ΣΥΝΟΨΗ ΕΡΕΥΝΑΣ - Η ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ: ΜΟΤΙΒΑ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑΣ

Δημοσιεύθηκε στις 4 Ιουνίου 2026, 15:54Εκτύπωση

Η Ελλάδα έχει μακρά ιστορία στη διαμαρτυρία, από τα συλλαλητήρια κατά των μέτρων λιτότητας, τις κινητοποιήσεις των συνδικαλιστικών ενώσεων, τις φοιτητικές πορείες και τις διαδηλώσεις κατά της παράνομης χρήσης βίας από αστυνομικούς μέχρι τις μαζικές κινητοποιήσεις που ζητούν απόδοση δικαιοσύνης για τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη το 2023 και τις συγκεντρώσεις αλληλεγγύης για τις/τους Παλαιστίνιες/-ους. Παρά την παράδοση και τις επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις των ελληνικών αρχών ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι είναι εγγυημένο, η έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας αποκαλύπτει επίμονες και σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος στην ειρηνική συνάθροιση, τόσο στη νομοθεσία όσο και στην πράξη. Τα πορίσματα δείχνουν ένα ανησυχητικό μοτίβο τιμωρητικής αστυνόμευσης των διαμαρτυριών και καταχρηστικής χρήσης βίας που, όπως φαίνεται, επιδιώκει την τιμωρία της συμμετοχής και την αποτροπή των ανθρώπων από την άσκηση του δικαιώματός τους στην ειρηνική συνάθροιση, και όχι τον σεβασμό και τη διευκόλυνση αυτού του δικαιώματος.

Η παρούσα έρευνα υλοποιήθηκε σε χρονικό διάστημα δύο ετών και βασίζεται σε συνεντεύξεις με περισσότερα από εκατό άτομα, μεταξύ άλλων διαδηλώτριες/-ωτές, δικηγόρους και εργαζόμενες/-ους στον Τύπο. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν συζητήσεις με ακαδημαϊκούς εμπειρογνώμονες και εκπροσώπους ΜΚΟ, καθώς και συναντήσεις με τον Έλληνα Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλους υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους, τον Συνήγορο του Πολίτη και προσωπικό του γραφείου του. Επιπλέον, η έρευνα βασίζεται στην επαλήθευση και την ανάλυση βιντεοληπτικού υλικού και πλάνων που τραβήχτηκαν από το 2020 έως και το 2025, σε συμπεράσματα της Ομάδας Παρατήρησης Διαμαρτυριών της Διεθνούς Αμνηστίας και στην εξέταση συναφών εγγράφων και δικαστικών αποφάσεων.

Η ελληνική νομοθεσία που εγκρίθηκε το 2020 και ρυθμίζει τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις εξακολουθεί να εμπνέει ανησυχία καθώς δεν είναι ευθυγραμμισμένη με τις δεσμεύσεις της χώρας βάσει του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η νομοθεσία εισαγάγει ένα καθεστώς υποχρεωτικής γνωστοποίησης και συνδέει την παράλειψη γνωστοποίησης με τη δυνατότητα διάλυσης μιας συνάθροισης· μη επαρκώς βάσιμους λόγους απαγόρευσης συναθροίσεων που μπορούν αδικαιολόγητα να περιορίσουν το δικαίωμα στην ειρηνική συνάθροιση επειδή δίνουν ευρεία δυνατότητα στις αρχές να ανακοινώνουν και να επιβάλλουν απαγορεύσεις κατά την εκτίμησή τους· λόγους διάλυσης που μπορούν να οδηγούν σε μη αναγκαίες και δυσανάλογες παρεμβάσεις στο δικαίωμα στην ειρηνική συνάθροιση· και αδικαιολόγητους περιορισμούς για τις αντιδιαδηλώσεις. Όσον αφορά τη ρύθμιση των αυθόρμητων συναθροίσεων, η σχετική διάταξη αφήνει μεγάλο περιθώριο στις αρχές ως προς την άσκηση διακριτικής ευχέρειας, η οποία ενδέχεται να γίνεται αντικείμενο κατάχρησης. Ανησυχία προκαλεί επίσης άρθρο που προβλέπει ότι οι οργανωτές μιας συνάθροισης είναι υπεύθυνοι για την αποζημίωση όσων έχουν υποστεί βλάβη στη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα ή την ιδιοκτησία τους από συμμετέχοντες στη συνάθροιση. Ιδιαίτερο προβληματισμό δημιούργησε στην οργάνωση, τον Οκτώβριο του 2025, η θέσπιση από την Ελληνική Βουλή καθολικής απαγόρευσης διαμαρτυριών μπροστά από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, έναντι της πλατείας Συντάγματος, σε έναν χώρο συμβολικό, συνδεδεμένο με την έκφραση του δικαιώματος στην ειρηνική συνάθροιση.

