ΠΟΣΟΙ ΑΚΟΜΑ; - ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ 2 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ

Δημοσιεύθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 2013, 16:38Εκτύπωση

Πόσοι ακόμα; - Οι πρόσφυγες από τη Συρία ξεπερνούν τα 2 εκατομμύρια

Της Σάρλοτ Φίλιπς, ερευνήτριας της Διεθνούς Αμνηστίας για τα Δικαιώματα των Προσφύγων και των Μεταναστών

Είναι δύσκολο να μην αισθάνεται κανείς συγκλονισμένος, τόσο από την κλίμακα όσο κι από την κτηνωδία της σύρραξης στη Συρία, το μαζικό εκτοπισμό και το βαθύ πόνο που έχει προκαλέσει σε αμέτρητους ανθρώπους.

Ο Αντόνιο Γκουτέρες, Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, έχει περιγράψει τη σύρραξη στη Συρία ως «τη μεγάλη τραγωδία αυτού του αιώνα -μια επονείδιστη ανθρωπιστική καταστροφή, που προκάλεσε πόνο και εκτοπισμό πληθυσμού χωρίς προηγούμενο στην πρόσφατη ιστορία.»

Η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία τις τελευταίες εβδομάδες μετά την εμφάνιση βίντεο που δείχνουν μεγάλο αριθμό πολιτών να σκοτώνονται στις πόλεις έξω από τη Δαμασκό απ’ ό,τι φέρεται να είναι χημικά όπλα.

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ανακοίνωσε μέσα στο τελευταίο εικοσιτετράωρο ότι ο αριθμός των προσφύγων από τη Συρία έχει φτάσει επισήμως τα 2 εκατομμύρια· ένα τραγικό ορόσημο.  Τουλάχιστον 1 εκατομμύριο απ’ αυτούς είναι παιδιά, και πολλά απ’ αυτά κάτω των 11 ετών.  Αλλά όπως με όλες τις στατιστικές, έτσι κι αυτά τα νούμερα μας δείχνουν μόνο ένα κομμάτι της πραγματικής εικόνας· πίσω από κάθε αριθμό βρίσκεται η ιστορία ενός ανθρώπου που έχει υποστεί μία απερίγραπτη απώλεια.

Στη Γενική Γραμματεία της Διεθνούς Αμνηστίας στο Λονδίνο δεχόμαστε σχεδόν καθημερινά τηλεφωνήματα και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από πρόσφυγες, τόσο μεμονωμένα άτομα, όσο και ολόκληρες οικογένειες, πολλοί εκ των οποίων βρίσκονται αυτή τη στιγμή στις γειτονικές χώρες, Λίβανο, Ιορδανία, Τουρκία, Ιράκ, Αίγυπτο, κι όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο μακριά.  Οι άνθρωποι αυτοί επικοινωνούν μαζί μας για να ζητήσουν βοήθεια, τόσο υλική όσο και με τη μορφή υποστήριξης για την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Θέλουν να μπορέσουν να ξαναρχίσουν τις ζωές τους - κι όλο και περισσότεροι απ’ αυτούς θεωρούν πλέον ότι ο μόνος τρόπος για να το καταφέρουν είναι σε μιαν άλλη, ασφαλή χώρα.

Γιατί, μετά από τον πόνο και τα βάσανα που έχουν υποφέρει αυτοί οι άνθρωποι στη Συρία, η ζωή τους ως πρόσφυγες στις γειτονικές χώρες εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Οι συνάδελφοί μου κι εγώ γυρίσαμε πρόσφατα από τον προσφυγικό καταυλισμό του Ζαάτρι στην Ιορδανία, που είναι πλέον ο δεύτερος μεγαλύτερος προσφυγικός καταυλισμός στον κόσμο μετά τον συνεχώς εξαπλούμενο καταυλισμό Νταντάμπ στην Κένυα.

Δυστυχώς, το Ζαάτρι έχει πλέον ανεπίσημα μετατραπεί στην τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Ιορδανίας.  Αυτή τη στιγμή φιλοξενεί περίπου 130.000 πρόσφυγες από τη Συρία, ανάμεσα στους οποίους είναι κι ένας σημαντικός αριθμός παιδιών και ευάλωτων ατόμων.  Πολλοί απ’ αυτούς έχουν υποστεί βασανιστήρια, άλλοι είναι σοβαρά τραυματισμένοι, άρρωστοι, ηλικιωμένοι ή ανάπηροι.

