώσσας ουρντού της Παγκόσμιας Υπηρεσίας του BBC, και ο Ίκμπαλ Χάτακ της εφημερίδας Daily Times που εδρεύει στην Πεσαουάρ, τέθηκαν υπό κράτηση επί δύο ώρες στις 14 Ιανουαρίου 2006 ενώ ήταν έτοιμοι να στείλουν τα ρεπορτάζ τους από το Χαρ, την κεντρική πόλη της Διοίκησης Μπατζαούρ. Νωρίτερα είχαν επισκεφθεί κατοικίες τις οποίες κατέστρεψαν οι πύραυλοι και είχαν καλύψει μια διαδήλωση στο Χαρ εναντίον των επιθέσεων των ΗΠΑ. Οι δύο δημοσιογράφοι μεταφέρθηκαν στο γραφείο της τοπικής διοίκησης της Διοίκησης Μπατζαούρ και διατάχθηκαν να παραδώσουν τα υλικά τους. Ο πολιτικός διοικητής τους είπε ότι τα μέσα ενημέρωσης εκμεταλλεύονται την τοπική κατάσταση και εργάζονται ενάντια στο εθνικός συμφέρον. Οι δύο άνδρες αφέθηκαν ελεύθεροι νωρίς το βράδυ. Οι αρχές την ίδια ημέρα κατέσχεσαν την κασέτα ενός εικονολήπτη που εργαζόταν για το αμερικανικό τηλεοπτικό ειδησεογραφικό πρακτορείο APTN, αφού κινηματογράφησε τις κατεστραμμένες κατοικίες. Όταν ο ανταποκριτής του BBC Χαρούν Ρασίντ επιδίωξε να επιστρέψει στην περιοχή στις 16 Ιανουαρίου για περαιτέρω ρεπορτάζ, σταμάτησαν το συνεργείο του στο σημείο εισόδου της Διοίκησης Μπατζαούρ. Υπάλληλοι στο σημείο εισόδου τους είπαν ότι υπήρχαν σαφείς εντολές ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί η είσοδος δημοσιογράφων στην περιοχή. Όταν επικοινώνησε ένας δημοσιογράφος με τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Πληροφόρησης στις 17 Ιανουαρίου, του είπαν να «μιλήσει με τον στρατό» για να ζητήσει πρόσβαση στην περιοχή.

Η Διεθνής Αμνηστία συνεχίζει να εκφράζει ανησυχία για την τύχη και το πού βρίσκεται ο δημοσιογράφος Χαγιατούλα Χαν της ημερήσιας εφημερίδας The Nation και της ημερήσιας εφημερίδας στη γλώσα ουρντού Ausaf, ο οποίος απήχθη στις 4 Δεκεμβρίου 2005 κοντά στο Μιράλι στο Βόρειο Ουαζιριστάν. Είχε εκφράσει φόβους ότι μπορεί να τον συλλάμβαναν οι μυστικές υπηρεσίες αφού φωτογράφισε θραύσματα με αμερικανικά στοιχεία, τα οποία οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού είπαν ότι είχαν βρει στα χαλάσματα ενός σπιτιού, όπου πιστεύεται ότι φονεύθηκε ο Αμπού Χαμζά Ραμπία την 1η Δεκεμβρίου. Αυτά τα φωτογραφικά αποδεικτικά στοιχεία αντέκρουαν την επίσημη εκδοχή, που έδωσαν Πακιστανοί αξιωματούχοι, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι το σπίτι ανατινάχθηκε όταν αναφλέχθηκαν κατά λάθος εκρηκτικά. Ντόπιοι δημοσιογράφοι πιστεύουν ότι η επίσημη εκδοχή ότι ο Χαγιατούλα Χαν απήχθη από ντόπιους Ταλιμπάν δεν ευσταθεί και ότι ενδεχομένως κρατείται από τις δυνάμεις ασφαλείας.