ΙΣΡAΗΛ & ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚA ΕΔAΦΗ:ΖΩΤΙΚΗ ΑΝAΓΚΗ ΓΙΑ ΠΛΗΡΕΣ ΕΜΠAΡΓΚΟ ΟΠΛΩΝ ΚΑΘΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΟΤΙ ΠΥΡΟΜΑΧΙΚA ΤΩΝ ΗΠΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΝΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ Η ΕΛΛAΔΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΤΡΕΨΕΙ ΤΗ ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΟΠΛΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2009, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
8 Ιανουαρίου 2009
Χρειάζεται επειγόντως πλήρες εμπάργκο όπλων προς όλες τις πλευρές που εμπλέκονται στη σύγκρουση στη Γάζα, για να εμποδιστούν νέες έκνομες επιθέσεις και άλλες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, καθώς ο φόρος αίματος άμάχων εξακολουθεί να μεγαλώνει στη Γάζα. Τουλάχιστον 900 Παλαιστίνιοι έχουν φονευθεί μέχρι στιγμής, περισσότεροι από το ένα τρίτο από αυτούς άμαχοι, μεταξύ των οποίων περίπου 200 παιδιά - τη στιγμή που νέα πυρομαχικά των ΗΠΑ βρίσκονται καθ' οδόν προς την περιοχή.

«Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται τώρα είναι κι άλλα όπλα και πυρομαχικά στην περιοχή, που είναι γεμάτη όπλα που χρησιμοποιούνται με τρόπο που αντιβαίνει στο διεθνές δίκαιο και έχουν καταστροφικές επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό στη Γάζα», δήλωσε ο Μάλκολμ Σμαρτ, Διευθυντής του Προγράμματος  Έρευνας και Δράσης της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Η Διεθνής Αμνηστία υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ πρέπει να ενεργήσει αμέσως και να επιβάλει άμεσο και συνολικό εμπάργκο όπλων σε όλα τα αντιμαχόμενα μέρη στη Γάζα για να εμποδίσει κάθε νέα εισροή όπλων προς αυτά.

«Γνωρίζουμε ότι το γερμανικής ιδιοκτησίας φορτηγό πλοίο WehrElbe απέπλευσε από τις ΗΠΑ στις 20 Δεκεμβρίου 2008 με μεγάλο φορτίο -989 κοντέινερ- εκρηκτικών και άλλων πυρομαχικών», επισήμανε ο Μάλκολμ Σμαρτ. «Το έχει μισθώσει και πλέον το ελέγχει νομικά η Διοίκηση Στρατιωτικών Θαλάσσιων Μεταφορών των ΗΠΑ (USMilitarySealiftCommand). Προορίζεται για το Ισραηλινό λιμάνι Ασντόντ και επρόκειτο να διέλθει μέσω Ελλάδας, αν και η τελευταία θέση του που αναφέρθηκε δείχνει ότι η διαδρομή του φορτίου ενδέχεται να έχει αλλάξει».

Προσφορές για δύο άλλα φορτία πυρομαχικών των ΗΠΑ, συνολικά 325 κοντέινερ, εγκρίθηκαν από το Πεντάγωνο στις 31 Δεκεμβρίου, τέσσερις ημέρες μετά την έναρξη των τωρινών επιθέσεων του Ισραήλ εναντίον στόχων στη Γάζα. Αυτά τα δύο φορτία επρόκειτο να σταλούν στο Ασντόντ του Ισραήλ από το ελληνικό λιμάνι του Αστακού, όμως η συγκεκριμένη προσφορά έχει πλέον ακυρωθεί, σύμφωνα με πληροφορίες που παρέσχε στη Διεθνή Αμνηστία η Διοίκηση Στρατιωτικών Θαλάσσιων Μεταφορών των ΗΠΑ. Τα έγγραφα των προσφορών δείχνουν ότι τα φορτία αυτά περιλαμβάνουν λευκό φώσφορο, που είναι γνωστός για τη δυνατότητα να προκαλεί σοβαρά εγκαύματα και είναι αδιάκριτο όπλο όταν χρησιμοποιείται για εναέριες εκρήξεις σε πυκνοκατοικημένες περιοχές όπως καταγγέλλεται τώρα στη Γάζα. Το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ λέει ότι εξετάζει τώρα άλλους τρόπους να παραδώσει τα πυρομαχικά σε αποθήκη των ΗΠΑ στο Ισραήλ. Συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ έχει επιτρέψει να μεταβιβάζονται στη Δύναμη Άμυνας του Ισραήλ σε «επείγουσα ανάγκη» πυρομαχικά των ΗΠΑ αποθηκευμένα στο Ισραήλ.

