ΘAΒΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΡΕΜΠΕΝΙΤΣΑ

Δημοσιεύθηκε στις 14 Ιουλίου 2015, 13:59Εκτύπωση

Από τον Steve Crawshaw

Ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο μέσω της ανατολικής Βοσνίας φαίνεται να είναι γεμάτο με τη νωχελική γοητεία των Βαλκανίων. Το τοπίο αποτελείται από δασώδεις λόφους, μικρές αγροικίες, πλούσια περιβόλια με δαμάσκηνα. Ο δρόμος ελίσσεται μέσα από μια διαδρομή με σπαρμένους με καλαμπόκι αγρούς, δίπλα στον ήσυχο ποταμό Drina. Στο δάσος, ένας κούκος κελαηδάει μια μέρα στα μέσα του καλοκαιριού. Όλα είναι ειρηνικά.

Όπως συμβαίνει συχνά, τα τοπία εξαπατούν. Είκοσι χρόνια πριν, αυτό το ειδυλλιακό σκηνικό ήταν η σκηνή ενός από τα χειρότερα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε ευρωπαϊκό έδαφος από το 1945. Η παγκόσμια κοινότητα έστρεφε το βλέμμα αλλού, όσο διαπράττονταν η γενοκτονία εδώ, μέσα και κοντά στην πόλη της Σρεμπένιτσα.

Περισσότεροι από 8.000 άνδρες και αγόρια δολοφονήθηκαν σε μια σειρά από εκτελέσεις και σφαγές τις ημέρες που ακολούθησαν την πτώση της Σρεμπένιτσα στις Σερβικές δυνάμεις της Βοσνίας, στις 11 Ιουλίου 1995. Σχεδόν μια γενιά αργότερα, εξακολουθεί να είναι ασαφές εάν οι πληγές ξεκίνησαν ποτέ να επουλώνονται.

Οι Σερβικές δυνάμεις που έσφαξαν τους μουσουλμάνους γείτονές τους το έκαναν τόσο μεθοδικά και με χαρακτηριστική εκδικητικότητα.

Κατά την άφιξή του στην πόλη, ο Στρατηγός Ratko Mladic, διοικητής των Σέρβων της Βοσνίας, είπε στους άνδρες του: «Εμείς θέλουμε να δώσουμε αυτήν την πόλη στο Σέρβικο έθνος ... Ήρθε η ώρα να πάρουμε εκδίκηση για τους Τούρκους.» (Μια μικρή ιστορική λεπτομέρεια, οι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι είναι στην πραγματικότητα Σλαβική εθνότητα.)

Το ξεφάντωμα δολοφονίας που ακολούθησε ήταν το αποκορύφωμα ενός εφιάλτη τριών χρόνων για τον πολιορκημένο πληθυσμό της Σρεμπένιτσα.

Δύο χρόνια πριν από την πτώση, ο Στρατηγός Philippe Morillon επισκέφθηκε τη Σρεμπένιτσα και διαβεβαίωσε το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί ότι ο ΟΗΕ από εκείνη την στιγμή και στο εξής θα τους κράταγε ασφαλείς. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κήρυξε την πόλη ασφαλή περιοχή, προστατευόμενη από τον ΟΗΕ. Ένας πρώην κάτοικος θυμάται τον ενθουσιασμό του ακούγοντας τον Morillon εκείνη την ημέρα: «Νόμιζα ότι όλοι έπρεπε να το γιορτάσουμε. Ήταν σαν να γεννήθηκα δεύτερη φορά.»

Η πραγματικότητα ωστόσο αποδείχτηκε διαφορετική.

Όταν Σερβικές δυνάμεις της Βοσνίας αποφάσισαν να λεηλατήσουν την πόλη, ο ΟΗΕ αρνήθηκε να στείλει τα αεροπλάνα που ζήτησαν τα Ολλανδικά ειρηνευτικά στρατεύματα. Οι ειρηνευτικές δυνάμεις διαπληκτίστηκαν με τους Σέρβους. Στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή.

