ΑΣΤΥΝΟΜΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ: ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΙΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Δημοσιεύθηκε στις 23 Ιουλίου 2020, 11:07Εκτύπωση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις 11 Μαρτίου 2020, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κήρυξε το ξέσπασμα του κορονοϊού ως παγκόσμια πανδημία και κάλεσε τα κράτη να λάβουν έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπισή της. Εδώ και πάνω από τρεις μήνες, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν υιοθετήσει μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας και των αυξανόμενων πιέσεων στα δημόσια συστήματα υγείας τους. Αυτά τα μέτρα, τα οποία αναφέρονται στην παρούσα ενημέρωση ως μέτρα «καραντίνας», περιόρισαν τα ανθρώπινα δικαιώματα και ιδίως τα δικαιώματα στην ελεύθερη κυκλοφορία και στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης. Παρόλο που ορισμένα από αυτά τα μέτρα έχουν χαλαρώσει σε πολλές χώρες, σε αρκετές εξακολουθούν να ισχύουν πολλοί περιορισμοί. Για παράδειγμα, όταν αυτή η έκθεση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα μέσα Ιουνίου, η Γαλλία παρέμενε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης για λόγους υγείας.

Αυτή η έκθεση υπογραμμίζει τις συστημικές ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα σχετικά με τον θεσμικό ρατσισμό, τις διακρίσεις στην επιβολή του νόμου και την έλλειψη ευθύνης σχετικά με τους ισχυρισμούς για παράνομη χρήση βίας από αξιωματικούς. Ο θάνατος του George Floyd στις 25 Μαΐου 2020 κατά τη διάρκεια αστυνομικής σύλληψης στη Μινεάπολη (ΗΠΑ), προκάλεσε διαμαρτυρίες σε όλο τον κόσμο και υπογράμμισε τη διάχυτη προκατειλημμένη αστυνόμευση και  την ατιμωρησία που επικρατεί και στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 2019, 37 άτομα φέρεται να πέθαναν υπό κράτηση ή μετά από επαφή με την αστυνομία στην Αγγλία και την Ουαλία (Ηνωμένο Βασίλειο), αυξάνοντας τον αριθμό εκείνων που είχαν πεθάνει σε τέτοιες συνθήκες στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 1990 στους 1.743[1]. Στη Γαλλία, 23 άνθρωποι αναφέρθηκαν να έχουν πεθάνει υπό κράτηση ή μετά από επαφή με την αστυνομία το 2019.[2] Στη Γερμανία, τουλάχιστον 159 άτομα έχουν πεθάνει υπό αστυνομική κράτηση από το 1990[3], για φυλετικούς λόγους[4].

Σε πολλές περιπτώσεις, οι οικογένειες και οι φίλοι εκείνων που έχουν πεθάνει υπό αστυνομική κράτηση δεν έχουν λάβει δικαιοσύνη για την απώλεια των αγαπημένων τους. Για παράδειγμα, ο Adama Traoré, ένας νεαρός μαύρος, πέθανε υπό κράτηση της αστυνομίας στη Γαλλία τον Ιούλιο του 2016 έπειτα από σύλληψη κατά την οποία τρεις αστυνομικοί τον καθήλωσαν στο έδαφος. Η οικογένειά του ακόμη περιμένει μια διεξοδική και αμερόληπτη έρευνα των αιτιών του θανάτου του. Σε μια νέα ανεξάρτητη έρευνα εμπειρογνώμονες γιατροί πιστοποίησαν ότι ο Adama Traoré πέθανε από ασφυξία, αντικρούοντας τα αντίθετα συμπεράσματα προηγούμενης έρευνας. Οι δικαστές πρόκειται να καλέσουν δύο βασικούς μάρτυρες για ακρόαση τον Ιούλιο του 2020.

Δυστυχώς, από τις αρχές Ιουνίου 2020, έχουν αναφερθεί και άλλες περιπτώσεις παράνομης χρήσης βίας εναντίον διαδηλωτών στο πλαίσιο της αστυνόμευσης των διαδηλώσεων με το σύνθημα «Black Lives Matter» που διοργανώθηκαν μετά τον θάνατο του George Floyd σε όλη την Ευρώπη, όπως για παράδειγμα αυτών στο Ηνωμένο Βασίλειο[5] ή το Βέλγιο[6].

Η επιβολή μέτρων καραντίνας έχει αυξήσει τις υπάρχουσες ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην περιοχή. Το 2019, ένα χρόνο πριν από την πανδημία κορονοϊού, η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε παραβιάσεις των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων των Ρομά και των νομαδικών πληθυσμών σε 18 από τις 35 ευρωπαϊκές χώρες[7]. Την ίδια χρονιά, η Διεθνής Αμνηστία εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με την ατιμωρησία για την παράνομη χρήση βίας από αστυνομικούς σε 13 από τις 35 χώρες. Η εφαρμογή των μέτρων καραντίνας για την καταπολέμηση της πανδημίας αποκάλυψε τις υπάρχουσες διαρθρωτικές ανισότητες και διακρίσεις που βασίζονται στην εθνικότητα, τη φυλή, το μεταναστευτικό καθεστώς και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιβολή μέτρων καραντίνας οδήγησε σε περαιτέρω περιθωριοποίηση, στιγματισμό και βία. Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί ότι η εφαρμογή ορισμένων από αυτά τα μέτρα είχε δυσανάλογο αντίκτυπο σε άτομα ή ομάδες συγκεκριμένων, που βιώνουν στερεότυπα, διακρίσεις και βία λόγω φυλής, εθνικότητας, θρησκείας ή / και μετανάστευσης. Η επιβολή ορισμένων μέτρων καραντίνας, ιδίως εκείνων που έχουν περιορίσει το δικαίωμα στην ελεύθερη κυκλοφορία, έχει επίσης επιπτώσεις στους ανθρώπους που είναι άστεγοι/ες, καθώς σε δεκάδες από τους οποίους επιβλήθηκαν πρόστιμα από αστυνομικούς επειδή δεν συμμορφώθηκαν με τα μέτρα καραντίνας και τους  περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει τεκμηριώσει αρκετές περιπτώσεις στις οποίες αστυνομικοί κατέφυγαν στην παράνομη χρήση βίας για να επιβάλουν μέτρα καραντίνας σε άτομα που δεν αντιστάθηκαν ούτε αποτέλεσαν σημαντική απειλή. Αυτά τα περιστατικά συμβαίνουν συχνά στο πλαίσιο των ελέγχων εξακρίβωσης στοιχείων της αστυνομίας. Πράγματι, τα υπάρχοντα δεδομένα σχετικά με τους αστυνομικούς ελέγχους, τις έρευνες και την ταυτοποίηση υποδηλώνουν ότι η επιβολή αυτών των εξουσιών έχει δυσανάλογο αντίκτυπο σε συγκεκριμένες φυλετικές ομάδες. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, μία από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που συλλέγουν αναλυτικά δεδομένα σχετικά με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου, η Μητροπολιτική Αστυνομία κατέγραψε αύξηση 22% στους ελέγχους και τις έρευνες στο Λονδίνο μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου 2020, την περίοδο κατά την οποία οι αρχές εισήγαγαν έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των μαύρων που ελέγχθηκαν αυξήθηκε σημαντικά∙ τον Μάρτιο του 2020, 7.2 στους 1.000 μαύρους τους σταμάτησε η αστυνομία για έλεγχο, με τον αριθμό αυτό να αυξάνεται τον Απρίλιο σε 9,3 στους 1.000[8].

Στη Γαλλία, ο αριθμός των αστυνομικών ελέγχων στο Seine-Saint-Denis (περιοχή του Παρισιού), μια γειτονιά εργατικής τάξης με υψηλό ποσοστό μαύρων κατοίκων και με καταγωγή από την Βόρεια Αφρική, ήταν πάνω από διπλάσιος του εθνικού μέσου όρου και ο αριθμός των προστίμων τρεις φορές υψηλότερος από την υπόλοιπη χώρα[9]. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, ο σεβασμός στα μέτρα καραντίνας στο Seine-Saint-Denis ήταν συγκριτικά ο ίδιος με άλλα τμήματα της Γαλλίας, συνεπώς ο υψηλός αριθμός προστίμων και οι ταυτοποιήσεις δείχνουν ότι η περιοχή αστυνομεύονταν με δυσανάλογο τρόπο σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας[10].

Οι Ρομά που ζουν σε άτυπους οικισμούς, οι πρόσφυγες, οι αιτούντες/ούσες άσυλο και οι μετανάστες/ριες που ζουν σε καταυλισμούς, έχουν επίσης βιώσει δυσανάλογη και μεροληπτική εφαρμογή μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού. Αντί να τους διασφαλίζεται επαρκής πρόσβαση στο νερό, σε εγκαταστάσεις υγιεινής και εναλλακτική επιλογή διαμονής που είναι απαραίτητη για να μπορέσουν να συμμορφωθούν με τα προτεινόμενα μέτρα καραντίνας, οι αρχές σε ορισμένες χώρες επέβαλαν υποχρεωτικές καραντίνες σε ολόκληρους καταυλισμούς.

Στους άτυπους οικισμούς και τους προσφυγικούς καταυλισμούς σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Γαλλία και η Σλοβακία, έχει ασκηθεί έντονη αστυνόμευση, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της στρατιωτικής παρουσίας και τ υποχρεωτικών εξετάσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, η Διεθνής Αμνηστία έλαβε πληροφορίες σχετικά με την παράνομη χρήση βίας από αστυνομικούς εναντίον των διαμενόντων/ουσών.

Πολλές φορές, πρόδρομος για αυτά τα μέτρα ήταν ο προκατειλημμένος και προκλητικός λόγος από μέλη της κυβέρνησης. Για παράδειγμα, στο κόμμα Βουλγαρικό Εθνικό Κίνημα (VMRO), ένας μικρότερος εταίρος της βουλγαρικής κυβέρνησης συνεργασίας, χαρακτήρισε τους Ρομά ως συλλογική απειλή για τον γενικό πληθυσμό που πρέπει να «ελεγχθεί και να περιοριστεί»[11]. Ο υπουργός Εσωτερικών της χώρας, Mladen Marinov, απείλησε με περαιτέρω περιοριστικά μέτρα «για την προστασία του γενικού πληθυσμού» εάν οι Ρομά δεν συμμορφώνονταν με τα αυστηρά μέτρα τήρησης της καραντίνας.

Η χρήση αναγκαστικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας στην Ευρώπη είχε δυσανάλογο αντίκτυπο σε συγκεκριμένες φυλετικές ομάδες που υποβάλλονταν σε διακρίσεις λόγω της ταυτότητας τους και σε παράνομη χρήση βίας ακόμη και πριν από την πανδημία. Οι πιεστικές προσεγγίσεις έρχονται σε αντίθεση με τις βέλτιστες πρακτικές της δημόσιας υγείας που βασίζονται σε στοιχεία και συχνά στοχεύουν σε μειονεκτούσες κοινότητες οι οποίες είναι περιθωριοποιημένες, φτωχές ή κινδυνεύουν να υποστούν διακρίσεις, οδηγώντας έτσι σε στιγματισμό, φόβο και ανατροπή της εμπιστοσύνης στις αρχές. Αντιθέτως, μια αποτελεσματική απάντηση σε μια υγειονομική κρίση θα έπρεπε να βασίζεται στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να δίνει έμφαση στην ενδυνάμωση και την εμπλοκή της κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών που χτίζουν την εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη.

Εάν κριθούν απαραίτητες, οι κυρώσεις πρέπει να είναι η έσχατη λύση αφού όλες οι άλλες εναλλακτικές λύσεις αποδειχθούν ανεπιτυχείς ή εάν καταστεί σαφές ότι ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα. Υπό αυτήν την έννοια, τα κράτη πρέπει να εφαρμόσουν λιγότερο περιοριστικά μέτρα για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης μιας αρκετά ισχυρής εκστρατείας ενημέρωσης για το κοινό σχετικά με το γιατί είναι σημαντικό να συμμορφωθεί με τους περιορισμούς. Εάν δεν υπάρχουν άλλα μέτρα και τα κράτη βασίζονται μόνο στην επιβολή κυρώσεων, το κριτήριο της αναγκαιότητας δεν πληρείται καθώς, στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόστηκαν λιγότερο παρεμβατικά μέσα για την επίτευξη του ίδιου στόχου.

Λαμβάνοντας υπόψη τις συστημικές ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα σχετικά με τις δυνάμεις επιβολής του νόμου στην Ευρώπη καθώς και την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων για τη δημόσια υγεία, η ανάθεση πρόσθετων εξουσιών στην αστυνομία και η εστίαση στην αναγκαστική εφαρμογή μέτρων καραντίνας θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο ως έσχατη λύση. Τα κράτη πρέπει να αποφεύγουν την επιβολή των μέτρων μέσω της χρήσης ποινικών κυρώσεων. Δεδομένων των αυξημένων κινδύνων μετάδοσης του κορονοϊού σε φυλακές και σε άλλους χώρους κράτησης, η επιβολή ποινών φυλάκισης είναι πιθανό να επιδεινώσει τα προβλήματα δημόσιας υγείας που προκαλούνται από την πανδημία και να μην πληροί τα κριτήρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Ανησυχίες για θεσμικό ρατσισμό και έλλειψη λογοδοσίας στην Ευρώπη

Για σχεδόν δύο δεκαετίες, η Διεθνής Αμνηστία έχει καταγράψει εκτεταμένες διακρίσεις εις βάρος φυλετικών ομάδων στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της αποτυχίας προστασίας των ανθρώπων από τη βία που βασίζεται στις διακρίσεις[12]. Εκτός από τα εγκλήματα μίσους και τις διακρίσεις από μη κρατικούς φορείς, υπάρχει σημαντική ανησυχία σχετικά με τις αστυνομικές πρακτικές, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με τον θεσμικό ρατσισμό στην Ευρώπη. Αυτή η αστυνομική πρακτική μπορεί να επηρεάσει την παροχή υπηρεσιών της «όχι μόνο μέσα από εσκεμμένες ενέργειες μικρού αριθμού προκατειλημμένων ατόμων, αλλά μέσω μιας πιο συστηματικής τάσης που θα μπορούσε ασυνείδητα να επηρεάσει την αστυνόμευση γενικότερα »[13]. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν φυλετικό «φακέλωμα», στοχοποιημένη αστυνόμευση και αποτυχία διερεύνησης των περιπτώσεων εκείνων που υπέστησαν διακρίσεις βίας από την αστυνομία καθώς και την παροχή αποκατάστασης[14].

Το 2019 και το 2020, ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επανέλαβε τις ανησυχίες των προηγούμενων ετών σχετικά με το εθνοτικό ή φυλετικό «φακέλωμα» που βασίζεται στις διακρίσεις, και εφαρμόζεται στο Βέλγιο, τη Γερμανία, τη Φινλανδία, την Ολλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο[15]. Το 2019, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) έκρινε ότι η ρουμανική αστυνομία κακομεταχειρίστηκε τους Ρομά κατά τη διάρκεια μιας επιδρομής το 2011, διαπιστώνοντας για πρώτη φορά ότι οι αρχές όχι μόνο απέτυχαν να ερευνήσουν την κατάχρηση εξουσίας, αλλά και ότι αυτή η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν προκατειλημμένη[16]. Το δικαστήριο ανακάλυψε ότι «οι κοινότητες των Ρομά στη Ρουμανία[17] συχνά αντιμετωπίζουν θεσμικό ρατσισμό και είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στην υπερβολική χρήση βίας από τις αρχές επιβολής του νόμου». Το δικαστήριο υποστήριξε το συμπέρασμά του ότι «οι γενικές αναφορές για μεροληπτικές συμπεριφορές που βασίζονται σε φυλετικά στερεότυπα κατά των Ρομά, που παρουσίασε το τρίτο κόμμα [Ευρωπαϊκό Κέντρο Δικαιωμάτων των Ρομά],  ξεπερνούν μια απλή έκφραση ανησυχίας σχετικά με τις εθνικές διακρίσεις στη Ρουμανία […]. Δείχνουν συγκεκριμένα ότι οι αποφάσεις για την οργάνωση της αστυνομικής επιδρομής και τη χρήση βίας ελήφθησαν για λόγους που βασίστηκαν στην εθνική καταγωγή των αιτούντων[18].» Παρόμοιες περιπτώσεις αστυνομικών επιδρομών που στοχεύουν σε οικισμούς ή γειτονιές Ρομά αναφέρθηκαν επίσης στην Ιταλία και τη Σλοβακία[19].

Το 2011, η Διεθνής Αμνηστία εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με την έλλειψη λογοδοσίας για τους θανάτους κατά τη διάρκεια κράτησης πέντε ατόμων στη Γαλλία: των Ali Ziri, Mohammed Boukrourou, Lamine Dieng, Abou Bakari Tandia και Abdelhakim Ajimi[20]. Σε μία μόνο από αυτές τις περιπτώσεις (2012) τρεις αστυνομικοί τέθηκαν σε αναστολή, η οποία αργότερα επιβεβαιώθηκε κατόπιν έφεσης[21]. Σε δύο από τις υποθέσεις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) επιβεβαίωσε παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). Στις 16 Νοεμβρίου 2017, το ΕΔΑΔ διαπίστωσε ότι η μεταχείριση που υπέστη ο Mohammed Boukrourou από τους αστυνομικούς παραβίασε την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης και τιμωρίας[22]. Επιπλέον, στις 21 Ιουνίου 2018, το ΕΔΑΔ αποφάσισε στην υπόθεση Semache κατά Γαλλίας, ότι η Γαλλία παραβίασε το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2 της ΕΣΔΑ) του Ali Ziri, ο οποίος πέθανε στις 10 Ιουνίου 2009 αφού συνελήφθη την προηγούμενη ημέρα. Όταν η έκθεση δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2020, η υπόθεση που αφορούσε τον θάνατο του Lamine Dieng, ο οποίος πέθανε το 2007 αφού είχε ακινητοποιηθεί από τέσσερις αστυνομικούς που τον κράτησαν κάτω, από τους ώμους, το στήθος και τα πόδια του, εκκρεμούσε ενώπιον του ΕΔΑΔ.

ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

O «Θεσμικός ρατσισμός» έχει οριστεί ως οργανωτικές δομές, πολιτικές, διαδικασίες και πρακτικές που έχουν ως αποτέλεσμα την αθέμιτη και λιγότερο ισότιμη μεταχείριση των εθνοτικών μειονοτήτων, συχνά χωρίς πρόθεση ή γνώση.

(Macpherson Report, 1999: 6.30)[23]

Κύριες συστάσεις

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα που τέθηκαν σε αυτή την ενημέρωση, η Διεθνής Αμνηστία καλεί τα ευρωπαϊκά κράτη να:

  • Αποφεύγουν την αναγκαστική επιβολή μέτρων καραντίνας και την παραχώρηση πρόσθετων εξουσιών στους αστυνομικούς για την επιβολή των μέτρων. Η αναγκαστική επιβολή μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας θα πρέπει να θεωρείται μόνο ως η έσχατη λύση. Τα κράτη θα πρέπει ιδίως να αποφεύγουν τη χρήση ποινικών κυρώσεων για την επιβολή των μέτρων όπως και την επιβολή ποινών φυλάκισης για την παράβαση τους.
  • Απαγορεύσουν ρητά τις διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων των προκατειλημμένων ελέγχων ταυτοποίησης στοιχείων από την αστυνομία και τη θέσπιση νόμων κατά των διακρίσεων, καθώς και να διασφαλίσει επαρκείς μηχανισμούς για την εφαρμογή της απαγόρευσης, συμπεριλαμβανομένου ενός συστήματος πειθαρχικών μέτρων για αστυνομικούς που την παραβιάζουν.
  • Θεσπίσουν μηχανισμούς λογοδοσίας για την εξασφάλιση έγκαιρης, αμερόληπτης και διεξοδικής διερεύνησης καταγγελιών για παράνομη χρήση βίας από την αστυνομία.
  • Σταματήσουν τις εξαναγκαστικές και προκατειλημμένες καραντίνες στους οικισμούς των Ρομά.
  • Ελέγξουν τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν για μη συμμόρφωση με τα μέτρα καραντίνας, να ακυρώσουν όλα τα πρόστιμα σε άτομα που δεν μπόρεσαν να συμμορφωθούν με τα μέτρα λόγω της κοινωνικοοικονομικής τους κατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που είναι άστεγοι/ες.

 ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2020, η Διεθνής Αμνηστία παρακολούθησε την εφαρμογή μέτρων που έλαβαν τα ευρωπαϊκά κράτη για την προστασία της δημόσιας υγείας και την καταπολέμηση της πανδημίας του κορονοϊού. Οι ερευνητές και τα εθνικά γραφεία της Διεθνούς Αμνηστίας πραγματοποίησαν παρακολούθηση των μέσων ενημέρωσης και επικοινωνήσαν με ΜΚΟ σε ολόκληρη την περιοχή.

 Δεδομένων των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία, οι ερευνητές της Διεθνούς Αμνηστίας δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν επιτόπιες αποστολές για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων καραντίνας. Ωστόσο, οι ερευνητές πραγματοποίησαν 31 τηλεφωνικές συνεντεύξεις με άτομα που επηρεάστηκαν από στοχευμένα μέτρα, επιζώντες/ούσες από παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικηγόρους, ΜΚΟ και τοπικές αρχές. Η Διεθνής Αμνηστία μοιράστηκε τις ανησυχίες που διατυπώθηκαν σε αυτήν την έκθεση με όλες τις κυβερνήσεις των χωρών που καλύπτονται σε σημαντικά κεφάλαια (Βέλγιο, Κύπρος, Γαλλία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιταλία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία και Ισπανία). Οι ανησυχίες σχετικά με τα μέτρα που στοχεύουν τους οικισμούς Ρομά στη Σλοβακία και τη Βουλγαρία κοινοποιήθηκαν επίσης στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή[24].

Η καταγραφή βίντεο που δημοσιεύτηκε στα μέσα ενημέρωσης και ήταν διαθέσιμη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτήν την έρευνα, επαληθεύτηκε από το εργαστήριο τεκμηρίωσης της Διεθνούς Αμνηστίας, το οποίο ανέλυσε τις πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία και την τοποθεσία 34 βίντεο με περιπτώσεις στις οποίες αστυνομικοί φέρεται να καταφεύγουν σε παράνομη χρήση βίας.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει ανησυχίες σχετικά με μέτρα που στοχεύουν σε φυλετικές κοινότητες και άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες, καθώς και ανησυχίες σχετικά με την παράνομη χρήση βίας και τον αντίκτυπο των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του κορονοϊού σε 12 ευρωπαϊκές χώρες: Βέλγιο, Βουλγαρία, Κύπρος, Γαλλία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιταλία, Ρουμανία Σερβία, Σλοβακία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο.

