ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΟΙ ΑΠΕΛAΣΕΙΣ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤAΝ ΑΠΟ ΤΑ ΕΥΡΩΠΑΙΚA ΚΡAΤΗ

Δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2018, 10:48Εκτύπωση

Με αφορμή την εβδομάδα δράσης σε όλη την Ευρώπη, η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να σταματήσουν τις απελάσεις ανθρώπων στο Αφγανιστάν, όπου η ζωή τους διατρέχει κίνδυνο. Η πρόσφατη δραματική αύξηση των επιστροφών αιτούντων/σών άσυλο στο Αφγανιστάν έχει θέσει χιλιάδες ανθρώπους σε σοβαρό κίνδυνο παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατά παράβαση της δεσμευτικής διεθνούς νομικής αρχής της μη επαναπροώθησης, η οποία απαγορεύει στα κράτη να μεταφέρουν οποιοδήποτε άτομο σε τόπο όπου βρίσκεται αντιμέτωπο με πραγματικό κίνδυνο σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Παρά τις εμφανώς επιδεινούμενες συνθήκες ασφάλειας και ανθρωπιστικής κρίσης στο Αφγανιστάν τα τελευταία δύο χρόνια, και τον αριθμό ρεκόρ θυμάτων πολιτών, οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν εντείνει τις απελάσεις των Αφγανών υπηκόων υποστηρίζοντας ότι κάποιες περιοχές της χώρας είναι «ασφαλείς» - κάτι που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις εξελίξεις στο πεδίο.

Ασφάλεια και ανθρωπιστική κατάσταση στο Αφγανιστάν από τον Οκτώβριο του 2017

Απώλειες Αμάχων

Τον Δεκέμβριο του 2017, το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικής Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών (UNOCHA) περιέγραψε τη σύγκρουση στο Αφγανιστάν ως «κλιμάκωση σε πόλεμο» μεταξύ της κυβέρνησης του Αφγανιστάν και αρκετών αντικυβερνητικών στοιχείων (AGE), με τους Ταλιμπάν και το Daesh / «Ιισλαμικό κράτος-επαρχία Khorasan (ISKP)» να αποτελούν τις ομάδες που ευθύνονται για τις περισσότερες από τις επιθέσεις εναντίον αμάχων. Σήμερα, οι Ταλιμπάν έχουν τον έλεγχο ή  παρουσία σε περισσότερες επαρχίες απ’ ό,τι τα τελευταία 17 χρόνια, μετά την απομάκρυνσή τους από την εξουσία. Οι βίαιες επιθέσεις εναντίον αμάχων, καθώς και τα συχνά κέρδη και απώλειες εδαφών στον αγώνα μεταξύ των διαφόρων αντικυβερνητικών στοιχείων και των κυβερνητικών δυνάμεων, οδήγησαν σε αριθμό ρεκόρ θυμάτων πολιτών και εσωτερικών εκτοπισμών και μετακινήσεων.

Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει επηρεάσει τις ζωές των ανθρώπων με πολλούς τρόπους. Εκτός από τη φυσική και σωματική ανασφάλεια, οι Αφγανοί/ές υπέφεραν κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά. Χωρίς καμία προοπτική ειρήνης, οι Αφγανοί/ές βρίσκονται τώρα σε κίνδυνο σε κάθε γωνιά της χώρας. Οι δημόσιοι χώροι, όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι αγορές, οι αθλητικές εγκαταστάσεις και τα κλαμπ, τα τζαμιά, ακόμη και οι τελετές κηδειών, έχουν αποτελέσει στόχους. Σύμφωνα με τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2018, σκοτώθηκαν 1.692 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 3.430 κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους – περισσότεροι από οποιαδήποτε άλλη συγκρίσιμη περίοδο από τότε που ξεκίνησαν να καταγράφονται τα στοιχεία πριν από μια δεκαετία. Μεταξύ Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου σκοτώθηκαν 12 δημοσιογράφοι, σημειώνοντας το πιο θανατηφόρο έτος για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στο Αφγανιστάν.

