ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΑΡΑΧΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΒΙAΣΕΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜAΤΩΝ ΟΙ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΟ ΙΡAΝ

Δημοσιεύθηκε στις 5 Ιουνίου 2009, 00:00Εκτύπωση

Δελτίο Τύπου
5 Ιουνίου 2009
Οι προεδρικές εκλογές στο Ιράν, στις 12 Ιουνίου, θα διεξαχθούν με φόντο τις διακρίσεις, την επιδεινούμενη καταστολή της διαφορετικής άποψης και τις βίαιες ταραχές.

Κατά την προεκλογική περίοδο της δέκατης προεδρικής εκλογής, από την οποία έχουν αποκλειστεί οι γυναικείες υποψηφιότητες, η χώρα έγινε μάρτυρας αυθαίρετων συλλήψεων και παρενοχλήσεων ακτιβιστών και μελών μειονοτικών κοινοτήτων, λογοκρισίας, ένοπλων επιθέσεων και βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας.

Η Διεθνής Αμνηστία καλωσόρισε τις δεσμεύσεις που έκαναν στις εκστρατείες τους κάποιοι από τους υποψηφίους  ότι θα αντιμετωπίσουν το ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών και των προβλημάτων των εθνικών μειονοτήτων και των φτωχών. «Οι συνεχείς προσπάθειες των ακτιβιστριών για τα δικαιώματα των γυναικών κατάφεραν να θέσουν το ζήτημα στην προεκλογική συζήτηση, μερικές φορές με κόστος την ίδια τους την ελευθερία», δήλωσε η Χασίμπα Χατζ Σαχράουι, Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Προγράμματος Έρευνας και Δράσης της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. «Όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να εισακούσουν τις εκκλήσεις τους για ισότητα και να θέσουν ως προτεραιότητα τον τερματισμό κάθε διάκρισης».

Ένα άλλο ζήτημα που απαιτεί επείγουσα δράση από τον νέο Πρόεδρο είναι η εκτέλεση ανηλίκων για εγκλήματα που διέπραξαν όσο ήταν ακόμη παιδιά. «Τουλάχιστον 139 ανήλικοι βρίσκονται στις πτέρυγες των θανατοποινιτών στο Ιράν», επισήμανε η Χασίμπα Χατζ Σαχράουι. «Η κατακραυγή μετά την εκτέλεση της νεαρής ζωγράφου Ντελάρα Νταραμπί, οι συζητήσεις στη χώρα και οι πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών για τον τερματισμό αυτής της αποτρόπαιης πρακτικής πρέπει να βρουν αντίκρισμα σε  αποφασιστικές ενέργειες από τον νέο πρόεδρο».

Η οργάνωση έχει εκφράσει την ανησυχία της για τη μεροληπτική διαδικασία επιλογής των υποψηφίων, η οποία περιλαμβάνει τον έλεγχο όλων των υποψηφίων από το Συμβούλιο Θεματοφυλάκων για «τη διασφάλιση της καταλληλότητας τους για την Προεδρία».

Σε δημόσια δήλωσή της στις 15 Μαΐου, η Διεθνής Αμνηστία κάλεσε το Συμβούλιο να διασφαλίσει ότι κανένας υποψήφιος δεν αποκλείστηκε μόνο και μόνογια λόγους φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, κοινωνικής καταγωγής ή πολιτικής ή άλλης γνώμης του και ότι καμία από τις 42 γυναίκες που έθεσαν υποψηφιότητα δεν αποκλείστηκε μόνο και μόνο λόγω του φύλου της. Ωστόσο αποκλείστηκαν όλοι οι υποψήφιοι εκτός τέσσερις,συμπεριλαμβανομένων όλων των γυναικών.

Οι τέσσερις εναπομείναντες υποψήφιοι είναι: ο εν ενεργεία Πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάτ, ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής Μεχντί Καρουμπί, ο πρώην Διοικητής των Φρουρών της Επανάστασης και νυν Γραμματέας του Συμβουλίου Σκοπιμότητας Μοχσέν Ρεζάι, και ο Μιρ Χοσεΐν Μαραβί, ο οποίος διετέλεσε Πρωθυπουργός του Ιράν κατά τη διάρκεια του περσοϊρακινού πολέμου τη δεκαετία του '80.

Οι Ιρανοί αντιμετώπισαν λογοκρισία κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας: οι αρχές εμπόδισαν την πρόσβαση στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης Facebook και για λίγο στο Twitter στις 23 Μαΐου. Οι υποψήφιοι και οι υποστηρικτές τους, αντίπαλοι του εν ενεργεία προέδρου Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, χρησιμοποιούσαν τις ιστοσελίδες για να διανέμουν πληροφορίες ως μέρος της προεκλογικής εκστρατείας τους. Κατάπληκτες από την κατακραυγή, οι αρχές αποκατέστησαν την πρόσβαση στο Facebook τρεις ημέρες μετά.