1. Επιβεβλημένος περιορισμός των Ρομά και των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνηση

Τα κράτη σε ολόκληρη την περιοχή έχουν υιοθετήσει μέτρα που περιθωριοποιούν περαιτέρω τις ομάδες που αντιμετώπιζαν ήδη διακρίσεις και βία πολύ πριν από την πανδημία του κορονοϊού. Αυτές οι ομάδες περιλαμβάνουν κατοίκους οικισμών Ρομά και άτομα που κινούνται (μετανάστες/ριες, πρόσφυγες και αιτούντες/ούσες άσυλο) που ζουν σε καταυλισμούς.

Μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 2020, η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε περιπτώσεις στρατιωτικοποιημένων καραντινών σε δέκα οικισμούς Ρομά στη Βουλγαρία και τη Σλοβακία[25], καθώς και υποχρεωτικές καραντίνες σε κοινόχρηστα καταλύματα και καταυλισμούς για μετανάστες/ριες, αιτούντες/ούσες άσυλο και πρόσφυγες στην Κύπρο, την Ελλάδα και τη Σερβία. Οι αναφορές των μέσων ενημέρωσης δείχνουν ότι στη Γερμανία ένας καταυλισμός για αιτούντες/ούσες άσυλο και ένα συγκρότημα κατοικιών που στεγάζουν άτομα διαφορετικών εθνοτήτων τοποθετήθηκαν επίσης σε υποχρεωτική καραντίνα, δημιουργώντας ανησυχίες ότι τα άτομα αυτά στοχοποιούνται συγκεκριμένα από αυτά τα μέτρα[26].

Σε γενικές γραμμές, ο δυσανάλογος περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας που στοχεύει επιλεκτικά σε ομάδες εθνοτικών μειονοτήτων ή πρόσφυγες, αιτούντες/ούσες άσυλο και μετανάστες/ριες, χωρίς αποδείξεις ότι αποτελούν αντικειμενική απειλή για τη δημόσια υγεία ή ασφάλεια, επιβάλλει περιττή και δυσανάλογη επιβάρυνση σε αυτήν την ομάδα και ισοδυναμεί με διακρίσεις[27].

Στη βόρεια Γαλλία, οι αρχές εφάρμοσαν μέτρα για να αποτρέψουν τους μετανάστες/ριες, τους αιτούντες/ούσες άσυλο και τους πρόσφυγες από τη δημιουργία ανεπίσημων καταυλισμών, συμπεριλαμβανομένης της βίαιης εκδίωξης ατόμων που ζουν σε καταυλισμούς και της σκόπιμης παρεμπόδισης επαρκούς πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες όπως νερό και εγκαταστάσεις υγιεινής.

Η πανδημία του κορονοϊού υπογράμμισε τις υπάρχουσες ανισότητες και διακρίσεις στην Ευρώπη που βασίζονται στη φυλή, την εθνικότητα, και άλλα προστατευμένα χαρακτηριστικά. Σε αρκετές από τις περιπτώσεις που επισημαίνονται σε αυτό το κεφάλαιο, οι αρχές επιχείρησαν να δικαιολογήσουν τα καταναγκαστικά μέτρα που χρησιμοποιήθηκαν υποστηρίζοντας ότι τα άτομα δεν συμμορφώνονταν με τα μέτρα καραντίνας. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για τους ανθρώπους, ιδίως εκείνους που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις καραντίνας ελλείψει των απαραίτητων πόρων και άλλης υποστήριξης. Ως αποτέλεσμα, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να παραβιάσουν τους κανόνες καραντίνας προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζην για τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους, γεγονός που τους εκθέτει σε στοχευμένα μέτρα ή / και περαιτέρω κακοποίηση[28].

Οι πολιτικές που στοχεύουν περιθωριοποιημένες ομάδες που αντιμετωπίζουν φυλετικές διακρίσεις, όπως οι Ρομά, άλλες εθνοτικές μειονότητες και μετανάστες/ριες, πρόσφυγες και αιτούντες/ούσες άσυλο, συχνά συνοδεύονται από διακρίσεις από πολιτικούς και αστυνομικούς. Για παράδειγμα, στις 13 Μαΐου 2020, δύο εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα κάλεσαν τη βουλγαρική κυβέρνηση να σταματήσει να χρησιμοποιεί ρητορική μίσους και φυλετικές διακρίσεις κατά της μειονότητας των Ρομά στην απάντησή της στον κορονοϊό και να σταματήσει τις αστυνομικές επιχειρήσεις που στοχεύουν γειτονιές Ρομά κατά τη διάρκεια της πανδημίας[29].

1.1 Βουλγαρία                

Στις 13 Μαρτίου 2020, η Γενική Συνέλευση της Βουλγαρίας κήρυξε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και εισήγαγε ειδικά μέτρα για την αποτροπή της εξάπλωσης του κορονοϊού, συμπεριλαμβανομένων απαγορεύσεων των ταξιδιών μεταξύ πόλεων και ευρείας κλίμακας περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία. Η απαγόρευση κυκλοφορίας εφαρμόστηκε σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, οι τοπικές αρχές σε αρκετούς δήμους εξέδωσαν διατάξεις που επιβάλλουν ειδικό καθεστώς, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεωτικής καραντίνας, που στοχεύουν ιδιαίτερα την κοινότητα των Ρομά της Βουλγαρίας. Αυτές οι καραντίνες επιβλήθηκαν από ένοπλη αστυνομία που περιπολούσε τις γειτονιές των Ρομά και εμπόδισε τους ανθρώπους να φύγουν από τους οικισμούς.

Απαντώντας σε αίτημα της Εισαγγελίας της περιφέρειας της Σόφια, σύμφωνα με την οποία οι κάτοικοι «διαφορετικών εθνοτήτων που κατοικούν σε ορισμένες γειτονιές στη Σόφια παραβιάζουν σκόπιμα τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης»[30], οι τοπικές αρχές σε όλη τη χώρα απομόνωσαν χωριά Ρομά και άτυπους οικισμούς και δημιούργησαν οδοφράγματα και σημεία ελέγχου με αστυνόμευση, ώστε να εμποδίζουν τους κατοίκους να φύγουν. Το Υπουργείο Εσωτερικών ενέκρινε μια ειδική επιχείρηση που στοχεύει σε γειτονιές Ρομά, οι οποίες περιλάμβαναν μεγαλύτερη αστυνομική παρουσία και περιπολίες σε αυτούς τους οικισμούς για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τα μέτρα περιορισμού του ιού[31]. Αυτά τα μέτρα εφαρμόστηκαν αρχικά σε περιοχές στις πόλεις Nova Zagora, Kazanlak και Sliven, που φιλοξενούν περίπου 50.000 Ρομά, αλλά σύντομα επεκτάθηκαν κυρίως σε γειτονιές Ρομά στα προάστια Fakulteta και Filipovci της Σόφια. Οι κάτοικοι εμποδίστηκαν από το να εγκαταλείψουν τους οικισμούς τους, αποκόπτοντας πολλούς από την άτυπη εργασία από την οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό για να εξασφαλίσουν τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Οι Ειδικοί Εισηγητές του ΟΗΕ για τις σύγχρονες μορφές ρατσισμού και των μειονοτικών ζητημάτων δήλωσαν ότι η «υπερ-ασφαλοιοποίηση» και οι αστυνομικές επιχειρήσεις σε γειτονιές Ρομά παραβιάζουν τις αρχές της μη διάκρισης και της ισότητας και πρέπει να σταματήσουν[32].

Σε ορισμένους δήμους, συμπεριλαμβανομένου του Burgas, οι αρχές χρησιμοποίησαν drones με θερμικούς αισθητήρες για να μετρήσουν τη θερμοκρασία των κατοίκων σε οικισμούς Ρομά από απόσταση και να παρακολουθούν τις κινήσεις τους. Ενώ η τεχνολογία drone χρησιμοποιείται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες για να μετρήσει τις θερμοκρασίες ομάδων ανθρώπων, στη Βουλγαρία ο πληθυσμός των Ρομά στοχοποιηθηκε επιλεκτικά. Ομοίως, στην πόλη Yambol, οι αρχές χρησιμοποίησαν αεροπλάνα για να «απολυμάνουν» τη γειτονιά των Ρομά, η οποία κατέγραψε ένα ξέσπασμα κρουσμάτων και κρατήθηκε υπό αυστηρή καραντίνα ακόμη και μέχρι και μετά την ολοκλήρωση της εθνικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης στις 13 Μαΐου[33].

Οι αρχές ισχυρίστηκαν ότι «η έλλειψη πειθαρχίας μεταξύ των κατοίκων» κατέστησε δύσκολη την επιβολή φυσικών μέτρων καραντίνας. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι τα μέτρα ήταν απαραίτητα στις κοινότητες των Ρομά λόγω του κινδύνου που ενέχει ο γενικός πληθυσμός από τον υψηλό αριθμό Ρομά που επιστρέφουν στη Βουλγαρία από εποχιακή και άτυπη εργασία σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία και η Ιταλία. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι τα άτομα που δεν ανήκουν στην κοινότητα Ρομά, μεταξύ των 100.000 ανθρώπων που είχαν επιστρέψει στη Βουλγαρία από ευρωπαϊκές χώρες κατά την έναρξη της πανδημίας, υπόκεινται σε παρόμοιους περιορισμούς[34].

Την ίδια στιγμή που οι αρχές κατέφυγαν σε υποχρεωτικό περιορισμό και υπερβολική αστυνόμευση γειτονιών Ρομά, απέτυχαν να διασφαλίσουν την επαρκή και ασφαλή πρόσβαση σε νερό και εγκαταστάσεις υγιεινής ή ιατρικές προμήθειες και τρόφιμα κατά τη διάρκεια της καραντίνας. Οι κάτοικοι βασίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε περίπου 200 διαμεσολαβητές της κοινότητας[35] για πληροφορίες και άμεση βοήθεια, αλλά οι ιατρικές προμήθειες, η υγειονομική περίθαλψη και η θεραπεία ήταν δύσκολα προσβάσιμες. Επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τους οικισμούς για να εργαστούν και να πληρωθούν, πολλές οικογένειες αντιμετώπισαν σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιμα. Μια μελέτη που διεξήχθη από το Βουλγαρικό Ινστιτούτο Νομικών Πρωτοβουλιών έδειξε ότι κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής καραντίνας μεταξύ 13 Μαρτίου και 13 Μαΐου, το μέσο εισόδημα στις γειτονιές των Ρομά που ερευνήθηκαν μειώθηκε κατά περισσότερο από 60%, αφήνοντας πολλούς Ρομά, που ζουν ήδη στη φτώχεια, να μην μπορούν να παρέχουν τα απαραίτητα για τους ίδιους και τις οικογένειές τους[36]. Αν και οι αρχές παρείχαν τελικά κάποια βασική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων των ειδών διατροφής και υγιεινής, δεν ήταν επαρκής για να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού[37].

Ταυτόχρονα με την καθιέρωση ειδικών μέτρων, η ρητορική μίσους κατά των Ρομά αυξήθηκε, η οποία συχνά προκαλείται από πολιτικούς. Το κόμμα του Βουλγαρικού Εθνικού Κινήματος (VMRO), μέλος της κυβέρνησης συνασπισμού, παρουσίασε τους Ρομά ως συλλογική απειλή για τον γενικό πληθυσμό που πρέπει να «ελεγχθεί και να περιοριστεί»[38]. Ο υπουργός Εσωτερικών της χώρας, Mladen Marinov, απείλησε επίσης για περαιτέρω αναγκαστικά μέτρα «για την προστασία του γενικού πληθυσμού», εάν οι Ρομά δεν συμμορφώνονταν με τα αυστηρά μέτρα καραντίνας[39].

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη Βουλγαρία έληξε στις 13 Μαΐου. Ωστόσο, οι αρχές συνέχισαν να διατηρούν αυστηρή απαγόρευση κυκλοφορίας σε ορισμένες γειτονιές Ρομά, όπου ορισμένοι κάτοικοι διαγνώστηκαν θετικοί στα τεστ για τον κορονοϊό. Για παράδειγμα, η γειτονιά των Ρομά στο Yambol, που φιλοξενεί 10.000 άτομα, παρέμεινε υπό αυστηρή απαγόρευση κυκλοφορία, με την αστυνομία και τη χωροφυλακή να εμποδίζει όποιον ήθελε να φύγει. Μετά από δύο μήνες εγκλεισμού που άσκησαν τεράστια πίεση στην κοινότητα, τα νέα μέτρα προκάλεσαν διαμαρτυρίες από ανθρώπους που φοβόντουσαν ότι αυτοί και οι οικογένειές τους θα μπορούσαν να έρθουν αντιμέτωποι με μια ανθρωπιστική κρίση, εάν δεν τους επιτρεπόταν να εργαστούν[40].

1.2 Κύπρος

Από τα μέσα Μαρτίου 2020, το κέντρο υποδοχής στην Κοκκινοτριμιθιά (καταυλισμός Πουρνάρα) στην Κύπρο λειτουργεί ως κλειστή δομή στα πλαίσια της απάντησης της χώρας στην πανδημία του κορονοϊού. Προηγουμένως είχε μετατραπεί από κέντρο υποδοχής έκτακτης ανάγκης σε κέντρο καταγραφής κατά την άφιξη[41]. Η Κυπριακή κυβέρνηση είχε εγκρίνει νωρίτερα ένα Σχέδιο Δράσης που καθορίζει μέτρα που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της αύξησης του αριθμού των ατόμων που φθάνουν ζητώντας άσυλο[42]. Ανάμεσα στα μέτρα ήταν η δημιουργία μιας κλειστής δομής στην περιοχή Κοφίνου για την κράτηση των αιτούντων/ουσών άσυλο έως ότου ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ασύλου,[43] μια πρακτική που η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί αδικαιολόγητη και αντίθετη με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα για την κράτηση μεταναστών/ριών[44]. Δεν έχουν εντοπιστεί κρούσματα κορονοϊού σε κανένα από τα δύο κέντρα μέχρι στιγμής.

Από τα μέσα Μαρτίου έως τις 8 Απριλίου 2020, οι αιτούντες/ούσες άσυλο στους καταυλισμούς Πουρνάρα και Κοφίνου στερήθηκαν την ελευθερία τους χωρίς εύλογη αιτιολόγηση. Στις 8 Απριλίου, ένα υπουργικό διάταγμα που εισήγαγε μέτρα για την πρόληψη της εξάπλωσης του κορονοϊού απαγόρευσε σε οποιονδήποτε να εισέλθει ή να εγκαταλείψει εγκαταστάσεις υποδοχής και κράτησης για αιτούντες/ούσες άσυλο, εκτός από ανθρωπιστικούς ή ιατρικούς λόγους, με εξαίρεση τους νεοαφιχθέντες/είσες οι οποίοι επιτρέπεται να εισέλθουν, και το προσωπικό που του επιτρέπεται να φύγει[45].

Τον Απρίλιο, οι εθνικές ΜΚΟ επέκριναν την κράτηση περίπου 700 αιτούντων/ουσών άσυλο στον καταυλισμό Πουρνάρα υπό άθλιες συνθήκες, καθώς και την έλλειψη νομικής βάσης για την στέρηση της ελευθερίας τους[46]. Μεταξύ αυτών που μεταφέρθηκαν στον καταυλισμό Πουρνάρα κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας και κρατήθηκαν ήταν περίπου 130 αιτούντες/ούσες άσυλο που ζούσαν σε ξενοδοχεία και άλλα καταλύματα, και άστεγοι/ες αιτούντες/ούσες άσυλο[47]. Στις 6 Μαΐου, οι αιτούντες/ούσες άσυλο στον καταυλισμό Πουρνάρα διαμαρτυρήθηκαν για τις κακές συνθήκες και τη συνεχιζόμενη κράτηση, και η αντιτρομοκρατική ομάδα της Κυπριακής αστυνομίας παρενέβη[48]. Η ΜΚΟ KISA ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκε υπερβολική βία εναντίον των διαδηλωτών και ζήτησε έρευνα από την Ανεξάρτητη Αρχή για τη Διερεύνηση Κατηγοριών και Καταγγελιών κατά της Αστυνομίας.[49]

Την παρούσα χρονική στιγμή, οι Κυπριακές αρχές ανακοίνωσαν τη σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων λόγω κορονοϊού, αλλά δεν έχουν ληφθεί μέτρα για τη διευκόλυνση της κράτησης που επιβλήθηκε στους αιτούντες/ούσες άσυλο στον καταυλισμό Πουρνάρα. Στις 20 Μαΐου, το Υπουργικό Συμβούλιο κήρυξε τον καταυλισμό ως μολυσμένη περιοχή μετά από ξέσπασμα κρουσμάτων ψώρας και απαγόρευσε στους κατοίκους να φύγουν για λόγους δημόσιας υγείας[50]. Η ανακοίνωση πυροδότησε νέες διαμαρτυρίες από κατοίκους τις επόμενες ημέρες.[51]

1.3 Γαλλία

Οι παρατηρητές/ριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι ΜΚΟ καταγράφουν περιπτώσεις παρενόχλησης, εκφοβισμού και αυθαίρετης χρήσης βίας εναντίον ανθρώπων που μεταναστεύουν στο Calais εδώ και αρκετά χρόνια.[52] Η Διεθνής Αμνηστία έχει επίσης τεκμηριώσει την παρενόχληση και τον εκφοβισμό των υπερασπιστών/ριών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που παρέχουν ανθρωπιστική και άλλη υποστήριξη σε ανθρώπους που μεταναστεύουν στο Calais και το Grand-Synthe.[53] Σύμφωνα με οργανισμούς στο πεδίο, έως 1.500 άτομα, συμπεριλαμβανομένων 160 ασυνόδευτων ανηλίκων στο Calais, και έως 600 άτομα, συμπεριλαμβανομένων 35 οικογενειών και 80 έως 100 ασυνόδευτων ανηλίκων, στο Grande Synthe (βόρεια Γαλλία), στερούνται ίσης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, νερό και υγιεινή, και τρόφιμα, και ζουν κάτω από συνθήκες ανεπαρκούς στέγασης. Οι συνθήκες αυτές τους καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτους κατά τη διάρκεια της πανδημίας.[54]

Μετά την κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης για την υγεία στη Γαλλία στις 17 Μαρτίου 2020, τα άτομα που διαμένουν σε προσωρινές σκηνές στο Calais και το Grand-Synthe συνέχισαν να υφίστανται παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους που τεκμηριώθηκαν πριν από την υγειονομική κρίση, για παράδειγμα εξώσεις, παρενοχλήσεις και αυθαίρετη ή υπερβολική χρήση βίας από εργαζόμενους σε αρχές επιβολής του νόμου. Οι αρχές συνέχισαν να εφαρμόζουν μια πολιτική πρόληψης των επονομαζόμενων «σημείων προσκόλλησης» για να αποτρέψουν τα άτομα που μεταναστεύουν να έρχονται και να παραμένουν στην περιοχή. Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται ότι οι αρχές καταστρέφουν τακτικά νέους καταυλισμούς, αφαιρούν σκηνές και αφήνουν εκείνους που ζουν σε αυτές χωρίς επαρκές καταφύγιο ή βασικές υπηρεσίες όπως νερό και αποχέτευση.[55]

Οι Γαλλικές αρχές όχι μόνο απέτυχαν να παρέχουν σε αυτά τα άτομα πρόσβαση σε νερό, εγκαταστάσεις υγιεινής και επαρκή στέγαση, αλλά επίσης εμπόδισαν τους υπερασπιστές/ριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να παρέχουν ανθρωπιστική υποστήριξη σε μετανάστες/ριες, αιτούντες/ούσες άσυλο και πρόσφυγες, ενώ έχουν εκτελέσει δεκάδες αναγκαστικές εξώσεις.

Μεταξύ 18 Μαρτίου και 22 Απριλίου, παρατηρητές/ριες ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφεραν 13 περιπτώσεις υπερβολικής ή αυθαίρετης χρήσης βίας από υπαλλήλους επιβολής του νόμου εναντίον μεταναστών/ριών[56]. Σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις, αρκετά άτομα από την Ερυθραία ανέφεραν ότι αστυνομικοί τους παρενόχλησαν ή χρησιμοποίησαν βία εναντίον τους. Για παράδειγμα, στις 27 Μαρτίου στις 2 μ.μ., η αστυνομία χρησιμοποίησε αυθαίρετα βία εναντίον δύο ατόμων από την Ερυθραία που πήγαιναν σε ένα σημείο συλλογής τροφίμων κοντά στο γήπεδο ποδοσφαίρου. Ένας από τους άνδρες κατέληξε με ένα σπασμένο χέρι. Οι δύο άνδρες υπέβαλαν καταγγελία στον Γάλλο Διαμεσολαβητή και στην Γενική Επιθεώρηση της εθνικής αστυνομία (IGPN), το αρμόδιο σώμα για τη διερεύνηση ισχυρισμών περί υπερβολικής χρήσης βίας από την αστυνομία[57]. Όταν η παρούσα έκθεση δημοσιεύτηκε (μέσα Ιουνίου 2020), η έρευνα ήταν σε εξέλιξη.