Επίσης, η οργάνωση εξακολουθεί να προβληματίζεται σε σχέση με το Εθνικό σχέδιο του 2020 για τη διαχείριση των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων (τις κατευθυντήριες γραμμές του 2020 για την αστυνόμευση των διαδηλώσεων), το οποίο επιτρέπει τη χρήση βίας σε ευρύ φάσμα καταστάσεων κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, αλλά δεν παρέχει καμία πληροφορία σχετικά με το όριο κινδύνου με γνώμονα το οποίο χρησιμοποιούνται τα διαφορετικά μέσα, οι μέθοδοι και τα όπλα. Ακόμη, προκύπτει ότι ενώ φαίνεται να υπάρχουν λεπτομερείς κανονισμοί για την αποκλιμάκωση, αυτοί δεν είναι δημοσιευμένοι, γεγονός που δυσχεραίνει την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους προς τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ως εκ τούτου παρεμποδίζεται η αποτελεσματική λογοδοσία της αστυνομίας ως προς τη διαχείριση των συναθροίσεων. Το ίδιο ισχύει με τους επιχειρησιακούς κανονισμούς σχετικά με τη χρήση λιγότερο θανατηφόρων όπλων, όπως οι χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, που είναι εμπιστευτικοί.

Η έκθεση τεκμηριώνει ακόμη πώς οι έλεγχοι εξακρίβωσης στοιχείων χρησιμοποιούνται ως μέσο καταστολής ειρηνικών διαμαρτυριών και δυνητικά επίσης ως μέσο τιμωρίας της συμμετοχής και αποτροπής των διαδηλωτριών/-ωτών από τη συμμετοχή τους σε ειρηνικές συναθροίσεις. Οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν, μεταξύ άλλων ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η αστυνομία αναφέρει ως «προληπτικές» για λόγους εξακρίβωσης στοιχείων τις προσαγωγές σε αστυνομικά τμήματα, αλλά και τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της αστυνομίας, υποδηλώνουν ότι οι προσαγωγές για εξακρίβωση στοιχείων χρησιμοποιούνται από την αστυνομία ως μέσο αποτροπής συχνά μεγάλου αριθμού διαδηλωτριών/-ωτών από την άσκηση του δικαιώματός τους στην ειρηνική συνάθροιση.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει τεκμηριώσει περιπτώσεις όπου διαδηλώτριες/-ωτές και άλλα άτομα έχουν προσαχθεί σε αστυνομικά τμήματα πριν την έναρξη, κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση διαδηλώσεων χωρίς εύλογη υποψία εγκληματικής δραστηριότητας και παρά την κατοχή εγγράφων ταυτότητας ή την επίδειξη διαπιστευτηρίων από δικηγόρους ή δημοσιογράφους όταν τους ζητείται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απλή κατοχή μάσκας για δακρυγόνα/άλλης προστατευτικής μάσκας αντιμετωπίστηκε ως βάση υποψίας, απουσία οποιασδήποτε άλλης περίστασης ενδεικτικής μιας εγκληματικής δραστηριότητας. Οι περιπτώσεις που τεκμηριώθηκαν περιλαμβάνουν επίσης έναν δημοσιογράφο και μια δικηγόρο που επιτελούσαν το νόμιμο και ουσιαστικό έργο τους. Για αρκετές/-ούς από τις/τους ερωτώμενες/-ους στη συνέντευξη που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς τη διαμαρτυρία, η ενέργεια των αστυνομικών να προβούν σε αυθαίρετη κράτησή τους σε αστυνομικό τμήμα επί άσκοπα μεγάλο χρονικό διάστημα (ή απλώς και μόνο η κράτησή τους) είχε ως επακόλουθο να τις/τους εμποδίσει από τη συμμετοχή τους στη διαδήλωση.

