
ΗΠΑ: ΟΙ ΕΠΙΘΕΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑΣ ΑΠΟΔΥΝΑΜΩΝΟΥΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΤΑΞΗ ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΑΦΗΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Η επίθεση των ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας στις 3 Ιανουαρίου αποτελεί παράνομη χρήση βίας σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, απειλώντας περαιτέρω τη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες. Παράλληλα, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν από την κυβέρνηση Μαδούρο κατά των ανθρώπων της Βενεζουέλας παραμένουν χωρίς να έχει αποδοθεί δικαιοσύνη ή εγγυήσεις ότι δεν θα επαναληφθούν, προειδοποίησε σήμερα η Διεθνής Αμνηστία.
«Η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα αποτελεί σαφή παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Είναι μια επιθετική ενέργεια που θέτει σε κίνδυνο τους πολίτες και διαρρηγνύει τις προστατευτικές δικλείδες του διεθνούς δικαίου. Η χρήση βίας από την κυβέρνηση Τραμπ δεν ήταν μόνο παράνομη, αλλά θα μπορούσε να ενθαρρύνει παράνομες ενέργειες από άλλα κράτη και να προαναγγείλει παρόμοιες μελλοντικές ενέργειες από τις ΗΠΑ», δήλωσε η Agnès Callamard, Γενική Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας.
Όπως δήλωσε ο ίδιος ο Πρόεδρος Τραμπ, ο έλεγχος των πόρων και η γεωπολιτική δύναμη στην περιοχή ήταν τα κύρια κίνητρα για την επίθεση της 3ης Ιανουαρίου. Έκτοτε, ο Πρόεδρος Τραμπ έχει δηλώσει ανοιχτά ότι έχει την εξουσία να κατευθύνει την πολιτική στη Βενεζουέλα, ακόμη και αν η αναπληρώτρια Πρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες διατηρεί μια προκλητική ρητορική, ενώ στην πράξη συνεργάζεται με τις ΗΠΑ. Εν μέσω της αβεβαιότητας που δημιουργεί η ασταθής εσωτερική κατάσταση και η επιμονή του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους, ο πληθυσμός της Βενεζουέλας αντιμετωπίζει την αυξανόμενη παρέμβαση των ΗΠΑ, την αποτυχία να βρεθούν ολοκληρωμένες και διαρκείς λύσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις απειλές για περαιτέρω περιορισμό των δικαιωμάτων του και της ασφάλειάς του.
Η Διεθνής Αμνηστία καταδικάζει κατηγορηματικά τόσο την παράνομη χρήση βίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και τα πολλαπλά εγκλήματα των αρχών της Βενεζουέλας κατά των ανθρώπων της Βενεζουέλας.
— Agnès Callamard, Γενική Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας
«Η ατιμωρησία για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν από τις αρχές της Βενεζουέλας υπό τον Μαδούρο για περισσότερο από μια δεκαετία συνεχίζεται μέχρι σήμερα υπό την υπηρεσιακή κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες. Ακόμη και με την αποφυλάκιση κρατουμένων, δεν έχουν ληφθεί σημαντικά μέτρα για την απονομή δικαιοσύνης, ούτε έχουν δοθεί εγγυήσεις, ώστε να μην επαναληφθούν τα εγκλήματα. Ταυτόχρονα, οι απειλές κατά του χώρου δράσης της κοινωνίας των πολιτών συνεχίζονται, και οι υπερασπίστριες και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι οργανώσεις τους εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο δίωξης και ποινικοποίησης», δήλωσε η Agnès Callamard.
«Ας είμαστε σαφείς: η Διεθνής Αμνηστία καταδικάζει κατηγορηματικά τόσο την παράνομη χρήση βίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και τα πολλαπλά εγκλήματα των αρχών της Βενεζουέλας κατά των ανθρώπων της Βενεζουέλας. Η καταγγελία της παράνομης στρατιωτικής δράσης των Ηνωμένων Πολιτειών δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επισκιάσει την επείγουσα ανάγκη λογοδοσίας και αποκατάστασης για τη σειρά σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας.
Δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό. Πρέπει να υπάρξει πλήρης λογοδοσία και αποκατάσταση για την παράνομη επίθεση της κυβέρνησης Τραμπ κατά της Βενεζουέλας, καθώς και για τα εγκλήματα κατά του διεθνούς δικαίου που διέπραξαν οι αρχές της Βενεζουέλας».
Οι αόριστες απειλές του Προέδρου Τραμπ για κλιμάκωση μονομερών στρατιωτικών ενεργειών σε άλλα μέρη του κόσμου, σε συνδυασμό με τη ρητορική για την «διαχείριση» της Βενεζουέλας και τον έλεγχο του πετρελαίου της, επιταχύνουν την αποδόμηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου που αποσκοπούν στην προστασία των αμάχων και την πρόληψη των συγκρούσεων, απειλώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα σε όλο τον κόσμο. Μετά την επίθεση στη Βενεζουέλα, ο Πρόεδρος Τραμπ έχει απειλήσει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ κατά της Κολομβίας, της Κούβας, της Γροιλανδίας, του Ιράν και του Μεξικού. Παράλληλα, η Κίνα συνεχίζει να προβαίνει σε απειλητικές ενέργειες κατά της Ταϊβάν και των γειτόνων της, ενώ η Ρωσία συνεχίζει την επιθετικότητα της κατά της Ουκρανίας και έχει προχωρήσει σε πτήσεις πάνω από τον εναέριο χώρο του ΝΑΤΟ.
«Μην γελιέστε, πρόκειται για υπολογισμένες προσπάθειες να νομιμοποιηθεί η προσέγγιση του «δικαίου του ισχυρού» στις εξωτερικές υποθέσεις και να παραγκωνιστεί ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, οι Συμβάσεις της Γενεύης, οι συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και άλλα θεμέλια της διεθνούς τάξης. Τα άλλα κράτη πρέπει να αντισταθούν σε αυτές τις απερίσκεπτες προσπάθειες να αποδομηθούν οι παγκόσμιοι κανόνες που έχουν σχεδιαστεί για να διατηρούν την ειρήνη, να προστατεύουν τους πολίτες σε συγκρούσεις και να εγγυώνται τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των ανθρώπων παντού».
Γιατί αυτή η ενέργεια αποτελεί παράνομη χρήση βίας και πράξη επιθετικότητας
Το διεθνές δίκαιο δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφές: το άρθρο 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών απαγορεύει την απειλή ή τη χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους. Το άρθρο 2(3) απαιτεί την ειρηνική επίλυση των διαφορών. Η Διακήρυξη για τις Φιλικές Σχέσεις (UNGA 2625) κωδικοποιεί την απαγόρευση της ένοπλης επέμβασης. Και το ψήφισμα 3314 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών ορίζει την επιθετικότητα, σημειώνοντας ότι η πρώτη χρήση ένοπλης βίας από ένα κράτος κατά παράβαση του Χάρτη αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη πράξης επιθετικότητας, συμπεριλαμβανομένων των βομβαρδισμών ή των επιθέσεων κατά των ενόπλων δυνάμεων άλλου κράτους. Η επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου περιελάμβανε ακριβώς αυτές τις μορφές.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ξεκίνησε την στρατιωτική της κλιμάκωση με εξωδικαστικές εκτελέσεις σε διεθνή ύδατα και προχώρησε στη σύλληψη του Νικολά Μαδούρο με το πρόσχημα της καταπολέμησης του εμπορίου ναρκωτικών, για να αποκαλύψει τελικά χωρίς αμφιβολία το πραγματικό της κίνητρο: τον έλεγχο των φυσικών πόρων της Βενεζουέλας. Ωστόσο, πέρα από τις συνεχώς μεταβαλλόμενες επίσημες δικαιολογίες που δίνονται, τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Ακόμη και αν γίνονταν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της αμερικανικής κυβέρνησης για την καταπολέμηση του εμπορίου ναρκωτικών, θα εξακολουθούσε να είναι παράνομο να ασκείται δικαιοδοσία επιβολής του νόμου στο έδαφος ενός άλλου κράτους χωρίς τη συγκατάθεσή του, κάτι που αποτελεί παραβίαση της κυριαρχίας που αναγνωρίζεται από καιρό στο διεθνές δίκαιο. Οι ισχυρισμοί για εμπορία ναρκωτικών δεν συνιστούν «ένοπλη επίθεση» που μπορεί να ενεργοποιήσει την αυτοάμυνα σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη.