Με όλες τις δυνάμεις προστασίας να έχουν αποχωρήσει, οι Σερβικές δυνάμεις της Βοσνίας υπήρξαν επιμελείς τις ημέρες που ακολούθησαν. Σε ένα σημείο, η κινηματογράφηση των δολοφονιών διακόπηκε μέχρι κάποιος να μπορέσει  να πάει να φέρει μπαταρία για την κάμερα, για να συνεχίσουν την καταγραφή των εκτελέσεων.

Σε μία από τις πολλές τρομακτικές εικόνες από εκείνη την εποχή, ένας Σέρβος καμεραμάν κινηματογράφησε έναν τρομοκρατημένο Βόσνιο Μουσουλμάνο, να φωνάζει θρηνώντας απέναντι από το χωράφι για να παροτρύνει τον γιο του - και όλους όσους ήταν μαζί του - να βγουν από τις κρυψώνες τους στο δάσος.

«Nermin, εδώ είμαι!» φώναξε ο Ramo Osmanovic, ενώ οι απαγωγείς τον κοίταζαν και του υπαγόρευαν τι θα έπρεπε να πει. «Έλα κάτω, Nermin! Δεν υπάρχει τίποτα να φοβάστε!»Τα σώματα τόσο του  πατέρα όσο και του γιου βρέθηκαν αργότερα σε μαζικούς τάφους.

Οι αφηγήσεις επιζώντων παραλύουν τον εγκέφαλο – «σκηνές από την κόλαση», όπως ένας δικαστής στη Χάγη αργότερα το έθεσε, «γραμμένες στις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας». Εκείνοι που βγήκαν από τις κρυψώνες τους πυροβολήθηκαν, κρεμάστηκαν, ή απλά βασανίστηκαν και εγκαταλείφθηκαν επί τόπου για να πεθάνουν - μερικές φορές με παγίδες που είχαν τοποθετηθεί για να σκοτώνουν όσους μπορεί να  προσπαθούσαν να τους σώσουν. Μπουλντόζες μετέβηκαν εκεί για να στοιβάξουν τα πτώματα, τα οποία είχαν πετάξει σε λάκκους σε ολόκληρη την περιοχή.

Από ορισμένες απόψεις, μπορεί να μοιάζει σαν να είμαστε τώρα σε θέση να προχωρήσουμε μπροστά.

Τα εγκλήματα, χαρακτηρίστηκαν από διεθνή δικαστήρια ως γενοκτονία, η μνήμη της οποίας τιμήθηκε στην Σρεμπένιτσα στις 11 Ιουλίου, όπου παρευρέθηκαν χιλιάδες επιζώντες κα πολιτικοί ηγέτες από όλο τον κόσμο.

Η Βρετανία συνέταξε ένα ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο τιμά τα γεγονότα, και τα περιγράφει με «ένα προσεκτικό τρόπο και με σεβασμό», και αυτό από μόνο του είναι ευπρόσδεκτο.

Η Σρεμπένιτσα δεν μπορεί, ωστόσο, να εξεταστεί μεμονωμένα. Ήταν το αποκορύφωμα μιας μακράς και θανάσιμης σειράς γεγονότων.

Έτσι, για να πάρει κάποιος μια μικρή ιδέα: τον Ιούλιο του 1992, οι Σερβικές αρχές στην πόλη Celinac στη βόρεια Βοσνία δημοσίευσαν μια σειρά από διατάγματα που κατέστησαν σαφές τι μέλλει γενέσθαι. Όσοι δεν ήταν Σέρβοι απαγορευόταν να κινούνται στην πόλη μετά τις 16:00, απαγορευόταν να κολυμπούν ή να ψαρεύουν στα τοπικά ποτάμια, απαγορευόταν να συγκεντρώνονται σε ομάδες άνω των τριών, απαγορευόταν να πωλούν ή να ανταλλάσσουν  διαμερίσματα, απαγορευόταν να επικοινωνούν με άλλους έξω από την πόλη ... Και ούτω καθεξής, σε γλώσσα που φαινόταν να έχουν ξεσηκώσει από εγχειρίδιο των Ναζί. Και τέλος: «Έλλειψη σεβασμού της παρούσας απόφασης θα έχει συνέπειες, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς.»

