ΙΣΠΑΝΙΑ: ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΝ ΒΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ

Δημοσιεύθηκε στις 12 Μαΐου 2005, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
12 Μαΐου 2005
Η 59χρονη Τερέζα, που εγκατέλειψε τον σύζυγό της μετά από 38 χρόνια προσβολών, ξυλοδαρμών και καταναγκαστικού σεξ, είναι πεπεισμένη ότι αν τον κατήγγελλε η κατάστασή της θα χειροτέρευε… Δεν εμπιστεύεται ότι οι δημόσιοι θεσμοί θα την προστατεύσουν. Όταν έδωσε συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία, είχε ήδη περάσει εννέα μήνες κλεισμένη στο σπίτι της με τα παντζούρια κατεβασμένα ώστε ο σύζυγός της να νομίσει ότι έφυγε από την πόλη.

Η ιστορία της Τερέζα κάθε άλλο παρά σπάνια είναι. Ο αριθμός των γυναικών που φονεύονται από τον σύντροφο ή τον πρώην σύντροφό τους συνεχίζει να αυξάνεται από το 2001, σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία. Το 2004, 72 γυναίκες έχασαν τη ζωή τους στα χέρια του συντρόφου ή του πρώην συντρόφου τους. Για επτά από αυτές τις γυναίκες είχαν εκδοθεί διαταγές προστασίας.

Οι γυναίκες που επιζούν από την ενδοοικογενειακή βία αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια προκειμένου να βρουν βοήθεια, προστασία και δικαιοσύνη, σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι πάνω από το 95% των γυναικών που υφίστανται κακομεταχείριση δεν προβαίνουν σε καταγγελία. Όσες όντως καταγγέλλουν αυτά τα εγκλήματα συναντούν αδιαφορία ή αντιμετωπίζουν ανακρίσεις χωρίς καμία ευαισθησία, που τις αποθαρρύνουν από το να προχωρήσουν παραπέρα την υπόθεσή τους.

«Το ισπανικό κράτος έχει ευθύνη να προλαμβάνει τη βία, να ερευνά τις καταπατήσεις, να τιμωρεί τους υπαιτίους και να αποζημιώνει τα θύματα, και πρέπει να τα πράττει αυτά χωρίς καθυστέρηση χρησιμοποιώντας κάθε κατάλληλο μέσο», δήλωσε η Μαρία Ναρέδο, Υπεύθυνη για Θέματα Γυναικών στο Ισπανικό Τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας.

Παρ' όλο που καλωσορίζει τη σύνταξη νέου νομοσχεδίου για τη βία που βασίζεται στο φύλο, η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία ότι το βάρος προκειμένου να τεθούν σε κίνηση μέτρα προστασίας θα συνεχίσει να πέφτει στα θύματα και ότι εκτεταμένη βοήθεια θα είναι διαθέσιμη μόνο σε όσες υποβάλουν επίσημες μηνύσεις.

«Αυτός ο νόμος είναι μόνο ένα πλαίσιο εργασίας, ένα σημείο εκκίνησης για την άρση των εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες, εμπόδια τα οποία οι ίδιες οι γυναίκες ήδη υποδεικνύουν», επισήμανε η Μαρία Ναρέδο. «Η ισπανική κυβέρνηση πρέπει να εγκαθιδρύσει αποτελεσματικά μέτρα για να κάνει πραγματικότητα τα δικαιώματα της κάθε γυναίκας».

Εξετάζοντας τις μαρτυρίες γυναικών που επέζησαν από ενδοοικογενειακή βία, η οργάνωση βρήκε στοιχεία προκαταλήψεων και διακρίσεων στις αντιδράσεις των δημοσίων θεσμών. Ιδιαίτερη πηγή ανησυχίας ήταν η έλλειψη παροχής προστασίας σε γυναίκες από ευπαθείς ομάδες, όπως μετανάστριες χωρίς έγγραφα, γυναίκες Ρομά, ανάπηρες γυναίκες και γυναίκες με ψυχολογικά προβλήματα ή εξαρτήσεις.