Η Διαμερικανική Νομική Επιτροπή έχει επίσης επιβεβαιώσει ότι, για τα κράτη μέλη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ), οι μόνες εξαιρέσεις από την απαγόρευση της χρήσης βίας είναι η αυτοάμυνα και η εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, περιορισμοί των οποίων ο σκοπός είναι ακριβώς η διαφύλαξη της ειρήνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην περιοχή.
Καμία ταμπέλα δεν μπορεί να μετατρέψει έναν βομβαρδισμό σε «επιβολή του νόμου». Τα γεγονότα, και όχι η πολιτική ρητορική, καθορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο.
— Agnès Callamard, Γενική Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας
Η επίθεση των ΗΠΑ πληροί σαφώς τρεις από τις επτά απαγορευμένες πράξεις που ορίζονται στην Απόφαση 3314 ως πράξεις επιθετικότητας: «Η εισβολή ή επίθεση των ενόπλων δυνάμεων ενός κράτους στο έδαφος άλλου κράτους», «ο βομβαρδισμός από τις ένοπλες δυνάμεις ενός κράτους εναντίον του εδάφους άλλου κράτους ή η χρήση οποιωνδήποτε όπλων από ένα κράτος εναντίον του εδάφους άλλου κράτους» και «η επίθεση των ενόπλων δυνάμεων ενός κράτους εναντίον των χερσαίων, ναυτικών ή αεροπορικών δυνάμεων ή των ναυτικών και αεροπορικών στόλων άλλου κράτους».
Το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχύει σε κάθε περίπτωση. Η Γενική Παρατήρηση αριθ. 36 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ καθιστά σαφές ότι οι πράξεις επιθετικότητας που έχουν ως αποτέλεσμα τη στέρηση της ζωής παραβιάζουν αυτοδικαίως το άρθρο 6 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) και ότι η αποτυχία επίλυσης των διαφορών με ειρηνικά μέσα μπορεί να παραβιάζει το καθήκον προστασίας της ζωής.
«Καμία ταμπέλα δεν μπορεί να μετατρέψει έναν βομβαρδισμό σε “επιβολή του νόμου”. Τα γεγονότα, και όχι η πολιτική ρητορική, καθορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο. Χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή μια πραγματική περίπτωση αυτοάμυνας, η μονομερής χρήση βίας από τις ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας ήταν παράνομη και συνιστά πράξη επιθετικότητας. Το δικαίωμα στη ζωή δεν αναστέλλεται όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να αγνοήσει τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών», δήλωσε η Agnès Callamard.
Στο εσωτερικό της Βενεζουέλας: ένας μηχανισμός καταστολής που δεν σταμάτησε στις 3 Ιανουαρίου
Εδώ και χρόνια, η Διεθνής Αμνηστία και πολλές διεθνείς έρευνες έχουν καταγράψει τη συστηματική πολιτική καταστολής, που περιλαμβάνει αυθαίρετες κρατήσεις, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, εξωδικαστικές εκτελέσεις, βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης, που στοχεύουν ιδιαίτερα υπερασπίστριες και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικούς αντιπάλους, διαδηλώτριες και διαδηλωτές, δημοσιογράφους και πραγματικούς ή υποτιθέμενους επικριτές της κυβέρνησης.
