EΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΕΝAΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛAΔΑ

Δημοσιεύθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2014, 15:44Εκτύπωση

Η Διεθνής Αμνηστία έχει μακρόχρονες και συνεχιζόμενες ανησυχίες αναφορικά με την παράλειψη των αρχών στην Ελλάδα να διασφαλίσουν ότι η αστυνομία σέβεται και προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα και δρα βάσει διεθνούς δικαίου.

Μετά το θάνατο του 16χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από όπλο αστυνομικού το Δεκέμβριο του 2008, υπήρξαν πολλοί ισχυρισμοί για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από μέλη των σωμάτων ασφαλείας προς τους διαδηλωτές, κατά την διάρκεια των μαζικών κινητοποιήσεων που ξέσπασαν μετά τον πυροβολισμό. Οι καταγγελίες έχουν αυξηθεί ιδιαίτερα τη τελευταία περίοδο με την εισαγωγή σοβαρών "μέτρων λιτότητας" από την κυβέρνηση, έπειτα την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης (2010-2012) και αφορούν:

-    στο πλαίσιο της αστυνόμευσης διαδηλώσεων: υπερβολική χρήση βίας, αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια ή άλλης μορφής κακομεταχείριση και στέρηση άμεσης πρόσβασης σε νομική συμπαράσταση

-    κακομεταχείριση κατά τη σύλληψη και / ή κράτηση, ειδικά ευάλωτων ομάδων, όπως άτομα που κρατούνται για λόγους μετανάστευσης από την ακτοφυλακή, αστυνομία ή συνοριοφυλακή.

Παράλληλα, οι συνεχείς καταγγελίες περιστατικών αυθαίρετης και καταχρηστικής βίας εναντίον δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, όχι μόνο πλήττουν το δικαίωμά τους στη σωματική ακεραιότητα και το δικαίωμά τους να μην υποβάλλονται σε κακομεταχείριση, αλλά, επιπλέον, έχουν επιζήμιο αντίκτυπο στην Ελευθερία της Έκφρασης.

Ενώ οι ελληνικές αρχές αναγνωρίζουν την ύπαρξη παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από μέλη των σωμάτων ασφαλείας, τα χαρακτηρίζουν ως "μεμονωμένα περιστατικά" και ως εκ τούτου δεν αναγνωρίζουν την έκταση και το βάθος αυτού του συστημικού προβλήματος. Ο αριθμός των καταγγελιών που έχει λάβει η Διεθνής Αμνηστία, μαζί και με καταγγελίες που δημοσιεύθηκαν στα μέσα ενημέρωσης, δίνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα με εκείνη που οι ελληνικές αρχές αναφέρουν στις εκθέσεις τους προς τους διεθνείς οργανισμούς (πχ Επιτροπή Κατά των Βασανιστηρίων του ΟΗΕ), καθώς και στις δημόσιες δηλώσεις τους.

Οι βασικές αποτυχίες του συστήματος αφορούν στα εξής:

-    έρευνα, δίωξη και τιμωρία των δραστών: παρατεταμένες καθυστερήσεις στην ποινική διαδικασία που συχνά οδηγούν σε ατιμωρησία. Η αστυνομία, οι εισαγγελείς και τα δικαστήρια συχνά αποτυγχάνουν να ερευνήσουν σε βάθος, να ασκήσουν διώξεις και να τιμωρήσουν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις οποίες εμπλέκονται υπάλληλοι επιβολής του νόμου.

-    αναγνωρισιμότητα δραστών: η τρέχουσα νομοθεσία απαιτεί από τα μέλη των Μονάδων Αποκατάστασης της Τάξης (ΜΑΤ) να εκθέτουν τους προσωπικούς αριθμούς αναγνώρισης στα κράνη τους, γεγονός που δεν έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της αναγνωρισιμότητάς τους, δεδομένου ότι οι αριθμοί αυτοί εκτίθενται στο πίσω μέρος του κράνους. Σε περιπτώσεις υπερβολικής χρήσης βίας, κατά κανόνα, οι αριθμοί αυτοί δεν είναι ορατοί στα θύματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις μέλη των ΜΑΤ αποτυγχάνουν να φορούν τους εν λόγω αριθμούς.

-    ρατσιστικές επιθέσεις: παρατηρείται ραγδαία αύξηση στα περιστατικά επιθέσεων ρατσιστικής βίας, τα οποία οι αρχές αποτυγχάνουν να καταγράψουν και να ερευνήσουν σε βάθος.