Η εκστρατεία του Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί –μέλους της αζέρικης μειονότητας– συγκέντρωσε κατηγορίες για ρατσισμό μετά τη δημοσίευση ενός βίντεο στο YouTube στις 14 Μαΐου, στο οποίο ο πρώην Πρόεδρος Μοχάμαντ Καταμί (ο οποίος στηρίζει τον κ. Μουσαβί) έκανε υποτιμητικά σχόλια για τους Ιρανούς Αζέρους. Ο κ. Καταμί αργότερα δήλωσε ότι το βίντεο είναι πλαστό. Στις μέρες που ακολούθησαν τη δημοσίευση του βίντεο, εκατοντάδες Αζέροι ακτιβιστές διοργάνωσαν συγκεντρώσεις και προέβησαν σε διαμαρτυρίες, απαιτώντας δημόσια συγνώμη από τον κ. Καταμί. Μερικοί από αυτούς συνελήφθησαν και κρατούνται χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο.

Κατά την προεκλογική περίοδο, η Διεθνής Αμνηστία έλαβε επίσης αναφορές που μιλούν για αυξημένα κύματα αυθαίρετων συλλήψεων και παρενοχλήσεων, ιδίως με στόχο μέλη θρησκευτικών και εθνοτικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των Μπαχάι και των προσήλυτων σε άλλες θρησκείες από το Ισλάμ, φοιτητές, συνδικαλιστές και ακτιβίστριες των δικαιωμάτων των γυναικών.

Ο Έμάντ Μπαχαβάρ, του απαγορευμένου Κινήματος Ελευθερίας του Ιράν, ο οποίος υποστήριζε ενεργά την εκλογή του Μιρ Χοσεΐν Μοσαβί, τέθηκε υπό κράτηση στις 27 Μαΐου με την υποψία  της «διασποράς προπαγάνδας κατά του συστήματος».

Υπήρξαν αναφορές ότι ο κ. Μπαχαβάρ, 31 ετών, συνελήφθη με ένταλμα που εκδόθηκε από το Επαναστατικό Δικαστήριο. Προσωπικό της Ασφάλειας έκανε έρευνα στην κατοικία του κ. Μπαχαβάρ και κατασχέθηκαν διάφορα προσωπικά του αντικείμενα, όπως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής του. Σύμφωνα με αναφορές, ο κ. Μπαχαβάρ αφέθηκε ελεύθερος την Τρίτη.

Άλλες περιπτώσεις αυθαίρετης σύλληψης περιλαμβάνουν τη σύλληψη στις 19 Απριλίου του Μεχντί Μοταμεντί Μερ, μέλους της Επιτροπής για την Υπεράσπιση της Ελεύθερης, Υγειούς, και Δίκαιης Εκλογικής Αναμέτρησης και μέλους του Κινήματος για την Ελευθερία.

Πριν τη σύλληψή του είχε κληθεί από αξιωματούχο του Υπουργείου Πληροφοριών και του δηλώθηκε ότι η δημοσίευση από την Επιτροπή μιας δήλωσης με τον τίτλο «ΙΟ θεσμός της κοινωνίας των πολιτών ως εκλογικός παρατηρητής: Εγγύηση προς την κατεύθυνση ελεύθερων, υγιών και δίκαιων εκλογών» από την Επιτροπή θα ήταν πράξη ενάντια στην εθνική ασφάλεια.
.
Η δήλωση δημοσιεύθηκε παρ' όλα αυτά και ο ίδιος συνελήφθη. Του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για «δράση κατά της κρατικής ασφάλειας». Στις 29 Απριλίου, δυνάμεις ασφαλείας εμπόδισαν άλλα μέλη της Επιτροπής να πραγματοποιήσουν συνάντηση το Νομικό Ινστιτούτο Ραάντ, το οποίο ανήκει στον Μοχάμαντ Αλί Νταντκά, εξέχοντα δικηγόρο και μέλος του Ανώτατου Εποπτικού Συμβουλίου του Κέντρου Υπερασπιστών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (CHRD). Τo CHRD, που έχει ως επικεφαλή την τιμημένη με Νόμπελ Ειρήνης Σιρίν Εμπαντί, έκλεισε διά της βίας τον Δεκέμβριο του 2008 και έκτοτε δεν έχει επιτραπεί η επαναλειτουργία του.

Τουλάχιστον δύο φοιτητές του Πανεπιστημίου Αμίρ Καμπίρ παρέμεναν υπό κράτηση χωρίς δίκη από το Υπουργείο Πληροφοριών στον Τομέα 209 της Φυλακής Εβίν στην Τεχεράνη μετά τη σύλληψή τους τον Φεβρουάριο του 2009. Άλλοι φοιτητές, που συνελήφθησαν μαζί τους και αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι, δήλωσαν ότι υπέστησαν βασανιστήρια κατά την κράτησή τους. Στις 28 Απριλίου 2009 δικαστής του Επαναστατικού Δικαστηρίου δήλωσε ότι σε οκτώ φοιτητές, μεταξύ των οποίων εκείνοι που εξακολουθούν να κρατούνται, απαγγέλθηκαν κατηγορίες για συνεργασία με την Λαϊκή Οργάνωση των Μουτζαχεντίν του Ιράν, μιας αντικυβερνητικής ομάδας με έδρα στην εξορία. Πρόσθεσε ότι σκόπευαν να πραγματοποιήσουν ορισμένες δραστηριότητες στο πανεπιστήμιο κατά τις επερχόμενες εκλογές.