Το 2019, η Διεθνής Αμνηστία διαπίστωσε την ύπαρξη μιας εκτεταμένης και συστηματικής επίθεσης από τις αρχές της Βενεζουέλας υπό τον Νικολά Μαδούρο εναντίον του άμαχου πληθυσμού, διαπιστώνοντας ότι είχαν διαπραχθεί εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας τουλάχιστον από το 2014. Έκτοτε, ο οργανισμός έχει δημοσιεύσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία για διώξεις και αναγκαστικές εξαφανίσεις, καθώς και για άλλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, καλώντας για και υποστηρίζοντας τις έρευνες της Αποστολής Διερεύνησης των Γεγονότων του ΟΗΕ για τη Βενεζουέλα και του Γραφείου του Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC), καθώς και τις συνεχιζόμενες ποινικές έρευνες βάσει της αρχής της καθολικής δικαιοδοσίας στην Αργεντινή.
«Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν τελειώνουν με την απομάκρυνση του Μαδούρο. Τα θύματα, οι επιζώσες, οι επιζώντες και οι οικογένειές τους στη Βενεζουέλα συνεχίζουν να φέρουν σωματικά και ψυχολογικά σημάδια. Η τύχη πολλών ανθρώπων που υπήρξαν θύματα αναγκαστικής εξαφάνισης παραμένει άγνωστη. Ο κρατικός μηχανισμός που είναι υπεύθυνος για αυτά τα εγκλήματα παραμένει σταθερά στη θέση του, υποστηριζόμενος πλέον από τη συμμετοχή των αμερικανικών αρχών», δήλωσε η Agnès Callamard.
Κατά τις πρώτες ημέρες της προσωρινής κυβέρνησης της Ντέλσι Ροντρίγκες, οι δυνάμεις ασφαλείας και οι υπηρεσίες πληροφοριών (η πολιτική Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών της Βολιβίας, SEBIN, και η στρατιωτική Γενική Διεύθυνση Στρατιωτικής Αντικατασκοπείας, DGCIM) καθώς και φιλοκυβερνητικές ένοπλες ομάδες συνέχισαν να συλλαμβάνουν άτομα, να παρακολουθούν κοινότητες και να εκφοβίζουν όσα άτομα ήταν ύποπτα για υποστήριξη της επίθεσης της 3ης Ιανουαρίου, μεταξύ άλλων με τη δημιουργία σημείων ελέγχου και εξαναγκάζοντάς τα να ξεκλειδώσουν τα κινητά τους τηλέφωνα για αυθαίρετους ελέγχους. Υπήρξαν αναφορές για αυθαίρετες συλλήψεις – μεταξύ των οποίων 14 δημοσιογράφοι που κάλυπταν μια επίσημη συνέντευξη Τύπου και οι οποίες/οι έχουν πλέον αφεθεί ελεύθερες/οι – απειλές και αντίποινα, που ακολουθούν τα καλά τεκμηριωμένα πρότυπα της τελευταίας δεκαετίας.
Πιο πρόσφατα, μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης Ροντρίγκες για μαζικές αποφυλακίσεις στις 8 Ιανουαρίου, εκατοντάδες άτομα που είχαν φυλακιστεί άδικα αφέθηκαν ελεύθερα. Στις 31 Ιανουαρίου, η αναπληρώτρια πρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες ανακοίνωσε επίσης έναν νόμο αμνηστίας, που αποσκοπεί να ωφελήσει όλες και όλους όσους έχουν κατηγορηθεί για εγκλήματα από το 1999, καθώς και το κλείσιμο του μεγάλου κέντρου κράτησης El Helicoide, το οποίο υποτίθεται ότι θα μετατραπεί σε κοινωνικό κέντρο.