Οι μετανάστριες χωρίς έγγραφα συναντούν ιδιαίτερους φραγμούς προκειμένου να βρουν βοήθεια, παρ' όλο που αναγνωρίζεται ότι θα έπρεπε να έχουν την ίδια βοήθεια όπως οι υπόλοιπες γυναίκες. Σε ορισμένες περιφέρειες, οι επιζώσες πρέπει να έχουν κάποιον ανάδοχο προκειμένου να εισαχθούν σε καταφύγιο. Σε άλλες περιφέρειες δεν τους επιτρέπεται η είσοδος και αντ' αυτού παραπέμπονται στα γενικά κέντρα υποστήριξης μεταναστών. Για να λάβουν οικονομική βοήθεια, οι γυναίκες για τις οποίες έχει εκδοθεί διαταγή προστασίας πρέπει να αναζητούν εργασία - όμως οι μετανάστριες χωρίς έγγραφα δεν μπορούν να το κάνουν αυτό εξ αιτίας της νομικής και διοικητικής τους θέσης.

Η επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών που παρακολουθεί τις διακρίσεις κατά των γυναικών επισήμανε στην ισπανική κυβέρνηση τη διάδοση της βίας κατά των γυναικών και την αύξηση των φόνων. Υπογράμμισε την έλλειψη προστασίας για τις ευπαθείς ομάδες, περιλαμβανομένων των μεταναστριών χωρίς έγγραφα, και εξέφρασε ανησυχία για την έλλειψη συντονισμού μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των διαφόρων περιφερειών όσον αφορά τη μέριμνα για τα θύματα βίας.

Η έκθεση προβαίνει σε αριθμό συστάσεων προς την ισπανική κυβέρνηση, μεταξύ των οποίων:

  • Ελάχιστα πρότυπα αντίδρασης στη βία που βασίζεται στο φύλο σε όλη την έκταση της χώρας.
  • Αποτελεσματικές ενέργειες για να επιτυγχάνεται έγκαιρη ανίχνευση της ενδοοικογενειακής βίας και για να παρέχεται υγειονομική μέριμνα για τις επιζώσες.
  • Επανεξέταση και αξιολόγηση των υπαρχόντων μέτρων, με την ανάμιξη επιζωσών και γυναικείων οργανώσεων.

Το πλήρες κείμενο της έκθεσης, με τίτλο «Όχι μόνο λόγια - Ισπανία: Για να γίνουν η προστασία και η δικαιοσύνη πραγματικότητα για τις γυναίκες-θύματα ενδοοικογενειακής βίας που βασίζεται στο φύλο» (στα ισπανικά) βρίσκεται στη διεύθυνση

AI Index: EUR 41/006/2005 Αθήνα, 12 Μαΐου 2005

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

Ισπανία: Περιπτώσεις γυναικών θυμάτων βίας

Τερέζα (ψευδώνυμο). Περιοχή Βιτόρια. Συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία τον Οκτώβριο του 2004

Η Τερέζα είναι 59 ετών και έχει τέσσερα παιδιά. Ξυλοκοπήθηκε για πρώτη φορά τρεις μήνες μετά τη γέννηση του πρώτου της παιδιού. Όταν πια είχε τρία μικρά παιδιά, είπε στη μητέρα της ότι δεν άντεχε άλλο και της ζήτησε να τα φροντίσει ώστε να μπορέσει να πάει να αναζητήσει δουλειά στη Βαρκελώνη. Η μητέρα της απάντησε πως όταν μια γυναίκα παντρεύεται έναν άντρα αυτό είναι για όλη της τη ζωή, έτσι η Τερέζα συνέχισε να υφίσταται σωματικές, ψυχολογικές και σεξουαλικές επιθέσεις επί 38 χρόνια. Περίμενε ώσπου να φύγει από το σπίτι και το τελευταίο από τα τέσσερα παιδιά της και μετά έκανε αίτηση διαζυγίου χωρίς να το πει σε κανέναν. Όταν ο δικηγόρος της έγραψε στον σύζυγό της για να τον ενημερώσει, εκείνος της επιτέθηκε βάναυσα και προσπάθησε να τη βάλει να φάει την επιστολή.

