ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΣΤΟ 2014: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

Δημοσιεύθηκε στις 6 Ιουνίου 2014, 15:52Εκτύπωση

Μια γυναίκα από το Μεξικό βιάστηκε σε ένα λεωφορείο της αστυνομίας, με την υποστήριξη των αξιωματικών. Ένας Νιγηριανός συνεχίζει να υποφέρει από ημικρανίες 4 χρόνια μετά από  τα βασανιστήρια που υπέστη από την αστυνομία, χτυπώντας το κεφάλι του επανειλημμένα στον τοίχο. Μια γυναίκα από τις Φιλιππίνες εξακολουθεί να ζει με εφιάλτες από τη στιγμή που ένας στρατιώτης την περίελουσε με καυτό κερί.

Τα βασανιστήρια είναι τόσο επίκαιρα όσο ποτέ, με την Διεθνή Αμνηστία να αποκαλύπτει την χρήση τεχνικών όπως ηλεκτροσόκ, εικονικού πνιγμού, και βιασμό, σε περισσότερες από 141 χώρες κατά την διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών.

Τέτοιες βάρβαρες τεχνικές χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο, σε σκοτεινά κελιά φυλακών, σε μυστικά κέντρα κράτησης, ακόμα και στο φως της ημέρας. Οι περισσότεροι από τους υπεύθυνους των πράξεων αυτών δεν έρχονται ποτέ αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη και μέσα σε αυτό το πλαίσιο της ανεξέλεγκτης ατιμωρησίας το οποίο οι βασανιστές απολαμβάνουν, οι κυβερνήσεις τους δίνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι τέτοιες πρακτικές είναι αποδεκτές.

Σε κάποιες περιπτώσεις τα βασανιστήρια είναι τόσο βίαια που τα θύματα πεθαίνουν. Σε άλλες περιπτώσεις, άνδρες και γυναίκες καταφέρνουν να επιβιώσουν συνεχίζοντας τη ζωή τους, η οποία πλέον είναι αφιερωμένη στον αγώνα της πάταξης της ατιμωρησίας για τις πράξεις αυτές μέσω της καταδίκης των δραστών.

Η νέα εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας, STOP στα Βασανιστήρια, επιδιώκει να φωτίσει τις ζωές των θυμάτων που υπέφεραν από αυτές τις αποτρόπαιες πράξεις, αλλά και να φέρει τους υπεύθυνους ενώπιον των δικαστηρίων.

 