Οι ενέργειες της αμερικανικής κυβέρνησης καθιστούν αυτή τη στιγμή την προοπτική οποιασδήποτε πιθανής δικαστικής διαδικασίας σχετικά με τον Νικολά Μαδούρο πολύ πιο δύσκολη και περίπλοκη.
— Agnès Callamard, Γενική Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας
Αν και αυτές οι ανακοινώσεις είναι ευπρόσδεκτες, ο νόμος περί αμνηστίας από μόνος του δεν αρκεί, αν δεν υπάρχουν εγγυήσεις, ώστε να μην επαναληφθούν οι παραβιάσεις, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης των νόμων και της διάλυσης των κρατικών οργανισμών που έχουν επιτρέψει τις αυθαίρετες κρατήσεις και άλλες σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Διεθνής Αμνηστία έχει ήδη δει στο παρελθόν τις αρχές να απελευθερώνουν κρατούμενους ως ένδειξη καλής θέλησης, μόνο για να ακολουθήσουν σύντομα νέα κύματα κρατήσεων. Επιπλέον, δεν είναι σαφές εάν ο νόμος περί αμνηστίας θα επεκταθεί και στους κρατικούς λειτουργούς, μετατρέποντάς τον ενδεχομένως σε μηχανισμό ατιμωρησίας, ένα ενδεχόμενο που δεν πρέπει να επιτραπεί.
Ομοίως, το κλείσιμο του El Helicoide είναι εντελώς ανεπαρκές για να τερματίσει τα σοβαρά εγκλήματα που διαπράχθηκαν εκεί. Τοπικές ΜΚΟ έχουν καταγράψει αυθαίρετες κρατήσεις για πολιτικούς λόγους σε δεκάδες άλλες εγκαταστάσεις σε ολόκληρη τη χώρα, και υπάρχουν στοιχεία για μυστικά κέντρα κράτησης που λειτουργούν εκτός οποιουδήποτε νομικού πλαισίου.
Τέλος, οι περιοριστικοί νόμοι που εμποδίζουν τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να ασκήσουν πλήρως τα δικαιώματά τους για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένουν αμετάβλητοι. Αυτά τα νομικά εμπόδια συνεχίζουν να περιορίζουν σοβαρά τα θύματα, τους συγγενείς τους, τις ακτιβίστριες, τους ακτιβιστές και τις οργανώσεις από την επιδίωξη της δικαιοσύνης και της λογοδοσίας.
«Οι αρχές της Βενεζουέλας πρέπει να απελευθερώσουν αμέσως όλα τα άτομα που κρατούνται αυθαίρετα, χωρίς εξαιρέσεις, να τερματίσουν αμέσως τις εξαναγκαστικές εξαφανίσεις και τα βασανιστήρια και να εγγυηθούν τα δικαιώματα της ελευθερίας της έκφρασης, της συνάθροισης και της ειρηνικής διαδήλωσης. Οτιδήποτε λιγότερο θα διαιωνίσει τον κύκλο των παραβιάσεων, θα εδραιώσει την ατιμωρησία και θα στερήσει από τα θύματα το δικαίωμά τους στην αλήθεια, στη δικαιοσύνη και στην αποκατάσταση», δήλωσε η Agnès Callamard.