Αφού χώρισαν, ο σύζυγός της τής ζήτησε να τον αφήσει να επιστρέψει στο σπίτι και να πληρώνει εκείνος τους λογαριασμούς. Παρ' όλο που αρχικά κράτησε τον λόγο του, μετά από ένα διάστημα οι επιθέσεις και οι προσβολές ξανάρχισαν. Η Τερέζα άλλαξε τις κλειδαριές και αρνήθηκε να τον αφήσει να ξαναμπεί στο σπίτι. Παρ' όλο που εκείνος προσπάθησε να σπάσει την πόρτα και απείλησε επανειλημμένα ότι θα τη σκοτώσει, η Τερέζα δεν υπέβαλε ποτέ μήνυση σε βάρος του. Όταν έδωσε συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία, είχε ήδη περάσει εννέα μήνες κλειδωμένη στο σπίτι της για να τον κάνει να πιστέψει ότι είχε φύγει από την πόλη. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν υπέβαλε μήνυση, απάντησε: «Γιατί τον φοβάμαι, γιατί αν υποβάλω μήνυση θα τον θυμώσω ακόμη περισσότερο και θα με σκοτώσει, θέλω να πω, στ' αλήθεια θα με σκοτώσει».

Ρόζα (ψευδώνυμο). Ουέλβα. Συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία τον Οκτώβριο του 2004

Η Ρόζα είναι μια γυναίκα Ρομά και πήγε να ζήσει με τον σύντροφό της πριν 13 χρόνια. Στην αρχή, παρ' όλο που την προσέβαλε, εκείνη δεν αναγνώριζε ως κακοποίηση τη μεταχείριση που δεχόταν. Έχοντας δει τους ξυλοδαρμούς και τις ψυχολογικές επιθέσεις που δέχονταν άλλες γυναίκες, τη θεωρούσε φυσιολογικό μέρος της σχέσης ενός ζευγαριού. Τρία χρόνια αργότερα, οι επιθέσεις είχαν γίνει πλέον σωματικές, κάτι που τους οδήγησε επανειλημμένα στον χωρισμό. Τώρα είναι χωρισμένη πάνω από έναν χρόνο και προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της και τη ζωή των θυγατέρων της.

Η πρώτη φορά που η Ρόζα προσπάθησε να υποβάλει μήνυση σε βάρος του ήταν το καλοκαίρι του 2004, όταν, στη μέση του δρόμου, ο πρώην σύζυγός της επιτέθηκε στην ίδια και τη μητέρα της και τις προσέβαλε. Κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης εμπειρίας στο αστυνομικό τμήμα, δεν της επέτρεψαν να υποβάλει μήνυση επειδή δεν διέθετε έκθεση τραυματισμού από το νοσοκομείο. Η Ρόζα ζει έξω από την κοινότητα των Ρομά, όμως δεν ισχύει το ίδιο για τη μητέρα και τα αδέλφια της και φοβάται πιθανή αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Η Ρόζα ζήτησε από έναν θείο της να μεσολαβήσει στη σύγκρουση, όμως η απάντησή του ήταν ότι σύμφωνα με τον νόμο των Ρομά ο πατέρας είναι εκείνος που πρέπει να κρατήσει τις κόρες, παρ' όλο που ποτέ δεν τις φρόντισε. Η Ρόζα αποφεύγει να πάρει αποφάσεις που θα μπορούσαν να θέσουν την οικογένειά της σε κίνδυνο.

