© ABDULAZIZ KETAZ/AFP via Getty Images

ΣΥΡΙΑ: Η ΜΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΕΓΚΥΜΟΝΕΙ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΓΙΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Published on 5 July 2022, 11:16Εκτύπωση

Τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να παρατείνουν το διασυνοριακό ψήφισμα που επιτρέπει στον ΟΗΕ να παραδώσει βοήθεια σε τουλάχιστον 4 εκατομμύρια κατοίκους και εσωτερικά εκτοπισμένους στη βορειοδυτική Συρία πριν λήξει στις 10 Ιουλίου, δήλωσε σήμερα η Διεθνής Αμνηστία.

Σε μια νέα έκθεση με τίτλο «“Αφόρητες συνθήκες διαβίωσης”: Ανεπαρκής πρόσβαση στα οικονομικά και τα κοινωνικά δικαιώματα στους καταυλισμούς εκτοπισμένων στη βορειοδυτική Συρία», η Διεθνής Αμνηστία περιγράφει λεπτομερώς πώς, ως συνέπεια της άρνησης ή της παρεμπόδισης από τη συριακή κυβέρνηση της πρόσβασης των εκτοπισμένων σε οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, οι εσωτερικά εκτοπισμένες/-οι που ζουν σε άθλιες συνθήκες στους καταυλισμούς είναι εξαιρετικά ευάλωτες/-οι και εξαρτώνται πλήρως από τη διεθνή βοήθεια για την επιβίωσή τους.

Περίπου 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σήμερα σε καταυλισμούς στη βορειοδυτική Συρία, εκ των οποίων το 58% είναι παιδιά, χωρίς να διαφαίνεται βιώσιμη λύση. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων ζει εδώ και χρόνια σε σκηνές με ελάχιστη ή καθόλου πρόσβαση σε νερό και αποχέτευση, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο ασθενειών που μεταδίδονται από το νερό. Αυτές οι γυναίκες, οι άντρες και τα παιδιά ζουν σε απόλυτη εξαθλίωση και εξαρτώνται πλήρως από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις για την επιβίωσή τους.

«Πολλές από αυτές τις εκτοπισμένες γυναίκες, τους άντρες και παιδιά έχουν περάσει πάνω από έξι χρόνια ζώντας σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης στη βορειοδυτική Συρία. Έχουν ελάχιστες προοπτικές να επιστρέψουν στα σπίτια τους λόγω των συνεχιζόμενων παραβιάσεων από τις συριακές αρχές στον τόπο καταγωγής τους, αλλά το να παραμείνουν στη θέση τους σημαίνει να ζουν σε αφόρητα σκληρές συνθήκες διαβίωσης και να κινδυνεύουν από ασθένειες και βία λόγω φύλου», δήλωσε η Diana Semaan, αναπληρώτρια αναπληρώτρια διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

«Από τότε που έχασε τον έλεγχο του βορειοδυτικού τμήματος της χώρας, η συριακή κυβέρνηση έχει διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, έχει εμποδίσει τη βοήθεια και έχει επιτεθεί σε καταυλισμούς, ιατρικές εγκαταστάσεις και σχολεία, θέτοντας το βάρος στις ανθρωπιστικές οργανώσεις για την παροχή υπηρεσιών. Δεν υπάρχει αποτελεσματική λύση για την παροχή επαρκούς ανθρωπιστικής βοήθειας στη βορειοδυτική Συρία παρά μόνο με την ανανέωση του υφιστάμενου διασυνοριακού μηχανισμού. Είναι επιτακτική ανάγκη το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να ανανεώσει την εξουσιοδότηση του εν λόγω μηχανισμού πριν από τη λήξη της στις 10 Ιουλίου». 

Η Διεθνής Αμνηστία διεξήγαγε έρευνα μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου 2022 για την έκθεσή της, η οποία εξετάζει πώς οι άνθρωποι που ζουν σε καταυλισμούς δεν έχουν πρόσβαση στα δικαιώματά τους σε επαρκή στέγαση, ύδρευση και αποχέτευση και υγεία, κυρίως στην Ιντλίμπ. Η οργάνωση πήρε συνεντεύξεις από συνολικά 45 άτομα, συμπεριλαμβανομένων εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και ιατρικές υπηρεσίες, καθώς και από εκτοπισμένες γυναίκες και άντρες από την περιοχή.

Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Αρχές του ΟΗΕ για τον Εσωτερικό Εκτοπισμό, οι εσωτερικά εκτοπισμένες/-οι έχουν τα ίδια δικαιώματα με κάθε άλλο άτομο που ζει στην ίδια χώρα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος σε επαρκές βιοτικό επίπεδο. Τα δικαιώματα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστον, πρόσβαση σε «βασικά τρόφιμα και πόσιμο νερό, βασικό καταφύγιο και στέγαση, κατάλληλο ρουχισμό και βασικές ιατρικές υπηρεσίες και αποχέτευση».