Οι υποθέσεις που τεκμηριώθηκαν καταδεικνύουν ακόμη πώς οι ελληνικές αρχές δεν έχουν καταφέρει να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους και να διασφαλίσουν τις απαραίτητες εγγυήσεις κατά τις επιχειρήσεις εξακρίβωσης στοιχείων και σωματικής έρευνας, καθώς και κατά την κράτηση διαδηλωτριών/-ωτών και άλλων ατόμων που προσήχθησαν για λόγους εξακρίβωσης στοιχείων. Οι ερωτώμενες/-οι περιέγραψαν μη αναγκαία και, ενίοτε, εξευτελιστική σωματική έρευνα· μη εγγύηση του δικαιώματος για ενημέρωση τρίτου ατόμου στον έξω κόσμο· παράνομη χρήση βίας κατά την προσαγωγή και/ή την κράτηση· άρνηση παροχής ιατρικής βοήθειας· παράλειψη παροχής τροφής και νερού· και ανεπαρκείς συνθήκες κράτησης. Ιδιαίτερη ανησυχία εγείρει η νομιμότητα των σωματικών ερευνών που διενεργούνται στο πλαίσιο της εξακρίβωσης στοιχείων και η συμβατότητά τους με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επίσης, δικηγόροι ανέφεραν ότι διαδηλώτριες/-ωτές που υποβλήθηκαν σε εξακρίβωση στοιχείων στερήθηκαν της δυνατότητας πρόσβασης σε νομική υποστήριξη και της ελευθερίας τους.

Η έκθεση αναλύει σειρά περιστατικών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια δεκαπέντε διαδηλώσεων, κατά την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2024 έως και τον Δεκέμβριο του 2025. Οι μαρτυρίες που δόθηκαν και τα βίντεο που επαλήθευσε και ανέλυσε η Διεθνής Αμνηστία υποδεικνύουν ότι αξιωματούχοι επιβολής του νόμου επανειλημμένα έκαναν χρήση μη αναγκαίας ή υπέρμετρης βίας κατά ατόμων που ήταν ειρηνικά ή δεν συνιστούσαν καμία προφανή απειλή. Σε πολλές από τις τεκμηριωμένες διαδηλώσεις, σημειώθηκαν συγκρούσεις ποικίλης κλίμακας ανάμεσα σε αστυνομικούς και σε ομάδες ατόμων. Ωστόσο, στην συντριπτική πλειονότητά τους, οι συμμετέχουσες/-οντες ήταν ειρηνικές/-οί. Δεκαεπτά ερωτώμενες/-οι, μεταξύ άλλων εργαζόμενες/-οι στον Τύπο, ανέφεραν ότι υπέστησαν τραυματισμούς από απώλεια ακοής, εγκαύματα, τραυματισμούς στο κεφάλι, στη γνάθο, στον αυχένα και στα άκρα μέχρι και επιδείνωση υφιστάμενων προβλημάτων υγείας, κάποια άτομα δε εμφάνισαν αναπνευστικά προβλήματα εξαιτίας των χημικών. Ακόμη, ορισμένα άτομα ανέφεραν ότι βίωναν μόνιμες βλάβες στην ψυχική τους υγεία ως αποτέλεσμα και επιπλέον των τραυματισμών στο σώμα τους.