Νάντια (ψευδώνυμο). Μαδρίτη. Συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία τον Οκτώβριο του 2004

Η Νάντια, που είναι μαροκινής καταγωγής, ζει στην Ισπανία περισσότερο από είκοσι χρόνια. Παντρεμένη επί έντεκα χρόνια, ήταν θύμα σωματικών και ψυχολογικών επιθέσεων και αναγκάστηκε να επισκεφθεί επτά φορές το τμήμα πρώτων βοηθειών του νοσοκομείου. Σε κάθε μία από αυτές τις επισκέψεις ισχυρίστηκε ότι είχε πέσει τυχαία, γιατί τη συνόδευε πάντοτε ο σύζυγός της στο νοσοκομείο. Μόνο μία φορά τη ρώτησε ευθέως ένας γιατρός αν εκείνος της είχε επιτεθεί και του είπε τι είχε πραγματικά συμβεί. Όμως ζήτησε από τον γιατρό να μην το καταγγείλει. Δεν είχε καμία πληροφόρηση για το τι θα μπορούσε να κάνει. Η τελευταία επίθεση που υπέστη, μετά από την οποία ο σύζυγός της την άφησε νομίζοντας ότι είναι νεκρή, της άφησε μόνιμα νευρολογικά προβλήματα. Μετά από αυτήν την επίθεση, διέκοψε τη σχέση της μαζί του και εισήχθη στο κέντρο επείγουσας φροντίδας που διατηρεί η Υπηρεσία Θυμάτων Ενδοοικογενειακής Βίας (SAVD) του Δήμου Μαδρίτης, όπου της πρόσφεραν δουλειά κηπουρού. Μπόρεσε να δουλέψει μόνο μία μέρα, διότι μέρος της δουλειάς ήταν να σκάβει χαντάκια με αξίνα, παρ' όλο που είχε δύο εγκεφαλικά τραύματα, τα οποία είχε προκαλέσει η επίθεση που είχε υποστεί λιγότερο από τρεις μήνες πριν, και παρ' όλο που στη συνέχεια είχε αποβάλει για αυτόν τον λόγο.

Μερικές φορές δυσκολευόταν να πείσει τους ανθρώπους που ασχολούνταν με την υπόθεσή της ότι είχε πέσει θύμα κακοποίησης, διότι η προσωπικότητά της και η θέλησή της να συνέλθει δεν ταιριάζουν με το «προφίλ» που αποδίδεται στις γυναίκες που έχουν βιώσει τέτοιες καταστάσεις. Μάλιστα στο δικαστήριο η υπόθεσή της αντιμετωπίστηκε ως πλημμέλημα. Εν όψει αυτής της κατάστασης, η Νάντια απηύθυνε έκκληση σε έναν τηλεοπτικό σταθμό να καλύψει ειδησεογραφικά την υπόθεσή της. Η υπόθεσή της μεταβιβάστηκε αμέσως στα ποινικά δικαστήρια και η προτεινόμενη ποινή για τον δράστη αυξήθηκε σε περισσότερα από 20 χρόνια.

Κάρμεν (ψευδώνυμο). Βαρκελώνη. Συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία τον Οκτώβριο του 2004

Επί επτά χρόνια, η Κάρμεν ήταν θύμα κακοποίησης από τον σύντροφό της μέχρι που, τον Μάιο του 2004, συνειδητοποιώντας ότι η ζωή της κινδυνεύει, αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της και να φύγει με τον γιο της, ηλικίας δύο ετών. Ευθύς εξ αρχής συνάντησε πολυάριθμα εμπόδια στην πρόσβαση σε δημόσιους πόρους για τα θύματα βίας βασισμένης στο φύλο. Της είπαν μάλιστα ότι θα βρει κλειστές πόρτες εξ αιτίας του παρελθόντος της: πρώην ναρκομανής, οροθετική, είχε περάσει παλιότερα 10 χρόνια στη φυλακή. Όμως όλα αυτά τα είχε αφήσει πίσω, εργαζόταν επί πέντε χρόνια σε εργαστήριο συντήρησης έργων τέχνης και φρόντιζε τον γιο της μόνη της.