Ο όρος «εθνοκάθαρση» ξεκίνησε ως επίσημος ευφημισμός. Γρήγορα, όπως συνέβη και με την «Τελική Λύση» μισό αιώνα νωρίτερα, ο ευφημισμός έγινε ισχυρή συντόμευση της θανάσιμης πραγματικότητας - ένα συνδυασμός φόβου, φυγής και  δολοφονίας.

Μια συνέντευξη  που πήρα από τον Σερβοβόσνιο ηγέτη Radovan Karadzic εκείνη την εποχή ήταν σουρεαλιστική. Σε μια περίπτωση, μου εξήγησε ότι δεν υπήρχαν Σέρβοι ελεύθεροι σκοπευτές στους λόφους γύρω από το Sarajevo  (στην πραγματικότητα, τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό της Βοσνιακής πρωτεύουσας, κάτι που εγώ και πολλοί άλλοι είχαμε δει). Η εθνοκάθαρση των Μουσουλμάνων ήταν, είπε, ανθρώπινη. «Τους αφήσαμε να φύγουν», μου είπε χαρωπά. «Με τις αποσκευές τους, και τα πάντα.»

Στρατόπεδα συγκέντρωσης, μαζικοί βιασμοί, εθνοκάθαρση σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτό ήταν το σχέδιο του τα επόμενα χρόνια. Η παγκόσμια κοινότητα ένιπτε τα χέρια της, και μιλούσε για την επόμενη σειρά των «συμφωνιών ειρήνης» στη Γενεύη και αλλού.

Τέλος, τρία χρόνια μετά την εισβολή, οι δολοφονίες στη Σρεμπένιτσα - και η διεθνής ντροπή που συνδέεται με αυτές – αποδείχθηκαν ένα σημείο καμπής. Μια συμφωνία μεταξύ όλων των μερών σχετικά για την Βοσνιακή σύγκρουση επισφραγίστηκε σε μια αεροπορική βάση στο Dayton του Ohio. Ο τριών ετών πόλεμος, που είχε στοιχίσει δεκάδες χιλιάδες ζωές αμάχων, είχε επιτέλους λήξει.

Φαινόταν ότι η Βοσνία και η Σρεμπένιτσα,θα μπορούσαν να αρχίσουν να ξαναχτίζουν τη ζωή τους.

Σήμερα, υπάρχει ένα μνημείο αφιερωμένο στην γενοκτονία στη Σρεμπένιτσα. Υπάρχουν εκθέσεις εντός του σηραγγώδους πρώην εργοστασίου μπαταρίας που στέγαζε τη βάση του ΟΗΕ. Ένα προσεκτικά φτιαγμένο νεκροταφείο περιέχει τα σώματα των χιλιάδων εκείνων που ανασκάφηκαν από ανώνυμους τάφους και έχουν θαφτεί ξανά εδώ τα τελευταία χρόνια.

Κατά κάποιο τρόπο, φαίνεται ότι υπήρξε επίσης μια διεθνής αναγνώριση. Ο Slobodan Milosevic, ο Σέρβος ηγέτης ο οποίος εξέφρασε την έκπληξή του όταν τον ρώτησα αν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί αντιμέτωπος με την δικαιοσύνη για εγκλήματα πολέμου μια μέρα (ήταν «για την ειρήνη», εξήγησε), διώχθηκε για γενοκτονία και πέθανε πίσω από τα κάγκελα. Οι Mladic και Karadzic μετά από χρόνια κρυψίματος, βρίσκονται και οι δύο σε δίκη στη Χάγη για γενοκτονία. Η ετυμηγορία για τον Karadzic αναμένεται να εκδοθεί σε λίγους μήνες. Οι ετυμηγορίες σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να φέρουν αισίως ένα είδος κλεισίματος.