Italia Méndez:  «Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ότι θα μπορούσα να βασανιστώ».
Όταν η Μεξικανή ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Italia Méndez, ταξίδεψε στο Σαν Σαλβαδόρ Ατένκο, πολιτεία του Μεξικό, στις 3 Μαΐου 2006, για να καταγράψει τις παραβάσεις της αστυνομίας εναντίον των διαδηλωτών που συμμετείχαν σε μια διαμαρτυρία, ποτέ δεν σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να συλληφθεί και να βασανιστεί.
Στις 6 το πρωί της 4ης Μαΐου 2006, η αστυνομία παραβίασε την πόρτα του διαμερίσματος στο οποίο έμενε, την τράβηξαν από τα μαλλιά, την έσπρωξαν σε έναν από τους τοίχους  και την ξυλοκόπησαν.
Κατά την διάρκεια της βίαιης ανάκρισης της από την αστυνομία, για το λόγο που βρισκόταν στο Ατένκο, η Italia απάντησε ότι ήταν ακτιβίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο επικεφαλής αξιωματικός, απαντώντας της, είπε στους άλλους: «χρειάζεται ειδική μεταχείριση».
«Με χτύπησαν στο κεφάλι με ένα δοκάρι, μετά κάλυψαν το πρόσωπο μου με ένα ύφασμα και στη συνέχεια με έβαλαν σε ένα λεωφορείο της αστυνομίας. Μόλις βρέθηκα εκεί μέσα, μπορούσα μόνο να μυρίσω αίμα και να ακούσω τις κραυγές πόνου άλλων. Υπήρχαν άνθρωποι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο σε όλο το πάτωμα, και η αστυνομία με ανάγκασε να περπατήσω πάνω τους. Μόλις έφτασα σε ένα σημείο που νόμιζα ότι ήταν το τέλος του διαδρόμου του λεωφορείου, με έσπρωξαν προς τα κάτω, άρχισαν να με χτυπούν ξανά, προσπάθησαν να με πνίξουν, και στη συνέχεια με βίασαν. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που συνέβαινε. Κατά την διάρκεια της κακοποίησης με ανάγκασαν να τους κάνω σχόλια σεξουαλικού περιεχομένου, λέγοντας μου ότι επρόκειτο να με σκοτώσουν», ανέφερε η Italia στην ομολογία της για εκείνη τη μέρα.
«Οι ξυλοδαρμοί ήταν τόσο έντονοι, που άκουσα κάποιον να λέει ‘σας παρακαλώ σταματήστε να την χτυπάτε’ ενώ ένα χέρι προσπαθούσε να με σηκώσει».
Το ταξίδι διήρκεσε αρκετές ώρες έως ότου έφτασε στις κρατικές φυλακές. Γεμάτη μώλωπες και εκδορές, η Italia, οδηγήθηκε στην τραπεζαρία της φυλακής όπου άλλες 47 γυναίκες που είχαν συλληφθεί για τις διαμαρτυρίες, περίμεναν να μάθουν την πορεία της κράτησης τους.
Η Italia ήταν απεγνωσμένη ήθελε να μιλήσει σε ένα γιατρό και ένα δικηγόρο για να τους δείξει τα τραύματα της και να διασφαλίσει ότι θα καταγραφούν με όσο το δυνατό καλύτερο τρόπο.
Όταν έφτασε ένας υπάλληλος από το γραφείο του εισαγγελέα του κράτους, αρνήθηκε να καταγράψει την καταγγελία της για κατάχρηση. Καμία ιατρική εξέταση δεν πραγματοποιήθηκε.
«Ο γιατρός που με εξέτασε γελούσε σε όλη τη διάρκεια του check-up. Μου έκανε ράμματα στο κεφάλι χωρίς αναισθησία, ήταν πολύ επώδυνο».
Μετά από 10 ημέρες, η Italia αφέθηκε ελεύθερη με εγγύηση και κατηγορήθηκε για επιθέσεις σε δημόσιους χώρους και μέσα μεταφοράς. Πλέον, οι κατηγορίες αυτές έχουν αποσυρθεί.
Έκτοτε, η Italia μαζί με άλλες 10 γυναίκες θύματα της αστυνομικής καταπίεσης της 4ης Μαΐου, κατήγγειλαν την κακοποίηση που υπέστησαν κατά την κράτηση τους στις ανώτατες αρχές του κράτους. Ο οκταετής τους αγώνας για δικαιοσύνη, έχει φέρει ως αποτέλεσμα την καταδίκη δύο αστυνομικών που αντιμετωπίζουν κατηγορίες για σεξουαλικά βασανιστήρια. Ωστόσο πολλοί άλλοι εμπλεκόμενοι, συμπεριλαμβανομένων ανώτατων αξιωματούχων, εξακολουθούν να διαφεύγουν της δικαιοσύνης. Η περίπτωση τους πλέον εξετάζετε από την Διαμερικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Το τελευταίο διάστημα, η  Italia μαζί με τις υπόλοιπες δέκα γυναίκες, έχουν έρθει σε επαφή με άλλα θύματα σεξουαλικών βασανιστηρίων που διαπράχθηκαν από τις κρατικές αρχές σε διαφορετικές περιπτώσεις, με στόχο να απαιτήσουν δικαιοσύνη και τον τερματισμό αυτών των σοβαρών παραβιάσεων, μέσα στα πλαίσια της εθνικής εκστρατείας: ‘Σπάζοντας τη Σιωπή’.
Η Italia αναφέρει ότι η δοκιμασία της απεικονίζει τη διαδεδομένη χρήση των βασανιστηρίων, καθώς και την έλλειψη δικαιοσύνης στο Μεξικό.
«Τα βασανιστήρια είναι εκτός ελέγχου στο Μεξικό, και αυτό επηρεάζει όχι μόνο το άτομο που έχει υποστεί βασανισμό, αλλά και την κοινωνία στο σύνολο της. Προσωπικά πάντως, θα συνεχίζω να αγωνίζομαι», ανέφερε.

Justine Ijeomah: «Ένας αστυνομικός χτυπούσε συνεχόμενα το κεφάλι μου στον τοίχο»