Οι υπερασπιστές/ριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξήγησαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι αστυνομικοί εκδίωξαν βίαια μετανάστες/ριες από τις σκηνές τους για να εφαρμόσουν την πολιτική πρόληψης των λεγόμενων «σημείων προσκόλλησης». Ένας υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία: «Οι άνθρωποι δεν ενημερώνονται για τις εξώσεις και δεν τους προσφέρεται εναλλακτική στέγαση. Οι χωροφύλακες αναγκάζουν τους ανθρώπους να μετακινούν τις σκηνές τους και μετά από δύο ημέρες τους αναγκάζουν να μετακινηθούν ξανά. Δεν βγάζει νόημα»[58]. Οι Παρατηρητές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μια ομάδα εθελοντών που συνεργάζονται με διάφορες ΜΚΟ, κατέγραψαν 175 αναγκαστικές εξώσεις μεταναστών/ριών, αιτούντων/ουσών άσυλο και προσφύγων στο Calais από τον Μάρτιο μέχρι τον Μάϊο.[59]

Ενώ εφαρμόζουν μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας για την καταπολέμηση της πανδημίας του κορονοϊού, οι τοπικές αρχές έχουν δυσανάλογα περιορίσει τις δραστηριότητες των υπερασπιστών/ριών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Calais και στο Grande-Synthe. Στις 23 Μαρτίου, οι τοπικές αρχές (sous-préfectures) ενημέρωσαν τις ΜΚΟ και τους υπερασπιστές/ριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ότι θα μπορούσαν να παρέχουν ανθρωπιστική υποστήριξη μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές του Calais και από τις 8.30 π.μ. μέχρι τις 8 μ.μ. Περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία εφαρμόστηκαν δυσανάλογα στους υπερασπιστές/ριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ενώ οι υπερασπιστές/ριες είχαν τη δυνατότητα να παρέχουν κάποια ανθρωπιστική υποστήριξη, η αστυνομία τους εμπόδισε να παρατηρήσουν τις αναγκαστικές εξώσεις ανθρώπων που ζούσαν σε καταυλισμούς, οι οποίες πραγματοποιούνταν από τις 7.15 π.μ. έως 10 π.μ. κάθε μέρα. Αξιωματούχοι επιβολής του νόμου επέβαλαν πρόστιμο σε 37 υπερασπιστές/ριες των ανθρωπίνων από τις 19 Μαρτίου έως τις 11 Μαΐου για μη συμμόρφωση με περιορισμούς στο δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία.[60]

Στις 24 Απριλίου, υπάλληλοι επιβολής του νόμου συνέλαβαν τέσσερις παρατηρητές/ριες ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Utopia56 που μαγνητοσκοπούσαν τις αναγκαστικές εξώσεις σε έναν καταυλισμό στο Grande-Synthe, οι οποίοι και προφυλακίστηκαν. Στη συνέχεια απελευθερώθηκαν χωρίς κατηγορίες. Ένας παρατηρητής της Utopia56 για τα ανθρώπινα δικαιώματα είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι όταν υπάλληλοι επιβολής του νόμου περιέβαλαν τον καταυλισμό για να πραγματοποιήσουν την αναγκαστική έξωση, οι κάτοικοι προσπάθησαν να φύγουν προς τον αυτοκινητόδρομο. Σε ένα βίντεο διαθέσιμο στο διαδίκτυο, δύο αστυνομικοί φαίνεται να ρίχνουν δακρυγόνα κατά δύο ατόμων που προσπαθούν να ξεφύγουν.[61] Το δακρυγόνο είναι ένα όπλο δημόσιας τάξης που χρησιμοποιείται μόνο για τη διασπορά πλήθους που διαπράττει εκτεταμένη χρήση βίας. Ποτέ δεν είναι νόμιμο να χρησιμοποιείται σε άτομα που προσπαθούν να διαφύγουν.

Στις 22 Μαΐου, η αστυνομία απομάκρυνε βίαια δύο έγχρωμους από ένα λεωφορείο στο Calais. Σύμφωνα με δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, οι νομαρχιακές αρχές δήλωσαν ότι οι δύο άντρες δεν είχαν σεβαστεί την κοινωνική αποστασιοποίηση και είχαν συμπεριφερθεί επιθετικά. Ωστόσο, σύμφωνα με μάρτυρα, οι δύο άντρες δεν συμπεριφέρθηκαν επιθετικά. Σε ένα βίντεο που είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο[62], οι δύο άνδρες, που φορούσαν μάσκα, δεν έφεραν αντίσταση στην αστυνομία. Τον Μάρτιο ένας τοπικός αξιωματούχος είχε ανακοινώσει ότι τα λεωφορεία δεν θα εξυπηρετούσαν στάσεις για ομάδες μεταναστών/ριών.[63]

Οι Γαλλικές αρχές πρέπει να τερματίσουν την τρέχουσα πολιτική που αποτρέπει τα «σημεία προσκόλλησης» και τις καθημερινές αναγκαστικές εξώσεις από τους καταυλισμούς. Αντ' αυτού, οι τοπικές και εθνικές αρχές έχουν την υποχρέωση να επιτρέπουν στα άτομα που μεταναστεύουν να έχουν πρόσβαση στα δικαιώματά τους σε νερό, εγκαταστάσεις υγιεινής και επαρκή στέγαση. Επιπλέον, οι υπερασπιστές/ριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πρέπει να είναι σε θέση να συνεχίσουν το έργο τους χωρίς φόβο αστυνομικής καταστολής.

1.4 Ελλάδα

Στις 21 Μαρτίου 2020 η Ελλάδα επέβαλε απαγόρευση κυκλοφορίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού. Σοβαροί περιορισμοί επιβλήθηκαν στην κυκλοφορία των αιτούντων/ουσών άσυλο που ζουν σε καταυλισμούς σε όλη την Ελλάδα και στα νησιά του Αιγαίου.[64] Αυτό το καθεστώς επεκτάθηκε, για τους καταυλισμούς στα νησιά, μέχρι τις 21 Ιουνίου[65], παρόλο που οι περιορισμοί λόγω του κορονοϊού άρχισαν σταδιακά να χαλαρώνουν σε εθνικό επίπεδο.[66] Καθ' όλη τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας, η οποία ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της αναστολής της διαδικασίας χορήγησης ασύλου για ένα μήνα[67], αναφέρθηκαν περιπτώσεις κακοποίησης από την αστυνομία, συμπεριλαμβανομένης της βίας και των παράνομων επαναπροωθήσεων, σε ολόκληρη τη χώρα.

Στη Βόρεια Ελλάδα, μια ΜΚΟ με επικεφαλής το Δίκτυο Παρακολούθησης της Συνοριακής Βίας[68], ανέφερε 194 περιπτώσεις παράνομων επαναπροωθήσεων στην Τουρκία, από τον Μάρτιο  έως τον Απρίλιο, από το κέντρο υποδοχής στα Διαβατά και το κέντρο προ-απέλασης στη Δράμα, στο Παρανέστι. Πολλές συμπεριελάμβανα χρήση βίας. Σε ορισμένες από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, οι άνθρωποι δήλωσαν ότι οι αστυνομικοί στον καταυλισμό στα Διαβατά τους άσκησαν έξωση, σε ορισμένες περιπτώσεις σε ομάδες, ενώ τους είπαν ότι θα εκδοθούν τα έγγραφα τους και στη συνέχεια θα επαναπροωθηθούν πίσω στην Τουρκία[69]. Η έκθεση των ΜΚΟ περιλαμβάνει μαρτυρίες ανθρώπων που δηλώνουν ότι ξυλοκοπήθηκαν, ληστεύτηκαν και κρατήθηκαν από υπαλλήλους επιβολής του νόμου πριν από την παράνομη επαναπροώθηση τους. Υπήρξαν συνεχείς αναφορές για παρόμοιες υποθέσεις στον Έβρο τα τελευταία χρόνια[70], συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται λεπτομερώς σε έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2020.[71]

Στα μέσα Μαΐου περίπου 50 άτομα, συμπεριλαμβανομένων οικογενειών με παιδιά, αναφέρθηκαν ότι εκδιώχθηκαν από ένα κατειλημμένο κτίριο στη γειτονιά των Εξαρχείων της Αθήνας. Σύμφωνα με ισχυρισμούς, τα ΜΑΤ βρίσκονταν στην περιοχή για καταστολή των διαμαρτυριών κατά των εξώσεων. Μετά από ελέγχους στο αστυνομικό τμήμα, επτά οικογένειες αναγνωρισμένων προσφύγων που ήταν μεταξύ αυτών που εκδιώχθηκαν απελευθερώθηκαν και, καθώς είχαν μείνει άστεγοι/ες, κατέληξαν σε μια τοπική πλατεία πριν τους προσφερθούν προσωρινά καταλύματα από μια τοπική ομάδα αλληλεγγύης[72]. Η επιχείρηση ήταν παρόμοια με εκείνη για την οποία η Διεθνής Αμνηστία είχε εκφράσει ανησυχία τον Αύγουστο του 2019.[73]

Σε συνδυασμό με τις επιχειρήσεις στα Εξάρχεια, η κυβέρνηση επανέλαβε επίσης την εφαρμογή του σχεδίου για διακοπή της παροχής στέγης σε αναγνωρισμένους πρόσφυγες, καθώς και σε εκείνους των οποίων οι αιτήσεις ασύλου απορρίφθηκαν. Το σχέδιο, το οποίο είχε αναβληθεί για τις 31 Μαΐου 2020 λόγω των περιορισμών του κορονοϊού, επηρέασε πάνω από 11.000 άτομα που αναγκάζονται να φύγουν από τα καταλύματα τους μέχρι την 1η Ιουνίου 2020. Ακόμα περισσότεροι θα πρέπει να φύγουν στο μέλλον.[74]

Η Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων (ΑΡΣΙΣ) ανέφερε ένα βίαιο περιστατικό εναντίον ενός αιτούντα άσυλο από το Καμερούν κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου εξακρίβωσης στοιχείων από την αστυνομία σε ένα σούπερ μάρκετ στη Σάμο[75]. Σύμφωνα με την ΑΡΣΙΣ, η αστυνομία διαπίστωσε ότι ο άντρας παραβίαζε τους κανόνες για τον κορονοϊό (την απαίτηση να δείξει ότι η μετακίνησή του είχε εγκριθεί μέσω της κρατικής υπηρεσίας ηλεκτρονικών μηνυμάτων για τον κορονοϊό) και του ζητήθηκε να τους ακολουθήσει στο αστυνομικό τμήμα. Όταν αρνήθηκε να μπει στο περιπολικό, ένας αστυνομικός φέρεται να τον χτύπησε στο πρόσωπο και άλλοι τον ανάγκασαν να μπει στο αυτοκίνητο. Η ΑΡΣΙΣ ανέφερε παρόμοιο περιστατικό στην Αθήνα που αφορούσε αστυνομική βία εναντίον ενός αιτούντα άσυλο για παραβίαση των περιορισμών λόγω του κορονοϊού Η ΑΡΣΙΣ ανέφερε και τα δύο περιστατικά στον Συνήγορο του Πολίτη. Η Διεθνής Αμνηστία ενημερώθηκε από την ΑΡΣΙΣ[76] ότι και τα δύο περιστατικά διερευνώνται από τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων (ΔΕΥ) της Ελληνικής Αστυνομίας. Κατά την παρούσα χρονική περίοδο, οι σχετικές διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη. Ωστόσο, πολύ πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων επανέλαβε την κριτική της στις έρευνες για την κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία στην Ελλάδα, εντοπίζοντας διάφορες ελλείψεις[77]. Παρόμοιες ανησυχίες έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν από τη Διεθνή Αμνηστία.[78]

1.5 Ουγγαρία

Χρησιμοποιώντας την πανδημία ως πρόσχημα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε το Μάρτιο του 2020 ότι προχωρά σε κλείσιμο των ζωνών διέλευσης για τους αιτούντες/ούσες άσυλο στα νότια σύνορα της Ουγγαρίας. Το μέτρο προβλεπόταν να τεθεί σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα.[79] Στις 14 Μαΐου, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ως παράνομη την κράτηση των αιτούντων/ουσών άσυλο στις ζώνες διέλευσης κοντά στα σύνορα της Σερβίας.[80] Σε απάντηση, η Ουγγρική κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 21 Μαΐου ότι θα συμμορφωθεί με την απόφαση και θα αποκαταστήσει τις ζώνες διέλευσης.[81] Ο Υπουργός του γραφείου του Πρωθυπουργού, Gergely Gulyás, δήλωσε ότι 280 άτομα πρέπει να μεταφερθούν από τους καταυλισμούς στα κέντρα υποδοχής ασύλου.[82]

Δεδομένου ότι οι ζώνες διέλευσης ήταν το μόνο μέρος όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να υποβάλουν αίτηση ασύλου, το κλείσιμό τους το Μάρτιο για τυχόν νέες εισόδους ισοδυναμούσε με αναστολή του δικαιώματος ασύλου στην Ουγγαρία.[83] Σύμφωνα με την εξήγηση της κυβέρνησης, αυτό ήταν απαραίτητο επειδή τα άτομα που διέρχονται από τη Δυτική Βαλκανική δίοδο ενδέχεται να έχουν μολυνθεί από τον κορονοϊό. Παρά την υγειονομική κρίση, οι Ουγγρικές αρχές συνέχισαν να αρνούνται την παροχή τροφίμων σε όσους περίμεναν στη ζώνη διέλευσης πριν απελαθούν[84]. Από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) έπρεπε να παρέμβει τρεις φορές για να υποχρεώσει το κράτος για την παροχή τροφής σε όσους έχουν παγιδευτεί στις ζώνες διέλευσης. Αυτή ήταν η 24η περίπτωση κατά την οποία το ΕΔΑΔ έπρεπε να παρέμβει για να εξασφαλίσει ότι οι αιτούντες/ούσες άσυλο που κρατούνται έλαβαν φαγητό στην Ουγγαρία.[85] Στις 14 Μαΐου, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε ότι η κράτηση ατόμων στις ζώνες διέλευσης για περισσότερο από τέσσερις εβδομάδες ισοδυναμεί με παράνομη κράτηση.[86]

1.6 Σερβία

Αφού κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης στις 15 Μαρτίου 2020, οι σερβικές αρχές επέβαλαν μια σειρά περιοριστικών μέτρων για την πρόληψη της εξάπλωσης του κορονοϊού, συμπεριλαμβανομένου ενός αυστηρού διεθνούς αποκλεισμού και απαγορεύσεων κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης επέτρεψαν στον πρόεδρο της χώρας να καλέσει τις ένοπλες δυνάμεις χωρίς διαβούλευση ή συντονισμό με άλλες κυβερνητικές δομές. Καθ’ 'όλη τη διάρκεια της απαγόρευσης κυκλοφορίας, στρατιώτες οπλισμένοι με αυτόματα τουφέκια τύπου M 21 και FN SCAR – L, κανένα από τα οποία συνήθως δεν χρησιμοποιείται για περιπολίες σε κατοικημένες ή πυκνοκατοικημένες περιοχές, περιπολούσαν τους δρόμους της πρωτεύουσας (Βελιγράδι) και άλλων μεγάλων πόλεων. Η παρουσία και η δράση του στρατού κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, καθώς και οι ασαφείς κανόνες για τη δράση τους, εγείρουν ανησυχίες σχετικά με τη συνταγματικότητα και τη συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων σχετικά με τη χρήση βίας.

Οι στρατιωτικές δυνάμεις γενικά δεν είναι το κατάλληλο όργανο για την εκτέλεση καθηκόντων επιβολής του νόμου και δεν πρέπει να συστήνονται για την αντιμετώπιση της πανδημίας, παρά μόνο  σε εξαιρετικές, επείγουσες και προσωρινές περιπτώσεις, με βάση σαφή εκτίμηση αναγκών ως προς την επιπρόσθετη συμβολή τους σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Μπορούν να συσταθούν για να εκτελέσουν λειτουργίες επιβολής του νόμου μόνο εάν έχουν λάβει ορθή εντολή, εξοπλισμό και εκπαίδευση για την εκτέλεση αυτής της λειτουργίας με νόμιμο και σύμφωνο με τα ανθρώπινα δικαιώματα τρόπο, και πρέπει να υπόκεινται σε πολιτική διοίκηση, έλεγχο και επίβλεψη.

Υπό το κράτος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, οι αρχές επέβαλαν ένα ειδικό καθεστώς, στοχεύοντας επιλεκτικά σε κυβερνητικούς καταυλισμούς που στεγάζουν πρόσφυγες, μετανάστες/ριες και αιτούντες/ούσες άσυλο, θέτοντάς τους σε αυστηρή 24ωρη υποχρεωτική καραντίνα και ζητώντας από τον στρατό την επίβλεψη για την τήρηση της απαγόρευσης κυκλοφορίας.[87] Σε γενικές γραμμές, η Σερβία είχε από τα αυστηρότερα μέτρα καραντίνας στην περιοχή σε καθημερινή βάση για τον γενικό πληθυσμό, αν και οι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να φύγουν τα σπίτια τους κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ωστόσο, τα μέτρα στους καταυλισμούς προσφύγων και μεταναστών/ριών απαγόρευαν εντελώς στους κατοίκους να φύγουν, εκτός αν συνέτρεχε λόγος αναζήτησης ιατρικής περίθαλψης. Επίσης, εμπόδισαν τις ΜΚΟ και άλλο προσωπικό υποστήριξης που συνήθως λειτουργούν στους καταυλισμούς να εισέλθουν, αφήνοντας πολλά άτομα, συμπεριλαμβανομένων πολλών οικογενειών με παιδιά, χωρίς βασικές πληροφορίες ή παροχή βοήθειας για την κάλυψη των αναγκών τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Την ίδια χρονική περίοδο, η κυβέρνηση απέτυχε να εφαρμόσει μέτρα περιορισμού της εξάπλωσης του ιού, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας συνθηκών για αποτελεσματική κοινωνική αποστασιοποίηση, διατήρησης των καλών συνθηκών υγιεινής στους καταυλισμούς, ή παροχής εξοπλισμού προστασίας.

Ο παρατεταμένος περιορισμός σε υπερπλήρεις και συχνά ακατάλληλους καταυλισμούς προκάλεσε απογοητεύσεις και εντάσεις μεταξύ διαφορετικών ομάδων μεταναστών/ριών. Σε ένα περιστατικό στις 24 Απριλίου, Σερβικό στρατιωτικό προσωπικό πυροβόλησε στον αέρα έξω από δύο καταυλισμούς κοντά στο Šid, κοντά στα σύνορα με την Κροατία, για να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να προσπαθήσουν να βγουν, δημιουργώντας εκτεταμένο φόβο μεταξύ των κατοίκων του καταυλισμού.[88]  Σε ξεχωριστό περιστατικό στην Krnjača, σε καταυλισμό κοντά στο Βελιγράδι, στρατιωτική και ειδική αστυνομία παρενέβη, χρησιμοποιώντας δακρυγόνα, για να σταματήσει μια μάχη που ξεκίνησε σε έναν καταπράσινο καταυλισμό όπου οι άνθρωποι είχαν περιοριστεί και απομονωθεί αναγκαστικά για πάνω από ένα μήνα.[89]

Στις αρχές Μαΐου, ο Πρόεδρος Aleksandar VučIć  κήρυξε το τέλος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και άρχισαν να μειώνονται οι περιορισμοί στην κυκλοφορία σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, τα κέντρα προσφύγων και μεταναστών παρέμειναν υπό ειδικό καθεστώς. Στις 17 Μαΐου, οι αρχές διέταξαν τις ένοπλες δυνάμεις να φρουρούν τους καταυλισμούς στο Šid, υποστηρίζοντας ότι αυτό ήταν απαραίτητο για τη διαχείριση της κατάστασης ασφάλειας και την προστασία των πολιτών από ελαφρά εγκλήματα και παραβάσεις, αν και δεν σημειώθηκε αύξηση τέτοιων περιστατικών στην πόλη.[90] Χρησιμοποιώντας την πανδημία, και τώρα τη δημόσια ασφάλεια, ως πρόσχημα, οι σερβικές αρχές οργάνωσαν τις ένοπλες δυνάμεις για να πολεμήσουν μια ομάδα ανθρώπων που ήταν ήδη στιγματισμένη.[91]

Η συνεχιζόμενη στρατιωτική παρουσία και ο δυσανάλογος περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας επιλεκτικά στοχεύουν τους πρόσφυγες και μετανάστες/ριες, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία ότι συνιστούν αντικειμενική απειλή για τη δημόσια υγεία ή την ασφάλεια, επιβάλλοντας περιττή και δυσανάλογη επιβάρυνση σε αυτήν την ομάδα και ισοδυναμεί με διάκριση.[92]

1.7 Σλοβακία

Στη Σλοβακία, οι αρχές έθεσαν πέντε οικισμούς Ρομά σε υποχρεωτική καραντίνα που επιβλήθηκε από την αστυνομία και τον στρατό, υποστηρίζοντας ότι αυτός ο περιορισμός ήταν απαραίτητος για την αποτροπή της εξάπλωσης του κορονοϊού.