Η έκθεση τεκμηριώνει την επικίνδυνη χρήση χειροβομβίδων κρότου-λάμψης από την αστυνομία και οι υποθέσεις που παρουσιάζονται καταδεικνύουν ότι οι χειροβομβίδες κρότου-λάμψης μπορούν να προκαλέσουν σημαντικούς τραυματισμούς στους ανθρώπους. Πολλές/-οί από τις ερωτώμενες/-ους περιέγραψαν επανειλημμένα ότι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν με επικίνδυνο τρόπο χειροβομβίδες κρότου-λάμψης κατά ειρηνικών διαδηλωτριών/-ωτών, σε ευθεία βολή προς τα άτομα, πάνω από τα κεφάλια ή στα πόδια τους και/ή σε πυκνό πλήθος. Επαληθευμένο εικονοληπτικό υλικό δείχνει επίσης, μεταξύ άλλων, τη χρήση χειροβομβίδων κρότου-λάμψης χωρίς προειδοποίηση κατά ανθρώπων που ήταν ειρηνικοί· χειροβομβίδες κρότου-λάμψης που έσκασαν εν μέσω πυκνού, ειρηνικού πλήθους· και έναν αστυνομικό των ΜΑΤ να πετά χειροβομβίδα κρότου-λάμψης προς την κατεύθυνση ενός φωτορεπόρτερ. Σε περιπτώσεις όπου διαδηλώτριες/-ωτές και εργαζόμενες/-οι στον Τύπο έχουν υποστεί τραυματισμούς που έχουν αλλάξει τη ζωή τους ή σοβαρούς τραυματισμούς από χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, οι δράστες έχουν μείνει ατιμώρητοι ή τα θύματα αναμένουν ακόμη την έκβαση των ερευνών. Εν τω μεταξύ, το σκεπτικό ορισμένων δικαστικών αποφάσεων κινδυνεύει να νομιμοποιήσει την παράνομη βία και θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη ρίψη χειροβομβίδων κρότου-λάμψης κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, παραβλέποντας αβασάνιστα το καθήκον της αστυνομίας για ελαχιστοποίηση της βλάβης. Η Διεθνής Αμνηστία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι χειροβομβίδες κρότου-λάμψης δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιούνται στην αστυνόμευση συναθροίσεων λόγω των ιδιαίτερα επιβλαβών και αποπροσανατολιστικών επιπτώσεών τους.

Επίσης, μέλη της ελληνικής αστυνομίας χρησιμοποίησαν κλομπ και προέβησαν σε άλλους είδους χτυπήματα και κλωτσιές με τρόπους παράνομους, επικίνδυνους και τιμωρητικούς. Οι μαρτυρίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που ανέλυσε η Διεθνής Αμνηστία καταδεικνύουν ότι η ελληνική αστυνομία χρησιμοποίησε παράνομη βία και προέβη στις λεγόμενες «εφόδους με κλομπ», όπου αστυνομικοί τρέχουν στο κατόπι ανθρώπων και χτυπούν όποιον βρίσκεται στον δρόμο τους· επίσης, αστυνομικοί έκαναν χρήση κλομπ εναντίον ατόμων που είχαν ήδη τεθεί υπό έλεγχο. Αρκετές/-οί διαδηλώτριες/-ωτές και ένας εργαζόμενος στον Τύπο που ερωτήθηκαν από τη Διεθνή Αμνηστία υπέστησαν τραυματισμούς στο κεφάλι και άλλους τραυματισμούς ως αποτέλεσμα της χρήσης κλομπ εναντίον τους από την αστυνομία. Οι μαρτυρίες που δόθηκαν στη Διεθνή Αμνηστία και τα επαληθευμένα βίντεο καταδεικνύουν επίσης περιπτώσεις κακής χρήσης χημικών από αστυνομικούς· ορισμένες μαρτυρίες και βίντεο καταδεικνύουν επίσης περιπτώσεις όπου η αστυνομία έκανε παράνομη χρήση κανονιών νερού για να διαλύσει διαδηλώτριες/-ωτές που δεν φαίνονταν να συνιστούν απειλή. Οι ερωτώμενες/-οι εξέφρασαν αρκετές φορές την ανησυχία τους σχετικά με την επικίνδυνη και παράνομη χρήση βίας ιδίως από τις δυνάμεις δίκυκλης αστυνόμευσης. Με βάση τις συνεντεύξεις με διαδηλώτριες/-ωτές, δικηγόρους και κατόπιν εξέτασης σχετικού εικονοληπτικού υλικού για τα εν λόγω γεγονότα, η έκθεση επίσης παρουσιάζει υποθέσεις παράνομης χρήσης βίας από την αστυνομία κατά διαδηλωτριών/-ωτών κατά τη σύλληψή τους παρότι είναι ξεκάθαρο ότι δεν αντιστάθηκαν ούτε συνιστούσαν απειλή. Η Διεθνής Αμνηστία έχει ακόμη γίνει αποδέκτης καταγγελιών σύμφωνα με τις οποίες ορισμένες/-οι διαδηλώτριες/-ωτές δέχθηκαν μεταχείριση που ισοδυναμεί με βασανιστήριο ή άλλης μορφής κακομεταχείριση ενώ βρίσκονταν υπό κράτηση.