Αλλά, μια επίσκεψη στην Σρεμπένιτσα σήμερα καθιστά σαφές ότι υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν. Πριν από τον πόλεμο, η Σρεμπένιτσα ήταν κατά τα τρία τέταρτα μουσουλμανική. Σήμερα, οι Σέρβοι αποτελούν την πλειοψηφία. Και μερικοί από αυτούς είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν αυτό που συνέβη εδώ.

Λίγα μίλια δυτικά της Σρεμπένιτσα βρίσκεται το ερημωμένο χωριό Kravica. Ακριβώς έξω από τον κεντρικό δρόμο, σε ένα συγκρότημα κτιρίων περιλαμβάνεται ένα που φέρει μια ξεθωριασμένη επιγραφή που διακηρύττει τον Αγροτικό Συνεταιρισμό του Kravica που είχε την βάση του εδώ πριν από τον πόλεμο. Αγελάδες και κατσίκες, περιπλανιούνται στο γεωργικό εξοπλισμό.

Με μια πρώτη ματιά, τα κτίρια είναι αδιάφορα. Δεν παίρνει πολλή ώρα, ωστόσο, να προσέξει κανείς ότι οι τοίχοι είναι γεμάτοι με τρύπες από σφαίρες.

Εκεί ήταν που περισσότεροι από 1.000 μουσουλμάνοι άντρες και αγόρια μεταφέρθηκαν από κάπου κοντά στη Σρεμπένιτσα και σκοτώθηκαν το 1995.

Ο αρχηγός του στρατού Mladic είπε στους άνδρες ότι θα τους πήγαιναν στην επικράτεια της Βοσνίας και θα ενώνονταν με τις οικογένειές τους. Αντ 'αυτού, εκτελέστηκαν, με αυτόματα όπλα και χειροβομβίδες. Ένας επιζών της Kravica, που αφέθηκε εκεί σαν νεκρός, περιέγραψε στο δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου της Χάγης πώς «πάτησε επί πτωμάτων» για να επιβιώσει.

Όλα αυτά είναι μέρος της ιστορικής καραγραφής. Εάν μιλήσετε με τους ντόπιους, όμως, θα επικαλεστούνε άγνοια. Μια γυναίκα κτηνοτρόφος στην περιοχή της Kravica εξηγεί: δεν ήταν εδώ, δεν έχει ακούσει τίποτα, δεν ξέρει τίποτα. (Ναι, λέει, οι ξένοι επισκέπτες έρχονται τακτικά για να επισκεφθούν το σημείο, και κάνουν ερωτήσεις. Όμως: δεν ήταν εδώ, δεν έχει ακούσει τίποτα, δεν ξέρει τίποτα..) Μόνο όταν πρόκειται για το θέμα των Karadzic και Mladic η γυναίκα ξαφνικά αντιδράει. Δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει σταλεί στη Χάγη, λέει. Οι δύο άνδρες απλώς «υπερασπίζονταν τον Σερβικό λαό».

Σε ένα Σέρβικο καφενείο στη Σρεμπένιτσα,  η ίδια ιστορία. «Θεωρούμε τον Mladic και τον Karadzic ήρωες μας», λέει ένας 43χρονος άντρας. Ο Mladic «έσωσε χιλιάδες ζωές αμάχων». Οτιδήποτε άλλο, λέει ένας άλλος άνθρωπος, είναι «ψέματα και κατασκευάσματα».

Οι θαμώνες του καφέ εδώ ενδιαφέρονται περισσότερο να μιλάνε για τη σύλληψη στην Ελβετία τον περασμένο μήνα (τέλος Ιουνίου) του Naser Oric, ενός Βόσνιου Μουσουλμάνου διοικητή, ο οποίος επίσης κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου. Μπορεί να υπήρχαν μερικά «λάθη» στην Σερβική πλευρά, αναγνωρίζουν, αλλά αυτό είναι όλο. Ένας άνδρας εργάζεται στο εργοστάσιο δίπλα στο Memorial Centre. Όχι, λέει, ποτέ δεν έχει επισκεφθεί την έκθεση για να μάθει τα γεγονότα σχετικά με τη Σρεμπένιτσα.