«Κος. Ανθρώπινα Δικαιώματα» - αυτό είναι το όνομα με το οποίο οι αρχές στη πόλη μου, το Port Harcourt της Νιγηρίας, συνηθίζουν να με φωνάζουν λόγω της δουλειάς μου να υπερασπίζομαι φυλακισμένους και καταδικασμένους σε θάνατο, οι οποίοι αντιμετωπίζουν βασανιστήρια στα χέρια των δυνάμεων ασφαλείας.
Το προσωπικό και οι εθελοντές της οργάνωσης μας, Ίδρυμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Κοινωνικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος (HURSDEF - Human Rights Social Development and Environmental Foundation) επισκέπτονται τα αστυνομικά τμήματα και τα κέντρα κράτησης όπου οι άνθρωποι κινδυνεύουν από σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ βρίσκονται υπό κράτηση. Έχουμε καταγράψει αρκετές περιπτώσεις εξωδικαστικών εκτελέσεων, εξαναγκαστικών εξαφανίσεων, καθώς και φρικτές ιστορίες βασανιστηρίων.
Πολλά αστυνομικά τμήματα έχουν το λεγόμενο θάλαμο βασανιστηρίων και τον αξιωματικό επικεφαλής των βασανιστηρίων. Φέρνουν συχνά κρατουμένους – κυρίως φτωχά παιδία του δρόμου – στον «ναό των βασανιστηρίων», όπως εναλλακτικά ονομάζεται ο θάλαμος αυτός.
Κρεμάνε τους ανθρώπους από την οροφή ή τους δένουν με χειροπέδες σε στάση όπου βρίσκονται διπλωμένοι στα δύο, και τους βασανίζουν για ώρες. Τους χτυπούνε με μαχαίρια, χρησιμοποιούν πένσες ή κόπτες καλωδίων για να τους τραβήξουν τα νύχια, τους πυροβολούν στα πόδια, τους δένουν τα μάτια και πραγματοποιούν εικονικές εκτελέσεις, τους πετούνε δακρυγόνα στα μάτια, και τους ξυλοκοπούν με τις βάσεις των όπλων.
Σε μια περίπτωση, ένας νεαρός άνδρας λιποθύμησε αφού τον ξυλοκοπούσαν για ώρες με ένα μαχαίρι και με μια μεταλλική ράβδο. Το δάπεδο του θαλάμου βασανιστηρίων γέμισε με αίματα. Όταν οι αστυνομικοί τον συνέφεραν το επόμενο πρωί, τον ανάγκασαν να φάει το αίμα που είχε πήξει στην άμμο του πατώματος.
Πολλά από τα θύματα βασανιστηρίων κρατούνται για μήνες χωρίς να τους απαγγέλλεται κατηγορία για κάποιο έγκλημα. Για τους αστυνομικούς, η χρήση βασανιστηρίων για να αποσπάσουν ομολογίες, είναι θέμα ρουτίνας. Οι άνθρωποι θα συμφωνήσουν σε οτιδήποτε προκειμένου να απαλλαχθούν από τον πόνο. Αυτές οι ομολογίες που αποσπώνται με βασανιστήρια, στη συνέχεια χρησιμοποιούνται ως βάση για την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο ενάντια στο θύμα. Μερικές φορές, οι καταδίκες οδηγούν σε θανατική ποινή.
Εμείς, ως ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, διατρέχουμε τον ίδιο κίνδυνο  να βρεθούμε στη θέση των θυμάτων. Συχνά απειλούμαστε για τη ζωή μας, μας συλλαμβάνουν, και προσωπικά έχω ο ίδιος υπάρξει θύμα βασανιστηρίων. Τον Μάιο του 2010 υπερασπιζόμουν ένα ανήλικο ύποπτο, όταν η αστυνομία με συνέλαβε. Με πήραν από το κελί και με έδεσαν πίσω από ένα πάγκο όπου ο αστυνομικός άρχισε να χτυπάει το κεφάλι μου επίμονα σε ένα τσιμεντένιο τοίχο. Νοσηλεύθηκα στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα στο κεφάλι, ενώ ακόμη και τώρα συνεχίζω να υποφέρω από ημικρανίες λόγω αυτού του γεγονότος.
Θέλουμε να δούμε τα βασανιστήρια να ποινικοποιούνται στη Νιγηρία. Είναι ήδη αντισυνταγματική η πράξη αυτή, και πρέπει όλοι μαζί να εργαστούμε συλλογικά και να εξασφαλίσουμε το ότι δεν αποτελεί μέρος της νομοθεσίας της χώρας μας.
Είμαστε αισιόδοξοι. Οι αρχές δίνουν προσοχή όταν μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά – έχω δει τις αντιδράσεις όταν ονοματίζω και διαπομπεύω τους δράστες κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας ραδιοφωνικής εκπομπής μου, ‘Μάθε τα δικαιώματα σου’. Συχνά υπάρχει κάποια άμεση απόκριση, ή βλέπουμε να δρουν λίγες ώρες αργότερα.
Τα βασανιστήρια είναι μια απάνθρωπη τακτική, πρέπει όλοι μαζί να τα σταματήσουμε!»

 

Loretta Rosales: «Το σώμα μου έτρεμε ανεξέλεγκτο"

Δυο υπάλληλοι των δυνάμεων ασφάλειας των Φιλιππίνων ντυμένοι στα πολιτικά, πλησίασαν στην ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Loretta Rosales, της έδεσαν τα μάτια και την έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο· το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή, ήταν ότι δεν θα ζήσει για να πει την ιστορία αυτή. Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την διάρκεια του βάρβαρου καθεστώτος του Ferdinand Marcos στη δεκαετία του 1970, ήταν μια αρκετά επικίνδυνη αποστολή.