Αυτό το μέτρο εφαρμόστηκε στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων ισχυρισμών για χρήση βίας με βάση τις διακρίσεις από την αστυνομία κατά των Ρομά. Εδώ και αρκετά χρόνια οι οικισμοί Ρομά στη Σλοβακία υπόκεινται σε αυξημένη αστυνόμευση που σε ορισμένες περιπτώσεις ισοδυναμεί με εκτεταμένη χρήση βίας και κακομεταχείριση, ενώ τα περισσότερα τέτοια περιστατικά δεν έχουν ποτέ διερευνηθεί διεξοδικά. Για παράδειγμα, τον Ιούνιο του 2013, 63 αστυνομικοί μπήκαν στον οικισμό των Ρομά στη Μολδαβία και στο Μπόντβου στην Ανατολική Σλοβακία για να διερευνήσουν την «αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα». Σύμφωνα με πληροφορίες, η αστυνομική επιχείρηση είχε ως αποτέλεσμα τραυματισμούς περισσότερων από 30 άτομων που δήλωσαν ότι δεν αντιστάθηκαν ή παρεμπόδισαν την αστυνομία. Αναφέρθηκε ότι μικρά παιδιά ήταν μεταξύ των τραυματιών. [93]  Αυτή η υπόθεση, όπως και πολλά άλλα παρόμοια περιστατικά, δεν έχει ποτέ διερευνηθεί διεξοδικά. [94]

Στις 3 Απριλίου 2020, οι αρχές στη Σλοβακία άρχισαν να κάνουν τεστ για κορονοϊό σε κατοίκους ορισμένων οικισμών Ρομά. Τα τεστ πραγματοποιήθηκαν αρχικά σε 33 από τους εκατοντάδες οικισμούς της χώρας με τη βοήθεια του στρατού. Οι έλεγχοι επικεντρώθηκαν σε οικισμούς Ρομά, όπου τα αρχεία των αρχών έδειξαν ότι οι κάτοικοι είχαν επιστρέψει από το εξωτερικό, ειδικά από την Τσεχική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τη διάρκεια των τεστ, η Διεθνής Αμνηστία εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με τη σλοβακική κυβέρνηση, δηλώνοντας ότι, χωρίς να παρέχει στους Ρομά τα απαραίτητα μέσα για να προστατευθούν, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε νερό και σε είδη υγιεινής, τα στοχευμένα τεστ θα συνέβαλαν απλώς στον στιγματισμό και την προκατάληψη που ήδη αντιμετωπίζουν αυτές οι κοινότητες, χωρίς να μειώνουν την πιθανότητα εξάπλωσης της λοίμωξης.[95]

Στις 9 Απριλίου, μία ημέρα μετά την Παγκόσμια Ημέρα Ρομά, η κυβέρνηση αποφάσισε να θέσει σε καραντίνα πέντε ολόκληρους οικισμούς Ρομά στην ανατολική Σλοβακία: τρεις στο χωριό Krompachy και από έναν στα χωριά Bystrany και Žehra. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι τέτοια μέτρα ήταν απαραίτητα για την προστασία της δημόσιας υγείας, καθώς υπήρχαν 31 κρούσματα σε αυτούς τους πέντε οικισμούς, οι οποίοι έχουν πάνω από 6.800 κατοίκους. Παραμένει ασαφές ποια ήταν η νομική βάση για αυτές τις υποχρεωτικές καραντίνες,[96]  γεγονός που εγείρει ανησυχίες ότι αυτά τα μέτρα ενδέχεται να ισοδυναμούν με αυθαίρετη κράτηση. Το τελευταίο δεν μπορεί ποτέ να δικαιολογηθεί βάσει του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε σε περιόδους δημόσιας έκτακτης ανάγκης.[97]

Η καραντίνα που επιβλήθηκε στον οικισμό στο Bystrany έληξε στις 25 Απριλίου και στο Krompachy την 1η Μαΐου.[98] Ο οικισμός στο Žehra παρέμεινε σε υποχρεωτική καραντίνα έως τις 15 Μαΐου. Ωστόσο, ακόμη και μετά από αυτήν την ημερομηνία, όσοι είχαν διαγνωσθεί θετικοί και οι συγγενείς τους – περίπου 100 άτομα – συνέχισαν να βρίσκονται σε καραντίνα μέσα σε κοντέινερ,[99] τα οποία οι αρχές[100] τοποθέτησαν περιμετρικά του οικισμού.[101] Τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης ήταν διαθέσιμες για εκείνους που υπόκεινται σε υποχρεωτική καραντίνα,[102] αλλά παραμένει ασαφές εάν οι εγκαταστάσεις πληρούσαν τις απαιτήσεις του Π.Ο.Υ., συμπεριλαμβανομένου του επαρκούς εξαερισμού και των ευρύχωρων μονόκλινων δωματίων με υγειονομικές εγκαταστάσεις και τουαλέτες.[103]

Οι κάτοικοι των οικισμών παραπονέθηκαν για την παράνομη χρήση βίας από την αστυνομία, η οποία μπορεί να ισοδυναμεί με κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της καραντίνας. Οι κάτοικοι του οικισμού στο Žehra ανέφεραν στη Διεθνή Αμνηστία ένα περιστατικό στο οποίο ένας αστυνομικός επιτέθηκε λεκτικά σε έναν Ρομά και τον απείλησε με σωματική βία. Σε ξεχωριστό περιστατικό στις 27 Απριλίου, οι Ρομά που βρίσκονταν σε καραντίνα στον οικισμό Stará Maša στο χωριό Krompachy ανέφεραν καταχρηστική χρήση βίας από αστυνομικό εναντίον πέντε παιδιών.[104] Η μητέρα τριών παιδιών είπε στα Μ.Μ.Ε. ότι πήγαν να συλλέξουν ξυλεία και να παίξουν κοντά σε ένα ρέμα σε ένα μέρος όπου οι στρατιώτες τους είχαν προηγουμένως επιτρέψει να πάνε. Ένας αστυνομικός άρχισε να τους κυνηγάει και τους είπε ότι αν εμφανιστούν ξανά στην περιοχή, θα τους πυροβολήσει. Στη συνέχεια τους πήγε σε ένα τούνελ και τους χτύπησε.[105]  Ένα κορίτσι που ξυλοκοπήθηκε από τον αστυνομικό είπε ότι ένας στρατιώτης είδε το περιστατικό.

Ο κυβερνητικός πληρεξούσιος[106] για τις κοινότητες των Ρομά δήλωσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι το περιστατικό συνέβη επειδή η ομάδα παιδιών βρέθηκε έξω από την περιοχή της καραντίνας. Είπε επίσης ότι το προσωπικό από το γραφείο του αμέσως έφτασε στον χώρο και τράβηξε φωτογραφίες από τους μώλωπες των παιδιών, οι οποίοι θα μπορούσαν να προκληθούν από γκλομπ. Στις 29 Απριλίου, ο Δημόσιος Υπερασπιστής των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Διαμεσολαβητής) ανακοίνωσε ότι θα επανεξετάσει τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση σε σχέση με τους οικισμούς των Ρομά.[107] Στις 6 Μαΐου, ο Επιθεωρητής του Υπουργείου Εσωτερικών ξεκίνησε έρευνα περί κατάχρησης εξουσίας από τον αστυνομικό. [108] Όταν αυτή η έκθεση έφτασε στον τύπο (μέσα Ιουνίου), η έρευνα συνεχίστηκε.

Εκτός από τους ισχυρισμούς για παράνομη χρήση βίας, η Διεθνής Αμνηστία έχει καταγράψει ότι κατά τις πρώτες ημέρες της υποχρεωτικής καραντίνας στους πέντε οικισμούς Ρομά, οι κάτοικοι δεν ενημερώθηκαν για τη διάρκεια και τις συνθήκες της καραντίνας και ότι οι αρχές δεν διαχώρισαν αυτούς που είχαν διαγνωστεί θετικοί στον κορονοϊό από την υπόλοιπη κοινότητα.

 

ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Οι διακρίσεις από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου εξαπλώνονται σε όλη την Ευρώπη. Σε πολλές χώρες, η αστυνομία είναι πολύ πιο πιθανό να σταματήσει και να κάνει εξακρίβωση στοιχείων σε μέλη ορισμένων φυλετικών ομάδων χωρίς καμία εύλογη αντικειμενική αιτιολόγηση.[109] Πληροφορίες σχετικά με την επιβολή των μέτρων που έλαβαν τα ευρωπαϊκά κράτη για την μάχη κατά της πανδημίας του κορονοϊού είναι σπάνια, καθώς πολλά κράτη δεν συλλέγουν δεδομένα σχετικά με τους ελέγχους από την αστυνομία, ξεχωριστά ανά φυλή, εθνικότητα, θρησκεία ή καθεστώς μετανάστευσης. Ωστόσο, οι διαθέσιμες πληροφορίες από ορισμένες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, υποδηλώνουν ότι οι έλεγχοι ταυτότητας και τα αστυνομικά μπλοκ και επιχειρήσεις αναζήτησης που πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την επιβολή μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας είχαν δυσανάλογο αντίκτυπο σε άτομα καταγωγής από Βόρεια Αφρική, σε μαύρους και σε άλλες μειονοτικές εθνικές ομάδες που ζουν σε περιοχές ή γειτονιές της εργατικής τάξης.

Αστυνομικοί σε όλη την περιοχή κατέφυγαν στην παράνομη χρήση βίας τους τελευταίους μήνες, συχνά κατά τη διενέργεια ελέγχων εξακρίβωσης στοιχείων για την επιβολή των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις η αστυνομία περιόρισε άσκοπα το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης για να αποτρέψει την κριτική στη απάντηση του κράτους προς την πανδημία του κορονοϊού.

ΒΕΛΓΙΟ

Η υπάρχουσα έρευνα δείχνει ότι ένας δυσανάλογα μεγάλος αριθμός ατόμων με καταγωγή από τη Βόρεια Αφρική και μαύρων ανθρώπων, ελέγχεται από την αστυνομία στο Βέλγιο. Σύμφωνα με έρευνα του 2010, σχετικά με τις μειονότητες και τις διακρίσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, το 24 % των ερωτηθέντων με καταγωγή από τη Βόρεια Αφρική στο Βέλγιο είχε ελεγχθεί από την αστυνομία, σε σύγκριση με ένα ποσοστό 12 % για τον λευκό πληθυσμό.[110] Η έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας για το «φακέλωμα» βάσει εθνικότητας στο Βέλγιο έχει δείξει ότι το πρόβλημα αναγνωρίζεται επίσης από την αστυνομία.[111]

Στις 17 Μαρτίου 2020, οι βελγικές αρχές θέσπισαν μέτρα απαγόρευσης για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού. Αυτά τα μέτρα περιελάμβαναν περιορισμούς στα δικαιώματα της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ειρηνικής συνάθροισης.[112] Οι αστυνομικοί είχαν αναλάβει την επιβολή των μέτρων και οι στατιστικές των μέσων μαζικής ενημέρωσης δείχνουν ότι η αστυνομία κατέγραψε περίπου 100.000 περιπτώσεις στις οποίες παραβιάστηκαν τα μέτρα. Τα μέσα ενημέρωσης και οι Μ.Κ.Ο. ανέφεραν τον δυσανάλογο αντίκτυπο της επιβολής μέτρων καραντίνας σε γειτονιές εργατικής τάξης, που φιλοξενούν μια μειοψηφική εθνική κοινότητα.[113] Η Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συγκέντρωσε 102 ισχυρισμούς για καταχρηστικές αστυνομικές πρακτικές μεταξύ 18 Μαρτίου και 29 Μαΐου. Στο 36 % των περιπτώσεων, η αστυνομία φέρεται να χρησιμοποίησε παράνομη βία, ενώ στο 21 % των περιπτώσεων εξαπέλησε απειλές. Το 40% των θυμάτων ήταν άνθρωποι που ήταν θύματα ρατσισμού.[114]

Για παράδειγμα, στις 27 Μαρτίου, η αστυνομία σταμάτησε μερικούς νεαρούς άνδρες που, σύμφωνα με την αστυνομία, παραβίαζαν την απαγόρευση κυκλοφορίας στο Schaerbeek, μια γειτονιά των Βρυξελλών, όπου μεγάλο μέρος των κατοίκων είναι μαροκινής και τουρκικής καταγωγής. Η αστυνομία ανέφερε στα Μ.Μ.Ε. ότι ένας από τους άντρες αντιστάθηκε στον έλεγχο εξακρίβωσης των στοιχείων του και ότι η αστυνομία κάλεσε άλλα αστυνομικά αυτοκίνητα για υποστήριξη. Σε ένα βίντεο που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο, το οποίο έχει αναγνωρίσει η Διεθνής Αμνηστία, δύο αστυνομικοί φάνηκαν να σταματούν έναν νεαρό άνδρα. Όταν ο άντρας προσπάθησε να αντισταθεί στους δύο αστυνομικούς που προσπαθούσαν να τον κρατήσουν, οι αστυνομικοί τον κράτησαν στο έδαφος. Διάφοροι νεαροί που βρίσκονταν γύρω διαμαρτυρήθηκαν ειρηνικά στη σύλληψη και οι αστυνομικοί τους φώναξαν να κάνουν πίσω. Αν και το βίντεο δεν δείχνει κανέναν να απειλεί τους αστυνομικούς, αρκετά αστυνομικά αυτοκίνητα έφτασαν στη συνέχεια στο συμβάν. Σύμφωνα με έναν μάρτυρα, η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα για να διαλύσει το πλήθος.[115] Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί ότι η στάση της αστυνομίας στο συμβάν αυτό δεν ήταν δικαιολογημένη.

Στις 14 Απριλίου, ο Adil, ένας 19χρονος άντρας με καταγωγή από τη Βόρεια Αφρική, πέθανε κατά τη διάρκεια αστυνομικής καταδίωξης στη γειτονιά εργατικής τάξης των Βρυξελλών Anderlecht, όπου και ζει μια μειοψηφική εθνική κοινότητα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και τον δικηγόρο της οικογένειας του Adil, η αστυνομία επιχείρησε να ελέγξει τα έγγραφα ταυτοποίησης του Adil και του φίλου του, τους οποίους υποπτεύονταν ότι παραβίασαν τους περιορισμούς της απαγόρευσης κυκλοφορίας, ενώ βρίσκονταν στα σκούτερ τους σε μια δημόσια πλατεία. Σύμφωνα με τον δικηγόρο της οικογένειας, ο Adil και ο φίλος του έφυγαν για να αποφύγουν τα πρόστιμα από την αστυνομία. Οι φίλοι του Adil, οι οποίοι συχνάζουν στο κέντρο νεολαίας JES στο Anderlecht, ανέφεραν ότι σε αρκετές περιπτώσεις η αστυνομία είχε εκδώσει πρόστιμα 250 € στους νέους για μη συμμόρφωση με τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Ο Adil πιθανότατα ήθελε να φύγει για να αποφύγει την επιβολή προστίμου.[116]

Δύο αστυνομικά αυτοκίνητα τον καταδίωκαν αρχικά και στη συνέχεια κλήθηκε ένα τρίτο αυτοκίνητο για υποστήριξη. Ο Adil πέθανε μετά από σύγκρουση με ένα εκ των περιπολικών. Σύμφωνα με τον δικηγόρο της οικογένειας, κατά τον χρόνο καταγραφής, τα γεγονότα που οδήγησαν στο θάνατό του ήταν υπό διερεύνηση από δικαστή. Ο δικηγόρος είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι η έρευνα στοχεύει να εξακριβώσει αν το αυτοκίνητο της αστυνομίας χτύπησε τον Adil ενώ προσπέρασε άλλο αυτοκίνητο ή αν η σύγκρουση ήταν αποτέλεσμα ελιγμών της αστυνομίας για να σταματήσει τον Adil.[117] Παρόλο που ο έλεγχος της ταυτότητας του Adil μπορεί να δικαιολογηθεί, η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί πως η συγκέντρωση πολλών αστυνομικών αυτοκινήτων για την καταδίωξη ενός άντρα που προφανώς δεν αποτελούσε απειλή για τη φυσική ακεραιότητα κανενός και ο οποίος δεν είχε διαπράξει σοβαρό αδίκημα, είναι δυσανάλογο μέτρο.

Μετά τον θάνατο του Adil, πραγματοποιήθηκαν διαμαρτυρίες κατά τις οποίες διαπράχθηκαν βίαιες πράξεις. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι ζήτησαν ειρηνικά τη λογοδοσία για τον θάνατο. Η ‘Ενωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναφέρει τουλάχιστον 10 περιπτώσεις στις οποίες η αστυνομία διέταξε ανθρώπους να αφαιρέσουν πανό που ζητούσαν «Δικαιοσύνη για τον Adil» τις ημέρες μετά το θάνατό του. Τα πανό ήταν κρεμασμένα στα παράθυρα ή στις εξωτερικές όψεις των σπιτιών. Η αστυνομία είπε στον τύπο ότι οι τοπικοί κανονισμοί της αστυνομίας απαγορεύουν την εμφάνιση πανό σε εξωτερικές προσόψεις. Η εντολή αφαίρεσης των πανό αποτελεί έναν περιττό και αυθαίρετο περιορισμό του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης.

Στις 21 Απριλίου, οι αστυνομικοί φέρεται να σταμάτησαν έναν άνδρα από το Σουδάν στο κέντρο των Βρυξελλών, του στέρησαν αυθαίρετα την ελευθερία του και τον υπέβαλαν σε αυθαίρετη χρήση βίας. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του άνδρα, η αστυνομία τον χτύπησε αρκετές φορές κατά τη διενέργεια ελέγχου εξακρίβωσης στοιχείων. Στη συνέχεια, τον κράτησαν αυθαίρετα στην κλούβα τους πριν τον απελευθερώσουν λίγο μετά. Σε ένα βίντεο που δημοσιεύθηκε στο facebook στις 21 Απριλίου, το οποίο έχει αναγνωρίσει η Διεθνής Αμνηστία, ο άντρας φαίνεται να βρίσκεται στο πεζοδρόμιο στο Quai Willebroeck στις Βρυξέλλες μετά την απελευθέρωσή του από την αστυνομία. Στο βίντεο, ο άντρας κλαίει και το τηλέφωνό του και τα υπάρχοντά του είναι διάσπαρτα γύρω του.[118] Σύμφωνα με τον δικηγόρο του, ένας αστυνομικός έριξε δακρυγόνα στο πρόσωπό του, αφού τον άφησε στο δρόμο. Όταν δημοσιεύτηκε αυτή η έκθεση στον τύπο (μέσα Ιουνίου 2020), ένας αστυνομικός ήταν υπόδικος για πρόκληση τραυματισμών. Στις 5 Ιουνίου, ο εισαγγελέας πρότεινε φυλάκιση ενός έτους για τον αστυνομικό.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αστυνομία περιόρισε άσκοπα το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, ακόμη και μετά την άρση ορισμένων από τα μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας στις 4 Μαΐου. Για παράδειγμα, στις 6 Μαΐου, η αστυνομία συνέλαβε τον Chahr σε ένα δημόσιο πάρκο στις Βρυξέλλες επειδή έκανε καγιάκ σε μια λίμνη. Ο Chahr έφερε ένα πανό που ζητούσε τη νομιμοποίηση των μεταναστών/ριών χωρίς έγγραφα. Η αστυνομία του πέρασε χειροπέδες και τον κράτησε στο έδαφος, καθώς ένας αστυνομικός έβαλε το γόνατό του στην πλάτη του Chahr. Η αστυνομία μετέφερε τον Chahr στο αστυνομικό τμήμα όπου του έκαναν σωματικό έλεγχο γυμνό και τον προφυλάκισαν πριν τον απελευθερώσουν, χωρίς να απαγγελθεί κατηγορία.[119]

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί για το γεγονός ότι αστυνομικοί στο Βέλγιο κατέφυγαν σε παράνομη χρήση βίας κατά την επιβολή των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας, που αποσκοπούσαν στην προστασία της δημόσιας υγείας, στο πλαίσιο της πανδημίας του κορονοϊού. Οι διεθνείς οργανισμοί ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξέφρασαν τα τελευταία χρόνια ανησυχίες σχετικά με την αμεροληψία των ερευνών για ισχυρισμούς βασανιστηρίων και άλλων περιστατικών κακομεταχείρισης από αξιωματούχους επιβολής του νόμου.[120] Επιπλέον, η Διεθνής Αμνηστία έχει εκφράσει ανησυχίες σχετικά με το γεγονός ότι οι εθνικοί αστυνομικοί νόμοι δεν απαγορεύουν ρητά το φυλετικό «φακέλωμα» και σχετικά με την αποτυχία των δημόσιων αρχών να συλλέγουν αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τους ελέγχους εξακρίβωσης στοιχείων από την αστυνομία στο Βέλγιο.[121]

Στις 10 Ιουνίου επτά οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών (Διεθνής Αμνηστία, JES Brussels, Liga voor Mensenrechten, Minderhedenforum, Uit De Marge, Ligue des Droits Humains, MRAX) και ο υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Yassine Boubout ένωσαν τις δυνάμεις τους σε μια πλατφόρμα που ονομάζεται «Not normal» με στόχο να σταματήσουν το  φυλετικό «φακέλωμα» από την αστυνομία στο Βέλγιο.

ΓΑΛΛΙΑ

Στις 17 Μαρτίου 2020, οι Γαλλικές αρχές θεσμοθέτησαν μέτρα που περιόριζαν ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της ελεύθερης μετακίνησης,[122] για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού. Επιπλέον, οι αρχές κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης για λόγους υγείας.[123] Ενώ τα μέτρα περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας σταμάτησαν στις 11 Μαΐου στην ηπειρωτική Γαλλία, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης για λόγους υγείας παραμένει σε ισχύ έως τις 10 Ιουλίου 2020.

Οι αρµόδιοι για την επιβολή του νόµου ήταν υπεύθυνοι για την επιβολή των μέτρων. Η παραβίαση των μέτρων επιφέρει πρόστιμο 135 ευρώ και εάν κάποιος διαπράξει τέσσερα αδικήματα εντός περιόδου 30 ημερών, μπορεί να αντιμετωπίσει ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωσε ότι διενεργήθηκαν 20,7 εκατομμύρια έλεγχοι, οι οποίοι οδήγησαν σε 1,1 εκατομμύρια πρόστιμα και 570 δίκες. [124]

Η πανδημία του κορονοϊού αποκάλυψε περαιτέρω τη βαριά αστυνόμευση και την επαναλαμβανόμενη παράνομη χρήση βίας σε αστικές περιοχές της Γαλλίας με υψηλά ποσοστά φτώχειας, όπου ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού έχει καταγωγή από τη Βόρεια Αφρική ή ανήκει σε άλλη μειονότητα. Για παράδειγμα, στη Νίκαια, οι γειτονιές που φιλοξενούν κυρίως κατοίκους εργατικών τάξεων και μειονοτικών εθνοτήτων υπόκεινται σε βραδινή απαγόρευση κυκλοφορίας μεγαλύτερης διάρκειας από την υπόλοιπη πόλη.[125] Η αστυνομική επιβολή περιορισμών κυκλοφορίας που σχετίζονται με τον κορονοϊό ενίσχυσε τις ήδη υπάρχουσες τάσεις προκατειλημμένης και αθέμιτης αστυνόμευσης σε αυτές τις γειτονιές. Στο Seine-Saint-Denis, το φτωχότερο τμήμα της ηπειρωτικής Γαλλίας, όπου οι περισσότεροι κάτοικοι κατάγονται από τη Βόρεια και Δυτική Αφρική, ο αριθμός των προστίμων λόγω παραβάσεων ήταν τρεις φορές υψηλότερος από ό,τι στην υπόλοιπη χώρα. Την πρώτη ημέρα της απαγόρευσης κυκλοφορίας, το 10% των προστίμων που εκδόθηκαν ήταν στο Seine-Saint-Denis. Παρά το γεγονός ότι οι τοπικές αρχές δήλωσαν ότι ο σεβασμός των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας στο Seine-Saint-Denis ήταν συγκριτικά ίσος με άλλους δήμους στη Γαλλία, ο αριθμός των προστίμων και οι έλεγχοι εξακρίβωσης στοιχείων αποκαλύπτουν ότι η περιοχή είχε δυσανάλογη αστυνόμευση σε σύγκριση με την υπόλοιπη χώρα. Αυτό το τμήμα είναι επίσης αυτό με το υψηλότερο ποσοστό θανάτων λόγω κορονοϊού στη χώρα. Σύμφωνα με το Περιφερειακό Παρατηρητήριο Υγείας του Île de France, το υψηλότερο ποσοστό θανάτων εξηγείται από τις δραματικές συνθήκες στέγασης και τον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό κατοίκων που πρέπει να βγουν για να εργαστούν και να χρησιμοποιήσουν τις δημόσιες συγκοινωνίες, επειδή είναι «αναγκαίο προσωπικό».[126]

Πριν από τα μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας για την καταπολέμηση της πανδημίας του κορονοϊού, η Διεθνής Αμνηστία είχε ήδη αναφέρει σημαντικό αριθμό περιπτώσεων παράνομης χρήσης βίας και προκατειλημμένης αστυνόμευσης στη Γαλλία, στο πλαίσιο διαδηλώσεων,[127] φυλετικού «φακελώματος»[128] και θανάτων υπό κράτηση. [129] Στις 9 Νοεμβρίου 2016, το Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο έλεγχος εξακρίβωσης στοιχείων βάσει φυσικών χαρακτηριστικών που σχετίζονται με την πραγματική ή την υποτιθέμενη καταγωγή ενός ατόμου, χωρίς προηγούμενη αντικειμενική αιτιολόγηση, προκαλεί διακρίσεις και συνιστά μορφή βαρείας αμέλειας που εμπλέκει την ευθύνη του κράτους.[130]  Σύμφωνα με τον Γάλλο Διαμεσολαβητή, οι νεαροί άνδρες που θεωρούνται Βορειοαφρικανοί ή μαύροι είναι 20 φορές πιο πιθανό να υποβληθούν σε έλεγχο εξακρίβωσης στοιχείων από την αστυνομία.[131] Στις 30 Απριλίου 2020, το ΕΔΑΔ αποφάσισε ότι η Γαλλία παραβίασε την απαγόρευση των βασανιστηρίων και άλλων κακομεταχειρίσεων λόγω εκτεταμένων περιστατικών παράνομης χρήσης βίας από την αστυνομία.[132]

Η Διεθνής Αμνηστία επαλήθευσε 15 βίντεο περιστατικών παράνομης χρήσης βίας ή/και ρατσιστικών και ομοφοβικών επιθέσεων από αστυνομικούς από τις 18 Μαρτίου έως τις 26 Απριλίου 2020 σε 15 διαφορετικές γαλλικές πόλεις.[133] Η πλειονότητα των βίντεο (10) τραβήχτηκαν στην περιοχή του Παρισιού. Άλλα περιστατικά σημειώθηκαν στη Μασσαλία, την Τουλούζη, το Lorient και το Limoges. Σε έξι από τα 15 βίντεο, οι αστυνομικοί επέβαλαν μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας. Σε επτά από τα βίντεο, άτομα που τελούν υπό σύλληψη ή/και υπό τον έλεγχο της αστυνομίας ξυλοκοπήθηκαν από μέλη των δυνάμεων ασφαλείας (κλοτσιές, μπουνιές ή χτυπήματα με αντικείμενα όπως γκλομπ). Σε τέσσερις περιπτώσεις, οι άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν ενώ βρίσκονταν στο έδαφος. Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν δικαιολογημένη η χρήση βίας με βάση κάποιον νόμιμο στόχο, καθώς κανένα από τα θύματα των επιθέσεων δεν αποτελούσε προφανή απειλή για τη φυσική ακεραιότητα των υπαλλήλων επιβολής του νόμου ή άλλων ατόμων.

