Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΟΣ ΓΙΑΤΡΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΜΠΕΝΤΟΥΣΑ

Δημοσιεύθηκε στις 20 Μαΐου 2015, 16:09Εκτύπωση

Από τον Conor Fortune, Δημοσιογράφο της Διεθνούς Αμνηστίας.

Ο Δρ. Pietro Bartolo έχει δει περισσότερο πόνο και θάνατο στην καριέρα του απ' όσο θα μπορούσε οποιοσδήποτε άνθρωπος να βιώσει.

Ως διευθυντής του μικρού νοσοκομείου στη Λαμπεντούσα, ο 59χρονος γυναικολόγος επιβλέπει για περισσότερο από 20 χρόνια, την επείγουσα ιατρική ανταπόκριση των αδιάκοπων κυμάτων μεταναστών και προσφύγων που διέρχονται από το νησί, στην προσπάθειά τους να διασχίσουν τη Μεσόγειο από την βόρεια Αφρική.

Καθισμένος στο γραφείο του στο νοσοκομείο, κάτω από μία κορνιζαρισμένη φωτογραφία μιας συνάντησης του με τον Πάπα Francis, μοιράστηκε κάποιες από τις εμπειρίες του με μια αντιπροσωπεία της Διεθνούς Αμνηστίας που τον επισκέφθηκε.

Πρώτη ανταπόκριση

«Συναντώ κάθε μετανάστη και πρόσφυγα που φτάνει στην Λαμπεντούσα», είπε ο Bartolo.

Κατά την προσωπική του εκτίμηση, αυτό σημαίνει περίπου 250.000 ανθρώπους μέσα στις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Έχει περάσει χιλιάδες νύχτες στο μικρό λιμάνι του νησιού, αναμένοντας υπερπλήρη σκάφη με όσους διασώθηκαν από την θάλασσα.

Το ιατρικό προσωπικό ελέγχει άμεσα όλους τους νεοαφιχθέντες, προκειμένου να διαχωρίσει τους αρρώστους και τους τραυματίες από τους υγιείς. Αυτό εξασφαλίζει την άμεση ιατρική φροντίδα σε αυτούς που την χρειάζονται περισσότερο, καθώς οι σχετικά υγιείς μεταφέρονται στο κέντρο υποδοχής της Λαμπεντούσα, για καταφύγιο, ζεστασιά και ένα γεύμα.

«Οι άνθρωποι είναι βρεγμένοι, παγωμένοι και τρέμουν, οπότε προτιμούμε να τους στείλουμε γρήγορα στο κέντρο όπου θα μπορούν να αλλάξουν ρούχα», είπε.

Οι νεκροί

Εκατοντάδες  έχουν φτάσει σε σάκους πτωμάτων.

Ο Bartolo μας είπε για ένα αλιευτικό σκάφος που έφτασε στη Λαμπεντούσα μετά από την περισυλλογή 20 ατόμων και την μεταφορά τους έξω από την θάλασσα. Τέσσερις άνθρωποι είχαν ήδη τοποθετηθεί σε σάκους κοντά στα δίχτυα, πάνω στο κατάστρωμα του σκάφους. Μετά από μια προσεκτική εξέταση, ο Bartolo διαπίστωσε πως μία γυναίκα εξ’ αυτών ήταν ακόμη ζωντανή:

«Την βγάλαμε (έξω από τον σάκο) και την μεταφέραμε άμεσα στο νοσοκομείο. Χρειάστηκαν 30 λεπτά ανάνηψης – οι πνεύμονές της ήταν γεμάτοι με νερό και βενζίνη. Μετά από μισή ώρα, η καρδιά της ξεκίνησε να χτυπάει ξανά».

Τώρα είναι υγιής και ζει στην Σουηδία, είπε.

«Για μένα αξίζει, ακόμη κι αν είναι αυτό το ένα άτομο. Διαφορετικά θα πρέπει να κάνω τη δουλειά του νεκροθάφτη».

Ωστόσο οι μικρές αχτίδες επιτυχίας ξεπερνιούνται με συγκλονιστικές ιστορίες πόνου. Ο Bartolo θυμήθηκε μια άλλη γυναίκα που γέννησε διασχίζοντας την θάλασσα το 2013. Ούτε εκείνη αλλά ούτε και το μωρό της επέζησαν από το ταξίδι.

«Βρέθηκαν με τον ομφάλιο λώρο ακόμη συνδεδεμένο. Τους έβαλα στο ίδιο φέρετρο χωρίς καν να κόψω τον ομφάλιο λώρο. Αυτά είναι τα πολύ άσχημα πράγματα που σε σημαδεύουν. Οι άνθρωποι μου λένε “το έχεις συνηθίσει”. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, δεν καταφέρνεις να το συνηθίσεις», είπε ο Bartolo.