Το 2020, το Γραφείο της Εισαγγελίας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου δήλωσε ότι θεωρούσε ότι υπήρχαν «εύλογες βάσεις για να καταλήξει στο συμπέρασμα» ότι είχαν διαπραχθεί εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Βενεζουέλα τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2017, και τον Νοέμβριο του 2021 ο Εισαγγελέας άνοιξε επίσημα έρευνα. Από τότε, το Προδικαστικό Τμήμα Ι και το Εφετείο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έχουν εγκρίνει τη συνέχιση της έρευνας παρά τις προσπάθειες της Βενεζουέλας να την σταματήσει, σημειώνοντας ότι οι εγχώριες αρχές δεν έχουν επιδείξει πραγματικές διαδικασίες σχετικά με τις ίδιες κατηγορίες δραστών, δηλαδή ανώτερους αξιωματούχους και μέλη των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας. Δεδομένου αυτού του επαναλαμβανόμενου μοτίβου ευρημάτων, συμπεριλαμβανομένης της καταγεγραμένης ιεραρχικής αλυσίδας, του κεντρικού ρόλου της προεδρίας στον μηχανισμό ασφάλειας και πληροφοριών της Βενεζουέλας, καθώς και της κλίμακας και της συστηματικής φύσης των παραβιάσεων, ο Νικολά Μαδούρο συγκαταλέγεται μεταξύ των ατόμων που είναι πιο πιθανό να εμπίπτουν στο πεδίο έρευνας και δίωξης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία πληρούν τα κριτήρια του Καταστατικού της Ρώμης για την ατομική ποινική ευθύνη.
«Τα θύματα της Βενεζουέλας έχουν δικαίωμα στην αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την αποκατάσταση για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που έχουν υποστεί. Καλούμε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο να επιταχύνει το έργο του, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης ενταλμάτων σύλληψης όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόδειξη της ενοχής. Η καθυστέρηση της δικαιοσύνης ισοδυναμεί με άρνηση δικαιοσύνης, ειδικά για τους ανθρώπους της Βενεζουέλας που περιμένουν χρόνια για να ακουστούν. Ωστόσο, οι ενέργειες της αμερικανικής κυβέρνησης καθιστούν αυτή τη στιγμή την προοπτική οποιασδήποτε πιθανής δικαστικής διαδικασίας σχετικά με τον Νικολά Μαδούρο πολύ πιο δύσκολη και περίπλοκη», δήλωσε η Agnès Callamard.
Ένα επικίνδυνο προηγούμενο πέρα από τη Βενεζουέλα
Από τη στιγμή που προέβη σε αυτή την πράξη, ο Πρόεδρος Τραμπ ουσιαστικά δηλώνει ότι δεν θεωρεί ότι ο ίδιος έχει κάποια δέσμευση απέναντι στο διεθνές δίκαιο και ότι το Δυτικό Ημισφαίριο είναι μια περιοχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν, ακόμη και με τη χρήση ένοπλων δυνάμεων, όπως κρίνουν σκόπιμο. Αυτή η θέση αναφέρεται όλο και περισσότερο ως το «Δόγμα Donroe». Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν μονομερή χρήση βίας, αλλά ίσως είναι η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους με τρόπο που είναι κατάφωρα αντίθετος με τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Αντίθετα, ο Πρόεδρος Τραμπ και οι ανώτεροι σύμβουλοί του φαίνονται αποφασισμένοι να δηλώσουν ότι δεν δεσμεύονται από το διεθνές νομικό πλαίσιο που οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέβαλαν στη διαμόρφωση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η σημερινή σιωπή θα αποτελέσει την αυριανή συναίνεση. Τα κράτη πρέπει να τραβήξουν μια ξεκάθαρη γραμμή, εδώ και τώρα.
— Agnès Callamard, Γενική Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας
Η επίθεση της 3ης Ιανουαρίου ολοκληρώνει επίσης μήνες θανατηφόρων επιθέσεων των ΗΠΑ εναντίον σκαφών που φέρονται να μεταφέρουν ναρκωτικά στην Καραϊβική και τον ανατολικό Ειρηνικό – μια συμπεριφορά που η Διεθνής Αμνηστία και πολλοί νομικοί εμπειρογνώμονες έχουν καταγγείλει ως εξωδικαστικές εκτελέσεις. Τουλάχιστον μία επιπλέον επίθεση έχει πραγματοποιηθεί από την επιθετική ενέργεια της 3ης Ιανουαρίου. Η συγκέντρωση ναυτικών πόρων των ΗΠΑ στην Καραϊβική και η δηλωμένη πρόθεση χρήσης βίας εναντίον εγκληματικών ομάδων θόλωσαν περαιτέρω τη γραμμή μεταξύ επιβολής του νόμου και πολέμου, τροφοδοτώντας τους φόβους για κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή.