Η επιβολή μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας χρησίμευσε γρήγορα ως πρόσχημα για την παράνομη χρήση βίας. Για παράδειγμα, στις 24 Μαρτίου 2020, η αστυνομία σταμάτησε τον Sofiane, έναν 21χρονο άντρα από τη Βόρεια Αφρική καθώς πήγαινε από το σπίτι των γονιών του στην εργασία του στην πόλη Ulis στην περιφέρεια του Παρισιού. Ένα βίντεο δείχνει τον Sofiane ξαπλωμένο στο έδαφος, με έναν αστυνομικό να στέκεται πάνω του.[134]  Στη συνέχεια, ο αστυνομικός ανάγκασε τον Sofiane να σηκωθεί, τον έψαξε για λίγο και τον μετέφερε στην είσοδο ενός κοντινού κτηρίου. Ο Sofiane δεν έδειξε αντίσταση. Πλάνα του βίντεο που τραβήχτηκαν από άλλη γωνία δείχνουν ότι οι αστυνομικοί χτύπησαν τον Sofiane ενώ τον κρατούσαν στο έδαφος.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αστυνομία έκανε προφανείς διακρίσεις κατά των μελών περιθωριοποιημένων ομάδων στο πλαίσιο επιχειρήσεων επιβολής του νόμου. Ο Samir, ένας 27χρονος Αιγύπτιος υπήκοος που ζει στη Γαλλία εδώ και 10 χρόνια, υπέστη απάνθρωπη, σκληρή και εξευτελιστική μεταχείριση από την αστυνομία στο Île-Saint-Denis. Περίπου στις 2 π.μ. στις 26 Απριλίου 2020, ο Samir πήδηξε στον ποταμό Σηκουάνα κατά τη διάρκεια καταδίωξής του από την αστυνομία. Σε βίντεο, οι αστυνομικοί που τον κυνηγούν ακούγονται να χρησιμοποιούν έναν υποτιμητικό όρο για τους Άραβες («bicot»), να γελούν μαζί του και ένας αστυνομικός να λέει ότι «έπρεπε να είχε βάλει βαρίδι στον αστράγαλό του πριν πηδήξει», ενώ ο Samir βρίσκονταν στο ποτάμι.[135] Όταν ο Samir βγήκε από το ποτάμι, οι αστυνομικοί τον κράτησαν μπρούμητα στο έδαφος και τον χτύπησαν. Οι αστυνομικοί τον μετέφεραν στη συνέχεια στην κλούβα τους, όπου τον ξαναχτύπησαν και τον προσέβαλαν πριν τον οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο Samir δεν είχε πρόσβαση σε δικηγόρο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της κράτησης πριν του απαγγελθούν κατηγορίες.[136] Αφέθηκε ελεύθερος στις 5 μ.μ. την επόμενη μέρα. Παρόλο που ο Samir δεν κατηγορήθηκε ποτέ για κάποιο αδίκημα, εκδόθηκε εντολή απέλασής του. Οι δύο αστυνομικοί που εντοπίστηκαν τέθηκαν σε αναστολή για ρατσιστικές προσβολές και ο Samir υπέβαλε καταγγελία για επίθεση και ρατσιστικές προσβολές. Μέχρι τη στιγμή σύνταξης της παρούσας έκθεσης, η καταγγελία εκκρεμεί.

Η ασαφής διατύπωση ορισμένων μέτρων αντιμετώπισης του κορονοϊού, όπως εκείνων που επιτρέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία μόνο για αγορά «βασικών αγαθών», έχει οδηγήσει σε κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία, συμπεριλαμβανομένων αυθαίρετων ελέγχων εξακρίβωσης στοιχείων. Για παράδειγμα, στις 18 Μαρτίου, μια 17χρονη έγχρωμη γυναίκα δέχτηκε επίθεση από πολλούς αστυνομικούς σε μια αγορά στο Παρίσι, αφού αρνήθηκε να πληρώσει πρόστιμο.[137] Τρεις αστυνομικοί την ακινητοποίησαν κρατώντας την στο έδαφος. Τουλάχιστον έξι αστυνομικοί, συμπεριλαμβανομένου ενός οπλισμένου με αυτόματο τουφέκι, βρέθηκαν γύρω της. Η μητέρα της επιχείρησε να ξεκινήσει διάλογο με την αστυνομία αναφέροντας: «Είναι η κόρη μου. Είναι μόνο 17 ετών, κύριε, είναι ήρεμη», αλλά κανένας από αυτούς δεν απάντησε ούτε προσπάθησε να συνομιλήσει με τη γυναίκα που βρίσκονταν έδαφος για να ηρεμήσει την κατάσταση και να τερματίσει τη χρήση βίας. Στις 19 Μαρτίου, η Ramatoulaye B., μια 19χρονη μαύρη γυναίκα πήγαινε για ψώνια με τον επτάχρονο αδερφό της κοντά στο σπίτι της στο Aubervilliers, όταν την σταμάτησαν οκτώ αστυνομικοί για να ελέγξουν το έντυπο εξουσιοδότησής της για έξοδο, το οποίο απαιτούνταν κατά τη διάρκεια του απαγόρευσης κυκλοφορίας.[138]  Ένας αστυνομικός χρησιμοποίησε ένα όπλο ηλεκτροσόκ (τέιζερ) σε λειτουργία αναισθητοποίησης με την επαφή, με το οποίο την χτύπησε στο στήθος. Η Ramatoulaye έπεσε κάτω και ο αστυνομικός την κράτησε στο έδαφος. Ο επτάχρονος αδερφός της ήταν μάρτυρας, ενώ στεκόταν κοντά σε δύο άλλους αστυνομικούς. Ως αποτέλεσμα των τραυματισμών της, ένας γιατρός έδωσε αναρρωτική άδεια πέντε ημερών στην Ramatoulaye.[139] Η Διεθνής Αμνηστία ζητά την απαγόρευση της χρήσης της λειτουργίας αναισθητοποίησης μέσω της επαφής στα όπλα ηλεκτροσόκ, επειδή ο μόνος στόχος της είναι να προκαλέσει πόνο.

Στην Τουλούζη, ένας άντρας που συνελήφθη το βράδυ της 24ης  προς 25ης Απριλίου ακινητοποιήθηκε στο έδαφος και του περάστηκαν χειροπέδες με τα χέρια πίσω από την πλάτη του. Πλάνα βίντεο διάρκειας 30 δευτερολέπτων από το περιστατικό δείχνουν τον άντρα να βρίσκεται μπρούμητα στο έδαφος, με χειροπέδες με τα χέρια πίσω από την πλάτη του, ενώ ένας αστυνομικός τον ακινητοποιεί πιέζοντας το γόνατο του στο στήθος του. Δεν είναι γνωστό για πόση ώρα ο αστυνομικός έμεινε σε αυτήν τη θέση.[140] Η Διεθνής Αμνηστία έχει επανειλημμένα επικρίνει τη χρήση αυτής της τεχνικής που μπορεί να οδηγήσει σε ασφυξία και ως εκ τούτου ενέχει θανατηφόρο κίνδυνο.[141] Η Διεθνής Αμνηστία ζήτησε να απαγορευτεί αυτή η μορφή ακινητοποίησης στη Γαλλία λόγω του μεγάλου αριθμού θανάτων που συνδέονται με τη χρήση της, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων του Adama Traoré (19 Ιουλίου 2016) και του Cedric Chouviat (3 Ιανουαρίου 2020). [142]

Οι Γάλλοι αστυνομικοί επίσης περιόρισαν άσκοπα το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης κατά την απαγόρευση κυκλοφορίας. Στις 21 Απριλίου, η αστυνομία πήγε σε ένα διαμέρισμα στην Τουλούζη και ζήτησε από τους έξι κατοίκους του να αφαιρέσουν ένα πανό που είχαν κρεμάσει έξω από το παράθυρό τους. Το πανό έγραφε: «Macronavirus, à quand la fin?» («Πότε θα τελειώσει ο ιός Macron;»). Η αστυνομία δεν αιτιολόγησε το αίτημά τους για το κατέβασμα του πανό και ζήτησε να ελέγξει τις ταυτότητες των έξι συγκατοίκων. Μία από αυτούς, η Raphaelle, τους έδωσε το όνομά της. Την επόμενη μέρα, έλαβε μια κλήση για να εμφανιστεί στο αστυνομικό τμήμα. Στις 23 Απριλίου, η αστυνομία την έθεσε σε προφυλάκιση για προσβολή δημόσιου υπαλλήλου, δηλαδή του Προέδρου της γαλλικής Δημοκρατίας Emmanuel Macron. Πέρασε τέσσερις ώρες υπό κράτηση χωρίς να της απαγγελθούν κατηγορίες, έως ότου ελευθερωθεί χωρίς κατηγορίες εναντίον της.[143] Παρόμοια περιστατικά συνέβησαν σε άλλες γαλλικές πόλεις.[144] Για παράδειγμα, στις 14 Απριλίου, δύο αστυνομικοί βρέθηκαν στο διαμέρισμα όπου ζούσαν ο Simon και ο Thomas στο Παρίσι και τους ζήτησαν να αφαιρέσουν ένα πανό που έγραφε «Macron, on t'attend a la sortie» [«Macron, θα σε περιμένουμε στην έξοδο»]. Οι δύο αξιωματικοί τους είπαν ότι το πανό τους δεν εκτιμήθηκε από όλους και ότι θα μπορούσαν να τους ασκηθούν καταγγελίες.[145]  Παρόμοιες επισκέψεις σε σπίτια από την αστυνομία αναφέρθηκαν σε άλλες γαλλικές πόλεις. Το αίτημα της αστυνομίας να αφαιρεθούν τα πανό και η κράτηση της Raphaelle για προσβολή πριν της απαγγελθούν κατηγορίες συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης.

Οι διαθέσιμες πληροφορίες δείχνουν ότι η επιβολή μέτρων για την καταπολέμηση της πανδημίας του κορονοϊού στη Γαλλία είχε δυσανάλογο αντίκτυπο σε μέλη συγκεκριμένων φυλετικών ομάδων και κατοίκων γειτονιών εργατικής τάξης. Επιπλέον, σε περιστατικά που τεκμηριώνονται από τη Διεθνή Αμνηστία, υπάλληλοι επιβολής του νόμου κατέφυγαν στην παράνομη χρήση βίας κατά την επιβολή των μέτρων, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ισοδυναμούν με απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

ΕΛΛΑΔΑ

Στις αρχές Μαΐου 2020, οι ελληνικές αρχές άρχισαν σταδιακά να μετριάζουν τα μέτρα που εγκρίθηκαν τον Μάρτιο για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού, τα οποία είχαν περιορίσει σημαντικά τα ανθρώπινα δικαιώματα.[146] Ωστόσο, οι περιορισμοί στις δημόσιες συγκεντρώσεις άνω των 10 ατόμων παρέμειναν σε ισχύ.[147] Αναφέρθηκαν περιστατικά σχετικά με την υπερβολική χρήση βίας από αστυνομικούς και την κακομεταχείριση ατόμων που συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας, μετά την χαλάρωση των μέτρων.[148]

Το πρώτο περιστατικό αφορούσε την αναφερόμενη κατάχρηση δακρυγόνων από την αστυνομία το απόγευμα της 5ης Μαΐου  με σκοπό να διαλυθεί ένα πλήθος ανθρώπων που κάθονταν στην πλατεία του Αγίου Ιωάννη στη γειτονιά της Αγίας Παρασκευής στην Αθήνα.[149]

Το δεύτερο περιστατικό αφορούσε την κατάχρηση δακρυγόνων και την κακομεταχείριση από την αστυνομία ατόμων που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου στη γειτονιά της Κυψέλης της Αθήνας τις πρώτες ώρες της 9ης Μαΐου και την κακομεταχείριση ενός κατοίκου της γειτονιάς που δεν ήταν παρών στην πλατεία, αλλά τυχαία βρέθηκε εκεί κοντά. Αρκετές μαρτυρίες που δημοσιεύθηκαν στα εθνικά μέσα ενημέρωσης[150] και δηλώσεις που δόθηκαν στη Διεθνή Αμνηστία περιέγραφαν μια απρόκλητη επίθεση εναντίον ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν ειρηνικά στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου εκείνο το βράδυ για να απολαύσουν ένα ποτό και να συναντήσουν φίλους (χωρίς προηγούμενο αίτημα της αστυνομίας να διαλυθεί η συνάθροιση). Περιέγραψαν επίσης αδικαιολόγητη χρήση χημικών, ξυλοδαρμούς, λεκτικές επιθέσεις και απειλές από τα ΜΑΤ, καθώς και αστυνομικούς που ανήκουν στην Ομάδα ΔΡΑΣΗ.[151]

Ο Ν. που ήταν μεταξύ των ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου εκείνο το βράδυ, περιέγραψε την επίθεση της αστυνομίας κατά του πλήθους που συγκεντρώθηκε εκεί. Είπε στη Διεθνή Αμνηστία: «Ήταν λίγο πριν τις 2 π.μ. και τα φώτα στην πλατεία έσβησαν ξανά και επικράτησε πλήρες σκοτάδι. Σε δευτερόλεπτα ξεκίνησαν να πέφτουν χειροβομβίδες κρότου- λάμψης και να προκαλείται καπνός. Η αναπνοή μας έμοιαζε να σταματά και μια αστυνομική μονάδα ήρθε και έσπρωχνε τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι έτρεχαν προς την οδό Κυψέλης και σε όλη τη διαδρομή γινόταν ρίψη δακρυγόνων. Φτάσαμε στην οδό Κυψέλης και στάθηκα για λίγο… εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν μοτοσικλέτες της αστυνομίας. Ακολούθησαν τους ανθρώπους που έτρεξαν προς τους μικρούς δρόμους και μπόρεσα να δω ότι [οι αστυνομικοί] εγκατέλειψαν τις μοτοσικλέτες τους και έτρεχαν αριστερά και δεξιά με τα γκλομπ τους».[152]

Τρία άλλα άτομα δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι η αστυνομία χρησιμοποίησε παράνομη βία για να διαλύσει το πλήθος. Ο Γ. περιέγραψε πώς εκείνη τη νύχτα ήταν με την κοπέλα του και έναν φίλο του στο σπίτι βλέποντας ταινία και άκουσε γυναίκες να φωνάζουν, κάτι που τον ώθησε να βγει έξω για να δει τι συνέβαινε. Ένας αστυνομικός τον συνέλαβε λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι του, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες του, λέγοντας ότι ήταν κάτοικος της περιοχής. Στη συνέχεια δέχθηκε κλωτσιές και χτυπήματα από αρκετούς αστυνομικούς σε όλο το σώμα και το κεφάλι του ενώ βρισκόταν ξαπλωμένος στο έδαφος.[153]

Ο Α, ήταν επίσης στην πλατεία εκείνο το βράδυ και περιέγραψε πώς έπεσε στο έδαφος μετά από χτύπημα από μοτοσικλέτα αστυνομικού. Είπε στη Διεθνή Αμνηστία: «Πολλοί αστυνομικοί της ομάδας ΔΕΛΤΑ ήρθαν μαζί και με χτύπησαν με ένα γκλομπ στο κεφάλι, τα πλευρά, τα πόδια… Από τη στιγμή που έπεσα στο έδαφος μαζί με το ποδήλατο, δεν προσπάθησα να τρέξω ή να κάνω νευρικές κινήσεις. Φώναξα «Με πιάσατε, με πιάσατε, ηρεμήστε», αλλά ο ξυλοδαρμός δεν σταμάτησε».[154]

Ο X., περιέγραψε τόσο την κακομεταχείριση του A. όσο και τη δική του εμπειρία:

«Ξαφνικά, μια μοτοσικλέτα [των δυνάμεων] ΔΕΛΤΑ άρχισε να οδηγεί με ακραία ταχύτητα προς τους ανθρώπους που έφευγαν. Ο οδηγός της φρέναρε ρίχνοντας τη μοτοσικλέτα πάνω σε έναν άντρα που ήταν λίγα μέτρα μπροστά μου… Ο αστυνομικός πήδηξε από τη σέλα πριν ρίξει τη μοτοσικλέτα του πάνω τον άντρα που βρίσκονταν στον δρόμο. Η μοτοσικλέτα χτύπησε τον άντρα που έπεσε στο έδαφος… και [ο αστυνομικός] έβγαλε το γκλομπ του και άρχισε να τον χτυπά. Εκείνη τη στιγμή, ένας άλλος [αστυνομικός των δυνάμεων ΔΕΛΤΑ] που ερχόταν από πίσω, έτρεξε και με χτύπησε με ένα γκλομπ στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, ουρλιάζοντας… Δεν είχα την ευκαιρία να τον δω ή να αντιδράσω και το κεφάλι μου άρχισε να αιμορραγεί αδιάκοπα»[155]

Σύμφωνα με μάρτυρες που έδωσαν συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία, η αστυνομία μετέφερε άτομα και τους κράτησε στο αστυνομικό τμήμα της Κυψέλης χωρίς να ληφθούν μέτρα για την προστασία τους από τη μόλυνση του κορονοϊού. Επιπλέον, στα άτομα που κρατήθηκαν δεν επετράπη να επικοινωνήσουν με τους δικηγόρους τους για αρκετές ώρες και δεν έλαβαν ιατρική βοήθεια για τους τραυματισμούς τους. Πέντε από τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των A. και Γ., κατηγορήθηκαν για πρόκληση σωματικής βλάβης στους αστυνομικούς, αντίσταση, ανυπακοή στην εξουσία και λεκτική επίθεση. Σε συνεντεύξεις με τη Διεθνή Αμνηστία, οι A. και Γ. τόνισαν ότι οι κατηγορίες εναντίον τους ήταν ψευδείς.

Στην απάντησή τους σε αναφορές υπερβολικής χρήσης βίας, στην περίπτωση της εκκένωσης της πλατείας του Αγίου Ιωάννη, οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι είχαν ριχθεί πέτρες προς την αστυνομία.[156] Στην περίπτωση της επιχείρησης στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη εξέδωσε δήλωση που αρνείται ότι η παρέμβασή τους σχετίζεται με μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας, δηλώνοντας ότι προκλήθηκε από μια κλήση ενός 52χρονου άνδρα που είχε ισχυριστεί ότι η ζωή του ήταν σε κίνδυνο και ότι όταν έφτασε η αστυνομία, το πλήθος τους πέταξε μπουκάλια, πέτρες και ξύλα. Η δήλωση ανέφερε επίσης ότι ο 52χρονος κατηγορήθηκε για «ψευδές κάλεσμα για βοήθεια».[157]

Σε ένα άλλο περιστατικό αργά το απόγευμα της 15ης Μαΐου, τα ΜΑΤ χρησιμοποίησαν, σύμφωνα με πληροφορίες, υπερβολική βία και πέταξαν χειροβομβίδες κρότου-λάμψης και χημικά για να διαλύσουν ένα πλήθος που συγκεντρώθηκε στην πλατεία Καλλιθέας στη Θεσσαλονίκη.[158] Ένα βίντεο που δημοσιεύτηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνει μια ομάδα νέων που διαπραγματεύονται ειρηνικά με ΜΑΤ πριν ένας αστυνομικός αρχίσει να τους σπρώχνει με την ασπίδα του. [159]

ΙΤΑΛΙΑ

Τα ΜΜΕ αναφέρουν φερόμενη παράνομη χρήση βίας από την αστυνομία στην Ιταλία κατά την επιβολή των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας λόγω του κορονοϊού.[160] Για παράδειγμα, στις 14 Απριλίου 2020, αρκετοί αστυνομικοί στην Κατάνια (νότια Ιταλία) ακινητοποίησαν έναν άνδρα στο έδαφος χτυπώντας τον με γκλομπ, αφού αυτός προσπάθησε να επιβιβαστεί σε λεωφορείο. Σε ένα βίντεο που εξετάστηκε από τη Διεθνή Αμνηστία, ο άντρας δεν φαίνεται να αποτελεί απειλή για τους υπαλλήλους επιβολής του νόμου. Σύμφωνα με δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, ο άνδρας υπέφερε από κακή ψυχική υγεία και ο οδηγός λεωφορείου κάλεσε ασθενοφόρο καθώς ένα από τα χέρια του αιμορραγούσε.[161]

Το πρωί της 25ης Απριλίου, Εθνική Ημέρα Απελευθέρωσης της Ιταλίας, η αστυνομία σταμάτησε μια ομάδα περίπου 10 ατόμων στο Crescenzago (περιοχή του Μιλάνου) στον δρόμο τους προς ένα μνημείο που τιμά τους αντιφασίστες αντιστασιακούς του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Ένα βίντεο που τραβήχτηκε από κατοίκους της περιοχής και στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο δείχνει περίπου 10 υπαλλήλους επιβολής του νόμου να χρησιμοποιούν δυσανάλογη βία εναντίον ορισμένων μελών της ομάδας.[162] Ένας άντρας μεγαλύτερης ηλικίας που βρίσκονταν πάνω σε ποδήλατο σπρώχτηκε στο έδαφος, μια γυναίκα χτυπήθηκε στο πρόσωπο με αγκωνιά και μια άλλη γυναίκα σπρώχτηκε και έπεσε στο έδαφος. Η αστυνομία πέρασε χειροπέδες σε μια γυναίκα και την μετέφερε στο περιπολικό, ενώ ένα άλλο άτομο φώναξε: «Πηγαίνουμε να αφήσουμε λουλούδια στους αντάρτες, τι κάνεις;».

