
ΙΤΑΛΙΑ: Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΑΤΗΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΩΝ/ΩΝ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ ΩΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟ ΤΩΝ ΣΚΛΗΡΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΤΗΣ ΕΕ
Η κράτηση μεταναστριών, μεταναστών, αιτουσών και αιτούντων άσυλο εκτός συνόρων, στο πλαίσιο της συμφωνίας Ιταλίας-Αλβανίας, θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, δήλωσε η Διεθνής Αμνηστία σε δελτίο τύπου που δημοσιεύθηκε, καθώς τα γεγονότα στη Θέουτα συνεχίζουν να αποκαλύπτουν τους κινδύνους των μακροχρόνιων μεταναστευτικών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), οι οποίες επικεντρώνονται στον αποκλεισμό και τον περιορισμό.
Η έκθεση «Ιταλία: Κράτηση εκτός συνόρων μεταναστριών/ών και υποχρεώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα» αναλύει τη συμφωνία του 2023 για τη δημιουργία δύο κέντρων κράτησης μεταναστριών/ών στην Αλβανία υπό τη διαχείριση των ιταλικών αρχών, η οποία έχει οδηγήσει στην αναγκαστική μεταφορά εκατοντάδων ανθρώπων που κινδυνεύουν να κλειστούν σε κέντρα κράτησης, ενώ πολλοί από αυτούς δεν έχουν πρόσβαση σε νομική υποστήριξη. Οι συνθήκες που επικρατούν εκεί και το βαρύ ανθρώπινο κόστος των πολιτικών της Ιταλίας για την κράτηση εκτός συνόρων έχουν οδηγήσει αρκετά άτομα σε αυτοτραυματισμούς ή απόπειρες αυτοκτονίας.
«Η κράτηση εκτός συνόρων αποσκοπεί, τελικά, στην αποτροπή και στην προσπάθεια μετατόπισης και αποφυγής τόσο των ευθυνών για την αντιμετώπιση των μεταναστριών/ών όσο και της υποχρέωσης παροχής ασύλου σε όσες και όσους το χρειάζονται. Η συμφωνία της Ιταλίας με την Αλβανία καταδεικνύει για άλλη μια φορά το αναπόφευκτο κόστος αυτής της προσέγγισης για τα ανθρώπινα δικαιώματα», δήλωσε η Eve Geddie, Διευθύντρια του Γραφείου Ευρωπαϊκών Θεσμών της Διεθνούς Αμνηστίας.
«Λίγο πριν τεθεί σε ισχύ η συμφωνία, η Διεθνής Αμνηστία είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιζήμιες επιπτώσεις που αναπόφευκτα θα είχε στα δικαιώματα των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα, καθώς και των ατόμων που μεταφέρονται στην Αλβανία. Είναι σαφές ότι αυτές οι ανησυχίες έχουν πλέον επιβεβαιωθεί».
Η Διεθνής Αμνηστία πιστεύει ότι τα ευρήματά της πρέπει να λειτουργήσουν ως προειδοποίηση προς την ΕΕ σχετικά με τις καταστροφικές επιπτώσεις των μεταναστευτικών πολιτικών που επιδιώκουν να βασίζονται όλο και περισσότερο σε χώρες εκτός των συνόρων της για τη διαχείριση της μετανάστευσης, εις βάρος της επέκτασης ασφαλών και νόμιμων διαδρομών.
Αδικαιολόγητη σκληρότητα
Μεταξύ Οκτωβρίου 2024 και Ιανουαρίου 2025, η Ιταλία διεξήγαγε τρεις θαλάσσιες επιχειρήσεις και μετέφερε με τη βία 74 άτομα απευθείας από διεθνή ύδατα στην Αλβανία στο πλαίσιο της Συμφωνίας. Μετά από πολυάριθμες αποφάσεις ιταλικών δικαστηρίων που ακύρωσαν τις διαταγές κράτησης για τα άτομα αυτά, η Ιταλία σταμάτησε τις μεταφορές προς την Αλβανία από την ανοικτή θάλασσα.
Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2025, η ιταλική κυβέρνηση τροποποίησε τη Συμφωνία ώστε να επιτρέπεται η κράτηση στην Αλβανία ατόμων για τα οποία έχουν εκδοθεί διαταγές απέλασης στην Ιταλία. Ως αποτέλεσμα, εκατοντάδες (σύμφωνα με αναφορές, πάνω από 500) άτομα, κυρίως από μειονότητες, έχουν μεταφερθεί βίαια στο αλβανικό κέντρο κράτησης στο Gjadër τους τελευταίους 15 μήνες.
Μεταξύ 11 Απριλίου και 16 Μαΐου 2025, καταγράφηκαν 42 σοβαρά περιστατικά στο κέντρο του Gjadër, μεταξύ των οποίων τουλάχιστον δύο απόπειρες απαγχονισμού, μια διαμαρτυρία κατά την οποία τραυματίστηκαν τρία άτομα από θραύσματα γυαλιού, καθώς και διάφορα περιστατικά αυτοτραυματισμού.
Η ιταλική κυβέρνηση έχει παρεμποδίσει την ανεξάρτητη παρακολούθηση της εφαρμογής της Συμφωνίας, μεταξύ άλλων περιορίζοντας τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και παρακάμπτοντας τις συνήθεις νομοθετικές διαδικασίες. Λόγω του περιορισμού της πρόσβασης και του ελέγχου από ανεξάρτητες/ους παρατηρήτριες/ές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα γεγονότα που διαδραματίζονται στα αλβανικά κέντρα κράτησης παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κρυμμένα.
Παρότι τα άτομα που κρατούνται στην Αλβανία υπάγονται στην ιταλική δικαιοδοσία, η φυσική τους απόσταση από την Ιταλία, σε συνδυασμό με την περιορισμένη πρόσβαση σε δικηγόρους, δικαστήρια και άλλες εγγυήσεις, υπονομεύει σημαντικά την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος να ζητήσει κάποιο άτομο άσυλο και να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
Ένας δικηγόρος με τον οποίο μίλησε η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι δεν μπόρεσε να συναντήσει τον πελάτη του πριν από την ακρόασή τους και δεν είχε χρόνο να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπιση. Κατά την άποψή του, τα πρακτικά των ακροάσεων για το άσυλο, στα οποία φαίνεται ότι οι άνθρωποι απαντούσαν σε ερωτήσεις με μονοσύλλαβες απαντήσεις, αποτελούσαν ένδειξη ότι είχαν υποστεί εκφοβισμό.
Τα άτομα που κρατούνται στην Αλβανία έχουν υποστεί, όπως είναι φυσικό, ψυχολογικό τραύμα. Αυτό που αναγκάζονται να υποστούν αποτελεί μια ανυπόφορη και αδικαιολόγητη σκληρότητα.
— Eve Geddie, Διευθύντρια του Γραφείου Ευρωπαϊκών Θεσμών της Διεθνούς Αμνηστίας
«Τα άτομα που κρατούνται στην Αλβανία έχουν υποστεί, όπως είναι φυσικό, ψυχολογικό τραύμα. Μπορεί να έχουν διασχίσει την έρημο, να έχουν κρατηθεί και να έχουν υποστεί κακομεταχείριση στη Λιβύη, να έχουν επιβιώσει από τη θαλάσσια σε ακατάλληλα για πλεύση σκάφη και, στη συνέχεια, μετά την αναχαίτισή τους από τις ιταλικές αρχές, να έχουν περάσει ημέρες ταξιδεύοντας προς την Αλβανία. Άλλα άτομα, που μεταφέρονται από κέντρα κράτησης στην Ιταλία, απομακρύνονται από τη ζωή τους, αφήνοντας πίσω τους κοινότητες και δίκτυα υποστήριξης, και καλούνται να αντιμετωπίσουν ξαφνικά ένα νέο περιβάλλον, ελέγχους, γραφειοκρατία – όλα αυτά ενώ βρίσκονται σε κατάσταση απομόνωσης. Αυτό που αναγκάζονται να υποστούν αποτελεί μια ανυπόφορη και αδικαιολόγητη σκληρότητα», δήλωσε η Eve Geddie.
