ΣΡΙ ΛΑΝΚΑ: ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΡΜΑΤΙΣΟΥΝ ΤΗ ΒΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ

Published on 18 October 2021, 11:01Εκτύπωση

Η κοινωνία των μουσουλμάνων της Σρι Λάνκα έχει υποστεί συνεχείς διακρίσεις, παρενόχληση και βία από το 2013, με αποκορύφωμα την εφαρμογή κυβερνητικών πολιτικών που αφορούν ρητά τη μειονοτική ομάδα, ανέφερε η Διεθνής Αμνηστία σε νέα έκθεση.

Η έκθεση με τίτλο «From Burning Houses to Burning Bodies: Anti-Muslim Harassment, Discrimination and Violence in Sri Lanka», εντοπίζει την ανάπτυξη αντιμουσουλμανικού αισθήματος στη Σρι Λάνκα από το 2013 εν μέσω ενός αυξανόμενου σινχαλέζικου-βουδιστικού εθνικισμού. Αυτές οι διακρίσεις εξελίσσονται από μια σειρά αυξανόμενες επιθέσεις όχλου που πραγματοποιήθηκαν δίχως να τιμωρηθούν, στο πλαίσιο κυβερνητικών πολιτικών που εισάγουν διακρίσεις εναντίον των μουσουλμάνων, συμπεριλαμβανομένης της εξαναγκαστικής καύσης μουσουλμάνων θυμάτων του κόβιντ, καθώς και των πρόσφατων προτάσεων να απαγορευτεί η νικάμπ (μαντίλα προσώπου) και τα madrasas (θρησκευτικά σχολεία).

«Αν και το αντιμουσουλμανικό αίσθημα στη Σρι Λάνκα δεν είναι κάτι καινούργιο, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια».

Περιστατικά βίας κατά μουσουλμάνων, που διαπράττονται με τη σιωπηρή συναίνεση των αρχών, προκύπτουν με ανησυχητική συχνότητα. Αυτό συνοδεύεται από την εφαρμογή από την παρούσα κυβέρνηση ρητορικής και πολιτικών ανοιχτά εχθρικών κατά των μουσουλμάνων.

Kyle Ward, αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας

«Οι αρχές της Σρι Λάνκα πρέπει να σταματήσουν αυτή την ανησυχητική τάση και να τηρήσουν το καθήκον τους να προστατεύουν τους μουσουλμάνους από περαιτέρω επιθέσεις, να οδηγήσουν τους δράστες στη λογοδοσία και να τερματίσουν τη χρήση των κυβερνητικών πολιτικών για τη στοχοποίηση, την παρενόχληση και την αναπαραγωγή διακρίσεων κατά της μουσουλμανικής κοινότητας».

 

Αυξανόμενη εχθρότητα κατά των μουσουλμάνων

Τα περιστατικά βίας κατά των μουσουλμάνων έχουν αυξηθεί σε συχνότητα και ένταση από το 2013, με μια σειρά αφορμές στις οποίες οι επιτιθέμενοι και οι υπεύθυνοι για ρητορική μίσους δεν έχουν τιμωρηθεί για τις πράξεις τους.

Αυτή η κλιμάκωση εχθρότητας ξεκίνησε με την αντιχαλάλ εκστρατεία εκείνου του έτους, όταν βουδιστικές εθνικιστικές ομάδες Σινχάλα άσκησαν επιτυχώς πίεση για τον τερματισμό της πιστοποίησης χαλάλ για τα τρόφιμα, τα οποία χαρακτηρίζουν τα τρόφιμα που επιτρέπονται να καταναλωθούν από τους μουσουλμάνους, σύμφωνα με τις ισλαμικές γραφές και τα έθιμα. Η εκστρατεία προκάλεσε την αύξηση επιθέσεων σε τζαμιά και μουσουλμανικές επιχειρήσεις, χωρίς ανάληψη ευθυνών από τους υπεύθυνους, γεγονός που λειτουργεί ως σήμα ότι οι πράξεις βίας κατά των μουσουλμάνων μπορούν να διαπράττονται ατιμώρητες.

Το επόμενο έτος, αντιμουσουλμανικές εξεγέρσεις στη νότια παράκτια πόλη Αλούθγκαμα ξεκίνησαν αφού μια βουδιστική εθνικιστική ομάδα Σινχάλα πραγματοποίησε συγκέντρωση στην πόλη. Και εδώ, οι δράστες της βίας απολαμβάνουν ατιμωρησία, ενώ οι αρχές αποτυγχάνουν να αποδώσουν δικαιοσύνη στα θύματα.

Παρά τη νέα κυβέρνηση το 2015, η οποία υποσχέθηκε δικαιοσύνη και λογοδοσία για τις εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες, επιθέσεις κατά των μουσουλμάνων συνέχισαν να συμβαίνουν. Λίγο μετά τις εκλογές, ξέσπασε αντιμουσουλμανική βία στη νότια παράκτια πόλη Γκιντότα το 2017, ενώ παρόμοια βία παρατηρήθηκε το 2018 στην Ντιγκάνα και την Αμπάρα, πόλεις στις κεντρικές και ανατολικές επαρχίες αντίστοιχα. Όχι μόνο οι δράστες απέφυγαν την ανάληψη ευθυνών, αλλά θύματα και μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι η αστυνομία και οι ένοπλες δυνάμεις δεν προσέφεραν καμία επαρκή προστασία ή δράση για να αποτρέψουν τη βία.