Η απροθυμία να αντιμετωπίσει κανείς την αλήθεια μετά από τέτοια τρομερά εγκλήματα δεν είναι, φυσικά, τίποτα καινούργιο.

Η Martha Gellhorn ανέφερε στη Γερμανία τον Απρίλιο του 1945, με βαρύ σαρκασμό: «Κανείς δεν είναι Ναζί. Κανείς δεν ήταν ποτέ. ... Δεν έχουμε τίποτα εναντίον των Εβραίων, πάντα τα πηγαίναμε καλά μαζί τους ... Θα πρέπει, πιστεύουμε, να μελοποιηθεί.»

Αλλά - πέρα από την προφανή διαφορά στο μέγεθος των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν, εκατομμύρια έναντι «απλώς» δεκάδων χιλιάδων αμάχων νεκρών - υπάρχει και μια άλλη σημαντική αντίθεση μεταξύ της Γερμανίας μετά το 1945 και της  Σερβίας σήμερα.

Δύο δεκαετίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μια νέα γενιά στην Γερμανία σήμανε την αρχή σκληρών ερωτήσεων σχετικά με την ίδια τους την ιστορία.

Ο Καγκελάριος Willy Brandt επισκέφθηκε τη Βαρσοβία το 1970 και έπεσε στα γόνατά του στο γκέτο για να εκφράσει μετάνοια, την περίφημη και ιστορική Kniefall. Αυτό που έκανε αποδείχτηκε ενάντια στο ρεύμα: οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι οι περισσότεροι Γερμανοί θεώρησαν ότι δεν έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη. Αλλά η αξιόλογη κίνηση του Brandt σηματοδότησε την απαρχή μιας ιστορικής ειλικρίνειας που παρέχει ένα θεμέλιο λίθο για τη σταθερή Γερμανία που βλέπουμε σήμερα.

Στη σημερινή ηγεσία των Σέρβων και των Σερβοβόσνιων, αντίθετα, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ενός αναδυόμενου Willy Brandt - ένός ηγέτη ο οποίος κατανοεί την ανάγκη για περισσότερη αλήθεια για το καλό όλων των πλευρών, και ο οποίος είναι έτοιμος να αναλάβει πολιτικούς κινδύνους για να φτάσει εκεί.

Υπάρχουν ακτίνες φωτος, αν θέλουμε να δούμε το ποτήρι ως μισογεμάτο. Ο Milorad Dodik, ο πρόεδρος της Σερβοβόσνιας οντότητας, της Δημοκρατία Srpska (της οποίας η Σρεμπένιτσα αποτελεί πλέον μέρος), επισκέφθηκε τη Σρεμπένιτσα, τον Απρίλιο, και μίλησε για «εγκλήματα» που διαπράχθηκαν, και είπε ότι  «λυπάται για όλα τα θύματα». Την ίδια στιγμή, δεν βροντοφώναξε αυτή την συγγνώμη. Πιο πρόσφατα, ο ίδιος περιέγραψε την έμφαση στην Σρεμπένιτσα ως την «μεγαλύτερη απάτη του εικοστού αιώνα».

Από το Βελιγράδι, τα μηνύματα έχουν περιπλακεί εξίσου. Ο Tomislav Nikolic, ο Σέρβος πρόεδρος, έδωσε μια συνέντευξη το 2013 στην οποία ζήτησε συγγνώμη για πρώτη φορά για «εγκλήματα» που διαπράχθηκαν, από μια άποψη ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός, την ίδια στιγμή, όμως, ο ίδιος τόνισε ότι αυτό δεν ήταν γενοκτονία.

Αυτό είναι κάτι περισσότερο από μια απλή λεπτομέρεια. Τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, οι ηγέτες της Σερβίας και της Δημοκρατίας Srpska αρνούνται να παραδεχτούν και να υποδείξουν πού είναι θαμμένοι οι σοροί.