Υπονόμευση του κράτους δικαίου
Τα ιταλικά δικαστήρια και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν κρίνει ότι οι ιταλικοί κανόνες και πρακτικές σχετικά με τις αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται από άτομα που προέρχονται από χώρες που έχουν χαρακτηριστεί από την Ιταλία ως «ασφαλείς» (η βάση για την ταχεία εξέταση των αιτήσεων) δεν συμβαδίζουν με το εφαρμοστέο δίκαιο της ΕΕ και δεν παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για τις αιτούσες και τους αιτούντες.
Παρά τις επανειλημμένες αποφάσεις ιταλικών δικαστηρίων που διατάσσουν την αποφυλάκιση ατόμων που κρατούνται στην Αλβανία, η ιταλική κυβέρνηση προχώρησε στην εφαρμογή της συμφωνίας. Προσπάθησε να περιορίσει τον έλεγχο των δικαστηρίων όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των «ασφαλών χωρών», καταφεύγοντας σε νομοθεσία που προορίζεται για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, χωρίς να παρέχει αιτιολογία, υπονομεύοντας έτσι το κράτος δικαίου.
Άτομα για τα οποία έχουν εκδοθεί διαταγές απέλασης στην Ιταλία και τα οποία βρίσκονται ήδη υπό κράτηση εκεί, έχουν επίσης υποβληθεί σε παράνομες μεταφορές εκτός συνόρων, εκτός των διατάξεων του εθνικού και του ευρωπαϊκού δικαίου.
«Είναι απολύτως σαφές ότι το μοντέλο Ιταλίας-Αλβανίας είναι αδύνατο να εφαρμοστεί σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της Ιταλίας στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτή η πραγματικότητα πρέπει να αποτελέσει προειδοποίηση για την ΕΕ, ώστε να αφήσει οριστικά πίσω της οποιαδήποτε μελλοντικά σχέδια για την επέκταση της χρήσης της κράτησης σε εγκαταστάσεις εκτός συνόρων και άλλων μέσων εξωτερίκευσης», δήλωσε η Eve Geddie.
«Οι ιταλικές αρχές πρέπει να τερματίσουν αμέσως τη συμφωνία με την Αλβανία, να εφαρμόσουν εναλλακτικές λύσεις αντί της κράτησης μεταναστριών/ών – η οποία, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, πρέπει να παραμένει η έσχατη λύση – και να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε αποτελεσματικές και χωρίς διακρίσεις διαδικασίες ασύλου, καθώς και αξιοπρεπή υποδοχή στο ιταλικό έδαφος για όλα τα άτομα που ζητούν διεθνή προστασία. Όλες οι προσφύγισσες και όλοι οι πρόσφυγες, οι μετανάστριες και οι μετανάστες πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικές νομικές εγγυήσεις και να επωφελούνται από ανεξάρτητη παρακολούθηση».
Ιστορικό
Η συμφωνία Ιταλίας-Αλβανίας τέθηκε σε ισχύ στις 23 Φεβρουαρίου 2024 και προβλέπεται να παραμείνει σε ισχύ για πέντε έτη, όπου μετά το πέρας τους θα ανανεωθεί αυτόματα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ιταλική κυβέρνηση έχει διαθέσει πάνω από 670 εκατομμύρια ευρώ για τη λειτουργία της μέχρι το 2028.
Δεδομένου ότι το ιταλικό Υπουργείο Εσωτερικών απέρριψε επανειλημμένα τα αιτήματα της Διεθνούς Αμνηστίας για πρόσβαση στα κέντρα κράτησης στην Αλβανία, επικαλούμενο λόγους ασφάλειας και δημόσιας τάξης, η έρευνα βασίζεται στην αλληλογραφία με το Υπουργείο Εσωτερικών και στην εξέταση δικαστικών εγγράφων, σε πληροφορίες που ανταλλάχθηκαν στο πλαίσιο του δικτύου της κοινωνίας των πολιτών «Tavolo Asilo e Immigrazione», σε εκθέσεις βουλευτριών, βουλευτών και διαμεσολαβητών, καθώς και σε συνεντεύξεις με οργανισμούς του ΟΗΕ και με δύο δικηγόρους ατόμων που κρατούνται στο Gjadër.