 

Κλιμάκωση από τις επιθέσεις της Κυριακής του Πάσχα του 2019

Η εχθρότητα κατά των μουσουλμάνων αυξήθηκε σημαντικά αφότου περισσότεροι από 250 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε συντονισμένες επιθέσεις αυτοκτονίας που διαπράχθηκαν από μια τοπική ισλαμιστική ομάδα και αναλήφθηκαν από το «Ισλαμικό Κράτος» την Κυριακή του Πάσχα το 2019.

Έπειτα από αυτές τις επιθέσεις, στις 13 Μαΐου του 2019, μουσουλμάνοι σε διάφορες πόλεις της βορειοδυτικής επαρχία της Σρι Λάνκα δέχτηκαν επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, ενός από τους ιερότερους μήνες του μουσουλμανικού ημερολογίου. Τζαμιά σε όλη τη χώρα δέχτηκαν επίσης επιθέσεις και μια σειρά αναρτήσεις «ρητορικής μίσους» και αντιμουσουλμανικών σχολίων εμφανίστηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι κανονισμοί έκτακτης ανάγκης που έσπευσαν οι αρχές εφαρμόσουν χρησιμοποιήθηκαν επίσης για να συλλάβουν αυθαίρετα εκατοντάδες μουσουλμάνους μετά τις επιθέσεις.

Από τότε που ανέλαβε καθήκοντα, η σημερινή κυβέρνηση συνεχίζει να στοχοποιεί και να ρίχνει τις ευθύνες στον μουσουλμανικό πληθυσμό για να αποσπά την προσοχή του κόσμου από πολιτικά και οικονομικά ζητήματα.

 

Αυτό ήταν εμφανές στην υποχρεωτική πολιτική αποτέφρωσης των θυμάτων του κόβιντ, η οποία εφαρμόστηκε παρά το γεγονός ότι η αποτέφρωση είναι ρητά απαγορευμένη στο Ισλάμ αλλά και την έλλειψη επιστημονικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς ότι η ταφή των θυμάτων θα διέδιδε περαιτέρω την ασθένεια.

 

Κυβερνητικές πολιτικές που στοχοποιούν μουσουλμάνους

Ενώ η πολιτική αναγκαστικής αποτέφρωσης ακυρώθηκε καθώς η κυβέρνηση υπέκυψε στις διεθνείς πιέσεις ενόψει της ψηφοφορίας για τη Σρι Λάνκα στο Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, οι αρχές συνεχίζουν να επιδιώκουν την εφαρμογή νομοθεσίας που εισάγει διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης της νικάμπ και των θρησκευτικών σχολείων. Εάν εφαρμοστούν αυτοί οι περιορισμοί, θα παραβιάζουν την ελευθερία από διακρίσεις λόγω θρησκείας που διασφαλίζεται και διαφυλάσσεται από το Σύνταγμα της Σρι Λάνκα και το διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων, από το οποίο δεσμεύεται η Σρι Λάνκα.

Οι αρχές, για να στοχοποιήσουν τους μουσουλμάνους, χρησιμοποιούν την υπάρχουσα νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του Νόμου για την Πρόληψη της Τρομοκρατίας (PTA), που επιτρέπει στους υπόπτους να κρατούνται χωρίς κατηγορίες για έως και 90 ημέρες και χωρίς να οδηγούνται ενώπιον δικαστηρίου. Αυτό, σε συνάρτηση με την κατάχρηση του νόμου που αποσκοπεί στην απαγόρευση της διάδοσης του φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους, ισοδυναμεί με υποκίνηση διακρίσεων, εχθρότητας ή βίας.

Η έκθεση τεκμηριώνει αρκετές περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται κατάχρηση των νόμων αυτών για να στοχοποιηθούν άτομα, συμπεριλαμβανομένου του Hejaaz Hizbullah, δικηγόρου και ακτιβιστή, ο οποίος κρατείται για περισσότερο από 15 μήνες, και του Ahnaf Jazeem, ποιητή και δασκάλου, ο οποίος συνελήφθη στις 16 Μάιου 2020 έπειτα από ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς για την ποίησή του στη γλώσσα Tamil.

«Από τους αντιτρομοκρατικούς νόμους και τις αναγκαστικές αποτεφρώσεις μέχρι τις νικάμπ και τα θρησκευτικά σχολεία, η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα έχει ακολουθήσει μια ατζέντα που εισάγει κατάφωρες διακρίσεις κατά των μουσουλμάνων. Καλούμε τις αρχές να επανεξετάσουν τις προτάσεις που είναι σήμερα υπό διερεύνηση, καθώς και τη διεθνή κοινότητα να παρακολουθεί και να λαμβάνει μέτρα ώστε να διασφαλίζει την ελευθερία και την προστασία των μειονοτικών κοινοτήτων της Σρι Λάνκα», ανέφερε ο Kyle Ward.

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Υπερασπίσου τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στήριξε την ανεξαρτησία του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.