ΙΡAΚ: ΘΑΝΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ ΕΝΤΕΙΝΟΥΝ ΤΙΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡA ΤΙΣ ΒΙΝΤΕΟΣΚΟΠΗΜΕΝΕΣ «ΟΜΟΛΟΓΙΕΣ»

Δημοσιεύθηκε στις 16 Ιουνίου 2011, 16:13Εκτύπωση

ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ


16 Ιουνίου 2011

Ιράκ: Θανατικές καταδίκες εντείνουν τις ανησυχίες όσον αφορά τις βιντεοσκοπημένες «ομολογίες»

Με τη σημερινή καταδίκη 15 ατόμων σε θάνατο, που φέρεται πως είναι μέλη ένοπλης ομάδας -αφότου προβλήθηκαν «ομολογίες» αρκετών από αυτών στην ιρακινή τηλεόραση- εντείνονται οι ανησυχίες ότι η χρήση τέτοιων βιντεοσκοπημένων δηλώσεων υποσκάπτει το δικαίωμά τους σε μία δίκαιη δίκη, δήλωσε η Διεθνής Αμνηστία.
Οι ποινές ανακοινώθηκαν από το Κεντρικό Ποινικό Δικαστήριο του Ιράκ, που κατέληξε σε ετημυγορία σε λιγότερο από μία εβδομάδα. Καθώς φαίνεται, η  δίκη ξεκίνησε στις 10 Ιουνίου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Διεθνούς Αμνηστίας, τουλάχιστον κάποιοι -ίσως και όλοι οι συγγενείς των καταδικασμένων- δεν είχαν ενημερωθεί για τη διεξαγωγή της δίκης, μέχρι που ανακοινώθηκαν οι ποινές από τα ΜΜΕ στις 16 Ιουνίου. Η Διεθνής Αμνηστία είναι κατά της θανατικής ποινής για όλες τις υποθέσεις.

«Ομολογίες» των Firas Hassan Fleih al-Juburi και Hikmat Fadhil Ibrahim al-Juburi, ότι διέπραξαν κτηνώδη εγκλήματα, όπως δολοφονίες δεκάδων ατόμων, και βιασμούς γυναικών και κοριτσιών -ανάμεσά τους και η νύφη- σε γαμήλιο πάρτυ προβλήθηκαν στα ιρακινά κανάλια al-‘Iraqiya και al-Ifaq στις 28 Μαΐου. Σύμφωνα με πηγές, το περιστατικό συνέβη σε ένα χωριό κοντά στο al-Taji, Βόρεια της Βαγδάτης τον Ιούνιο του 2006, σε μία έκρηξη σεκταριστικής βίας που χαρακτηρίστηκε από τα ιρακινά ΜΜΕ ως «Ο Γάμος - Σφαγή του al-Taji». Η ομολογία ενός ακόμη κατηγορουμένου στην υπόθεση, του Ibrahim Najim ‘Abboud Shihab al-Juburi, προβλήθηκε στις αρχές του Ιουνίου.

Η Διεθνής Αμνηστία που έχει επανηλειμμένως καταδικάσει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων –όπως εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας- από τις ένοπλες δυνάμεις στο Ιράκ, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών, βασανιστηρίων και φόνων αμάχων, συνεχίζει τις εκκλήσεις ώστε να έρθουν οι υπεύθυνοι αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη. Ωστόσο, η μεταχείριση των κατηγορουμένων για αυτά τα εγκλήματα πρέπει να συμμορφώνεται με το Διεθνές Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ οι δίκες τους πρέπει να πληρούν τα διεθνή πρότυπα διεξαγωγής δίκαιων δικών. Η χρήση βιντεοσκοπημένων «ομολογιών» βλάπτει σοβαρά το δικαίωμα των κατηγορουμένων σε μία δίκαιη δίκη, ακόμη και αν τέτοιες «ομολογίες» έγιναν ελεύθερα.