Μετά την αποχώρηση της διεθνούς κοινότητας και τη μετάβαση στο επίπεδο της ασφάλειας, οι Ταλιμπάν και τα άλλα αντικυβερνητικά στοιχεία έχουν ενισχύσει τις επιθέσεις τους σε αρκετές βασικές επαρχίες. Τα τελευταία τρία χρόνια, οι Kunduz, Farah, Faryab, Helmand, Kabul, Nangarhar και πρόσφατα η Ghazni, έχουν αποτελέσει στόχους επιθέσεων, με σημαντικές απώλειες ανθρώπινων ζωών. Πολλοί άνθρωποι έχουν διαφύγει από τα σπίτια τους, ενώ αυτοί που μένουν, ζουν καθημερινά με τον φόβο των Ταλιμπάν και του Deash, και σε επισφαλείς κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.

Η Καμπούλ έχει γίνει η πιο ανασφαλής πόλη στο Αφγανιστάν. Πράγματι, τον Αύγουστο του 2018, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες δήλωσε ότι η Καμπούλ δεν αποτελούσε πλέον ασφαλή εσωτερική εναλλακτική ως προορισμός εσωτερικής πτήσης για όσους εγκατέλειπαν τις συγκρούσεις ή τις διώξεις στην περιοχή καταγωγής τους.

Καθώς αυξάνεται η απειλή από τους Ταλιμπάν και το Daesh, περιορίζονται όλο και περισσότερο τα δικαιώματα των αμάχων, οι οποίοι κινδυνεύουν συνεχώς να υποστούν διώξεις τόσο από τους Ταλιμπάν όσο και από το Daesh, καθώς και από τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις. Φοβούμενοι για την ασφάλειά τους, οι δημοσιογράφοι δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση από την αυτο-λογοκρισία τους. Οι πολίτες που μιλούν εναντίον των αντικυβερνητικών στοιχείων ή υπέρ της κυβέρνησης κινδυνεύουν να αποτελέσουν αντικείμενα στόχων. Ταυτόχρονα, οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις παραβιάζουν διαρκώς τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των σκόπιμων δολοφονιών, των εκβιασμών και των εκφοβισμών, καθιστώντας τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ένα ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο. Οι γυναίκες που ζουν σε ελεγχόμενες περιοχές των αντικυβερνητικών στοιχείων έχουν περιορισμένη ελευθερία κινήσεων και αυτοί που κατέχουν θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα αντιμετωπίζουν συχνές απειλές. Τα παιδιά στρατολογούνται για να εκτελέσουν επιθέσεις αυτοκτονίας ή αναγκάζονται γίνονται κατάσκοποι για τις αντικυβερνητικές δυνάμεις. Μεταξύ 14 Απριλίου και 10 Μαΐου 2018, η UNAMA κατέγραψε 23 περιστατικά εκλογών, όπου πραγματοποιήθηκαν στοχευμένες επιθέσεις σε σχολεία και τζαμιά που λειτουργούσαν ως κέντρα εγγραφής ψηφοφόρων. Οι επιθέσεις αυτοκτονίας με θρησκευτικά κίνητρα που στοχεύουν στον μουσουλμανικό πληθυσμό του Shi'a συνεχίστηκαν το 2018 και πολλές επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν γύρω από άλλα μέρη όπου συγκεντρώνονται πολλοί πολίτες.

Ανθρωπιστική κρίση

Το Αφγανιστάν είναι ένας τόπος έντονης ανθρωπιστικής κρίσης. Πέρα από την απειλή σοβαρής βλάβης για τη ζωή, πολλοί/ες Αφγανοί/ες αισθάνονται ολοένα και περισσότερο τις συνέπειες της δεκαετούς διένεξης, οικονομικές κακουχίες, εσωτερικές μετακινήσεις, τραυματισμούς που αλλάζουν τη ζωή τους, απώλεια οικογενειακών μελών και επίμονο ψυχολογικό τραύμα. Περισσότερο από το ένα τρίτο όλων των παιδιών αναφέρθηκε ότι αντιμετωπίζει ψυχολογικό στρες λόγω του πολέμου που έχει διαρκέσει για δεκαετίες.

Η επισιτιστική ανασφάλεια αποτελεί πρόβλημα που διαρκώς μεγενθύνεται, καθώς η σύγκρουση επιδρά τόσο στην παραγωγή τροφίμων όσο και στα εισοδήματα. Οι συχνές φυσικές καταστροφές, όπως οι επιθέσεις από επιβλαβείς οργανισμούς, η ξηρασία και οι κατολισθήσεις λάσπης, επιδεινώνουν την ήδη ασταθή κατάσταση. Τρία στα δέκα παιδιά υποφέρουν από οξύ υποσιτισμό και τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας παραμένουν μεταξύ των υψηλότερων στον κόσμο.

Παρά το γεγονός ότι το Αφγανιστάν έχει θεσπίσει νομοθεσία για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, η φτώχεια, οι ισχυρές πατριαρχικές αξίες και η ανεπαρκής πρόσβαση στην εκπαίδευση συνεχίζουν να αυξάνουν τα υψηλά ποσοστά γάμου των παιδιών στο Αφγανιστάν. Οι πολιτιστικές πρακτικές όπως η προίκα, οι αρραβώνες των παιδιών (όπου τα παιδιά αρραβωνιάζονται πριν από τη γέννηση), οι γάμοι ανταλλαγής (μεταξύ κοριτσιών από δύο ξεχωριστές οικογένειες) και η πρακτική του «baad» (η παράδοση μιας κόρης από μια οικογένεια που ένα μέλος της έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα, ως υπηρέτρια ή νύφη στην οικογένεια του θύματος), συμβάλλουν στην υψηλή επικράτηση του παιδικού γάμου και της χαμηλής αξίας των κοριτσιών στην αφγανική κοινωνία. Ο γάμος των παιδιών έχει επίσης συνδεθεί με την εμπορία κοριτσιών.

Η παιδική εργασία συνιστά μια διαρκή δοκιμασία στο Αφγανιστάν. Τα παιδιά εκτίθενται σε εργασιακή εκμετάλλευση και αναγκάζονται να εργάζονται σε σκληρές συνθήκες, αντιμετωπίζοντας συχνή κακοποίηση. Πολλές οικογένειες δεν μπορούν να συνεχίσουν να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο λόγω του κόστους των σχολικών προμηθειών και επειδή μερικές φορές τα κέρδη των παιδιών από την εργασία τους είναι απαραίτητα για να βοηθήσουν τις οικογένειες που αγωνίζονται να επιβιώσουν. Η ποιότητα της εκπαίδευσης κινδυνεύει λόγω της σύγκρουσης και της παρατεταμένης ανθρωπιστικής κρίσης. Πολλά σχολεία χρειάστηκε να κλείσουν λόγω ζητημάτων ασφαλείας, ενώ άλλα αγωνίζονται να φιλοξενήσουν όλα τα παιδιά. Το σχολικό σύστημα δεν είναι σε θέση να απορροφήσει περισσότερα από 300.000 παιδιά σχολικής ηλικίας, που είναι μεταξύ αυτών που επαναπατρίζονται.

Με άλλες 140 εγκαταστάσεις υγείας να κλείνουν από ένοπλες ομάδες από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 2018, δύο εκατομμύρια άνθρωποι αγωνίζονται τώρα να αποκτήσουν πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη. Το κόστος και η χαμηλή ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης αναφέρονται ως τα μεγαλύτερα εμπόδια πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη. Το τριάντα ένα τοις εκατό των ανθρώπων που επαναπατρίστηκαν το 2017 δήλωνε ότι αντιμετώπισε προβλήματα πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη. Οι εσωτερικά εκτοπισμένοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια, καθώς το 42% δεν μπορεί να λάβει θεραπεία.

Επισφαλείς συνθήκες για τους επαναπατριζόμενους στο Αφγανιστάν

Σε αυτό το πλαίσιο, διαφαίνονται διάφορες προκλήσεις καθώς ο μεγάλος αριθμός επαναπατρισθέντων από τις ευρωπαϊκές χώρες προσπαθεί να επανενταχθεί στη χώρα που είχε εγκαταλείψει πριν από πολλά χρόνια ή όπου δεν είχε ζήσει ποτέ πριν. Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔOM), το 40 τοις εκατό των επαναπατριζόμενων δεν καταφέρνουν να επιστρέψουν στην περιοχή καταγωγής τους. Οι επαναπατρισθέντες και οι εσωτερικά εκτοπισμένοι αγωνίζονται για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευκαιρίες βιοπορισμού, σε τρόφιμα, σε καταφύγια και στην ανάκτηση της γης και περιουσίας τους. Μεγάλος αριθμός επαναπατρισθέντων καταλήγουν να εγκαθίστανται σε ανεπίσημους οικισμούς στις πόλεις και τα προάστια, είτε με επιλογή είτε λόγω καλύτερων προοπτικών εργασίας. Πολλοί δεν μπορούν να επιστρέψουν στην περιοχή καταγωγής τους λόγω ανασφάλειας ή επειδή έχουν φύγει και οι συγγενείς τους, αφήνοντάς τους χωρίς το απαραίτητο δίκτυο υποστήριξης. Η πλειοψηφία των νοικοκυριών σε αστικές περιοχές στο Αφγανιστάν ζουν σε παραγκουπόλεις, ανεπίσημες κατοικίες ή υποβαθμισμένους οικισμούς. Ο πληθυσμός της Καμπούλ αυξήθηκε από 1,5 εκατομμύρια το 2001 σε περίπου 6 εκατομμύρια το 2018, αφήνοντας ακόμη πιο ευάλωτους εκείνους και εκείνες που ζουν σε ανεπίσημους οικισμούς.

Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των δικτύων και της οικογένειας σε όλες τις πτυχές της ζωής στο Αφγανιστάν, η επιτυχής επανένταξη των επαναπατριζόμενων και των εσωτερικά εκτοπισθέντων εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο μπορούν να βασίζονται στους οικογενειακούς δεσμούς και τη φιλοξενία. Ως εκ τούτου, η επανένταξη είναι εξαιρετικά δύσκολη για όσους γεννήθηκαν εκτός του Αφγανιστάν. Πολλά εξαρτώνται από τη δυνατότητα του ατόμου να προσαρμόζεται στις τοπικές προδιαγραφές, καθώς οι αποκλίνουσες προδιαγραφές και αξίες, και μια πιο φιλελεύθερη ζωή, έχουν αποδειχθεί περαιτέρω πρόκληση για την επανένταξη.

Τον Απρίλιο του 2018 ένας νέος Αφγανός που απελάθηκε από τη Γερμανία αυτοκτόνησε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην Καμπούλ. Ένας άλλος επαναπατρισμένος τραυματίστηκε σε μια μεγάλη επίθεση στην Καμπούλ. Τον Σεπτέμβριο, ένας άνθρωπος που πάσχει από κατάθλιψη, ο οποίος απελάθηκε στο Αφγανιστάν πριν από δύο χρόνια από το Ηνωμένο Βασίλειο, σκοτώθηκε από τους Ταλιμπάν στη γενέτειρά του, Maidan Wardak.

Οι ευρωπαϊκές χώρες εντείνουν τις απελάσεις στο Αφγανιστάν

Παρά την προοδευτική επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στο Αφγανιστάν, τα τελευταία τρία χρόνια πολλά ευρωπαϊκά κράτη αύξησαν τις απελάσεις των Αφγανών που δεν έλαβαν καθεστώς πρόσφυγα ή άλλες μορφές διεθνούς προστασίας. Οι ενέργειες και οι πολιτικές της ΕΕ και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων έναντι των Αφγανών αιτούντων/σών άσυλο έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αντικειμενικά γεγονότα στο Αφγανιστάν.

Ένας βασικός παράγοντας φαίνεται να είναι οι πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Το 2015, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έφτασαν στην Ευρώπη άτυπα. Περίπου το 20% αυτών ήταν από το Αφγανιστάν. Παρόλο που οι αριθμοί αυτοί είναι μικροί σε σύγκριση με τα εκατομμύρια Αφγανών και άλλων προσφύγων που ζουν σε χώρες όπως το Ιράν και το Πακιστάν, η ΕΕ και πολλές εθνικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη ανταποκρίθηκαν προσπαθώντας ενεργά να αποτρέψουν περισσότερους αιτούντες άσυλο να φτάσουν άτυπα σε ευρωπαϊκό έδαφος και να αυξήσουν τον αριθμό των απελάσεων όσων δεν έλαβαν καθεστώς πρόσφυγα ή άλλες μορφές διεθνούς προστασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, τον Οκτώβριο του 2016, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Αφγανιστάν σύναψαν μια συμφωνία ("Κοινή πορεία ΕΕ-Αφγανιστάν"), η οποία στοχεύει στη διευκόλυνση της επιστροφής των Αφγανών υπηκόων από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη μέλη στο Αφγανιστάν. Ανεξάρτητα από τη ρητορική αλληλεγγύης και συνεργασίας της συμφωνίας, στην πραγματικότητα η συμφωνία αυτή ασκεί πίεση στο Αφγανιστάν να δεχτεί μεγάλο αριθμό απελάσεων.

Για να πραγματοποιήσουν αυτές τις απελάσεις, οι ευρωπαϊκές χώρες ανακήρυξαν αυθαίρετα κάποιες περιοχές του Αφγανιστάν ως «ασφαλείς», στηριζόμενοι στην ιδέα μιας «Εναλλακτικής Εσωτερικής Πτήσης» (IFA). Με άλλα λόγια, οι αρχές αναγνωρίζουν ότι η επαρχία προέλευσης του ατόμου είναι επικίνδυνη, αλλά θεωρούν ότι μπορεί να ζήσει αλλού στη χώρα. Για παράδειγμα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες θεωρούν την Καμπούλ ασφαλή, ωστόσο, η πόλη έχει μετατραπεί στην πιο ανασφαλή πόλη στο Αφγανιστάν και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες δήλωσε πρόσφατα ότι η Καμπούλ δεν αποτελούσε πλέον ασφαλή εσωτερική εναλλακτική ως προορισμός εσωτερικής πτήσης για όσους έφευγαν από συγκρούσεις ή διώξεις από την περιοχή καταγωγής τους.

Σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία της ΕΕ (Eurostat), 9.480 άνθρωποι επέστρεψαν στο Αφγανιστάν το 2016 και 6.620 άτομα το 2017. Αν και το 2017 υπήρξε μείωση των επιστροφών σε σύγκριση με το 2016, εξακολουθούν να υπερβαίνουν το διπλάσιο του αριθμού του 2015 (3.290). Αυτό συμβαίνει παρά τη σημαντική μείωση του αριθμού των αιτούντων άσυλο στην ΕΕ: 43.325 Αφγανοί/ές υπέβαλαν την αίτησή τους για άσυλο το 2017, έναντι 182.780 το 2016 (μείωση κατά 76%). Ένας ακόμα μικρότερος αριθμός αιτήσεων αναμένεται για το 2018, καθώς, κατά τους πρώτους οκτώ μήνες, μόνο 16.800 Αφγανοί υπέβαλαν αίτηση ασύλου στην ΕΕ.

Οι υπήκοοι του Αφγανιστάν επιστρέφονται είτε βίαια είτε μέσω των λεγόμενων «εθελοντικών επιστροφών» (Assisted Voluntary Returns / AVRs), οι οποίες είναι λιγότερο καταναγκαστικές από τις αναγκαστικές επιστροφές, αλλά είναι υποχρεωτικές, καθώς ακολουθούν επίσης εντολή απομάκρυνσης από τη χώρα υποδοχής. Όσοι αποδέχονται να επιστρέψουν μέσω της διαδικασίας AVR δικαιούνται συνδρομή επανένταξης κατά την άφιξή τους στο Αφγανιστάν. Η παροχή χρηματοοικονομικής υποστήριξης σε κάποιον που πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα υποδοχής μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά είναι παραπλανητικό να επισημαίνονται οι επιστροφές αυτές ως "εθελοντικές", καθώς δεν υπάρχει καμία δυνατότητα για όσους αποδέχονται τη διαδικασία AVR να παραμείνουν στη χώρα υποδοχής.

Το Αφγανιστάν είναι εξαιρετικά ανασφαλές και έχει γίνει ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζουν να απελαύνουν όλο και περισσότερους Αφγανούς τα τελευταία δύο χρόνια, ακόμα και καθώς η βία κλιμακώνεται. Επί του παρόντος, δεδομένης της έντονης απειλής για την ασφάλεια και της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρη τη χώρα, όλες οι επιστροφές στο Αφγανιστάν συνιστούν επαναπροώθηση. Για να παραβιαστεί η αρχή της μη επαναπροώθησης, δεν είναι απαραίτητο να προκληθεί σοβαρή βλάβη: οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πραγματοποιούνται όταν κάποιος ή κάποια επιστρέψει κάπου όπου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος τέτοιας βλάβης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παραμένουν συνειδητά τυφλές στους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι επαναπατριζόμενοι και -μαζί με την ΕΕ- πιέζουν εξαιρετικά το Αφγανιστάν να δεχτεί μεγάλο αριθμό επαναπατρισθέντων. Η ιεράρχηση των απελάσεων, αγνοώντας τα στοιχεία, είναι απερίσκεπτη και παράνομη.

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί όλες τις ευρωπαϊκές χώρες να εφαρμόσουν moratorium στις επιστροφές στο Αφγανιστάν έως ότου μπορέσουν να πραγματοποιηθούν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Η οργάνωση προτρέπει επίσης την Ύπατη Αρμοστεία να καλέσει για ένα τέτοιο moratorium. Επιπλέον, η Διεθνής Αμνηστία παροτρύνει την κυβέρνηση του Αφγανιστάν και τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔOM) να μην συνεργαστούν με την επιστροφή των ανθρώπων από την Ευρώπη στο Αφγανιστάν.

Παράρτημα: Ενδεικτικές επιθέσεις στο Αφγανιστάν που είχαν ως αποτέλεσμα περισσότερα από δέκα θύματα αμάχους το 2018 (Ιανουάριος-Σεπτέμβριος 2018)

12 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ: Βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας σε μια διαδήλωση εναντίον ενός αστυνομικού επικεφαλής στην επαρχία Nangarhar επιφέρει τον θάνατο τουλάχιστον 68 ατόμων και τον τραυματισμό 165.

5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ: Μετά από μια επίθεση αυτοκτονίας από μαχητές του ισλαμικού κράτους (IS) σε αθλητικό κέντρο στην Καμπούλ, καταγράφονται τουλάχιστον 26 θύματα και 91 τραυματίες. Δύο δημοσιογράφοι σκοτώνονται σε ένα δεύτερο βομβαρδισμό στον ίδιο τόπο.

15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: Επίθεση αυτοκτονίας σε ένα εκπαιδευτικό κέντρο στην Καμπούλ επιφέρει τον θάνατο 34 ατόμων, συμπεριλαμβανομένων πολλών εφήβων. Το IS αναλαμβάνει την ευθύνη.

10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: 20 θάνατοι αμάχων κατά τη διάρκεια επίθεσης των Ταλιμπάν στην επαρχία Ghazni.

3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: 39 άνθρωποι σκοτώνονται και περισσότεροι από 80 τραυματίζονται, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, σε επίθεση αυτοκτονίας σε ένα σιιτικό τζαμί στο Gardez της επαρχίας Paktia.

1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: Έκρηξη σε ένα τζαμί στην πόλη Χεράτ σκοτώνει τουλάχιστον 29 άτομα και τραυματίζει 64.

31 ΙΟΥΛΙΟΥ: Βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας στο κέντρο της Jalalabad σκοτώνει 15 ανθρώπους και τραυματίζει 15 άλλους. Την ίδια ημέρα, 12 άτομα στη δυτική επαρχία Farah σκοτώνονται από οδική βομβίδα.

23 ΙΟΥΛΙΟΥ: Βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας σκοτώνει τουλάχιστον 23 άτομα και τραυματίζει 107 στην είσοδο του Διεθνούς Αεροδρομίου της Καμπούλ. Το IS αναλαμβάνει την ευθύνη.

17 ΙΟΥΝΙΟΥ: Τουλάχιστον 18 άνθρωποι πεθαίνουν σε μια επίθεση αυτοκτονίας στο Jalalabad, μία ημέρα αφότου ένας βομβιστής αυτοκτονίας σκοτώνει 36 ανθρώπους κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Θυσίας στην επαρχία Nangarhar. Το IS αναλαμβάνει την ευθύνη.

9 ΜΑΪΟΥ: Βομβιστές αυτοκτονίας από το IS και από τους Ταλιμπάν σκοτώνουν τουλάχιστον 15 άτομα σε τρεις ξεχωριστές επιθέσεις στην Καμπούλ. Την ίδια ημέρα, έξι αστυνομικοί πεθαίνουν κατά τη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής, πιθανώς από τον αμερικανικό στρατό.

30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ: 36 άτομα πεθαίνουν σε διπλή επίθεση αυτοκτονίας στην Καμπούλ και την επαρχία Khost, συμπεριλαμβανομένων εννέα δημοσιογράφων. Το IS αναλαμβάνει την ευθύνη.

22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ: Σε επίθεση αυτοκτονίας του IS σε ένα εκλογικό γραφείο στην Καμπούλ, 57 άνθρωποι σκοτώνονται και 119 τραυματίζονται.

2 Απριλίου: Σύμφωνα με έκθεση των Ηνωμένων Εθνών, 30 παιδιά σκοτώνονται και 51 τραυματίζονται κατά τη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής από τον αφγανικό στρατό στο Kunduz.

21 ΜΑΡΤΙΟΥ: Περισσότεροι από 30 άνθρωποι, κυρίως έφηβοι/ες, σκοτώνονται όταν ένας βομβιστής αυτοκτονίας του IS ανατινάσσεται κατά τη διάρκεια της αφγανικής γιορτής για το νέο έτος.

27 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ: Ασθενοφόρο που φέρει εκρηκτικά εκρήγνυται σε έναν πολυσύχναστο δρόμο στην Καμπούλ, με περισσότερους από 95 πολίτες να σκοτώνονται και 158 να τραυματίζονται. Οι Ταλιμπάν αναλαμβάνουν την ευθύνη της επίθεσης.

24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ: Μαχητές του IS επιτίθενται στο γραφείο του οργανισμού βοήθειας Save the Children στο Jalalabad. Πέντε άνθρωποι σκοτώνονται, δεκάδες τραυματίζονται.

21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ: 22 ξένοι και Αφγανοί σκοτώνονται σε επίθεση από τους Ταλιμπάν στο ξενοδοχείο Intercontinental στην Καμπούλ.

Πηγές: Reuters, Tolonews, Aljazeera, Guardian, BBC, New York Times, Telegraph

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Βασιζόμαστε σε άτομα σαν εσένα. Δεν δεχόμαστε χρηματοδοτήσεις από κυβερνήσεις και διεθνείς διακρατικούς φορείς.