Η έκθεση παρουσιάζει περιπτώσεις ειρηνικών διαδηλωτριών/-ωτών που ποινικοποιήθηκαν απλώς και μόνο επειδή άσκησαν το δικαίωμά τους στην ειρηνική συνάθροιση. Υπογραμμίζει την υπόθεση δύο ακτιβιστριών της Διεθνούς Αμνηστίας που συνελήφθησαν μετά τη διάλυση διαδήλωσης στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 2022 και τις λεπτομερείς μαρτυρίες τους ότι βίωσαν μη αναγκαία και καταχρηστική βία κατά τη σύλληψή τους. Διαδηλώτριες/-ωτές έχουν επίσης ποινικοποιηθεί για φερόμενη συμμετοχή τους σε απαγορευμένες διαμαρτυρίες ή για πράξεις πολιτικής ανυπακοής μεταξύ άλλων για μια συμβολική ενέργεια κατά της καθολικής απαγόρευσης των διαμαρτυριών μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Σε μία από τις τεκμηριωμένες υποθέσεις που σχετίζονται με αντιπολεμική διαδήλωση τον Φεβρουάριο του 2024 στην Αθήνα, οι διαδηλώτριες/-ωτές απαλλάχθηκαν ομόφωνα από όλες τις κατηγορίες.

Οι ανησυχίες για μια μακροχρόνια κουλτούρα ατιμωρησίας στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αξιωματούχους επιβολής του νόμου κατά την αστυνόμευση των διαδηλώσεων εξακολουθούν να υφίστανται. Όσον αφορά τις παραβιάσεις στο πλαίσιο διαμαρτυριών, η Διεθνής Αμνηστία γνωρίζει λίγες μόνο περιπτώσεις όπου οι δράστες παράνομης χρήσης βίας κατά την αστυνόμευση διαδηλώσεων έχουν λογοδοτήσει ενώπιον της δικαιοσύνης σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη. Σε λίγες περιπτώσεις, τραυματισμένες/-οι διαδηλώτριες/-ωτές και εργαζόμενες/-οι στον Τύπο μπόρεσαν να λάβουν αποζημιώσεις, ωστόσο δεν πέτυχαν απαραιτήτως την απόδοση δικαιοσύνης. Τα πορίσματα του Εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας (Ε.ΜΗ.ΔΙ.Π.Α.) και η έρευνα από εμπειρογνώμονες και ΜΚΟ υπογραμμίζουν τις αδυναμίες στις πειθαρχικές έρευνες και τον πολύ μικρό αριθμό αστυνομικών που λογοδοτούν σε πειθαρχικές και ποινικές διαδικασίες σε υποθέσεις που αφορούν καταγγελίες περί παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από μέλη των σωμάτων ασφαλείας. Ένας τομέας διαρκούς ανησυχίας είναι οι συνεχιζόμενες παραλείψεις σε μια πολύ σημαντική πτυχή της λογοδοσίας. Η Διεθνής Αμνηστία έχει παρατηρήσει περιπτώσεις όπου αστυνομικοί των δυνάμεων αποκατάστασης της δημόσιας τάξης δεν έφεραν τα διακριτικά τους ή περιπτώσεις όπου οι αριθμοί ήταν γραμμένοι με μαύρο μαρκαδόρο και μουτζουρωμένοι και/ή πολύ μικροί και επομένως όχι σαφώς ορατοί όπως θα έπρεπε. Η έκθεση παρουσιάζει ακόμη την ανάγκη ενίσχυσης του Ε.ΜΗ.ΔΙ.Π.Α. δεδομένου ότι είναι υποστελεχωμένος και δεν διαθέτει επαρκείς πόρους ώστε να διενεργεί περισσότερες δικές του έρευνες και τέλος «δεν διαθέτει εξουσία εξαναγκασμού δράσης και μπορεί μόνο να κάνει συστάσεις προς την αστυνομία».

Η Διεθνής Αμνηστία διατυπώνει σειρά από συστάσεις προς τις ελληνικές αρχές ώστε να διασφαλίζουν την προστασία και να διευκολύνουν το δικαίωμα στην ειρηνική συνάθροιση, μεταξύ άλλων: την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη νομοθεσία που ρυθμίζει τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις ώστε να προστατεύει, να σέβεται και να διευκολύνει πλήρως το δικαίωμα στην ειρηνική συνάθροιση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων· τη συμμόρφωση με την υποχρέωση να αποτρέπει, να εξαλείφει και να τιμωρεί πράξεις βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης· και την κατάργηση της διάταξης που θεσπίζει καθολική απαγόρευση στην πραγματοποίηση διαμαρτυριών στον χώρο του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη, έναντι της πλατείας Συντάγματος.

Όσον αφορά τις πρακτικές αστυνόμευσης των διαδηλώσεων, η οργάνωση καλεί τις ελληνικές αρχές:
•    να εξασφαλίζουν μεταξύ άλλων ότι η αστυνομία ακολουθεί μια προσέγγιση διευκόλυνσης προς τις συναθροίσεις, συμπεριλαμβανομένων των αντιδιαδηλώσεων, μέσω υποστηρικτικών μέτρων και μεγαλύτερου βαθμού ανοχής
•    να τερματίσουν την πρακτική στέρησης της ελευθερίας από ειρηνικές/-ούς διαδηλώτριες/-ωτές για λόγους εξακρίβωσης στοιχείων χωρίς εύλογη υποψία εγκληματικής συμπεριφοράς
•    να απαγορεύσουν τη ρίψη δακρυγόνων κατά ατόμων
•    και να απαγορεύσουν τη χρήση χειροβομβίδων κρότου-λάμψης κατά την αστυνόμευση δημόσιων συναθροίσεων.

Οι ελληνικές αρχές πρέπει επίσης να αποφεύγουν την ποινικοποίηση πράξεων που παραβιάζουν έναν εγχώριο νόμο ο οποίος αντίκειται στο διεθνές δίκαιο και στα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων· και να διασφαλίζουν ότι η ευθύνη για τυχόν φερόμενα αδικήματα βασίζεται σε ατομική υπαιτιότητα και υποστηρίζεται από πειστικά και αδιάσειστα στοιχεία, και όχι από την απλή παρουσία σε μια διαμαρτυρία.

Δεδομένου ότι η λογοδοσία είναι το κλειδί για να σταματήσει ο κύκλος της ατιμωρησίας για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την αστυνόμευση των διαδηλώσεων, η έκθεση διατυπώνει σειρά συναφών συστάσεων προς τις ελληνικές αρχές, μεταξύ άλλων: να διασφαλίζουν ότι όλα τα μέλη των δυνάμεων αποκατάστασης της δημόσιας τάξης φέρουν ορατά διακριτικά, με ποινές σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης· να τροποποιήσουν τη σχετική νομοθεσία ώστε να εξασφαλιστεί ότι ο Ε.ΜΗ.ΔΙ.Π.Α. διαθέτει την εξουσία, μεταξύ άλλων, να προβαίνει σε δεσμευτικές συστάσεις για τη δίωξη, τις πειθαρχικές κυρώσεις, τις αποζημιώσεις ή την επανεξέταση πολιτικών· και να διασφαλίζουν ότι παρέχουν στον Μηχανισμό επαρκή χρηματοδότηση και πόρους.

Τέλος, η έκθεση καλεί τις ελληνικές αρχές να λάβουν συγκεκριμένα και άμεσα μέτρα ώστε να συμμορφωθούν με και να εφαρμόσουν τις συστάσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ που περιλαμβάνονται στις καταληκτικές παρατηρήσεις της για την Ελλάδα το 2024 αναφορικά με το δικαίωμα στην ειρηνική συνάθροιση και να εφαρμόσουν τις δεσμευτικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε σειρά υποθέσεων που αφορούν κακομεταχείριση από αξιωματούχους επιβολής του νόμου και την έλλειψη αποτελεσματικών ερευνών στο θέμα αυτό.

Οι χειροβομβίδες κρότου λάμψης προκαλούν μόνιμες βλάβες και δεν έχουν καμία θέση στον έλεγχο πλήθους. Απαίτησε την απαγόρευση τους στην αστυνόμευση των διαδηλώσεων στην Ελλάδα. Υπόγραψε την έκκληση εδώ.

Μπορείτε να διαβάσετε το δελτίο τύπου εδώ.

Μπορείτε να διαβάσετε την έρευνα στα αγγλικά εδώ.

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Υπερασπίσου τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στήριξε την ανεξαρτησία του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.