Υπάρχει λίγη πολιτική υποστήριξη - ακόμα λιγότερη πολιτική πίεση - για τους ανθρώπους να πουν τα πάντα για το παρελθόν. Μάλλον, το αντίθετο.

Ένα μεγάλο πεδίο σφαγής στο βόρειο τμήμα της Βοσνίας, που ανακαλύφθηκε και ανασκάφηκε κατά τα τελευταία δύο χρόνια, αποτελεί ζωντανό παράδειγμα της συνεχιζόμενης σιωπής.

Εκατοντάδες πτώματα αποκαλύφθηκαν κατά την εξόρυξη στο συγκρότημα Tomasica, κοντά στα διαβόητα στρατόπεδα της Omarska και Trnopolje. Ο μαζικός τάφος ανακαλύφθηκε μόνο αφού ένας από εκείνους που εμπλέκονταν στις δολοφονίες είπε ότι δεν μπορούσε πλέον να παραμένει σιωπηλός.

Είπε ότι το είχαν «στοιχειώσει» τα μάτια ενός κοριτσιού που είχε σκοτωθεί είκοσι χρόνια νωρίτερα.

Ένας δημοσιογράφος από το Balkan Investigative Reporting Network, μια  περιφερειακή ΜΚΟ που πιέζει για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη σε ολόκληρη την περιοχή, επισκέφθηκε την Tomasica αφού είχαν αρχίσει οι ανασκαφές. Κανείς δεν ήταν έτοιμος να μιλήσει για τα ιστορικά γεγονότα. Ένας άνδρας παρέθεσε μια Βοσνιακή παροιμία: «Μείνε σιωπηλός, κάποιος μπορεί να σ’ακούσει».

Αυτή η απροθυμία να μιλήσουν για τη Σρεμπένιτσα και άλλες δολοφονίες σε ολόκληρη τη χώρα, σημαίνει ότι πάρα πολλοί δεν βίωσαν μόνο την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, αλλά και το διπλό πόνο που δημιουργήθηκε από αναγκαστική εξαφάνιση - όπου υπάρχουν συγγενείς, χωρίς τάφο για να επισκεφθούν, η υπόθεση δεν μπορεί να κλείσει.

Με την ευκαιρία της εικοστής επετείου της Σρεμπένιτσα, η Διεθνής Αμνηστία έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία για τους περίπου 8.000 άνθρωπους που εξακολουθούν να αγνοούνται σε ολόκληρη τη Βοσνία. Ανάμεσα τους, αρκετές εκατοντάδες από τη Σρεμπένιτσα. Αλλά πρόκειται να είναι μια ανηφορική μάχη στη σημερινή συγκυρία, κυρίως λόγω των πολιτικών παιχνιδιών που παίζονται από τους πολιτικούς από όλες τις πλευρές, τόσο στη Βοσνία όσο και στη Σερβία.

Είκοσι-τρία χρόνια πριν, ο τίτλος του εξωφύλλου για ένα κομμάτι που έγραψα για το περιοδικό Independent ήταν: «η ελπίδα πεθαίνει στο Σαράγιεβο», με αναφορά σε αυτό που οι Βόσνιοι εξέλαβαν ως καθοριστική απόφαση της παγκόσμιας κοινότητας να κάνει τα στραβά μάτια εκείνη την στιγμή.

Η παγκόσμια κοινότητα απέτυχε στη συνέχεια, αρνούμενη να ασκήσει πίεση όταν χρειάζοταν πίεση. Αυτές τις μέρες, η Βοσνία μπορεί να φαίνεται απατηλά ήρεμη. Αλλά αν επιδιώξουμε κάθε είδους σταθερότητα στα Βαλκάνια, η ανάγκη για αλήθεια και δικαιοσύνη σήμερα παραμένει τόσο επείγουσα όσο ποτέ άλλοτε.

 

Ο Steve Crawshaw είναι Διευθυντής του Γραφείου της Γενικής Γραμματείας της Διεθνούς Αμνηστίας και πρώην συντάκτης του Independent στην Ανατολική Ευρώπη. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Independent