«Ήμουν πολύ φοβισμένη. Ήξερα ότι είναι για εμένα. Από τη στιγμή που με έβαλαν σε αυτό το κτήριο άρχισα να ακούω φωνές και κραυγές. Ήξερα ότι ήμουν σε θάλαμο βασανιστηρίων. Ένας από τους φύλακες είπε: ‘κανείς δεν ξέρει ότι είσαι εδώ· μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε μαζί σου’»είπε η Loretta στη Διεθνή Αμνηστία.

Τα βασανιστήρια άρχισαν αμέσως. Αρχικά, οι φύλακες άρχισαν να της κάνουν ερωτήσεις με φωνές, στη συνέχεια, έριξαν καυτό κερί στα χέρια της, και προσπάθησαν να της προκαλέσουν ασφυξία είτε με τη ζώνη είτε πετώντας της νερό με πίεση, στο πρόσωπο.

«Θυμάμαι που προσπαθούσα να μείνω ξύπνια, ήταν ο μόνος τρόπος να αγωνιστώ. Στη συνέχεια ξεκίνησαν τα ηλεκτροσόκ· ήταν η πιο επώδυνη στιγμή. Ο σώμα μου έτρεμε ανεξέλεγκτα. Δεν είχα τον έλεγχο του σώματος μου», εξήγησε.

Η οικογένεια της Loretta είχε διασυνδέσεις με τον Στρατό, για αυτό και αφέθηκε ελεύθερη λίγες μέρες αργότερα. Ωστόσο ποτέ δεν εγκατέλειψε τη δουλειά  της για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τώρα είναι επικεφαλής της Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Φιλιππίνων, το οποίο αποτελεί το εθνικό ίδρυμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων της χώρας.

Ωστόσο, 40 χρόνια μετά, και παρά την νομοθετική πρόοδο των Φιλιππίνων – η χώρα ψήφισε το νομοσχέδιο κατά των βασανιστηρίων το 2009 – τα βασανιστήρια συνεχίζουν να είναι ευρέως διαδεδομένα.

Τον Ιανουάριο του 2014, η Loretta έλαβε ένα τηλεφώνημα το οποίο ανέφερε την ανακάλυψη ενός ‘τροχού βασανιστηρίων’ σε μυστικές εγκαταστάσεις της αστυνομίας στην πόλη Biñan, νότια της Μανίλα.

Οι αστυνομικοί θα αποφάσιζαν ποιες τεχνικές βασανισμού θα χρησιμοποιούσαν στους φυλακισμένους, γυρίζοντας τον τροχό. Για παράδειγμα, το ‘30 δευτερόλεπτα θέση νυχτερίδας’ σημαίνει ότι ο φυλακισμένος θα πρέπει να κρεμαστεί ανάποδα σαν νυχτερίδα για 30 δευτερόλεπτα. Το ‘20 δευτερόλεπτα  Manny Pacquiao’, το οποίο πήρε το όνομα του από τον διάσημο μποξέρ των Φιλιππίνων, σημαίνει ότι ένας κρατούμενος θα πρέπει να γρονθοκοπηθεί ασταμάτητα για 20 δευτερόλεπτα.

«Ήταν η πρώτη φορά που είδα κάτι τέτοιο. Συνήθως βασανίζουν κάποιον για να πάρουν πληροφορίες, αλλά αυτό γινόταν για διασκέδαση. Ήταν συγκλονιστικό», είπε η Loretta.

Αρκετοί από τους αξιωματικούς της αστυνομίας έχουν καταδικαστεί μετά από τη διεθνή κατακραυγή της χώρας, ωστόσο η δικαιοσύνη για τα θύματα των βασανιστηρίων είναι εξαιρετικά σπάνια στις Φιλιππίνες. Και η Loretta το γνωρίζει πολύ καλά αυτό. Κανείς δεν έφθασε ενώπιον της δικαιοσύνης για την κακομεταχείριση στην οποία υποβλήθηκε όταν ήταν νεαρή ακτιβίστρια. Ένας από τους άνδρες που την βασάνισαν, σήμερα είναι μέλος του Κογκρέσου.

«Η έλλειψη καταδικαστικών αποφάσεων σε περιπτώσεις βασανιστηρίων στις Φιλιππίνες, είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Κάποιοι άνθρωποι φοβούνται να το αναφέρουν· ενώ το γεγονός ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη στέλνει το μήνυμα ότι τα βασανιστήρια επιτρέπονται».