-    εφαρμογή αποφάσεων διεθνών οργάνων: ακόμη και εάν τα θύματα σχετικών παραβιάσεων δικαιωθούν σε διεθνή δικαστήρια (πχ ΕΔΔΑ), αυτό δεν αντανακλάται σε εθνικό επίπεδο, καθότι η κυβέρνηση καθυστερεί να εγκρίνει τις σχετικές αποζημιώσεις ή αποτυγχάνει να ανοίξει εκ νέου τους φακέλους των θυμάτων για περαιτέρω έρευνα.

Αυτές και άλλες αποτυχίες στην υποχρέωση λογοδοσίας της αστυνομίας έχουν οδηγήσει σε συνθήκες συνεχούς ατιμωρησίας - ένας από τους κύριους παράγοντες που συμβάλλουν στην επανάληψη των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους υπαλλήλους επιβολής του νόμου. Στο πλαίσιο αυτό, τα θύματα παραβιάσεων συχνά διστάζουν να προχωρήσουν σε καταγγελίες.

© Amnesty International

Προηγούμενες συστάσεις της Διεθνούς Αμνηστίας και άλλων φορέων (Συμβούλιο της Ευρώπης, Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια και άλλες μορφές σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόληψη των Βασανιστηρίων) αγνοήθηκαν ή δεν υιοθετήθηκαν πλήρως. Σε αυτές, οι ελληνικές αρχές απάντησαν με τη δημιουργία το 2011 του Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας. Η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί το συγκεκριμένο μέτρο ελλιπές και αδύναμο και εκφράζει την ανησυχία της για την ανεξαρτησία της Υπηρεσίας και την αποτελεσματικότητα της τρέχουσας θητείας της.

Η Διεθνής Αμνηστία σημειώνει ότι οι ελληνικές αρχές έχουν τόσο ευθύνη όσο και υποχρέωση κατά το διεθνές δίκαιο να διασφαλίζουν την προστασία και την ασφάλεια ανθρώπων και περιουσιών.

Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η πλειοψηφία των αστυνομικών πραγματοποιούν τα δύσκολα και επικίνδυνα καθήκοντά τους δίχως να διαπράττουν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ωστόσο, εάν υπάρχουν καταγγελίες ή άλλες αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που μπορεί να έχουν διαπραχθεί από αστυνομικούς, οι αρχές υποχρεούνται να διενεργούν άμεση, ενδελεχή και αμερόληπτη έρευνα. Ανάλογα με τη κάθε περίπτωση, θα πρέπει να λαμβάνονται τα απαραίτητα πειθαρχικά μέτρα και οι υπεύθυνοι για την εγκληματική συμπεριφορά θα πρέπει να προσαχθούν στη δικαιοσύνη σε πλήρη και δίκαιη δίκη. Επιπλέον, τα θύματα θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα ουσιαστικής προσφυγής σε ένδικα μέσα, καθώς και το δικαίωμα σε πλήρη αποκατάσταση.

Η Διεθνής Αμνηστία πραγματοποιεί εκστρατεία με σκοπό να διασφαλίσει ότι η αστυνομία θα πράττει βάσει Διεθνούς Δικαίου και θα σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Συγκεκριμένα, στόχος μας θα αποτελέσει η καθιέρωση ενός ουσιαστικά ανεξάρτητου και αποτελεσματικού μηχανισμού καταγγελιών αυθαιρεσιών της αστυνομίας, που θα έχει ισχυρή εντολή και επαρκείς πόρους να ερευνά ισχυρισμούς για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από μέλη των σωμάτων ασφαλείας και να παραπέμπει τις σχετικές καταγγελίες στις εισαγγελικές αρχές. Η έρευνα θα πρέπει να είναι άμεση, ενδελεχής, ανεξάρτητη και αμερόληπτη και ο νέος αυτός μηχανισμός να λογοδοτεί στη Βουλή.

Για να επιτευχθεί αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η διασφάλιση την αναγνωρισιμότητας των δραστών, γι αυτό και θα επικεντρωθούμε στην υποχρέωση των μελών των σωμάτων ασφαλείας να φέρουν πάντα τους ειδικούς αριθμούς ταυτοτήτων τους σε ορατά σημεία. Σε περίπτωση που αποτυγχάνουν θα πρέπει να υπόκεινται σε πειθαρχικές κυρώσεις.

 

Eκστρατεία ενάντια στην αστυνομική βία στην Ελλάδα