Τα Ηνωμένα Έθνη κι άλλοι οργανισμοί που εργάζονται στην περιοχή έχουν κάνει ήδη πολυάριθμες εκκλήσεις στη διεθνή κοινότητα για χρηματοδότηση -επειδή, αν εξαιρέσουμε κάποιες σημαντικές δωρεές, οι πόροι για την παροχή έστω και βασικών υπηρεσιών όπως η διανομή φαγητού, η εκπαίδευση, καταλύματα κι ένα αξιόπιστο σύστημα υδροδότησης εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά ελλιπείς.  Και δεν είναι μόνο το στρατόπεδο Ζαάτρι, ούτε καν μόνο η Ιορδανία όπου παρατηρείται αυτό το έλλειμμα στη χρηματοδότηση για την προστασία και τη βοήθεια των προσφύγων.

Το ίδιο συμβαίνει στην ευρύτερη περιοχή όπου οι πρόσφυγες, ειδικά σε κοινοτικές εγκαταστάσεις, αγωνίζονται για να αποκτήσουν πρόσβαση στις απαραίτητες υπηρεσίες, κι αυτή η πίεση σταδιακά λυγίζει τις χώρες που τους φιλοξενούν.  Όλες αυτές οι χώρες που έχουν δεχτεί πρόσφυγες από τη Συρία αντιμετωπίζουν σημαντικές οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες λόγω της εισροής ανθρώπων – ενώ, εν τω μεταξύ, η αυξημένη πίεση προς τις τοπικές υπηρεσίες οξύνει τις εντάσεις μεταξύ των προσφύγων και των τοπικών κοινοτήτων.

Τότε, όπως ρωτούν πολλοί άνθρωποι τελευταία, τι μπορεί να γίνει;

Εφόσον καμία πολιτική λύση δε φαίνεται στον ορίζοντα για τη Συρία, το ελάχιστο που μπορεί να γίνει είναι να επιτραπεί σε όσους έχουν διαφύγει σώοι να ζήσουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια.  Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών υπολογίζει ότι αυτή τη στιγμή θα χρειαστούν τουλάχιστον 3 εκατομμύρια δολάρια για να αντιμετωπιστεί το κόστος των αναγκών των προσφύγων στην περιοχή και γι αυτό το λόγο ξεκίνησε τον Ιούνιο τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική έκκληση στην ιστορία του.  Μέχρι στιγμής οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Κουβέιτ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκονται ανάμεσα στους σημαντικότερους δωρητές, αλλά παρόλα αυτά η εκστρατεία δεν έχει φτάσει παρά το 40 τοις εκατό του στόχου της.  Οι χώρες που έχουν τη δυνατότητα -οι Ευρωπαϊκές χώρες, η Βόρεια Αμερική, οι χώρες του Κόλπου και άλλες, πρέπει να αυξήσουν τη χρηματοδότησή τους υπέρ της κρίσης των προσφύγων και να σχεδιάσουν μία συνεχή, μακροπρόθεσμη στρατηγική υποστήριξης των γειτόνων της Συρίας.

Αλλά ακόμα και κάτι τέτοιο από μόνο του δεν πρόκειται να ανακουφίσει την προσφυγική κρίση.  Οι κυβερνήσεις των χωρών που έχουν κάνει δωρεές θα πρέπει να προετοιμαστούν για να απομακρύνουν τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς από την περιοχή και να τους επιτρέψουν να εγκατασταθούν με ασφάλεια στα εδάφη τους μέσω ανθρωπιστικών προγράμματων επανεγκατάστασης.  Εκτός από πραγματική γραμμή ζωής για τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς, μία τέτοια πρωτοβουλία θα βοηθήσει και στην άρση του τρομακτικού βάρους που έχει πέσει στους ώμους των γειτόνων της Συρίας.  Ενώ η Γερμανία έχει ήδη δεσμευθεί να δεχτεί 5.000 Σύριους πρόσφυγες μέσω ενός ανθρωπιστικού προγράμματος ένταξης, η αντίδραση από άλλες χώρες παραμένει μέχρι στιγμής πιο περιορισμένη.

Εάν ζείτε σε μία χώρα που μπορεί και που θα έπρεπε να κάνει περισσότερα για τους πολίτες της Συρίας, τώρα είναι η στιγμή να απευθυνθείτε στην κυβέρνησή σας για να αυξήσει την υποστήριξή της προς τους πρόσφυγες από τη Συρία.  Πολλά ακούστηκαν τελευταία για το τι θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να κάνει η διεθνής κοινότητα σχετικά με τη σύρραξη στη Συρία. Το να υποστηρίξουμε τους πρόσφυγες είναι αδιαμφισβήτητα κάτι που μπορούμε και που πρέπει να κάνουμε, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση απ’ ό,τι ως τώρα.