Αλλαγή παθολογίας

Κατά την διάρκεια των πολλών ετών που κάνει ο Bartolo αυτή την δουλειά, το είδος των τραυματισμών και ο τρόπος κατά τον οποίο θα πρέπει να ανταποκριθεί, έχει αλλάξει εξαιτίας των αλλαγών στον τρόπο που επιχειρούν οι άνθρωποι να μεταναστεύσουν.

Κατά τη δεκαετία του ΄90, είπε, υπήρχε η τάση οι μετανάστες και οι πρόσφυγες να φτάνουν σε ισχυρότερα σκάφη, περνώντας μεγαλύτερο διάστημα στην θάλασσα, κάτι το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγούσε σε αφυδάτωση.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, έχει υπάρξει μια στροφή. Καταφθάνει μεγαλύτερος όγκος ανθρώπων, αλλά σε μικρότερα και λιγότερο αξιόπλοα σκάφη. Συχνά δεν διαθέτουν ούτε τα απαραίτητα καύσιμα για το ταξίδι και απλώς τους παρέχεται ένα δορυφορικό τηλέφωνο προκειμένου να προχωρήσουν σε κλήση κινδύνου, σε περίπτωση που αντιμετωπίσουν πρόβλημα ενώ βρίσκονται σε ανοιχτή θάλασσα.

Η υποθερμία πλέον είναι πιο συχνή καθώς οι άνθρωποι βρέχονται με θαλασσινό νερό, όσο τα αναξιόπλοα σκάφη πετάγονται στα κύματα. Διαδεδομένα είναι επίσης και τα χημικά εγκαύματα, καθώς το πετρέλαιο χύνεται συχνά μέσα στις βάρκες και κολλάει πάνω στα ρούχα και το δέρμα των ανθρώπων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα σοβαρούς τραυματισμούς, συμπεριλαμβανομένης της καταστροφής του δέρματος.

Οι πιο μαύρες στιγμές

Ο Bartolo έχει δει τα αποτελέσματα από πολλές θαλάσσιες τραγωδίες, κάποιες όμως έχουν μείνει στο μυαλό του ως ιδιαίτερα φρικιαστικές. Η μία από αυτές είναι σχετικά πρόσφατη στη μνήμη του: ένα περιστατικό φέτος στις 17 Απριλίου το οποίο περιέγραψε ως απλά «καταστροφικό».

Ένα σκάφος είχε αποπλεύσει από την Λιβύη κοντά στα μεσάνυχτα με περίπου 70 επιβάτες, συμπεριλαμβανομένων 22 ανθρώπων με σοβαρά εγκαύματα. Πριν την αναχώρηση, ένα δοχείο υγραερίου έπιασε φωτιά και εξερράγη κοντά στην Τρίπολη όπου διέμεναν. Δέκα άνθρωποι έχασαν την ζωή τους. Σε μία πράξη τρομακτικής βαναυσότητας, οι υπεύθυνοι του ταξιδίου εξανάγκασαν τους υπόλοιπους σοβαρά τραυματισμένους να επιβιβαστούν παρά την ξεκάθαρη ανάγκη τους για ιατρική βοήθεια.

Το επόμενο πρωί, το σκάφος άρχισε να χάνει αέρα και κάλεσαν βοήθεια. Η ιταλική οικονομική αστυνομία ανταποκρίθηκε στην κλήση ανάγκης το ίδιο απόγευμα, φέρνοντας και τους 70, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με τα σοβαρά εγκαύματα στην ακτή της Λαμπεντούσα. Μία από τις τραυματισμένες γυναίκες, περίπου 20 ετών, δηλώθηκε νεκρή κατά την άφιξή της.

Έχοντας δει τα τραύματα ο Bartolo γνώριζε ότι το μικρό νοσοκομείο της Λαμπεντούσα δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να αντιμετωπίσει την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Τρία ασθενοφόρα έκαναν πολλαπλές διακομιδές των τραυματιών στο νοσοκομείο και στην συνέχεια σε συνεργασία με το Υπουργείο Αμύνης της Ιταλίας, φρόντισε για την προμήθεια ενός στόλου ελικοπτέρων ο οποίος θα εξασφάλιζε την αεροδιακομιδή όλων των θυμάτων σε νοσοκομεία της Σικελίας, προκειμένου να λάβουν την εντατική φροντίδα που κρινόταν απαραίτητη.

Μεταξύ των θυμάτων ήταν κι ένα μωρό κορίτσι που έφερε σοβαρά τραύματα στο πρόσωπό της και τον λαιμό της.

Ανάμεσα τους υπήρχε και μια γυναίκα από την Ερυθραία που είχε πέσει σε κώμα. Μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην Σικελία προκειμένου να νοσηλευτεί. Μέσα στον πανικό είχε χωριστεί από τον δίχρονο γιό της, ο οποίος στην συνέχεια μεταφέρθηκε στο κέντρο υποδοχής της Λαμπεντούσα. Χρειάστηκε περίπου μια εβδομάδα ώστε οι διάφορες υπηρεσίες να συναρμολογήσουν τα κομμάτια και να βρουν τι συνέβη ώστε να ενώσουν ξανά τη μητέρα με το παιδί.

Τα μικρά παιδιά υποφέρουν

Τη μοίρα των παιδιών που διασώζονται από την θάλασσα φαίνεται να αισθάνεται βαρύτερη ο Bartolo.

Αντιμετωπίζοντας διαδοχικές περιπτώσεις παιδιών μεταναστών και προσφύγων που περνούν χρόνο στο νοσοκομείο, καθώς οι μητέρες τους υποβάλλονται σε χειρουργικές επεμβάσεις ή σε ιατρικές εξετάσεις, το ιατρικό προσωπικό και η τοπική κοινωνία αποφάσισαν να δημιουργήσουν έναν ειδικό χώρο γι’ αυτά.

Η Ludoteca - το δωμάτιο παιχνιδιού - είναι βαμμένο με φωτεινά χρώματα σε ένα δωμάτιο κοντά στο χειρουργείο. Τα μάτια του Bartolo έλαμψαν καθώς ξεκλείδωσε την πόρτα του δωματίου αποκαλύπτοντας έτσι το εσωτερικό του.

Τοιχογραφίες με πολύχρωμα ζώα, σκηνές από την φύση και γράμματα της αλφαβήτου κοσμούν τους τοίχους. Υπάρχουν τέσσερα μικρά τραπέζια με μικρά πολύχρωμα καθίσματα για περίπου 20 παιδιά, ώστε να κάθονται και να παίζουν ή να παρακολουθούν βίντεο. Υπάρχουν και δωρεάν παιχνίδια από δωρεές στο δωμάτιο – ο Bartolo είπε πως κάθε παιδί μπορεί να πάρει ένα μαζί του όταν φεύγει καθώς υπάρχει αρκετό απόθεμα νέων παιχνιδιών.

Είναι ξεκάθαρο πως αυτό το δωμάτιο είναι ένα από τα ελάχιστα καταφύγια παρηγοριάς στην εργασιακή ζωή του Bartolo.

Συνεχίζουν να πεθαίνουν

Ωστόσο, η πρόγνωση του Bartolo για την ευρύτερη κατάσταση δεν είναι τόσο αισιόδοξη.

Όταν στις 3 Οκτωβρίου του 2013 συνέβη ένα καταστροφικό ναυάγιο, εκατοντάδες μέτρα μακριά από την ακτή της Λαμπεντούσα, προκαλώντας τον θάνατο 366 ανθρώπων, υπήρξαν εκτεταμένες εκκλήσεις για αλλαγή της κατάστασης.

Η αντίσταση όμως στην μετανάστευση δημιουργεί δυσκολία στους πολιτικούς ηγέτες προκειμένου να συμφωνήσουν για τον βέλτιστο τρόπο να σώσουν ζωές και να δημιουργήσουν πιο ασφαλείς και νόμιμες οδούς για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ώστε να φτάσουν στην Ευρώπη. Στο μεταξύ, οι θάνατοι στην ανοιχτή θάλασσα συνεχίζονται με ταχύ ρυθμό.

«Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Συνεχίζουν να φτάνουν, συνεχίζουν να πεθαίνουν. Οπότε τι έχουμε καταφέρει; Τίποτα.», είπε ο Bartolo απογοητευμένος.

«Κάνουμε ότι μπορούμε γιατί αυτό είναι το σωστό. Θέλουμε να σώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές, αλλά στο τέλος είναι το σύστημα που φταίει.»

Από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ στις Βρυξέλες και το Στρασβούργο, έως το Συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, υπάρχουν εξελισσόμενες ενέργειες ώστε αυτό να αλλάξει, όμως όπως φαίνεται τελικά, οι ευρωπαϊκοί ηγέτες είναι έτοιμοι για το παιχνίδι τους στις συλλογικές προσπάθειες αναζήτησης και διάσωσης στις περιοχές της Μεσογείου.

Θα συνεχίσουν όμως να πεθαίνουν άνθρωποι και οι υπηρεσίες του Bartolo θα συνεχίσουν να είναι αναγκαίες – πέρυσι 3.500 έχασαν την ζωή τους, παρόλο που η επιχείρηση “Mare Nostrum” της Ιταλίας έσωσε δεκάδες χιλιάδες ζωές.

Εφόσον η Ευρώπη επιμένει στην κατασκευή ενός φρουρίου για να κρατήσει έξω όσους προσπαθούν να ξεφύγουν από την δυστυχία, περισσότεροι άνθρωποι θα πνίγονται στις τάφρους της. Θα πρέπει να γίνουν περισσότερα για την παροχή ασφαλών, νόμιμων οδών για τους μετανάστες/ριες και τους πρόσφυγες, προκειμένου να καταφέρουν να φτάσουν στην ήπειρο χωρίς να διακινδυνεύουν να έρχονται μέσα σε σάκους πτωμάτων.