Η Τζελβέ Τζαβαέρι είναι η μοναδική γυναίκα μεταξύ των 20 ανθρώπων που εξακολουθούν να κρατούνται αφότου συνελήφθησαν την 1η Μαΐου 2009. Είναι μέλος της Εκστρατείας Ενός Εκατομμυρίου Υπογραφών (γνωστής και ως Εκστρατεία για την Ισότητα), η οποία συγκεντρώνει υπογραφές σε μια έκκληση που αξιώνει ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες

Οι περισσότεροι –συμπεριλαμβανομένου και του δημοσιογράφου Καβέ Μοζαφάρι, συζύγου της Τζελβέ Τζαβαέρι– συνελήφθησαν στο  Πάρκο Λαλέ στην  Τεχεράνη, όπου συμμετείχαν σε εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς, όμως η ίδια η Τζελβέ Τζαβαέρι συνελήφθη στο σπίτι της χωρίς ένταλμα σύλληψης, όταν αξιωματούχοι της κρατικής ασφάλειας ήρθαν συνοδεύοντας τον σύζυγό της για να ερευνήσουν το σπίτι τους. Αργότερα της απαγγέλθηκαν κατηγορίες για «δράση ενάντια στην εθνική ασφάλεια μέσω της συμμετοχής της στην Εκστρατεία Ενός Εκατομμυρίου Υπογραφών και με στόχο τη διατάραξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας».

«Με τη φυλάκιση ανθρώπων απλώς και μόνο επειδή εξέφρασαν διαφορετικές απόψεις, οι ιρανικές αρχές καταπνίγουν την ελεύθερη συζήτηση, η οποία είναι αναγκαία προϋπόθεση των εκλογών», δήλωσε η Χασίμπα Χατζ Σαχράουι. «Οι πολίτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφράζουν ελεύθερα τα παράπονα και τις απαιτήσεις τους έτσι ώστε να μπορούν οι υποψήφιοι να αντιδράσουν σε αυτά».

«Όλα τα άτομα και οι ομάδες πρέπει να επιτρέπεται να ασκούν ειρηνικά τα δικαιώματά τους στην ελευθερία της έκφρασης, της συνάθροισης και του συνεταιρισμού, μεταξύ άλλων με τρόπους που διαφωνούν με την κρατική πολιτική και πρακτική, κατά την προεκλογική περίοδο των προεδρικών εκλογών».

Κατά την προεκλογική περίοδο, οι βίαιες ταραχές εντάθηκαν στην επαρχία Σιστάν-Μπαλουχιστάν στο νοτιοανατολικό Ιράν. Ένα μέλος της ένοπλης ομάδας των Βαλούχων, Κίνημα Λαϊκής Αντίστασης του Ιράν (PRMI), πραγματοποίησε βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας σε μουσουλμανικό τέμενος στην πρωτεύουσα Ζαχεντάν της επαρχίας στις 28 Μαΐου. Αναφέρθηκε ότι σκοτώθηκαν μέχρι και 25 άνθρωποι και δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν. Το PRMI δήλωσε ότι η επίθεση έγινε ως αντίποινα για την εκτέλεση διαφόρων Σουνιτών κληρικών τα τελευταία χρόνια.

«Η βομβιστική επίθεση στο μουσουλμανικό τέμενος αποτελεί πλήρη περιφρόνηση  των αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, το οποίο το PRMI έχει δεσμευτεί να τηρεί. Καταδικάζουμε ανεπιφύλακτα την ενέργεια αυτή», δήλωσε η Χασίμπα Χατζ Σαχράουι.

Λιγότερο από 48 ώρες μετά τη βομβιστική επίθεση, τρεις άνδρες απαγχονίστηκαν δημόσια κοντά στο σημείο της επίθεσης εν μέσω ισχυρισμών ότι ευθύνονταν για αυτές. Αργότερα διευκρινίστηκε ότι οι τρεις άνδρες βρισκόταν υπό κράτηση κατά την ώρα της βομβιστικής επίθεσης, αλλά ότι είχαν «ομολογήσει» ότι είχαν παράσχει τα εκρηκτικά που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτήν. Κατόπιν ξέσπασαν νέες ταραχές με μέχρι και δέκα ανθρώπους νεκρούς και δεκάδες συλληφθέντες.

Η μειονότητα των Βαλούχων του Ιράν υφίσταται διακρίσεις από τις κρατικές αρχές, οι οποίες οδηγούν σε κατάφωρες παραβιάσεις των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων τους. Κατοικούν κυρίως στις επαρχίες Σιστάν-Μπαλουχιστάν και Κερμάν και πιστεύεται ότι συνιστούν μεταξύ ένα και τρία τοις εκατό του πληθυσμού της χώρας, που ανέρχεται στα 70 εκατομμύρια περίπου. Είναι κυρίως Σουνίτες Μουσουλμάνοι, ενώ η πλειονότητα του πληθυσμού του Ιράν αποτελείται από Σιίτες Μουσουλμάνους.