Ανεπαρκής στέγαση, ανεπαρκές νερό
Περισσότερο από το ήμισυ του εσωτερικά εκτοπισμένου πληθυσμού στη βορειοδυτική Συρία ζει σε 1.414 καταυλισμούς, συνήθως σε σκηνές ενός δωματίου που δεν έχουν σταθερές πόρτες ή κλειδαριές και δεν προσφέρουν μόνωση από το ακραίο κρύο ή τη ζέστη που επικρατεί στην περιοχή, κατά παράβαση του δικαιώματός τους σε κατοικήσιμη στέγη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Οι εσωτερικά εκτοπισμένες/-οι λαμβάνουν νερό κυρίως μέσω κοινοτικών δεξαμενών, αλλά η ποσότητα που λαμβάνουν είναι μικρότερη από το ήμισυ των αναγκών τους. Μόλις το 40% των εσωτερικά εκτοπισμένων έχουν πρόσβαση σε λειτουργικά αποχωρητήρια.

Μια γυναίκα που ζει με τον σύζυγο και τα πέντε παιδιά της σε έναν καταυλισμό τα τελευταία τρία χρόνια, δήλωσε: «Ζω σε σκηνή ενός δωματίου. Πρόσθεσα έναν μικρό σταθμό μαγειρέματος και λεπτά στρώματα για να καλύψω το υπόλοιπο δωμάτιο, το οποίο χρησιμοποιούμε κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας, καθώς είναι ο μόνος χώρος που διαθέτουμε. Κάνω τα πάντα σε αυτό το ένα δωμάτιο, κοιμάμαι, μαγειρεύω, πλένω ρούχα, κάνω μπάνιο, τα πάντα. Δεν υπάρχει πόρτα. Έχουμε ένα κάλυμμα το οποίο ανεβοκατεβάζουμε για να μπαίνουμε ή να βγαίνουμε από τη σκηνή. Οποιοσδήποτε μπορεί να μπει. Μπορεί να ζήσει κανείς σε μια σκηνή και να αισθάνεται ασφαλής; Αδύνατον».

Και πρόσθεσε: «Μας τελειώνει πάντα το νερό. Όπως σήμερα, δεν έχουμε νερό. Οι κοινόχρηστες δεξαμενές είναι άδειες. Δεν έχω την αγοραστική δύναμη για να αγοράσω νερό. Άλλοι άνθρωποι έχουν, αλλά εγώ όχι. Παίρνω λίγο από τους γείτονές μου μόνο και μόνο για να μπορούμε να πιούμε τα παιδιά μου και εγώ. Πρέπει να περιμένω να έρθει ο οργανισμός να γεμίσει τις δεξαμενές, κάτι που νομίζω ότι συμβαίνει δύο φορές την εβδομάδα. Είναι καλύτερο από το τίποτα».

Είναι επιτακτική ανάγκη το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να ανανεώσει την εξουσιοδότηση του εν λόγω μηχανισμού πριν λήξει στις 10 Ιουλίου.

Diana Semaan, Διεθνής Αμνηστία

Οι άνθρωποι που ζουν στους καταυλισμούς δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι κάθε χειμερινή περίοδο παλεύουν να μείνουν ζεστοί, να κρατήσουν στεγνή τη σκηνή και τα υπάρχοντά τους και να εκτελέσουν τις καθημερινές τους δουλειές, συμπεριλαμβανομένης της άντλησης νερού και της πρόσβασης σε αποχωρητήρια, καθώς οι μετακινήσεις τους εμποδίζονται από τις έντονες βροχοπτώσεις, τις πλημμύρες και τους λασπωμένους δρόμους. Επιπλέον, καταφεύγουν στην καύση πλαστικού, ξύλου ή οποιουδήποτε εύφλεκτου υλικού μέσα στη σκηνή για να παραμείνουν ζεστοί κατά τη διάρκεια του χειμώνα, μια πρακτική που έχει προκαλέσει τουλάχιστον 68 περιστατικά πυρκαγιάς το 2022.

Οι εργαζόμενες/-οι στον τομέα της υγείας που πήραν συνέντευξη δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι οι σκηνές στους καταυλισμούς αποτελούν κίνδυνο για την υγεία, καθώς έχουν συμβάλει στη μετάδοση μεταδοτικών ασθενειών. Πρόσθεσαν ότι η κακή ποιότητα του νερού και της επεξεργασίας των λυμάτων έχει οδηγήσει στην εξάπλωση των υδατογενών ασθενειών.

Έμφυλη βία

Οι εργαζόμενες/-οι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι ο υπερπληθυσμός, η έλλειψη ιδιωτικότητας, οι μη περιφραγμένοι καταυλισμοί, η αδυναμία κλειδώματος των σκηνών και ο αποκλεισμός τους από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων έχουν εκθέσει τις γυναίκες και τα κορίτσια στην έμφυλη βία, συμπεριλαμβανομένης της βίας από μέλη της οικογένειας, τη διοίκηση και τους κατοίκους του καταυλισμού, αγνώστους, και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις.

Ένας εργαζόμενος στον τομέα της βοήθειας δήλωσε: «Κάθε είδος βίας κατώ των γυναικών που γνωρίζετε και μπορείτε να σκεφτείτε υπάρχει στη βορειοδυτική Συρία, ιδίως στους καταυλισμούς. Περιλαμβάνει λεκτική παρενόχληση από άντρες μέλη της οικογένειας, σωματική βία επίσης από άντρες μέλη της οικογένειας, βιασμό και σεξουαλική εκμετάλλευση».

Το στιλ και η θέση των κοινόχρηστων αποχωρητηρίων και των εγκαταστάσεων λουτρού, που έχουν δημιουργηθεί χωρίς καμία διαβούλευση με τις γυναίκες στη συντριπτική πλειονότητα των καταυλισμών, συμβάλλουν στον κίνδυνο έμφυλης βίας. Το ζήτημα αυτό επιδεινώνεται από τον κακό φωτισμό, τις πόρτες που δεν μπορούν να κλειδώσουν και τα αποχωρητήρια που δεν είναι διαχωρισμένα κατά φύλο και έχουν κατασκευαστεί σε απομονωμένες περιοχές.

Ένας εργαζόμενος σε ανθρωπιστική οργάνωση δήλωσε: «Οι γυναίκες πηγαίνουν μαζί στις κοινόχρηστες τουαλέτες σε ομάδες ή συνοδευόμενες από κάποιον συγγενή. Τη νύχτα φοβούνται να πάνε μόνες τους οπότε, αν δεν υπάρχει κάποιος να τις συνοδεύει, τότε είτε χρησιμοποιούν αυτοσχέδια τουαλέτα είτε κρατιούνται μέχρι το πρωί».

Μειωμένη βοήθεια, περιορισμένη υγειονομική περίθαλψη
Από την έναρξη της ένοπλης σύγκρουσης, η συριακή κυβέρνηση επιτέθηκε ανελέητα στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης στη βορειοδυτική Συρία και παρεμπόδισε την παροχή ιατρικής βοήθειας, επηρεάζοντας το δικαίωμα στην υγεία για εκατομμύρια ανθρώπους.

Οι μειώσεις της διεθνούς βοήθειας τον τελευταίο χρόνο έχουν υπονομεύσει σοβαρά τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων και των εσωτερικά εκτοπισμένων της βορειοδυτικής Συρίας, οδηγώντας σε ελλείψεις προσωπικού, φαρμάκων, εξοπλισμού και μειωμένες επιχειρησιακές ικανότητες, με αποτέλεσμα οι υγειονομικές εγκαταστάσεις να περιορίσουν ή να σταματήσουν τη λειτουργία τους και τις ζωτικής σημασίας υπηρεσίες τους.

Ανάγκη για βιώσιμες παρεμβάσεις
Όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, οι δωρητές και οι ανθρωπιστικές οργανώσεις δεν ήταν σε θέση να παρέχουν στους ανθρώπους που ζουν σε καταυλισμούς επαρκή πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες λόγω ανεπαρκούς χρηματοδότησης. Επιπλέον, καθώς η κρίση γινόταν όλο και πιο παρατεταμένη, οι παρεμβάσεις τους συνέχισαν συχνά να επικεντρώνονται περισσότερο στη βοήθεια για τη διάσωση ζωών και όχι σε βιώσιμες, μόνιμες λύσεις.

Ένας εργαζόμενος σε ανθρωπιστικές οργανώσεις δήλωσε: «Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν προσπαθούμε να λύσουμε τις βασικές αιτίες αρκετών ζητημάτων στους καταυλισμούς, όπως η υγεία, η προστασία κ.λπ. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε πολύ καλά τι προκαλεί τη λεϊσμανίαση [ασθένεια που μεταδίδεται από το νερό]. Διαθέτουμε κάθε χρόνο χρηματοδότηση για φάρμακα γι' αυτήν αντί να εργαστούμε για τη σύνδεση των καταυλισμών με πηγές νερού, να σταματήσουμε τις μεταφορές νερού με φορτηγά και να κατασκευάσουμε ένα σύστημα αποχέτευσης. Η ίδια παλιά προσέγγιση της αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης δεν είναι πλέον αρκετή. Πρέπει να την ενσωματώσουμε με άλλες προσεγγίσεις που θα παρέχουν βιώσιμες λύσεις».

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Υπερασπίσου τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στήριξε την ανεξαρτησία του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.