«Η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν πρέπει να προχωρήσει σε αυτές ή όποιες άλλες αποστολές όπλων στο Ισραήλ, ενώ η ελληνική και οι άλλες κυβερνήσεις δεν πρέπει να επιτρέψουν να χρησιμοποιηθούν τα λιμάνια και οι εγκαταστάσεις τους για τη μεταφορά όπλων προς το Ισραήλ ή τις υπόλοιπες αντιμαχόμενες πλευρές αυτής της σύγκρουσης».

«Η κατάσταση των αμάχων στη Γάζα έχει γίνει όλο και πιο απελπιστική τις ημέρες που ακολούθησαν τη σχεδόν ομόφωνη, αλλά αγνοημένη, έκκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας για εκεχειρία», τόνισε ο Μάλκολμ Σμαρτ. «Οι ισραηλινές δυνάμεις εξακολουθούν να πραγματοποιούν έκνομες επιθέσεις, περιλαμβανομένων επιθέσεων που είναι δυσανάλογες, και κατηγορούνται ότι χρησιμοποιούν όπλα όπως λευκό φώσφορο, που προκαλούν απαράδεκτο κίνδυνο για τους αμάχους όταν χρησιμοποιούνται σε πυκνοκατοικημένες περιοχές. Στο μεταξύ, η Χαμάς και άλλες ένοπλες παλαιστινιακές ομάδες επιμένουν να εκτοξεύουν ρουκέτες αδιάκριτου χαρακτήρα εναντίον μη στρατιωτικών περιοχών στο Ισραήλ».

«Πέρα από τα όπλα τοπικής παραγωγής, οι Ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποιούν έκνομες επιθέσεις χρησιμοποιώντας ξένα όπλα και άλλο στρατιωτικό εξοπλισμό, που παρέχονται κυρίως από τις ΗΠΑ αλλά επιπλέον και από άλλες χώρες, ενώ οι ρουκέτες και υλικό για την κατασκευή ρουκετών, που εισάγονται λαθραία στη Γάζα από την Αίγυπτο, χρησιμοποιούνται εναντίον του άμαχου πληθυσμού στο νότιο Ισραήλ», υπογράμμισε ο Μάλκολμ Σμαρτ.

Ένα εμπάργκο όπλων από το Συμβούλιο Ασφαλείας χρειάζεται κυρίως για να εμποδιστούν να φτάσουν στις δύο πλευρές νέες προμήθειες όπλων, όμως θα μπορούσε επίσης να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα στο Ισραήλ και τη Χαμάς για την αποφασιστικότητα του Συμβουλίου να στηρίξει το διεθνές δίκαιο.

«Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να επιμείνει στην πλήρη λογοδοσία για τα εγκλήματα πολέμου και άλλες σοβαρές παραβιάσεις που διαπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης», δήλωσε ο Μάλκολμ Σμαρτ. «Αυτό σημαίνει τη λήψη μέτρων για να διασφαλιστεί ότι οι καταγγελλόμενες παραβιάσεις θα διερευνηθούν διεξοδικά και αμερόληπτα, και ότι οποιαδήποτε πρόσωπα βρεθούν υπεύθυνα θα οδηγηθούν στη δικαιοσύνη σε δίκαιες δίκες».

Σημείωση:

Η Διεθνής Αμνηστία έχει εντοπίσει τουλάχιστον 17 κράτη εκτός των ΗΠΑ, που έχουν προμηθεύσει όπλα και σχετικά υλικά στο Ισραήλ από το 2001 και μετά. Οι ΗΠΑ είναι μακράν ο μεγαλύτερος προμηθευτής, αλλά σημαντικές προμήθειες έχουν επίσης σταλεί από τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Ισπανία, τη Σλοβακία, την Τσεχία, τον Καναδά, τη Σλοβενία, την Αυστραλία, τη Ρουμανία, την Αυστρία, το Βέλγιο, την Ουγγαρία, τη Σερβία-Μαυροβούνιο και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η Ολλανδία και η Ελλάδα υπήρξαν και οι δύο πολύ σημαντικές χώρες διέλευσης προς το Ισραήλ, ιδίως για όπλα από τις ΗΠΑ.

Για να εμποδιστούν οι ανεύθυνες μεταβιβάσεις συμβατικών όπλων που χρησιμοποιούνται για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, η Διεθνής Αμνηστία και εκατοντάδες άλλες ΜΚΟ, μεταξύ των οποίων το Διεθνές Δίκτυο για τα Όπλα Μικρού Διαμετρήματος και η Oxfam International, αγωνίζονται για τη θέσπιση παγκόσμιας Συνθήκης για το Εμπόριο Όπλων. Περισσότερα από 150 Κράτη-Μέλη του ΟΗΕ έχουν ψηφίσει υπέρ μιας διαδικασίας του ΟΗΕ προς τη θέσπιση μιας Συνθήκης για το Εμπόριο Όπλων, μια διαδικασία που θα επαναληφθεί στις 23 Ιανουαρίου στη Νέα Υόρκη.