Σύμφωνα με δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, οι αρχές δικαιολόγησαν την αστυνομική παρέμβαση υποστηρίζοντας ότι αποσκοπούσε στην επιβολή μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας, τα οποία περιλάμβαναν απαγόρευση δημόσιων συγκεντρώσεων. Ενώ η διάλυση της συγκέντρωσης ενδέχεται να ήταν απαραίτητη για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τα μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας για την καταπολέμηση της πανδημίας, η χρήση βίας εναντίον ατόμων που δεν αποτελούν απειλή για τους υπαλλήλους επιβολής του νόμου φαίνεται να είναι δυσανάλογη για την επίτευξη του νόμιμου στόχου προστασίας της δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι αστυνομικοί μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο την αναγκαία και αναλογική βία για την επίτευξη ενός νόμιμου στόχου, ακόμη και σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει οι αρχές να καταφύγουν στη χρήση βίας ως μέσο τιμωρίας για παραβιάσεις μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας. Θα πρέπει επίσης να αποφεύγουν, στο μέτρο του δυνατού, να θέτουν οποιοδήποτε άτομο υπό αστυνομική κράτηση, δεδομένου του αυξημένου κινδύνου μετάδοσης του ιού, και αντ' αυτού να εξετάζουν εναλλακτικά μέτρα.

Σε όσους συμμετείχαν στη συγκέντρωση θα έπρεπε είχε δοθεί η ευκαιρία να διαλυθούν εθελοντικά και η αστυνομία θα έπρεπε να εξετάσει τη χρήση βίας μόνο ως έσχατη λύση. Κατά την εξέταση της δυνατότητας χρήσης βίας, οι αρχές πρέπει να αναλογιστούν τους σχετικούς κινδύνους, ιδίως εάν η αναγκαστική διασπορά μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερους κινδύνους μόλυνσης (για παράδειγμα, ως αποτέλεσμα άμεσης επαφής μεταξύ αστυνομικών και συμμετεχόντων ή ως αποτέλεσμα της διαταραχής που μπορεί να προκαλέσει η αναγκαστική διασπορά) ή σε τραυματισμούς που θα δημιουργούσαν ένα πολύ μεγαλύτερο βάρος για το σύστημα υγείας από το αν άφηναν τη συγκέντρωση να συνεχίσει.

ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Στις 19 Μαρτίου 2020, το ρουμανικό κοινοβούλιο ενέκρινε διάταγμα με το οποίο κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η κυβέρνηση υιοθέτησε διάφορα νομοθετήματα έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων τροποποιήσεων στον Ποινικό Κώδικα, που εισήγαγε νέες κυρώσεις και εγκλήματα που σχετίζονται με την πανδημία του κορονοϊού. Αυτά περιλάμβαναν ποινικοποίηση της μη συμμόρφωσης με νοσηλεία ή μέτρα καραντίνας και εκείνων που «με τις πράξεις τους προκαλούν μόλυνση άλλων ατόμων». [163] Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έληξε στις 14 Μαΐου 2020.

Ενώ υπήρχε η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι ΜΚΟ και τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν σοβαρά περιστατικά παράνομης χρήσης βίας, καθώς και ισχυρισμούς για κακομεταχείριση των Ρομά από την αστυνομία. Αρκετά από αυτά τα περιστατικά συμπεριελήφθησαν σε ανοικτή επιστολή δύο οργανώσεων προς την κυβέρνηση, με ημερομηνία 23 Απριλίου 2020: τη Romani-CRISS και την Ένωση Πολιτών Νέων Ρομά στη Ρουμανία.[164]

Στις 18 Απριλίου, τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι κατά τη διάρκεια μιας αστυνομικής επιχείρησης σε έναν οικισμό Ρομά στο νομό Bolintin–Vale, Giurgiu, η αστυνομία κακοποίησε σωματικά οκτώ άντρες Ρομά όσο ήταν ακινητοποιημένοι στο έδαφος με χειροπέδες. Ένα βίντεο κατέγραψε τους άντρες να ουρλιάζουν από τον πόνο, ενώ η αστυνομία τους χτυπούσε.[165] Η οργάνωση Romani-CRISS ανέφερε ότι η αστυνομία κακοποίησε επίσης ένα 13χρονο αγόρι κατά τη διάρκεια της επιχείρησης και ότι μετά το περιστατικό οι κάτοικοι του οικισμού κοιμήθηκαν στα χωράφια για να κρυφτούν από την αστυνομία.[166] Σύμφωνα με δηλώσεις των κατοίκων, οι αστυνομικοί τους έβγαλαν από τα σπίτια τους και τους χτύπησαν με γκλομπ στο σώμα και τα γυμνά τους πόδια. Σε απάντηση της δημόσιας πίεσης μετά την ευρεία δημοσίευση του περιστατικού στα μέσα ενημέρωσης, ο εισαγγελέας ξεκίνησε ποινική έρευνα για την υπόθεση και ο Υπουργός Εσωτερικών απέλυσε τον επικεφαλής της αστυνομίας Bolintin-Vale, ο οποίος είχε ηγηθεί της επιχείρησης.[167] Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Δικαιώματα των Ρομά εξέφρασε επίσης ανησυχίες σχετικά με αυτή και άλλες αναφερόμενες περιπτώσεις αστυνομικής βίας κατά των Ρομά που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των μέτρων έκτακτης ανάγκης για τον κορονοϊό.[168]

Σύμφωνα με δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, στις 20 Απριλίου, το Υπουργείο Εσωτερικών διέταξε την πρόσληψη 154 αστυνομικών ομάδων, συνολικά περίπου 1.500 αστυνομικών και χωροφυλακών, σε περιοχές όπου είχαν αναφερθεί «βίαια επεισόδια» τις προηγούμενες ημέρες.[169] Ο Υπουργός δήλωσε ότι «οι πρόσθετοι πόροι θα κατευθυνθούν σε περιοχές με αυξημένο κίνδυνο εγκληματικότητας, κοινότητες με άτομα που έχουν επιστρέψει πρόσφατα από το εξωτερικό και είναι γνωστά για εγκληματικές δραστηριότητες».[170] Επιπλέον, δύο ελικόπτερα χρησιμοποιήθηκαν σε περιπολίες στο Βουκουρέστι και στις κομητείες Ilfov, Ialomița, Prahova, Argeș, Teleorman, Giurgiu και Călărași. Τα στοιχεία από τον Άτλαντα των περιθωριοποιημένων περιοχών του 2016 και την απογραφή του πληθυσμού του 2011 υποδηλώνουν ότι πολλές από αυτές τις περιοχές έχουν σημαντικό πληθυσμό Ρομά.[171] Ο Αρχηγός της Υπηρεσίας Παρεμβάσεων και Ειδικών Δράσεων, μια κεντρική μονάδα της ρουμανικής αστυνομίας, δήλωσε ότι η τακτική και η φύση οποιασδήποτε παρέμβασης καθοδηγείται από δύο αρχές: «τη σταδιακή απόκριση και την αναλογικότητα». Πρόσθεσε ότι η χρήση θανατηφόρας βίας ήταν η τελευταία λύση.[172]  Ωστόσο, απαντώντας σε ισχυρισμούς για πράξεις βίας από κατοίκους αυτών των γειτονιών, ο αρχηγός του υπουργικού συμβουλίου του Υπουργού Εσωτερικών είπε στα ΜΜΕ ότι οι υπάλληλοι επιβολής του νόμου θα κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και δήλωσε ότι «η βία πρέπει να αντιμετωπιστεί με βία».[173]

Στις 30 Απριλίου, ακτιβιστές/ριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν μια άλλη περίπτωση δυσανάλογης χρήσης βίας κατά τη διάρκεια αστυνομικής επέμβασης σε μια γειτονιά Ρομά στο Βουκουρέστι, στην περιοχή Ferentari.[174] Σύμφωνα με αναφορές, αστυνομικοί κυνηγούσαν αρκετούς νέους/ες Ρομά που βρίσκονταν στην είσοδο ενός συγκροτήματος διαμερισμάτων και έριξαν δακρυγόνα στους διαδρόμους και σε ορισμένα σπίτια.[175] Οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν έξω από το συγκρότημα για να ξεφύγουν από τα δακρυγόνα καθώς είχαν δυσκολία στην αναπνοή. Σύμφωνα με πληροφορίες, ένας από τους αστυνομικούς προσπάθησε να ρίξει μια προειδοποιητική βολή, αλλά τον σταμάτησε ένας από τους συναδέλφους του. Σύμφωνα με τις βασικές αρχές του ΟΗΕ για τη χρήση βίας και πυροβόλων όπλων από αξιωματούχους επιβολής του νόμου, χημικά ερεθιστικά, όπως δακρυγόνα, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε κλειστούς χώρους.

ΙΣΠΑΝΙΑ

Στη Ισπανία, ο κατ’ οίκον περιορισμός που επιβλήθηκε στις 15 Μαρτίου 2020 για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού, περιελάμβανε περιορισμούς στο δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης. Από 15 Μαρτίου έως 2 Μαΐου, οι αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες ανέλαβαν την επιβολή των συγκεκριμένων μέτρων, κατέγραψαν περισσότερες από ένα εκατομμύρια παραβιάσεις των μέτρων της απαγόρευσης κυκλοφορίας και συνέλαβαν περισσότερους από 8.500 ανθρώπους, σύμφωνα με τον Υπουργό Εσωτερικών. [176]

Εκατοντάδες βίντεο που αναρτήθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή σε άλλες διαδικτυακές πλατφόρμες απεικονίζουν περιστατικά, στα οποία οι αστυνομικές δυνάμεις κατέφυγαν σε παράνομη χρήση βίας. Για παράδειγμα σε πολλές περιπτώσεις οι αστυνομικές αρχές χτύπησαν ή έσπρωξαν ανθρώπους που δεν προέβαλαν καμία αντίσταση σε ελέγχους εξακρίβωσης στοιχείων ή συλλήψεις. Η οργάνωση Rights International Spain (RIS) συγκέντρωσε 70 περιστατικά διακρίσεων και αστυνομικής βίας, συμπεριλαμβάνοντας και περιπτώσεις φυλετικών διακρίσεων και μη νόμιμη χρήση βίας μεταξύ 15 Μαρτίου και 2 Μαΐου 2020 στην Ισπανία. [177]

Η Διεθνής Αμνηστία τεκμηρίωσε τρία βίντεο στα οποία οι αστυνομικές αρχές παρουσιάζονται να ασκούν είτε μη αναγκαία είτε δυσανάλογη βία. Σε ένα από τα βίντεο που δημοσιεύθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 19 Απριλίου[178], οι αστυνομικές αρχές σταμάτησαν έναν άντρα και μία γυναίκα που επέβαιναν σε ένα αυτοκίνητο. Ένας αστυνομικός ζήτησε από τον άντρα να κατεβάσει το παντελόνι και το εσώρουχό του, καθώς στεκόταν στο πεζοδρόμιο. Ύστερα ο αστυνομικός έσπρωξε τον άντρα, παρόλο που ο τελευταίος δεν είχε προβάλει καμία αντίσταση, ούτε είχε προσπαθήσει να πλησιάσει τον αστυνομικό. Όταν η γυναίκα ζήτησε από τον αστυνομικό να αφήσει τον άντρα ήσυχο, μερικοί αστυνομικοί έσπρωξαν αυτή και τον άντρα βίαια προς το έδαφος. Τουλάχιστον ένας αστυνομικός χτύπησε τη γυναίκα με το γκλομπ καθώς την έσπρωξε στο έδαφος. Παρόλο που η Διεθνής Αμνηστία δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει το μέρος που βιντεοσκοπήθηκε το περιστατικό, τα δύο αστυνομικά αυτοκίνητα που εμφανίζονται στο βίντεο ανήκουν σε τμήμα της αστυνομίας στην περιοχή της Βαλένθια (Communitat Valenciana).

Σε άλλο βίντεο που αναρτήθηκε στο Youtube στις 29 Μαρτίου και τραβήχτηκε στον δρόμο San Fransisco στο Μπιλμπάο[179], δύο αστυνομικοί σταμάτησαν στο δρόμο ένα νέο άνδρα Νοτιοαφρικανικής καταγωγής. Κάποια στιγμή ο νεαρός άνδρας, που ύψωσε τον τόνο της φωνής του και επαναλαμβανόμενα φώναζε «Δεν με ενδιαφέρει» («No me importa»), πλησίασε τον έναν αστυνομικό, ο οποίος στη συνέχεια τον έσπρωξε και χτύπησε βίαια με το γκλομπ του. Όσο οι δύο αστυνομικοί κρατούσαν τον άνδρα κολλημένο στον τοίχο με τα χέρια του πίσω από την πλάτη, εμφανίστηκε μία γυναίκα και ενημέρωσε τους αστυνομικούς πως ο συγκεκριμένος νεαρός ήταν γιος της και πως η ψυχική του υγεία δεν ήταν καλή. Οι αστυνομικοί κράτησαν τη γυναίκα σε απόσταση, αλλά κατόπιν  συνεχόμενων προσπαθειών της να τους προσεγγίσει, ένας αστυνομικός τη χτύπησε με το γκλομπ του τουλάχιστον δύο φορές προτού την ακινητοποιήσει στο έδαφος. Τρεις αστυνομικοί την κράτησαν στο έδαφος προτού τη συλλάβουν. Περαιτέρω ανάλυση του βίντεο καθιστά σαφές πως οι αστυνομικοί δεν επέβαλαν την ελάχιστη βία που η κατάσταση επέβαλε προκειμένου να πετύχουν το σκοπό τους, αν κριθεί πως η βία ήταν όντως απαραίτητη στην προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, η επαναλαμβανόμενη χρήση βίας απέναντι στον άνδρα και τη γυναίκα συνεπάγεται δυσανάλογη χρήση βίας. Σύμφωνα με αναφορές των μέσων ενημέρωσης , η Βασκική κυβέρνηση προχώρησε σε έρευνα σχετικά με τη χρήση βίας στη συγκεκριμένη υπόθεση, το αποτέλεσμα της οποίας δεν ήταν γνωστό όταν η παρούσα έκθεση δημοσιεύτηκε στον τύπο (μέσα Ιουνίου του 2020). [180]

Σύμφωνα με πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από τη Διεθνή Αμνηστία, στους ανθρώπους που τράβηξαν το βίντεο της αστυνομικής επιχείρησης  επιβλήθηκε πρόστιμο για «απαγορευμένη χρήση εικόνων των αστυνομικών δυνάμεων» και «έλλειψη σεβασμού απέναντι στις αστυνομικές δυνάμεις» (Άρθρα 36.23 και 37.4 ). Η πρώτη κατηγορία είναι ιδιαίτερα προβληματική αφού περιορίζει δυσανάλογα το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, το οποίο περιλαμβάνει επίσης και το δικαίωμα να παρέχονται πληροφορίες στο κοινό σχετικές με τις δραστηριότητες της αστυνομίας. Επιπλέον, σύμφωνα με πληροφορίες διαθέσιμες στη Διεθνή Αμνηστία, οι αρχές κατηγόρησαν ένα άτομο για περιφρόνηση των αρχών για χρήση υποτιμητικών χαρακτηρισμών κατά της αστυνομίας. Η Διεθνής Αμνηστία έχει εκφράσει συχνά τις ανησυχίες της σχετικά με την ασαφή διατύπωση του Άρθρου 37.4 του Νόμου για την Προστασία της Ασφάλειας των πολιτών, η οποία έχει οδηγήσει στην επιβολή προστίμου σε χιλιάδες ανθρώπους κάθε χρόνο.

Σε ένα άλλο βίντεο που δημοσιεύτηκε στο Twitter στις 17 Απριλίου,[181]  δύο αστυνομικοί στην Μάλαγα χτύπησαν έναν άντρα με τα γκλομπ τους αρκετές φορές προτού τον συλλάβουν. Τουλάχιστον άλλοι πέντε αστυνομικοί επιτέθηκαν επίσης στον άνδρα ο οποίος βρισκόταν  ξαπλωμένος στο έδαφος. Αρκετοί αστυνομικοί χτύπησαν τον άνδρα με τα γκλομπ ενώ ένας τον κλώτσησε. Ο άντρας δεν αντιστάθηκε στη σύλληψη ούτε απείλησε την ασφάλεια των δύο πρώτων αστυνομικών, που εμφανίζονται στο βίντεο. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο άντρας ήταν άστεγος και τριγυρνούσε στην στάση του λεωφορείου φωνάζοντας πως ήταν φορέας κορονοϊού, κρατώντας μαχαίρι. [182] Ωστόσο, είναι εμφανές από το βίντεο πως ο εν λόγω άντρας δεν κρατούσε μαχαίρι κατά τη διάρκεια της σύλληψης. Οι αστυνομικές δυνάμεις παρόλα’ αυτά κατέληξαν σε δυσανάλογη χρήση βίας.

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία της σχετικά με τη μη νόμιμη χρήση βίας που ασκήθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις κατά την επιβολή των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας στην Ισπανία. Στο παρελθόν είχε επίσης τονίσει την έλλειψη άμεσης, αμερόληπτης και διεξοδικής έρευνας ισχυρισμών σχετικά με τη μη νόμιμη χρήση βίας , όπως επίσης και για μεροληπτικούς ελέγχους της αστυνομίας σε πολίτες. [183]  Επιπλέον, η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία της σχετικά με την επιβολή δυσανάλογων περιορισμών στο δικαίωμα της ελευθερίας λόγου και έκφρασης που σχετίζεται με το Νόμο για την Προστασία της Ασφάλειας των  πολιτών.[184]

ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΣΕ ΑΣΤΕΓΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

Κάθε μέτρο που το κράτος επιβάλει για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων της απαγόρευσης κυκλοφορίας, πρέπει να σέβεται την αρχή τη μη διάκρισης. [185] Οι κυβερνήσεις οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα μέτρα, όπως αυτά του περιορισμού της ελεύθερης μετακίνησης ή του εγκλεισμού, της καραντίνας ή των απαγορεύσεων κυκλοφορίας δεν πρέπει άμεσα ή έμμεσα να προβαίνουν σε διακρίσεις. Συγκεκριμένα, οι αρχές πρέπει να  διασφαλίζουν ότι τα μέτρα αυτά δεν θα έχουν δυσανάλογη επιρροή σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, ανθρώπων που ζουν σε άτυπους οικισμούς (δομές) ή αστέγων. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να διαβεβαιώσουν ότι οι συγκεκριμένες ομάδες μπορούν αποτελεσματικά να προστατευτούν από την επαφή με το ιό. [186]

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί ότι η εφαρμογή ορισμένων μέτρων, συγκεκριμένα εκείνων που περιόρισαν  το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης, είχε δυσανάλογη επιρροή σε κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των  φυλετικών μειονοτήτων. Αυτά τα μέτρα είχαν επίσης δυσανάλογη επιρροή σε ανθρώπους που είναι άστεγοι/ες. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι οργανώσεις αναφέρουν εκατοντάδες περιπτώσεις στις οποίες οι αστυνομικές δυνάμεις επέβαλαν πρόστιμα σε αστέγους, εξαιτίας της αδυναμίας των τελευταίων να προσαρμοστούν στα μέτρα καραντίνας και στους περιορισμούς της ελευθερίας της μετακίνησης. [187]

Τουλάχιστον 700.000 άνθρωποι είναι άστεγοι/ες (άνθρωποι χωρίς στέγη, χωρίς σταθερή κατοικία ή άνθρωποι που ζουν σε ακατάλληλους χώρους)[188] στη συγκεκριμένη περιοχή.[189]  Η έλλειψη στέγης για ένα μέρος του πληθυσμού είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας του κράτους να προστατέψει και να ικανοποιήσει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου σε επαρκή στέγαση και απαιτεί μία επείγουσα και άμεση απάντηση από πλευράς ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Ειδικός Εκπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών διευκρίνισε σχετικά με το δικαίωμα στην επαρκή στέγαση ότι η έλλειψη στέγης, και κατά τη διάρκεια μίας κρίσης, καθώς και ανεξάρτητα από την εθνικότητα και το νομικό καθεστώς του ανθρώπου , αποτελεί μία prima facie παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αναστείλουν την βασική υποχρέωση προστασίας του δικαιώματος σε επαρκή στέγαση ή το δικαίωμα στην υγεία και στη  διατροφή, ακόμα και υπό το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης. Αυτό περιλαμβάνει την υποχρέωση «άμεσης παροχής στέγασης σε όλους τους αστέγους που ζουν έξω ή στους δρόμους, με την προοπτική της μετάβασης αυτών σε κατάσταση μόνιμης στέγασης, ώστε και με το πέρας της πανδημίας να μην γυρίσουν στην προηγούμενη κατάσταση».[190]

Η πανδημία του κορονοϊού θέτει τους αστέγους σε αυξημένο κίνδυνο. Η έλλειψη πρόσβασης σε επαρκή στέγαση, καθώς και η αδυναμία πρόσβασης σε νερό και είδη υγιεινής, εμποδίζει την ικανότητα των συγκεκριμένων ανθρώπων να συμμορφωθούν με τα απαιτούμενα μέτρα, όπως το συχνό πλύσιμο των χεριών, τη διατήρηση αποστάσεων σε ανοιχτούς χώρους, ή τον αυτοπεριορισμό. Παρότι έγιναν κάποιες θετικές κινήσεις στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων με στόχο την παροχή υποστήριξης και προσωρινής στέγασης σε αυτούς που είχαν ανάγκη -συμπεριλαμβανομένης της αύξησης του αριθμού των στέγων, των ξενοδοχείων και των κατοικιών που χρησιμοποιούνται περιστασιακά, και άλλων προσπαθειών με σκοπό την παροχή καταλυμάτων - αυτές δεν ήταν επαρκείς ώστε να καλύψουν το μέγεθος της ανάγκης. Επιπλέον υπάρχουν σοβαρές υποψίες ότι σε μερικές χώρες, όπως για παράδειγμα στην Ιταλία, επιβλήθηκαν πρόστιμα σε αστέγους για μη συμμόρφωση με τα μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας.[191] Πρόστιμα ή ειδοποιήσεις για επιβολή ποινής εξαιτίας μη συμμόρφωσης δόθηκαν επίσης σε αστέγους στην Γαλλία, στην Ισπανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τη δεδομένη χρονική στιγμή, κάποιες υποθέσεις εκκρεμούν δικαστικά, ενώ κάποια πρόστιμα έχουν ακυρωθεί από τις δικαστικές αρχές.