Η χρήση βιντεοσκοπημένων «ομολογιών» είναι ιδιαίτερα ανησυχητική σε υποθέσεις όπως αυτή, όπου οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που θα μπορούσαν να τους οδηγήσουν στη θανατική καταδίκη και την εκτέλεσή τους. Κατά καιρούς στο Ιράκ, πολλοί κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο βάσει «ομολογιών» που αποσπάστηκαν κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής τους. Οι κατηγορούμενοι που κρατούνταν τυπικά σε απομόνωση και είχαν μικρή ή καθόλου πρόσβαση σε δικηγόρους, ανακαλούσαν τα λεγόμενά τους στο δικαστήριο, με το πρόσχημα ότι «ομολόγησαν» μετά από βασανιστήρια. Κάποιοι εκτελέστηκαν μετά από καταδίκη τους που βασίστηκε σε «ομολογίες», τις οποίες τα δικαστήρια αποδέχθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία χωρίς καθόλου ή με ανεπαρκή έρευνα, παρόλο που είναι ευρέως γνωστό ότι τα βασανιστήρια και άλλου είδους κακομεταχείριση παραμένουν διαδεδομένα στο Ιράκ.

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί ότι η δίκη αυτών που «ομολόγησαν» την ενοχή τους στην τηλεόραση για τον Γάμο - Σφαγή του al-Taji και άλλα εγκλήματα δεν ήταν δίκαιη. Οι ανησυχίες αυτές εντείνονται από δημόσιες δηλώσεις αξιωματούχων της ιρακινής κυβέρνησης και άλλων που ζητούν τη δημόσια εκτέλεσή τους. Για παράδειγμα, σύμφωνα με αναφορές, ο Πρόεδρος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου δήλωσε στη συνέντευξη Τύπου στις 14 Ιουνίου 2011 ότι οι κρατούμενοι για το Γάμο - Σφαγή του al-Taji «θα εκτελεστούν όταν ο Πρόεδρος επικυρώσει τις θανατικές καταδίκες τους». Με μία τέτοια δήλωση από ανώτατο δικαστικό αξιωματούχο πριν την απόφαση του δικαστηρίου, αναμφισβήτητα διακυβεύεται το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη, ενώ παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας, που είναι βασική αρχή στο ποινικό δίκαιο.

Οι ανησυχίες της Διεθνούς Αμνηστίας εντείνονται ακόμα περισσότερο, ότι τα ατόμα που καταδικάστηκαν για το Γάμο – Σφαγή του al-Taji και άλλα εγκλήματα, κρατήθηκαν σε απομόνωση επί αρκετές εβδομάδες. Αυτό σημαίνει χωρίς πρόσβαση σε νομικούς αντιπρόσωπους και δίχως να έρθουν σε επαφή με τους συγγενείς τους. Η κράτηση σε απομόνωση αυξάνει τον κίνδυνο απόσπασης ομολογιών από κρατούμενους που έχουν βασανιστεί, απειληθεί, ή υποστεί άλλου είδους κακομεταχείριση.

Η απαγόρευση στους συγγενείς να μην έρθουν σε επαφή, κατ’ οποιονδήποτε τρόπο, με τους υπόπτους κατά την προφυλάκιση, καθώς και να μην τους πληροφορήσουν για τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας, επίσης, εγείρει σοβαρές ανησυχίες ότι υπήρξε παρεμπόδισή τους να αποφασίσουν με τους εναγόμενους για το διορισμό νομικών αντιπροσώπων δικής τους επιλογής, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα διεξαγωγής δίκαιων δικών.

Στα μέσα του 2005 οι ιρακινές αρχές έθεσαν τέλος στην προβολή βιντεοσκοπημένων «ομολογιών», μετά από επικρίσεις των Ηνωμένων Εθνών, του Ιρακινού Δικηγορικού Συλλόγου και άλλων διεθνών οργανισμών, όπως και της Διεθνούς Αμνηστίας. Ωστόσο στις αρχές του 2009, οι ιρακινές αρχές συνέχισαν αυτή τη βάρβαρη τακτική. Η Διεθνής Αμνηστία συστήνει στις ιρακινές αρχές να δώσουν αμέσως τέλος στην τακτική προβολής «ομολογιών» και άλλων ενοχοποιητικών καταθέσεων από ανθρώπους που αναμένουν τη δίκη τους. Τέτοια πρακτική συνιστά σοβαρή παραβίαση του δικαιώματος των κρατουμένων σε δίκαιη δίκη και των υποχρεώσεων της κυβέρνησης σύμφωνα με τo Διεθνές Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο Άρθρο 4, παράγραφος 2 του Διεθνούς Σύμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο έχει υπογράψει και το Ιράκ το 1971 ορίζεται ότι: «Σύμφωνα με το νόμο, οποιοσδήποτε κατηγορείται για ποινικό αδίκημα έχει το δικαίωμα να θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου».