ΚΕΝΥΑ: ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΕΞΑΝΑΓΚAΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ ΣΤΗ ΔΙΑΛΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΣΟΜΑΛΙΑ

Δημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2016, 12:44Εκτύπωση

Με αφορμή τη χθεσινή ανακοίνωση του Γραμματέα του Ιδιαίτερου Γραφείου Εσωτερικών και Συντονισμού της Εθνικής Κυβέρνησης της Κένυας, Joseph Nkaissery, σχετικά με την παράταση προθεσμίας κλεισίματος κατά έξι μήνες του προσφυγικού στρατοπέδου στο Dadaab, ο Muthoni Wanyeki, Περιφερειακός Διευθυντής της Διεθνούς Αμνηστίας στο Κέρας της Αφρικής και της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών, δήλωσε:

«Ενώ χαιρετίζουμε τη δέσμευση του Γραμματέα του ιδιαιτέρου γραφείου για την πραγματοποίηση των επαναπατρισμών με ανθρώπινο και αξιοπρεπή τρόπο, η ανακοίνωση αυτή ωστόσο δεν αποτελεί αλλαγή στην πολιτική. Χιλιάδες πρόσφυγες εξακολουθούν να διατρέχουν τον κίνδυνο αναγκαστικού επαναπατρισμού σε μια χώρα κατεστραμμένη από τον πόλεμο, κινδυνεύοντας να πεθάνουν ή να τραυματιστούν από τη συνεχιζόμενη σύγκρουση»

Η ανακοίνωση αυτή έγινε μία ημέρα μετά, αφότου η Διεθνής Αμνηστία εξέδωσε μια έκθεση στις 15 Νοεμβρίου με στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι πρόσφυγες που βρίσκονται στο μεγαλύτερο προσφυγικό καταυλισμό του κόσμου, εξαναγκάζονται με αυθαίρετο τρόπο να επιστρέψουν στη Σομαλία, όπου κινδυνεύουν να τραυματιστούν ή να δολοφονηθούν λόγω της αδιάκοπης ένοπλης σύγκρουσης.

Το Μαίο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα έκλεινε το μεγαλύτερο προσφυγικό καταυλισμό του κόσμου, ο οποίος φιλοξενεί περισσότερους από 280.000 πρόσφυγες, κυρίως Σομαλούς, επικαλούμενη ζητήματα ασφάλειας, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς προβληματισμούς, καθώς και την έλλειψη υποστήριξης από τη διεθνή κοινότητα. Από τότε, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι έχουν κάνει δηλώσεις στα ΜΜΕ, ενώ επισκέφθηκαν τον καταυλισμό, απειλώντας τους ανθρώπους να φύγουν πριν το τότε καθορισμένο κλείσιμο στις 30 Νοεμβρίου του 2016.

«Οι πρόσφυγες βρίσκονταν σε μία άκρως εγκλωβιστική κατάσταση. Η κυβερνητικοί εκπρόσωποι της Κένυας τους έλεγαν ότι έπρεπε να φύγουν μέχρι το τέλος του μήνα, αλλιώς θα τους εξανάγκαζαν να φύγουν χωρίς καμία αρωγή», δήλωσε η Michele Kagari, Αναπληρώτρια Διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ανατολική Αφρική, στο Κέρας της Αφρικής και της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών.

 «Αυτές οι ενέργειες εναντιώνονται στις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης της Κένυας προς τη διεθνή κοινότητα, ότι δηλαδή θα διασφάλιζε ότι όλες οι επανεγκαταστάσεις των προσφύγων θα είναι εθελοντικές και θα διενεργούνταν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια».

Οι ερευνητές της Διεθνούς Αμνηστίας επισκέφθηκαν το Dadaab τον Αύγουστο, όπου πήραν συνέντευξη από 56 πρόσφυγες ξεχωριστά και διεξήγαγαν συζητήσεις ομάδων εστίασης με ακόμη 35.

Οι πρόσφυγες βρίσκονταν σε μία άκρως εγκλωβιστική κατάσταση. Η κυβερνητικοί εκπρόσωποι της Κένυας τους έλεγαν ότι έπρεπε να φύγουν μέχρι το τέλος του μήνα, αλλιώς θα τους εξανάγκαζαν να φύγουν χωρίς καμία αρωγή

— Michele Kagari, Αναπληρώτρια Διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ανατολική Αφρική, στο Κέρας της Αφρικής και της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών

Ανάμεσα σ’ αυτούς που έδωσαν συνέντευξη, βρίσκονταν δύο αδέρφια ηλικίας 15 και 18, οι οποίοι είχαν πάει στη Σομαλία τον Ιανουάριο του 2016 και επέστρεψαν στο Dadaab τέσσερις μήνες μετά. Είπαν πως όταν είχαν φτάσει στη Σομαλία, ο πατέρας τους δολοφονήθηκε μπροστά τους και οι ίδιοι επιστρατεύτηκαν με τη βία από την Al-Shabaab. Τελικά ξέφυγαν και κατάφεραν να γυρίσουν στο Dadaab.

Εξάλλου η Σομαλία, η οποία αυτή τη στιγμή πασχίζει με περισσότερους από 1.1 εκατομμύρια εσωτερικά εκτοπισμένους ανθρώπους, έχει έλλειψη σε απαραίτητους πόρους για να διαχειριστεί μία τόσο μεγάλη ροή προσφύγων από το Dadaab. Υπηρεσίες όπως για παράδειγμα στέγασης, ιατρικής περίθαλψης και εκπαίδευσης, παραμένουν απελπιστικά ανεπαρκείς.

Οι περισσότεροι πρόσφυγες που έδωσαν συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία είπαν ότι σκέφτονταν να φύγουν, κυρίως λόγω των απειλών από τους κυβερνητικούς εκπροσώπους.

Σύμφωνα με μία έρευνα εξακρίβωσης που διενεργήθηκε από την κυβέρνηση της Κένυας και την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, μόνο 25% των προσφύγων δήλωσαν ότι ήταν πρόθυμοι να επιστρέψουν. Οι πρόσφυγες ανέφεραν ότι δέχονταν απειλές από τις αρχές της Κένυας ότι θα τους ανάγκαζαν οι ίδιοι να φύγουν εάν δεν το έκαναν έγκαιρα, χάνοντας έτσι το επίδομα που δίνει η Ύπατη Αρμοστεία, προκειμένου να έχουν λόγους για να φύγουν.

Ο Hadi, που ζει στο Dadaab τα τελευταία 24 χρόνια, είπε στη Διεθνή Αμνηστία: «Μας (οι αρχές της Κένυας) πιέζουν να πάμε στη Σομαλία. Ήρθαν στις γειτονιές μας με μικρόφωνα και είπαν: ‘Πρέπει να πάτε να δηλώσετε ότι θα πάτε στη Σομαλία… Αν δεν πάτε να δηλωθείτε τώρα, θα πρέπει να πάτε με τα πόδια με τα μωρά σας στην πλάτη'».

Η μαρτυρία του επιβεβαιώθηκε από τη Samira, η οποία ζει στον καταυλισμό τα τελευταία οκτώ χρόνια. Είπε: «Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μετά το Νοέμβριο, το μικρό πακέτο επιστροφής δε θα υπάρχει και δε θα υπάρξει μεταφορά… Οι άνθρωποι μετακινούνται προτού χάσουν τη μεταφορά και τα χρήματα».

Καμία εναλλακτική επιλογή δεν παραχωρήθηκε από την Κένυα ή τη διεθνή κοινότητα για την πλειοψηφία των προσφύγων που δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν στη Σομαλία. Πολλοί από εκείνους που μίλησαν στη Διεθνή Αμνηστία ανέφεραν όχι μόνο την έλλειψη ασφάλειας, αλλά και την έλλειψη βασικών υπηρεσιών και το φόβο των διακρίσεων, ως λόγους για τους οποίους δεν επιθυμούν να επιστρέψουν.

Οι αυξημένοι περιορισμοί της Κένυας για τους Σομαλούς πρόσφυγες έρχονται σε μία εποχή όπου οι πλούσιες χώρες έχουν συγκλονιστικά αποτύχει να αποδεχθούν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί.

—Michele Kagari, Αναπληρώτρια Διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ανατολική Αφρική, στο Κέρας της Αφρικής και της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών

Ανάμεσα σε εκείνους που εξέφρασαν ενδοιασμούς για την επιστροφή, είναι και άνθρωποι με αναπηρίες και μέλη μειονοτικών ομάδων, για τους οποίους το να επιστρέψουν στη Σομαλία δεν αποτελεί επιλογή, καθώς καμία προστασία δεν έχει προβλεφθεί γι’ αυτούς.

Η Mouna, μητέρα ενός παιδιού με αναπηρίες, δήλωσε: «Δεν υπάρχουν εγκαταστάσεις για άτομα με αναπηρίες στη Σομαλία. Ως πρόσφυγες, ήδη μας υπολογίζουν τελευταίους σε όλα. Ως γονείς παιδιών με αναπηρίες, θα βρισκόμαστε ακριβώς στο τέλος της σειράς προτεραιότητας στην παροχή βοήθειας».

Η Amina, μια γυναίκα της οποίας ο εξάχρονος γιος πάσχει από αλμπινισμό, είπε: «Ένας ακόμη σημαντικός λόγος που δε θέλω να επιστρέψω είναι επειδή οι άνθρωποι δεν είναι εξοικειωμένοι με τον αλμπινισμό. Ήδη κάποιοι άνθρωποι λένε ότι είναι νόθος, ότι είναι ξένος. Πολλά παιδιά τον έχουν πειράξει επειδή είναι διαφορετικός. Στη Σομαλία ξέρω ότι θα είναι πολύ χειρότερα. Επίσης, δε θα έχει πρόσβαση στην αλοιφή που χρειάζεται για το δέρμα του».

Η έλλειψη διεθνούς υποστήριξης στην Κένυα, συμπεριλαμβανομένων των αναποτελεσματικών εκκλήσεων χρηματοδότησης, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες εναλλακτικές επανεγκατάστασης ευπαθών προσφύγων, έχουν συμβάλλει στην απάνθρωπη κατάσταση στην οποία βρίσκονται τώρα οι κάτοικοι του Dadaab. Μόλις 10 χώρες φιλοξενούν περισσότερους από τους μισούς των συνολικά 21 εκατομμυρίων προσφύγων στον κόσμο – η Κένυα είναι μία από αυτές.

 «Οι αυξημένοι περιορισμοί της Κένυας για τους Σομαλούς πρόσφυγες έρχονται σε μία εποχή όπου οι πλούσιες χώρες έχουν συγκλονιστικά αποτύχει να αποδεχθούν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί. Η διεθνής κοινότητα θα έπρεπε να συνεργάζεται με την Κένυα για να διασφαλίσει μακροπρόθεσμες βιώσιμες λύσεις, αντί να εστιάζουν στην επιστροφή των προσφύγων στη Σομαλία, όπου ο κίνδυνος παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πολύ μεγάλος», δήλωσε η Michelle Kagari.

 «Αυτό περιλαμβάνει περισσότερα μέρη επανεγκατάστασης για τις ευπαθείς προσφυγικές ομάδες. Αλλά επίσης περιλαμβάνει να εγγυηθεί η Κένυα στους πρόσφυγες τα δικαιώματά τους και να βρει τρόπους για την ένταξή τους σε κοινότητες φιλοξενίας, μακριά από καταυλισμούς, με την πλήρη υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας».

Υπόβαθρο

Οι πληροφορίες που παρείχαν οι συνεντευξιαζόμενοι πρόσφυγες διασταυρώθηκαν με κυβερνητικές και μη-κυβερνητικές πηγές που δούλευαν στο Dadaab και στην χάραξη προσφυγικής πολιτικής. Οι ερευνητές έκαναν μία ανασκόπηση της υπάρχουσας έρευνας για την κατάσταση των προσφύγων στην Κένυα, της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, καθώς και εγγράφων πολιτικής.

Η Κένυα φιλοξενεί περισσότερους από 500.000 πρόσφυγες. Τουλάχιστον 330.000 από αυτούς είναι Σομαλοί, από τους οποίους περίπου 260.000 βρίσκονται στον προσφυγικό καταυλισμό του Dadaab. Η Κένυα έλαβε περιορισμένη υποστήριξη από τη διεθνή κοινότητα. Από τις 31 Οκτωβρίου του 2016, η έκκληση χρηματοδότησης των 272 εκ. δολαρίων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες για την Κένυα χρηματοδοτήθηκε στο 38%. Το 2015, ένα σύνολο 5,001 ατόμων επανεγκαταστάθηκαν από την Κένυα, περισσότεροι από 3,500 από αυτούς πήγαν στις Η.Π.Α. Μόνο 671 ευπαθείς πρόσφυγες επανεγκαταστάθηκαν σε χώρες της Ε.Ε. Μέχρι στιγμής στο 2016 υπήρξαν 1,648 αναχωρήσεις για τις Η.Π.Α. και 118 αναχωρήσεις για την Ε.Ε.

Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά επιθέσεων από την Al-Shabaab – συμπεριλαμβανομένης της επίθεσης του 2013 στο εμπορικό κέντρο Westgate του Ναϊρόμπι και της επίθεσης του Απριλίου του 2015 στο Κολλέγιο της Garissa – σε συνδυασμό με μία αισθητή βελτίωση στην κατάσταση ασφάλειας στη Σομαλία, έχουν οδηγήσει σε αύξηση της πίεσης από τις αρχές της Κένυας όσον αφορά τον επαναπατρισμό των Σομαλών προσφύγων.

Η Σομαλία έχει πληγεί από συγκρούσεις πάνω από δύο δεκαετίες. Οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων της κυβέρνησης υποστηριζόμενες από τα στρατεύματα της Αφρικανικής Ένωσης και τους μαχητές της Al-Shabaab έχουν οδηγήσει σε ολικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών, καθώς και στη διάλυση βασικών υπηρεσιών και υποδομών.