Περιστατικά κατά τα οποία επιβλήθηκαν πρόστιμα ή ασκήθηκαν διώξεις για μη συμμόρφωση στα μέτρα και στις επιταγές της απαγόρευσης κυκλοφορίας σε άστεγους/ες, είναι καταδικαστέα και υποδηλώνουν παντελή αδιαφορία για τις αρχές της ισότητας και της μη διακριτικής μεταχείρισης, οι οποίες επιβάλλονται από το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με κυβερνητικά δεδομένα, εξασφάλισε σε ανθρώπους που ζούσαν στο δρόμο, στέγαση σε προσωρινά καταλύματα και ξενοδοχεία, στα πλαίσια των μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού, κάποιες οργανώσεις εξέφρασαν την ανησυχία τους, σχετικά με το γεγονός πως άστεγοι/ες μετανάστες/ριες χωρίς πρόσβαση σε δημόσιες παροχές μπορεί να αποκλείστηκαν από τις προαναφερόμενες προσπάθειες.

Τον Μάρτιο του 2020, ο Πρωθυπουργός δήλωσε πως σε όλους τους άπορους μετανάστες/ριες, οι οποίοι δεν πρόσβαση σε δημόσιες παροχές, θα εξασφαλισθεί η απαραίτητη στέγαση και φροντίδα.[192]  Ωστόσο, στις 6 Μαΐου, το Κέντρο Δημοσίου Συμφέροντος και το Δίκτυο για τα δικαιώματα των μεταναστών στο Ηνωμένο Βασίλειο, εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για την αδυναμία της κυβέρνησης να ενισχύσει επαρκώς και να ενδυναμώσει τις τοπικές αρχές να υποστηρίξουν τους αστέγους κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού.[193]  Ως αποτέλεσμα, πολλοί άστεγοι/ες μετανάστες/ριες δεν είχαν δυνατότητα πρόσβασης σε στέγαση και δεν μπόρεσαν να συμμορφωθούν στα επιβαλλόμενα μέτρα.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αστυνομία ανέλαβε να εφαρμόσει την οδηγία «μένουμε σπίτι» της Κυβέρνησης, που εκδόθηκε στις 23 Μαρτίου και παρότι προβλεπόταν η εξαίρεση των αστέγων από τον κανονισμό απαγόρευσης της κυκλοφορίας[194], διάφορες οργανώσεις ανέφεραν ότι πρόστιμα επιβλήθηκαν και στους αστέγους.[195]

Στις 5 Μαΐου, η αστυνομία έλεγξε την ταυτότητα ενός άστεγου μετανάστη στο Liverpool Street Station στο Λονδίνο. Σκόπευαν να του επιβάλουν πρόστιμο για μη συμμόρφωση στους περιορισμούς της ελεύθερης μετακίνησης. Ύστερα από τον έλεγχο ταυτότητας, η αστυνομία διαπίστωσε πως στο πρόσωπο του συγκεκριμένου άντρα εκκρεμούσε ένα ένταλμα σύλληψης από προηγούμενο ελαφρύ παράπτωμα, και προχώρησε έτσι στην επιβολή προστίμου και στην σύλληψη του. Όταν η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, ο δικαστής αμφισβήτησε την νομιμότητα της κατηγορίας εναντίον του άντρα για παραβίαση κανόνων, με συνέπεια να ζητήσει την επανεκτίμηση της κατηγορίας από την εισαγγελία.[196]  Σύμφωνα με το δικηγόρο του άντρα , η εισαγγελία είναι αποφασισμένη να συνεχίσει τη δίωξη και να κατηγορήσει τον άνδρα για αδυναμία αυτού να συμμορφωθεί με τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Η απόφαση επί της συγκεκριμένης υπόθεσης αναμένεται για τις 22 Ιουνίου.[197]

Ο πληθυσμός των αστέγων στην Ιταλία υπολογίζεται ότι αγγίζει τις 50.000, [198] και τα μέτρα που λήφθηκαν από το κράτος για να παροχή προσωρινής στέγασης και πρόσβασης στην υγεία στους συγκεκριμένους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν υπήρξε επαρκής, αφήνοντας πολλούς ανθρώπους στην ανάγκη στήριξης και βοήθειας.

Στις 28 Μαρτίου μία εγκύκλιος που εκδόθηκε από το Υπουργείο Εργασίας και Πολιτικής Προστασίας σχετικά με την διαχείριση του συστήματος κοινωνικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού διευκρίνισε ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές ήταν υπεύθυνες να εγγυηθούν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όλων των πολιτών, και πάνω από όλα να εγγυηθούν την παροχή υπηρεσιών στις πιο ευάλωτες κοινωνικά ομάδες. [199]  Η εγκύκλιος συνιστούσε το στήσιμο καντινών, νυχτερινών γραφείων παροχής υπηρεσιών καθώς και σημείων διανομής για την κάλυψη των βασικών αναγκών τους. Επίσης πρότεινε στις τοπικές και περιφερειακές αρχές να συνεργαστούν με τις δημόσιες υπηρεσίες και τους φορείς του τρίτου τομέα, με σκοπό την αναγνώριση δομών ικανών να προσφέρουν επαρκή στέγαση και την ενεργοποίηση σημείων εκτάκτου ανάγκης για να στηρίξουν τους ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη.

Παρότι οι αρχές προχώρησαν σε ορισμένες δράσεις , η κατάσταση διέφερε σημαντικά ανά περιοχή και ορισμένες οργανώσεις κατέκριναν την έλλειψη επαρκών και αποτελεσματικών μέτρων. Στις 8 Απριλίου, η «Avocato di Strada», που εργάζεται με αστέγους σε όλη την Ιταλία, έστειλε επιστολή σε εκατοντάδες αρχές ζητώντας τη λήψη αναγκαίων μέτρων. Η επιστολή καλούσε σε ενδυνάμωση των μέτρων προστασίας της υγείας για ανθρώπους που είναι άστεγοι/ες και για τους κοινωνικούς λειτουργούς που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών, όπως επίσης και μέτρα για την παροχή στέγης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης σε εκείνους που την έχουν ανάγκη. [200]  Η επιστολή τόνιζε επίσης την ανάγκη εκπαίδευσης των αρμόδιων σωμάτων από τις αρχές, ώστε αυτά να μην επιβάλουν πρόστιμα σε αστέγους μόνο επειδή βρίσκονταν στο δρόμο και όχι σπίτι, εφόσον πρόκειται για πρόσωπα που δεν βρίσκονται σε κατάσταση να υπακούσουν στα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας που είχαν επιβληθεί.

Από την έναρξη της υγειονομικής κρίσης και ως τα μέσα Ιουνίου, η «Avocato di Strada» κατέγραψε τουλάχιστον 17 υποθέσεις στις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα σε αστέγους για παραβίαση των μέτρων απαγόρευσης της κυκλοφορίας και παραβίαση των περιορισμών των μετακινήσεων. [201] Η οργάνωση παρέχει δωρεάν νομική βοήθεια σε πρόσωπα στοχεύοντας στην ακύρωση των προστίμων. Ο Nicola Errani, ένας από τους δικηγόρους της συγκεκριμένης οργάνωσης, έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι κανείς δεν πρέπει να τιμωρείται επειδή δεν έχει στέγη. Δήλωσε στην Διεθνή Αμνηστία ότι «οι αρχές πρέπει να λάβουν μέτρα για να προφυλάξουν τους αστέγους , να διασφαλίσουν την προστασία της υγείας τους και ότι να μην τιμωρούνται επειδή είναι ευάλωτοι». Κατέκρινε επίσης τις ιταλικές αρχές για τη επιλογή μίας τιμωρητικής και όχι μίας αποτρεπτικής στάσης σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων απαγόρευσης της κυκλοφορίας. [202]  Στην Ιταλία σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν από το Υπουργείο Εσωτερικών, μεταξύ 11 Μαρτίου και 16 Ιουνίου , οι αστυνομικές αρχές πραγματοποίησαν ελέγχους σε 17 εκατομμύρια ανθρώπους, περίπου δηλαδή στο ένα τέταρτο του πληθυσμού, από τους οποίους στους 445.000 επιβλήθηκε πρόστιμο. [203]

Τον Απρίλιο, η αστυνομία επέβαλε πρόστιμο σε έναν άστεγο άντρα σε μία πόλη βόρεια της Ιταλίας, [204] κατά τη διάρκεια της μετακίνησής του από μια στέγη φιλοξενίας αστέγων σε μία καντίνα οργανωμένη από εθελοντές. Το διάστημα αυτό ο άντρας, ο οποίος έπασχε από κακή ψυχική υγεία, ζούσε σε μία δομή που παρείχε φαγητό και καταφύγιο κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης. Η αστυνομία σταμάτησε τον άντρα μερικά μέτρα μακριά από την καντίνα και επέβαλε σε αυτόν πρόστιμο, διαπληκτιζόμενη μαζί του, καθώς σύμφωνα με την αστυνομία όφειλε να τραφεί εντός της στέγης φιλοξενίας. [205]

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ανέφεραν πολυάριθμες περιπτώσεις κατά τις οποίες η αστυνομία επέβαλε πρόστιμα σε αστέγους. Τον Μάρτιο, η αστυνομία επέβαλε πρόστιμο σε 5 αστέγους κοντά στο σταθμό τρένου Termini στην Ρώμη. Αυτοί είχαν τη δυνατότητα να διανυκτερεύσουν σε ένα ξενώνα που διαχειρίζονταν η Caritas, όμως κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν είχαν πρόσβαση σε στέγη. [206] Στις αρχές Απριλίου οι αστυνομικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο ύψους 280 ευρώ σε έναν μαροκινής καταγωγής άστεγο πρόσφυγα, ο οποίος κοιμόταν κοντά στο σταθμό Termini. [207]  Επίσης τον Απρίλιο, η αστυνομία επέβαλε πρόστιμο ύψους 373.33 ευρώ σε έναν 49χρονο άστεγο άντρα, ο οποίος διέμενε τα τελευταία τρία χρόνια σε φορτηγό τροχόσπιτο που του παρείχε φιλανθρωπική οργάνωση και το οποίο ήταν παρκαρισμένο κοντά στην περιοχή Villa Borghese της Ρώμης. Σε περίπτωση που δεν πλήρωνε το πρόστιμο στις επόμενες 30 μέρες, τότε αυτό θα αυξανόταν στα 533.33 ευρώ. [208]

Στην Ισπανία η Διεθνής Αμνηστία εξέφρασε τις ανησυχίες της σχετικά με τη δυσανάλογη επιρροή που είχε η επιβολή των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας για την αντιμετώπιση του κορονοϊού στους αστέγους. [209]  Οι οδηγίες που δόθηκαν στις αστυνομικές αρχές, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για την επιβολή των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας, τόνιζαν πως στους αστέγους θα μπορούσε να επιτραπεί να βρίσκονται στους δημόσιους δρόμους παρά της καραντίνα. [210] Ωστόσο, διάφορες οργανώσεις κατέγραψαν περιπτώσεις που πρόστιμα επιβλήθηκαν σε αστέγους επειδή βρίσκονταν στο δρόμο σε πόλεις όπως η Μαδρίτη. [211]  Επιπλέον, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας ανέφεραν εκατοντάδες περιπτώσεις στις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα σε αστέγους επειδή παραβίασαν τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας σε πόλεις όπως η Βαρκελώνη[212], η Μαδρίτη[213]  και η Βαλένθια.[214]

Στη Γαλλία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ανέφεραν ότι η αστυνομία επέβαλε πρόστιμα σε εκατοντάδες άστεγους/ες για μη συμμόρφωση αυτών με τα μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας. [215]  Επιπλέον, σε μερικές περιπτώσεις, η αστυνομία επέβαλε πρόστιμο σε ανθρώπους νοτιοαφρικανικής καταγωγής, σε μαύρους ή μέλη εθνικών μειονοτήτων χωρίς να πραγματοποιήσει ατομικούς ελέγχους  πρόσωπο με πρόσωπο σχετικά με τους υποτιθέμενους ισχυρισμούς για μη συμμόρφωση με τα μέτρα.

Για παράδειγμα, στις 16 Απριλίου του 2020, ο Mohammed ο οποίος ζει στην περιοχή Epinay-sous-Sénart του Παρισιού, άφησε το σπίτι του στις 7.35 π.μ. για να πάει για ψώνια. Όπως δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία είχε συμπληρώσει την ηλεκτρονική αίτηση για να δικαιολογήσει τη μετακίνηση του, όπως επιβαλλόταν από το νόμο. Στις 25 Απριλίου, ο Mohammed έλαβε πρόστιμο 135 ευρώ επειδή έφυγε από την κατοικία του στις 16 Απριλίου. Η έκθεση της αστυνομίας όριζε ώρα επιβολής του προστίμου τις 4.42 π.μ. . Ο Mohammed δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία ότι η αστυνομία χρησιμοποιούσε CCTV κάμερες στην συγκεκριμένη περιοχή, για να ταυτοποιούν τους πολίτες και κατόπιν να επιβάλλουν πρόστιμα. Εξήγησε ότι περίπου 10 άτομα έλαβαν περίπου 100 πρόστιμα επειδή δεν κατάφεραν να συμμορφωθούν με τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Δήλωσε ότι: «Σε μερικές περιπτώσεις, τα ίδια πρόσωπα λάμβαναν 3 πρόστιμα την ημέρα. Ένα άτομο έλαβε συνολικά 25 πρόστιμα. Χρησιμοποιούν 6 ή 7 κάμερες για να μας αναγνωρίσουν/ ταυτοποιήσουν. Και τα 10 άτομα στα οποία επιβλήθηκε πρόστιμο ήταν μαύροι ή Άραβες». [216] Ο Mohammed συγκέντρωσε όλα τα πρόστιμα που η αστυνομία είχε επιβάλει στους κατοίκους της περιοχής Epinay και αναζήτησε βοήθεια για να αποστείλει μία επιστολή στο γραφείο της Εισαγγελίας. Στις 5 Μαΐου, το γραφείο της  Εισαγγελίας του Evry έστειλε μία επιστολή στο δήμαρχο και επανέλαβε ότι η δημοτική αστυνομία πρέπει να επιβάλει πρόστιμα μόνο στις περιπτώσεις που η μη συμμόρφωση με τα μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας διαπιστώνεται πρόσωπο με πρόσωπο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η παγκόσμια πανδημία του κορονοϊού δημιούργησε μία κατάσταση άνευ προηγουμένου. Οι υγειονομικές κρίσεις τέτοιου μεγέθους μπορεί να αναγκάσουν  τις κυβερνήσεις να λάβουν εξαιρετικά μέτρα προκειμένω να σταματήσουν τη διάδοση του ιού. Πράγματι, το διεθνές δίκαιο επιτρέπει τη χρήση μέτρων έκτακτης ανάγκης, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση του δικαιώματος στην υγεία στην περίπτωση μίας σημαντικής απειλής, όπως τη δεδομένη χρονική στιγμή υπήρξε η διάδοση του κορονοϊού. Και στην Ευρώπη, πολλά κράτη εφάρμοσαν μέτρα περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων , συμπεριλαμβανομένων του περιορισμού του δικαιώματος της ελεύθερης μετακίνησης και ειρηνικής συνάθροισης, το δικαίωμα στην εργασία και το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.

Ωστόσο, οι κυβερνητικές απαντήσεις που περιορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα  πρέπει να παρακινούνται από νόμιμους στόχους σχετικά με τη δημόσια υγεία, που στηρίζονται σε αξιόπιστα επιστημονικά στοιχεία. Τα μέτρα της απαγόρευσης κυκλοφορίας πρέπει να δηλώνονται δημοσίως, να είναι νόμιμα, απαραίτητα και ανάλογα της κατάστασης, χωρίς να είναι αυθαίρετα ή μεροληπτικά κατά την εφαρμογή τους ή σε ότι αφορά της επιρροή που θα  ασκούν. Διεθνείς συνθήκες, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο  για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, κατοχυρώνουν διαδικασίες, που είναι υποχρεωτικό να ακολουθούν  τα κράτη ώστε να παρεκκλίνουν από τις προαναφερόμενες συμφωνίες σε εξαιρετικές περιπτώσεις (σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης).

Ανάμεσα στις προϋποθέσεις θέσπισης των μέτρων βρίσκονται οι ακόλουθες: να απευθύνονται σε ένα στενά προσδιορισμένο αριθμό περιπτώσεων (πράγμα που σημαίνει ότι θα έχουν όσο το δυνατόν λιγότερο παρεμβατικό και περιοριστικό χαρακτήρα), να είναι περιορισμένης διάρκειας (για παράδειγμα είναι δυνατόν να συνοδεύονται από ρήτρες απενεργοποίησης, που περιορίζουν έτσι την εφαρμογή των μέτρων σε μία συγκεκριμένη περίοδο), να αποτελούν αντικείμενο κοινοβουλευτικής και ανεξάρτητης εποπτείας, και να ελέγχονται σταδιακά προκειμένω να επιβεβαιώνεται ότι η επιβολή τους είναι ακόμα απαραίτητη και δεν υπάρχει αντίθετη εξαιρετική άσκηση επιβολής δύναμης.

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί ότι η επιβολή των μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας για την αντιμετώπιση του κορονοϊού σε αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η εφαρμογή αυτών περιόρισε δυσανάλογα τα ανθρώπινα δικαιώματα των περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων και ανθρώπων, οι οποίοι στιγματίζονταν και βίωναν διακριτική μεταχείριση και βία και πριν την πανδημία. Η Διεθνής Αμνηστία επίσης εκφράζει την ανησυχία της σχετικά με την καταγραφή πολλών περιστατικών κατά τη διάρκεια επιβολής των μέτρων, σχετικά με την χρήση μη νόμιμης  βίας από τις αστυνομικές δυνάμεις ενάντια πολιτών, οι οποίοι παρουσιάζονται να μην προβάλουν καμία αντίσταση ούτε να θέτουν κάποια σημαντική απειλή. Η απαγόρευση της κυκλοφορίας ή ο οποιοσδήποτε περιορισμός στην ελευθερία κίνησης δεν μπορεί να αιτιολογήσει την εκτεταμένη χρήση βίας από την αστυνομία. [217]  

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Με αφορμή τις προαναφερθείσες προβληματικές, η Διεθνής Αμνηστία καλεί τα Ευρωπαϊκά κράτη:

  • Να απέχουν από την αναγκαστική επιβολή μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας και από την παραχώρηση επιπλέον εξουσιών στις αστυνομικές δυνάμεις προκειμένω να εφαρμόσουν τα προαναφερόμενα μέτρα. Η αναγκαστική επιβολή μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας πρέπει να θεωρείται ως έσχατη λύση. Τα κράτη πρέπει συγκεκριμένα να αποφεύγουν  τη χρήση ποινικών κυρώσεων για να επιβάλουν μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας και ταυτόχρονα να αποφύγουν την επιβολή ποινών φυλάκισης σε περίπτωση παραβίασης των μέτρων αυτών.

ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ

  • Να διασφαλίσουν ότι τα μέτρα που θα υιοθετήσουν οι αρχές στα διάφορα επίπεδα διακυβέρνησης για να προστατεύσουν τη δημόσια υγεία και για να αντιμετωπίσουν την πανδημία του κορονοϊού, θα εισαχθούν με τρόπο που θα σέβεται την αρχή της αναλογικότητας και τη μη διάκρισης.
  • Να αναπτύξουν αμέσως μέτρα που θα μετριάσουν τα δυσανάλογα αποτελέσματα που τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας  προκάλεσαν σε περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες και ανθρώπους, όπως σε κατοίκους ανεπίσημων δομών, μετανάστες/ριες, αιτούντες/ούσες άσυλο και πρόσφυγες που κατοικούν σε καταυλισμούς , καθώς και σε αστέγους/ες.
  • Να λήξουν και να μην επαναλάβουν τη διακριτική μεταχείριση της επιβολής υποχρεωτικής καραντίνας σε καταυλισμούς Ρομά.
  • Να υιοθετήσουν μέτρα για να διασφαλίσουν πως οι άνθρωποι που κατοικούν σε δομές έχουν άμεση πρόσβαση σε επαρκή, προσιτό και καθαρό νερό και είδη υγιεινής, τα οποία είναι απαραίτητα για την καθυστέρηση της εξάπλωσης του ιού. Όπου τα νοικοκυριά παρουσιάζουν αδυναμία να πληρώσουν το νερό, αυτό οφείλεται να προμηθεύεται δωρεάν για οικιακή χρήση και για τις ανάγκες υγιεινής. Να υποστηρίξουν με την παροχή επαρκών υλικών και κοινωνικών βοηθημάτων τους πολίτες, προκειμένω να είναι ικανοί να προσαρμοστούν στα μέτρα δημόσιας υγείας.
  • Να καταργήσουν τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σε αστέγους με αιτία τη μη συμμόρφωσή τους στα μέτρα που επιβλήθηκαν για την καταπολέμηση του κορονοϊού, στις περιπτώσεις που η παραβίαση αυτή ήταν συνέπεια της έλλειψης στέγασης.
  • Να συγκεντρώσουν αναλυτικά δεδομένα ανά φυλή, εθνικότητα, ιθαγένεια και άλλες  προστατευόμενες ομάδες σχετικά με την ενσωμάτωση των μέτρων για την καταπολέμηση του κορονοϊού.

ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΜΟΝΟ ΝΟΜΙΜΗΣ ΒΙΑΣ

  • Όλες οι αστυνομικές δυνάμεις πρέπει να συμμορφωθούν με τα διεθνή πρότυπα χρήσης βίας, και συγκεκριμένα με τον Κώδικα Δεοντολογίας των Αξιωματούχων Επιβολής του Νόμου των Ηνωμένων Εθνών και τις Βασικές Αρχές των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τη χρήση βίας και όπλων από τους υπαλλήλους επιβολής του νόμου.
  • Σε συμφωνία με αυτά τα πρότυπα, οι αστυνομικές αρχές πρέπει να προσφεύγουν στη χρήση βίας μονάχα στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται απαραίτητο, ανάλογο της περίστασης και αποβλέποντας στην ικανοποίηση ενός νόμιμο σκοπού. Η επιβολή μέτρων απαγόρευσης της κυκλοφορίας θα επιβάλλει μονάχα τη χρήση της ελάχιστης βίας ως  επιτρεπόμενης, καθώς η εκτεταμένη άσκηση βίας δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη.  Η αναγκαστική επιβολή μέτρων απαγόρευσης κυκλοφορίας πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποτελεί έσχατη λύση
  • Μηχανισμοί λογοδοσίας πρέπει να βρίσκονται σε ετοιμότητα προκειμένου να διαβεβαιώσουν την ταχεία, αμερόληπτη και διεξοδική έρευνα ισχυρισμών σχετικών με την  υπερβολική χρήση βίας από τις αστυνομικές αρχές.
  • Η χρήση των στρατιωτικών δυνάμεων για την επιβολή μέτρων που θα αντιμετωπίσουν την πανδημία του κορονοϊού πρέπει να είναι προσωρινή, για το ελάχιστο δυνατό διάστημα και να ελέγχεται ανά διαστήματα. Οι στρατιωτικές δυνάμεις πρέπει να λάβουν τις κατάλληλες οδηγίες, την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό για να ικανοποιήσουν τα διεθνή πρότυπα και να παραμένουν κάτω από πολιτικό έλεγχο καθ’ όλη τη διάρκεια χρήσης τους.
  • Να απαγορεύσουν ρητά τις διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων μεροληπτικών ελέγχων ταυτότητας των πολιτών, στους νόμους κατά των διακρίσεων και της αστυνόμευσης και να αναπτύξουν τις κατάλληλες οδηγίες, πρωτόκολλα καθώς και να εξασφαλίσουν την απαραίτητη εκπαίδευση των αστυνομικών αρχών.

Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑ ΚΑΛΕΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΝΑ:

  • Χρησιμοποιήσει ταχύτατα όλες τις δυνάμεις που διαθέτει, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που της παραχωρούνται στο Άρθρο 258 της Συμφωνίας για τη λειτουργίας της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης, να εφαρμόσει το Άρθρο 3.1 της Οδηγίας για τη φυλετική ισότητα (Οδηγία 2000/43/EC), η οποία πρέπει να ερμηνευθεί ως απαγόρευση των διακρίσεων στο πλαίσιο της λειτουργίας των οργάνων επιβολής του νόμου, συμπεριλαμβανομένων της απαγόρευσης των εγκλημάτων, της έρευνας και των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τους ελέγχους ταυτότητας, τις ακινητοποιήσεις πολιτών και οχημάτων, καθώς και τις έρευνες.

 

 

[4] Ο όρος «φυλετικοποίηση» αναφέρεται σε διαδικασίες μέσω των οποίων οι φυλετικές έννοιες κατασκευάζονται από ισχυρά θεσμικά όργανα και ομάδες και χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν διακρίσεις, στερεότυπα, βία και σε άλλες εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες όπως Ρομά, Μουσουλμάνους, Μαύρους, καθώς και μετανάστες. Ο Michael Omi και ο Howard Winant χρησιμοποιούν τον όρο «φυλετικοποίηση»  για να «σηματοδοτήσουν την επέκταση της φυλετικής σημασίας σε μια προηγουμένως φυλετική μη ταξινομημένη σχέση, κοινωνική πρακτική ή ομάδα. Η φυλετικοποίηση είναι μια ιδεολογική διαδικασία, ιστορικά συγκεκριμένη. Η φυλετική ιδεολογία κατασκευάζεται από προϋπάρχοντα εννοιολογικά (ή, αν προτιμάται, "διακριτικά") στοιχεία και προκύπτει από τους αγώνες ανταγωνιστικών πολιτικών έργων και ιδεών που επιδιώκουν να αρθρώσουν παρόμοια στοιχεία διαφορετικά. "Omi, M. & and Winant, H. (eds., 2015). Racial Formation στις Ηνωμένες Πολιτείες, τρίτη έκδοση. Νέα Υόρκη: Routledge. Για μια επισκόπηση της χρήσης και της έννοιας του όρου, δείτε τον Adam Hochman (2019) «Φυλετικοποίηση: υπεράσπιση της έννοιας», Εθνικές και φυλετικές μελέτες, 42: 8, 1245-1262.

[12] Διεθνής Αμνηστία, Αυστρία: Θύμα ή ύποπτος - Ένα θέμα χρώματος: Φυλετικές διακρίσεις στο αυστριακό δικαστικό σύστημα (Λονδίνο, 2009). Διεθνής Αμνηστία, Ουγγαρία: Βίαιες επιθέσεις εναντίον Ρομά στην Ουγγαρία: Ώρα διερεύνησης φυλετικών κινήτρων (Λονδίνο, 2010). Διεθνής Αμνηστία, Λείπει το σημείο: Έλλειψη επαρκούς διερεύνησης εγκλημάτων μίσους στη Βουλγαρία (Λονδίνο, 2015) Διεθνής Αμνηστία, Ζώντας σε ανασφάλεια: Πώς η Γερμανία αποτυγχάνει θύματα ρατσιστικής βίας (Λονδίνο, 2016)

[13] Ο Robin Oakley αναφέρεται στην έκθεση Macpherson (1999), ενότητα 6.5.

[14] Για παράδειγμα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι οι σλοβακικές αρχές απέτυχαν να διερευνήσουν ένα πιθανό ρατσιστικό κίνητρο σε ένα πυροβολισμό από έναν αστυνομικό εκτός υπηρεσίας στο σπίτι μιας οικογένειας Ρομά, παραβιάζοντας τη διαδικαστική υποχρέωση του κράτους να διεξαγάγει αποτελεσματική έρευνα βάσει του άρθρου 2 σε συνδυασμό με το άρθρο  της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Lakatošová και Lakatoš κατά Σλοβακίας (αρ. 655/15), 18 Δεκεμβρίου 2018. http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-188265

[16] Lingurar v. Romania (No. 48474/14), 16 April 2019, para. 78. https://hudoc.echr.coe.int/eng#{%22itemid%22:[%22001-192466%22]}

[17] Lingurar v. Romania  para.80      

[18] Lingurar v. Romania para. 76

[19] Για την Ιταλία δείτε, 2008 ERRC report: http://www.errc.org/uploads/upload_en/file/m00000428.pdf. Για τη Σλοβακία δείτε την παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας στην περίπτωση του M.H. κ.λπ. κατά Σλοβακίας: https://www.amnesty.org/download/Documents/EUR7297962019ENGLISH.PDF

 

[23] Μια ανεξάρτητη έρευνα για το θάνατο του Stephen Lawrence το 1993. Η έρευνα αποκάλυψε την «ασήμαντη» αστυνομική έρευνα για τη δολοφονία του Stephen, ενός Μαύρου Βρετανού εφήβου στο Λονδίνο. Προσδιόρισε ότι ένα κρίσιμο εμπόδιο μιας εμπεριστατωμένης και ανεξάρτητης έρευνας για τη δολοφονία ήταν ο «θεσμικός ρατσισμός» που υπήρχε στην αστυνομία. Στις συστάσεις της, ζήτησε αλλαγή για τη δημιουργία «πραγματικής συνεργασίας μεταξύ της αστυνομίας και όλων των τμημάτων της κοινότητας”. (1999:  46.40) https://www.gov.uk/government/publications/the-stephen-lawrence-inquiry

[26] Οι κάτοικοι ενός στρατοπέδου προσφύγων στο Hennigsdorf στη Γερμανία βρίσκονταν σε υποχρεωτική καραντίνα για πάνω από πέντε εβδομάδες μεταξύ  Απριλίου και Μαΐου 2020. Για περισσότερες πληροφορίες δείτε: https://www.women-in-exile.net/en/pressemitteilung-12-05-2020-fluechtlingslager-in-hennigsdorf-in-dauer-quarantaene-von-women-in-exile-unterstuetzt-vom-fluechtlingsrat-brandenburg-2/

[27] A and others v. UK (paras 186, 190)

[32] Ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για τις σύγχρονες μορφές ρατσισμού και ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για τις μειονότητες, «Σταματήστε τη ρητορική μίσους και τις φυλετικές διακρίσεις κατά της μειονότητας των Ρομά», 13 Μαΐου 2020.

[35] Οι Διαμεσολαβητές Υγείας των Ρομά, κοινώς αποκαλούμενοι «μεσολαβητές», είναι μια γέφυρα μεταξύ της κοινότητας σε οικισμούς και τοπικές υγειονομικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των ιατρών, και δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 1990 σε όλα τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης για τη βελτίωση της πρόσβασης των Ρομά στην υγεία. Οι μεσολαβητές, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι οι ίδιοι Ρομά, διευκολύνουν την αλληλεπίδραση μεταξύ του πληθυσμού των Ρομά και των ιατρών, βοηθούν τους Ρομά στη λήψη εγγράφων ταυτότητας και γενικά στην πλοήγηση διοικητικών διαδικασιών και υποστηρίζουν το ιατρικό προσωπικό στην εκπαίδευση υγείας στις κοινότητες των Ρομά. Στο πλαίσιο της υποχρεωτικής απομόνωσης λόγω της πανδημίας και ακόμη πιο περιορισμένης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, οι μεσολαβητές υγείας έχουν διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο σε πολλές γειτονιές Ρομά.

[44] Για παράδειγμα, Οδηγία 2013/33/EU του Ευρ. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου στις 26 Ιουνίου 2013 που θέτει τις προδιαγραφές για την υποδοχή των αιτούντων διεθνούς προστασιας,  Recital no. 15.

[45] Διάταγμα 152 8 Απριλίου 2020, https://www.pio.gov.cy/coronavirus/diat/17.pdf 

[47] Πληροφορίες από το Κυπριακό Συμβούλιο Προσφύγων, 19 Μαίου 2020. Δείτε επίσης, τη δήλωση από το Υπουργείο Εσωτερικών στις 6 Απριλίου 2020 που αναφέρεται στη μεταφορών αιτούντων άσυλο από ξενοδοχειακές μονάδες , http://www.moi.gov.cy/moi/moi.nsf/All/58907453BE787EA7C22585420066A1EB?OpenDocument

[49] Πληροφορίες από KISA, 20 Μαίου 2020. Κατά την KISA, η Ανεξάρτητη Αρχή είχε πάρει άδεια να δηλώσει έναν δικαστή να ερευνήσει το επεισόδιο.

[50] Υπουργική Απόφαση 218, 20 Μαίου 2020.

[54] Πληροφορίες από Utopia 56 και Human Rights Observers.

[56] Τηλεφωνικές Συνεντεύξεις της Διεθνούς Αμνηστίας με υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Calais, 5 Μαίου 2020.

[57] Η Διεθνής Αμνστία έχει πρόσβαση σε γραπτές μαρτυρίες από ΜΚΟ στο Calais για τις συγκεκριμένες υποθέσεις. Επίσης, είναι διαθέσιμο ένα γράμμα από την κοινότητα της Ερυθραίας http://www.psmigrants.org/site/13-04-2020-lettre-ouverte-violences-policieres-a-calais/

[58] Τηλεφωνικές Συνεντεύξεις της Διεθνούς Αμνηστίας με υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 5 Mαίου 2020.

[60] Τηλεφωνικές Συνεντεύξεις της Διεθνούς Αμνηστίας με υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εκπρόσωπο της Utopia56, 5 Μαίου 2020.

[64] Επικοινωνία με τον Έλληνα Υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, 23 Μαρτίου 2020, https://www.mitarakis.gr/gov/migration/1962-dt-yma-kya-periorismou

[65] Σύμφωνα με μία νέα κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Προστασίας, Υγείας και Μετανάστευσης και Ασύλου,  η απαγόρευση κυκλοφορίας επεκτάθηκε μέχρι και τις 21 Ιουνίου, στις εγχώριες εγκαταστάσεις στην Ρίτσονα, Μαλακάσα και Κουτσοχερο, μέχρι τις 17 Ιουνίου στη Νέα Καβάλα και μέχρι τις 14 Ιουνίου στην εγκατάσταση στο Κρανίδι. Βλέπε Δήλωση του Έλληνα Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου στις 5 Ιουνίου 2020, στα ελληνικά: https://www.mitarakis.gr/press/80-press-releases/6166-periorismo-kikloforias-polikastro-kranidi-ritsona-malakasa

[70] Βλέπε, με βάση το Δελτίο Τύπου από το Δίκτυο Συνοριακής Βίας, στις 6 Μαίου 2020, «η αστυνομία έφτασε στα Διαβατά το πρωί και ξεκίνησε να αφαιρεί σκηνές και δομές που βρίσκονταν σε μία υπερπλήρης περιοχή έξω από τη δομή....στην οποία έμενες αιτούντες άσυλο που δεν μπορούσαν να καταγραφούν στη δομή λόγω μη χωριτικότητας. Μεταξύ τους υπάρχουν άτομα που έχω υπό την κατοχή τους κάρτες ασύλου, καθώ επίσης άτομα με έγγραφα, οι οποίοι δεν έχουν καταφέρει να να βρουν πρόσβαση στην Ελληνική Υπηρεσία Ασύλου, καθώς ήταν κλειστά τους δύο τελευταίους μήνες”, για παράδειγμα, https://www.humanrights360.org/the-new-normality-continuous-push-backs-of-third-country-nationals-on-the-evros-river/

[74] Δελτίο Τύπου του Έλληνα Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, 29 Μαίου 2020, στα ελληνικά: https://www.mitarakis.gr/gov/migration/6153-dt-yma-apoxwrisi-prosfygwn-estia

[76] Γραπτή επικοινωνία με εκπροσώπους της ΑΡΣΙΣ στις 11 Ιουνίου 2020

[81] https://www.dw.com/en/hungary-to-close-transit-zone-camps-for-asylum-seekers/a-53524417

[92] A and others v. UK (paras 186, 190)

[95] Letters to the Minister of the Interior of Slovakia, dated 1 April 2020, and to the Prime Minister of Slovakia, dated 8 April 2020.

[96] According to an analysis published by a lawyer Slávka Henčeková, the decisions of the “National Crisis Committee” were not issued in compliance with Slovak administrative law. This concern applies also to the mandatory quarantines of Roma settlements. See https://www.facebook.com/notes/sl%C3%A1vka-hen%C4%8Dekov%C3%A1/anal%C3%BDza-pr%C3%A1vnej-povahy-opatren%C3%AD-%C3%BAradu-verejn%C3%A9ho-zdravotn%C3%ADctva-sr-na-zamedzenie-%C5%A1/10222705778495168/

[97] UN Working Group on Arbitrary Detention, 8 May 2020, para. 5, https://www.ohchr.org/Documents/Issues/Detention/DeliberationNo11.pdf

[98] https://spravy.pravda.sk/domace/clanok/549724-v-bystranoch-zrusili-karantenu-v-zehre-su-osadnici-nedisciplinovani   https://kosicednes.sk/udalosti/v-krompachoch-zrusili-karantenu-v-troch-osadach/  The Public Health Authority (Kancelária hlavného hygienika) called the measure a “ban on any contact between the residents of the Roma settlement [in Bystrany and Krompachy] in the district of Spišská Nová Ves with the rest of the population”.

[100] The authorities here refers to the National Crisis Committee (Centrálny krízový štáb).

[106] A government institution designed to address the situation of Roma in the country and coordinate the relevant policies, https://www.minv.sk/?ulohy_usvrk

[107] A government institution designed to address the situation of Roma in the country and coordinate the relevant policies, https://www.minv.sk/?ulohy_usvrk

[117] Amnesty International phone interview with the lawyer of Adil’s family, 13 May 2020.

[122] Décret n° 2020-264 du 17 mars 2020 portant création d’une contravention réprimant la violation des mesures destinées à prévenir et limiter les conséquences des menaces sanitaires graves sur la santé de la population, https://www.legifrance.gouv.fr/affichTexte.do?cidTexte=JORFTEXT000041731767&categorieLien=id

[123] LOI n° 2020-290 du 23 mars 2020 d’urgence pour faire face à l’épidémie de covid-19, https://www.legifrance.gouv.fr/affichTexte.do?cidTexte=JORFTEXT000041746313&categorieLien=id

[124] https://www.lamontagne.fr/paris-75000/actualites/christophe-castaner-notre-doctrine-c-est-la-confiance_13786888/. Σύμφωνα με την πλατφόρμα παρακολούθησης Panier Salade, επιβλήθηκαν συνολικά ποινές φυλάκισης 160 μηνών, https://docs.google.com/spreadsheets/d/1K4ymx08TgHwspzAs6QIi1oUA2eAGLgyIi0eo-mmoAig/edit#gid=864779186

[139] Η Διεθνής Αμνηστία είχε πρόσβαση στο ιατρικό της αρχείο της 19ης Μαρτίου 2020

[143] Τηλεφωνική συνέντευξη της Διεθνούς Αμνηστίας με τον δικηγόρο της γυναίκας που τέθηκε υπό κράτηση, στις 18 Μαΐου 2020.

[145] Τηλεφωνική συνέντευξη της Διεθνούς Αμνηστίας με τους Simon και Thomas, 14 Μαΐου 2018.

[146] Αυτά τα μέτρα περιελάμβαναν τη δυνατότητα στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας να επιβάλει απαγόρευση στις δημόσιες συγκεντρώσεις. Στη συνέχεια, απαγορεύθηκαν δημόσιες συγκεντρώσεις άνω των 10 ατόμων και η παραβίαση αυτής της απαγόρευσης τιμωρήθηκε με διοικητικό πρόστιμο έως 1.000 ευρώ. Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/n-4683-2020/arthro-1-nomos-4683-2020-kyrosi-tis-apo-2032020-praxis και https://www.tovima.gr/2020/03/18/society/koronoios-prostimo-1-000-eyro-gia-synathroiseis-ano-ton-10-atomon/

[151] Η δύναμη ΔΡΑΣΗ είναι μια αστυνομική δύναμη μοτοσικλετών που αντικατέστησε τη δύναμη ΔΕΛΤΑ τον Νοέμβριο του 2019.

[152] Τηλεφωνική συνέντευξη της Διεθνούς Αμνηστίας, 14 Μαΐου 2020.

[153] Τηλεφωνική συνέντευξη της Διεθνούς Αμνηστίας, 11 Μαΐου 2020.

[154] Τηλεφωνικές συνεντεύξεις της Διεθνούς Αμνηστίας, 19 και 26 Μαΐου 2020.

[155] Τηλεφωνική συνέντευξη της Διεθνούς Αμνηστίας, 28 Μαΐου 2020.

[163] Στις 18 Μαρτίου 2020, η Ρουμανία γνωστοποίησε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι ορισμένα από τα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας συνεπάγονται παρεκκλίσεις από τις υποχρεώσεις της βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Δείτε: https://www.coe.int/en/web/conventions/full-list/-/conventions/treaty/005/declarations

[178] https://www.youtube.com/watch?time_continue=71&v=je2PfQpsYwE&feature=emb_logo

[185] Universal Declaration of Human Rights, Articles 1 and 2; International Convention on Economic, Social and Cultural Rights, Article 2; International Covenant on Civil and Political Rights, Article 2; Convention on the Rights of the Child, Article 2; Convention on the Elimination of all Forms of Discrimination against Women, Article 2; International Convention on the Elimination of All Forms of Racial Discrimination, Article 2; and the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms, Article 1.

[187] Country specific links to media reports are listed below.

[194] The Health Protection (Coronavirus, Restrictions) (England) (Regulations 2020), UK Statutory Instruments, 2020 Nr. 350, Regulation 6, http://www.legislation.gov.uk/uksi/2020/350/regulation/6/made It appears that the use of “homeless” should be narrowly interpreted as “sleeping rough”, that is, having no accommodation to return to under police direction.

[197] Amnesty International phone interview with the lawyer following the case, 19 May 2020

[201] On 22 March, the Italian authorities established by decree a ban on all movement to a different municipality, except for proven work needs, absolute urgency or for health reasons. It also provided for sanctions for those failing to stay at home, except for these reasons. For more information, see http://www.governo.it/it/faq-iorestoacasa

[202] Amnesty International phone interview with Nicola Errata, 14 May 2020.

[203] On declaring the state of emergency in Italy, the offence of not respecting the lockdown was classified as a criminal offence, under article 650 of the Criminal Code, punishable with up to three months’ detention or a fine up to €206. In early April, it was changed to an administrative offence punishable with a fine of between €400 and €3,000 if paid within 60 days, reduced to €280 euros if paid within 30 days, and increasing if not paid within the 60-day deadline.

[204] In order to protect the identity of the person, and in agreement with Avvocato di Strada, the name of the city has been withheld.

[205] Amnesty International phone interview with Nicola Errata,14 May 2020.

[210] Actuación Operativa de la Dirección General de la Policía de 9 de abril de 2020

[211] Email from a social worker at Samur Social in Madrid, 13 May 2020.

[216] Phone interview with Mohammed, 18 May 2020.

[217] Statement of a group of UN Special Rapporteurs, https://www.ohchr.org/en/NewsEvents/Pages/DisplayNews.aspx?NewsID=25802&LangID=E, 17 April 2020.

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Υπερασπίσου τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στήριξε την ανεξαρτησία του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.