Μπροστά στον κίνδυνο που αντιμετώπιζε, τη στέγασαν ως επείγον μέτρο σε ένα διαμέρισμα για γυναίκες αποφυλακισμένες με περιοριστικούς όρους. Όταν εισήχθη στο διαμέρισμα, της κατέσχεσαν τα προσωπικά της είδη. Έμεινε εκεί επί τρεις μήνες και, όταν βγήκε, σε πολύ επιδεινωμένη ψυχολογική κατάσταση, πήγε να μείνει με την κόρη της μέχρις ότου κατάφερε να εισαχθεί σε ένα ανοιχτό κέντρο ανάρρωσης (μη ιδρυματικού τύπου), το οποίο της βρήκε ο δικηγόρος της. Ο πρώην σύντροφός της εμφανίστηκε, αψηφώντας τη διαταγή προστασίας, όταν η ίδια ήταν σε μια τράπεζα με την κόρη της. Η αστυνομία δεν θέλησε να του απαγγείλει κατηγορία διότι δεν υπήρξε επίθεση. Όταν επαληθεύθηκε ότι εκείνος είχε ποινικό μητρώο για φόνο και για παράνομη κατοχή όπλων και εκρηκτικών, ξεκίνησε έρευνα και τον εντόπισαν κοντά στο σπίτι της κόρης της Κάρμεν, οπλισμένο με μια κατάνα, ένα τεράστιο μαχαίρι, ένα τσεκούρι, ένα στιλέτο και μια σφύρα. Είχε τηλεφωνήσει στον αδελφό της Κάρμεν και του είχε πει ότι θα τη σκότωνε.

Μαρία (ψευδώνυμο). Ουέλβα. Συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία τον Οκτώβριο του 2004

Η Μαρία είναι 24 ετών. Λίγο μετά την άφιξή της στην Ισπανία, το 1999, ξεκίνησε σχέση με έναν Ισπανό με τον οποίο έχει μία κόρη 4 ετών. Εκείνος σύντομα άρχισε να την κακοποιεί ψυχολογικά και η πρώτη σημαντική σωματική επίθεση έγινε όταν εκείνη ήταν οκτώ μηνών έγκυος. Η πεθερά της ποτέ δεν την αποδέχτηκε επειδή ήταν αλλοδαπή. Τόσο η πεθερά, όσο και ο πεθερός, ήταν μάρτυρες επιθέσεων χωρίς να τη βοηθήσουν, ρίχνοντάς της το φταίξιμο για την κατάσταση. Αφού γεννήθηκε η κόρη της, μετά από νέα επίθεση η Μαρία υπέβαλε μήνυση και εισήχθη σε κέντρο επείγουσας ανάγκης, και αργότερα σε καταφύγιο, όπου της είπαν ότι δεν μπορούσε να μείνει επειδή δεν είχε έγκυρη άδεια παραμονής στην Ισπανία. Η εναλλακτική λύση ήταν να μείνει με το παιδί σε κέντρο για μετανάστες, και αποφάσισε να επιστρέψει στον σύντροφο που την είχε κακοποιήσει. Εκείνος την άφησε να ζει σε ένα σπίτι υπό κατασκευή, χωρίς ζεστό νερό και χωρίς κουζίνα και με σπασμένα τζάμια μέσα στο καταχείμωνο.

Εκεί την υπέβαλε καθημερινά σε σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση και σε συνεχείς απειλές ότι θα της έπαιρνε την επιμέλεια της κόρης της, ένας φόβος τον οποίο επίσης επέτεινε το προσωπικό του καταφυγίου και ο ίδιος της ο δικηγόρος. Η Μαρία ζει ακόμη με τον σύντροφό της και, κατά τον χρόνο της συνέντευξης (Οκτώβριος 2004), είχαν συμφωνήσει να παντρευτούν λίγους μήνες αργότερα. Αυτός είναι ο μόνος βιώσιμος τρόπος για να διασφαλίσει η Μαρία ότι δεν θα αποχωριστεί την κόρη της.

Λούρδες (ψευδώνυμο). Μπιλμπάο. Συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία τον Οκτώβριο του 2004

Η Λούρδες είναι 41 ετών. Ήταν παντρεμένη επί 19 χρόνια, μέχρι που το 2001 χώρισε. Όλα τα χρόνια του γάμου της υπέφερε συνεχή κακοποίηση, αλλά υπέβαλε την πρώτη της μήνυση μετά από έναν σοβαρότατο ξυλοδαρμό το 1996. Όσο βρισκόταν σε εξέλιξη το διαζύγιο, η Λούρδες ζούσε στο σπίτι των γονέων της και δεχόταν συνεχείς παρενοχλήσεις από τον σύζυγό της. Εκδόθηκε διαταγή προστασίας που του απαγόρευε να την πλησιάσει. Μετά από δίκη για επανειλημμένη κακοποίηση, εκδόθηκε διαταγή προστασίας πενταετούς διάρκειας, η οποία είναι ακόμη σε ισχύ και παραβιάζεται συνεχώς. Ο επιτεθείς πρώην σύζυγος καταδικάστηκε να καταβάλει αποζημίωση ύψους 12.000 ευρώ, τα οποία η Λούρδες δεν είχε ακόμη λάβει όταν έδωσε συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία, καθώς και σε φυλάκιση 14 μηνών, την οποία δεν θα εκτίσει καθώς ήταν η πρώτη του καταδίκη.

Η Λούρδες έχει αλλάξει δουλειά επανειλημμένα, αφού ο πρώην σύζυγός της ανακάλυπτε τα ίχνη της. Ο πρώην σύζυγός της συχνά την περιμένει στο κατώφλι της, παραβιάζοντας τη διαταγή προστασίας. Η Λούρδες έχει κερδίσει τρεις δίκες για παραβίαση της διαταγής προστασίας, όμως η ποινή ήταν πάντα πρόστιμο μερικών ευρώ ημερησίως επί τρεις μήνες. Αυτή τη στιγμή εκκρεμεί νέα δίκη για παραβίαση της διαταγής προστασίας, καθώς ο πρώην σύζυγός της εμφανίστηκε στο μέρος όπου η Λούρδες έκανε διακοπές με την οικογένειά της.

Έλενα (ψευδώνυμο). Μαδρίτη. Συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία τον Οκτώβριο του 2004

Η Έλενα κατάγεται από το Περού, αλλά ολόκληρη η οικογένειά της ζει στην Ισπανία επί χρόνια. Έμεινε έγκυος στα τέλη του 2002 και πήγε να ζήσει στο σπίτι των γονέων του συντρόφου της. Μετά από μερικά προβλήματα με την πεθερά της, πήγαν να ζήσουν στο σπίτι της οικογένειάς της. Όταν ήταν οκτώ μηνών έγκυος, ο σύντροφός της τής επιτέθηκε και μετά τη γέννηση της κόρης της η κατάσταση χειροτέρεψε. Μετά από μία από τις επιθέσεις, προσπάθησε να υποβάλει μήνυση μέσω της αστυνομίας (Guard?a Civil). Της είπαν να ξανατηλεφωνήσει μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, διότι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο αίτημά της.

Είχε προσπαθήσει να ζητήσει βοήθεια και μία κοινωνική λειτουργός της είπε ότι αν υπήρχαν νέες καταγγελίες κακοποίησης ίσως της έπαιρναν την κόρη της. Παρά τον φόβο της, αποφάσισε να υποβάλει νέα καταγγελία, που είχε ως αποτέλεσμα διαταγή προστασίας ετήσιας διάρκειας. Ο επιτεθείς πρώην σύντροφός της πήγε να μαζέψει τα πράγματά του, συνοδευόμενος από αστυνομικούς, και μπροστά τους της συμπεριφέρθηκε με περιφρόνηση, πετούσε και έσπαγε πράγματα. Οι αστυνομικοί δεν επενέβησαν, με το επιχείρημα ότι το σπίτι ήταν δικό του όσο και δικό της.