ΒΡΑΖΙΛΙΑ: ΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ Η ΒΙΑ, ΤΟΣΟ ΛΙΓΟΤΕΡΗ Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Δημοσιεύθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 2005, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
2 Δεκεμβρίου 2005
Ο 14χρονος μαθητής Ντάγκλας Μπρασίλ ντε Πάουλα έπαιζε φλίπερ σε ένα μπαρ. Ο Ζόγιο ντα Κόστα Μαγαλιάες ήταν καθισμένος στην εξώθυρα του σπιτιού του. Η Ελίζαμπεθ Σοάρες ντε Ολιβέιρα εργαζόταν στο μπαρ του συζύγου της. Ο Ραφαέλ ντα Σίλβα Κούτο, 17χρονος μαθητής, ήταν πάνω στο ποδήλατό του. Όλοι τους σκοτώθηκαν από τις σφαίρες ενός «τάγματος θανάτου» στην περιοχή Μπαισάδα Φλουμινένσε του Ρίο ντε Ζανέιρο στις 31 Μαρτίου 2005.

«Οι φόνοι 29 ανθρώπων στη Μπαισάδα Φλουμινένσε είναι μία από τις συνέπειες μιας στρατηγικής δημόσιας ασφάλειας που έχει εγκαταλείψει τους φτωχούς της χώρας και έχει καταδικάσει όλους τους Βραζιλιάνους στην εγκληματικότητα και την βία», δήλωσε ο Τιμ Κάχιλ, ερευνητής της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Βραζιλία, παρουσιάζοντας έκθεση της οργάνωσης για το ζήτημα της δημόσιας ασφάλειας στη χώρα.

Η έκθεση, με τίτλο «Βραζιλία: Έρχονται πυροβολώντας: Η αστυνόμευση των κοινωνικά αποκλεισμένων κοινοτήτων», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένα νέο σχέδιο για τη δημόσια ασφάλεια -που να εστιάζεται σε ζητήματα όπως η πρόληψη των ανθρωποκτονιών, η απονομή δικαιοσύνης και ο έλεγχος των όπλων μικρού διαμετρήματος- είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί η βία και η εγκληματικότητα σε ολόκληρη τη χώρα.

Σύμφωνα με τα πορίσματα της Διεθνούς Αμνηστίας, αντί να μειώσουν την εγκληματικότητα, οι πολιτικές για τη δημόσια ασφάλεια, που χαρακτηρίζονται από διακρίσεις, έχουν συγκεντρώσει το βίαιο έγκλημα στις παραγκουπόλεις της Βραζιλίας.

«Παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι που ζουν στις φτωχές κοινότητες της Βραζιλίας έχουν πολλαπλάσιες πιθανότητες να πέσουν θύματα του βίαιου εγκλήματος, οι Ομοσπονδιακές και Πολιτειακές αρχές δεν επενδύουν σχεδόν τίποτα για την προστασία τους. Το κονδύλι του προϋπολογισμού για τη δημόσια ασφάλεια διαμορφώθηκε με βάση την καταπίεση και τις διακρίσεις, 'ποινικοποιώντας' στην πράξη τις φτωχές κοινότητες στο σύνολό τους», τόνισε ο κ. Κάχιλ.

«Οι φτωχοί των κυριότερων αστικών κέντρων της Βραζιλίας κραυγάζουν ζητώντας την προστασία του κράτους και, συχνά, αυτό που λαμβάνουν, αν λάβουν κάτι, είναι βίαιοι και διεφθαρμένοι αστυνομικοί. Η ασφάλεια που βασίζεται στον κοινωνικό διχασμό και την καταπίεση δεν θα φέρει την ειρήνη που απαιτεί ο πληθυσμός».

Η έλλειψη αποτελεσματικής πολιτικής για τη δημόσια ασφάλεια δεν έχει προδώσει μόνο τις φτωχές κοινότητες, αλλά και την αστυνομία. Για πολλούς αστυνομικούς, η μετάθεση σε μια φαβέλα (παραγκούπολη) θεωρείται τιμωρία. Οι αστυνομικοί που εργάζονται στις παραγκουπόλεις της Βραζιλίας έχουν συχνά ανεπαρκή εκπαίδευση και πόρους, ενώ οι επιχειρήσεις στρατιωτικού τύπου τους εκθέτουν σε μεγάλο κίνδυνο επιθέσεων από συμμορίες κακοποιών και κυκλώματα ναρκωτικών. Μόνο το 2004, 52 αστυνομικοί έχασαν τη ζωή τους σε ώρα καθήκοντος στο Ρϊο ντε Ζανέιρο.

Η Διεθνής Αμνηστία αναγνωρίζει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει καταβάλει κάποιες προσπάθειες να αντιμετωπίσει το κενό της πολιτικής για τη δημόσια ασφάλεια, με τη δημιουργία του εθνικού σχεδίου δημόσιας ασφάλειας και με προσπάθειες αφοπλισμού του πληθυσμού. Η Διεθνής Αμνηστία έχει επίσης παρατηρήσει πώς, σε δημοτικό επίπεδο, η αποτελεσματικά στοχευμένη κοινωνική επένδυση σε συνδυασμό με προγράμματα ασφάλειας της κοινότητας έχουν αποφέρει αξιοσημείωτη μείωση του επιπέδου ανθρωποκτονιών.

«Οι βραχυπρόθεσμοι και οικονομικοί στόχοι δεν μπορούν πια να δικαιολογήσουν την αμέλεια διαδοχικών κυβερνήσεων σε αυτόν τον τομέα. Η καταστροφή μιας γενιάς νέων της Βραζιλίας και το ολοένα αυξανόμενο κοινωνικό χάσμα που μαστίζει τη χώρα πρέπει να αντιμετωπιστούν από τις αρχές σε όλα τα επίπεδα».

Το πλήρες κείμενο της έκθεσης “Brazil: 'They come in Shooting': Policing socially excluded communities” στη διεύθυνση