Τι πρέπει να γίνει τώρα: τα αιτήματά μας για προστασία και δικαιοσύνη
Όλα τα κράτη πρέπει να ενισχύσουν την υπεροχή του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και την παγκόσμια συναίνεση σχετικά με τον απαγορευτικό χαρακτήρα της χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις. Σε διεθνή όργανα και διμερείς σχέσεις, οι κυβερνήσεις πρέπει να απορρίψουν την κανονικοποίηση της μονομερούς χρήσης βίας ως εργαλείο πολιτικής και να δώσουν προτεραιότητα στην προστασία των αμάχων και στα ανθρώπινα δικαιώματα.
«Η σημερινή σιωπή θα αποτελέσει την αυριανή συναίνεση. Τα κράτη πρέπει να τραβήξουν μια ξεκάθαρη γραμμή, εδώ και τώρα. Τα δεινά όσων έχουν πληγεί από παράνομη χρήση βίας και τα δεινά όσων έχουν υποστεί βία από τις ίδιες τις αρχές της χώρας τους δεν είναι ανταγωνιστικές τραγωδίες. Ο μόνος δρόμος που σέβεται την αξιοπρέπειά τους είναι αυτός που βασίζεται στο νόμο: συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο, προστασία των αμάχων, διερεύνηση των παραβιάσεων και εγγύηση της δικαιοσύνης», δήλωσε η Agnès Callamard.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να σταματήσουν τις θανατηφόρες επιθέσεις εναντίον σκαφών που φέρονται να μεταφέρουν ναρκωτικά και κάθε περαιτέρω χρήση ή απειλή χρήσης βίας εναντίον της Βενεζουέλας. Όπου υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που αποδεικνύουν θανάτους αμάχων ή παράνομες δολοφονίες, πρέπει να διεξάγουν άμεση, ανεξάρτητη και αμερόληπτη έρευνα και να παρέχουν αποζημιώσεις. Αυτά τα μέτρα είναι απαραίτητα όχι μόνο βάσει του διεθνούς δικαίου, αλλά και για την αποκατάσταση της ελάχιστης εμπιστοσύνης ότι οι άμαχοι δεν αποτελούν διαπραγματευτικό χαρτί σε μια γεωπολιτική στρατηγική.
Οι αρχές της Βενεζουέλας πρέπει να τερματίσουν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας: να εγγυηθούν το δικαίωμα στη ζωή και να απελευθερώσουν όλες και όλους όσους εξακολουθούν να κρατούνται αυθαίρετα, να σταματήσουν τις αναγκαστικές εξαφανίσεις, τα βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης, να διαλύσουν τις φιλοκυβερνητικές ένοπλες ομάδες, οι οποίες είναι επίσης υπεύθυνες για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και να εγγυηθούν τα δικαιώματα της ελευθερίας της έκφρασης, του συνέρχεσθαι, της πολιτικής συμμετοχής και της ειρηνικής συνάθροισης, μεταξύ άλλων με την κατάργηση των νόμων που έχουν χαρακτηριστεί ως «νομοθεσία κατά των ΜΚΟ». Οι αρχές πρέπει να σταματήσουν συνολικά την πολιτική καταστολής και να θεσπίσουν εγγυήσεις ότι δεν θα επαναληφθεί, ξεκινώντας με την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και άλλων θεσμών του κράτους. Οι δράστες αυτών των εγκλημάτων πρέπει να λογοδοτήσουν και τα δικαιώματα των θυμάτων στη δικαιοσύνη, την αποκατάσταση και τις εγγυήσεις ότι αυτά δεν θα επαναληφθούν πρέπει να ικανοποιηθούν. Το ανανεωμένο πλαίσιο δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως πρόσχημα για την εδραίωση ενός μηχανισμού καταστολής.