ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ: ΑΟΡΑΤΕΣ ΕΠΙΖΩΣΕΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΙΡΓΙΖΙΑ

Published on 13 July 2021, 08:45Εκτύπωση

Τον Φεβρουάριο του 2021 η Gulzat,[1] μια 26χρονη γυναίκα με εγκεφαλική παράλυση κατάφερε να ξεφύγει από το κακοποιητικό περιβάλλον του σπιτιού στο οποίο ζούσε από τότε που ήταν παιδί. Πρόκειται για μία από τις σπάνιες φορές όπου περίπτωση ενδοοικογενειακής κακοποίησης εις βάρος γυναίκας με αναπηρία φτάνει στα εθνικά μέσα ενημέρωσης.

Στην Κιργιζία υπάρχει έντονο στίγμα γύρω από την ενδοοικογενειακή βία και την αναπηρία. Πρόκειται για μια πολύ παραδοσιακή κοινωνία με μακροχρόνιες κοινωνικές νόρμες, όπου η «ντροπή» εμποδίζει τις γυναίκες να μιλούν για την κακοποίηση εντός της οικογένειας. Επιπλέον, οι γυναίκες με αναπηρίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη βοήθεια της οικογένειάς τους. Αυτή η εξάρτηση σημαίνει απλώς ότι δεν μπορούν να αναφέρουν τα κακοποιητικά μέλη της οικογένειάς τους στις αρχές. Και ακόμη κι αν το έκαναν, οι νομοθετικές διατάξεις για την καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας δεν παρέχουν ικανοποιητική προστασία ή ένα μονοπάτι προς τη δικαιοσύνη. Η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (CEDAW) στην έκθεσή της για την Κιργιζία το 2015 σημείωσε «την επιμονή των βαθιά ριζωμένων πατριαρχικών στάσεων και στερεοτύπων αναφορικά με τους ρόλους και τις ευθύνες των γυναικών και των ανδρών στην οικογένεια και την κοινωνία, που κάνουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και διαιωνίζουν την υποταγή τους στην οικογένεια και την κοινωνία».[2]

Η Gulzat μεγάλωσε με τον πατέρα της, έναν αλκοολικό, ο οποίος χτυπούσε τη γυναίκα του συχνά και πολύ. Μετά το θάνατο των γονιών της, η Gulzat και ο αδερφός της μεταφέρθηκαν στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού, σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό στα βουνά, όπου και η Gulzat έζησε μέχρι τα 26 της. Εκεί η Gulzat υφίστατο συνεχώς σωματική κακοποίηση και, από την ηλικία των 16 ετών, σεξουαλική βία από τον παππού και τον θείο της. Η ζωή της κυλούσε στην απομόνωση. Τώρα, στα 26 της, η Gulzat δεν μπορεί να διαβάσει ή να γράψει και δεν έχει επαρκείς δεξιότητες καθημερινής ζωής για να ζήσει ανεξάρτητα. Ήταν ο αδερφός της που κατάφερε να ξεφύγει από την οικογένεια και ο οποίος ανέφερε αυτή την απαίσια ιστορία στις αρχές με την υποστήριξη της τοπικής μη κυβερνητικής οργάνωσης «Ravenstvo» (Ισότητα) - Ένωση Ανάπηρων Ατόμων στην Κιργιζία. Η «Ravenstvo» βοήθησε την Gulzat να μετακομίσει στην πρωτεύουσα, την Μπισκέκ, όπου τώρα ζει σε καταφύγιο ενδοοικογενειακής βίας.[3]

Σε πρόσφατη έκθεση, το Υπουργείο Εσωτερικών δήλωσε ότι το 2019 περίπου 6.650 γυναίκες στην Κιργιζία κατήγγειλαν ενδοοικογενειακή βία.[4] Το 86% αυτών των περιπτώσεων αποσύρθηκε από τις καταγγέλλουσες πριν φτάσει στα δικαστήρια, κυρίως λόγω πίεσης από συγγενείς. Οι δράστες τιμωρήθηκαν ποινικά μονάχα σε περίπου 200 περιπτώσεις.

 

Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για το 2019, οι περισσότερες από τις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας που καταγράφηκαν από τις αρχές προέρχονταν από Κέντρα Κρίσεων. Τα Κέντρα Κρίσεων παρέχουν συμβουλευτική, ψυχολογική, νομική και ιατρική αρωγή σε γυναίκες με παιδιά που υποφέρουν από ενδοοικογενειακή βία. Από τις συνολικά 6.650 καταγεγραμμένες περιπτώσεις, περίπου 6.020 γυναίκες πήγαν σε Κέντρο Κρίσεων. Ωστόσο, υπάρχουν μόνο 14 μόνιμα Κέντρα Κρίσεων και ένα Κέντρο Βοήθειας και Αποκατάστασης σε μια χώρα 6,5 εκατομμυρίων ανθρώπων. Όλα τους, εκτός από ένα, εδρεύουν στις πόλεις Μπισκέκ και Ος. Υπάρχουν μόνο δύο μόνιμα καταφύγια τα οποία παρέχουν ένα ασφαλές μέρος σε γυναίκες και παιδιά που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία: ένα στην Μπισκέκ (12 κρεβάτια) και ένα στο Ος (η χωρητικότητά του περιορίζεται επίσης σε 12 άτομα, συνήθως 3 έως 4 γυναίκες με τα παιδιά τους),[5] ενώ κανένα από τα καταφύγια δεν υποστηρίζεται από την κυβέρνηση.[6] Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που έχουν υπ’ ευθύνη τους τη λειτουργία καταφυγίων και άλλων δικτύων φροντίδας είναι η μόνη ελπίδα οι επιζώσες ενδοοικογενειακής βίας να βρουν υποστήριξη. Οι ΜΚΟ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εργάζονται για άτομα με αναπηρία, πρέπει να αναζητήσουν βοήθεια σε ιδιωτικές δωρεές και διεθνείς επιχορηγήσεις, καθώς η κυβέρνηση δεν παρέχει τακτική χρηματοδότηση.

Η Muhayo Abduraupova, δικηγόρος που ειδικεύεται στην ενδοοικογενειακή βία στην Ος και στις αγροτικές περιοχές της νότιας Κιργιζίας, εξηγεί τους διαφορετικούς τρόπους καταγγελίας της ενδοοικογενειακής βίας και τους λόγους για τους οποίους δεν λειτουργούν.[7]

«Οι επιζώσες ενδοοικογενειακής βίας μπορούν να καλέσουν την αστυνομία και μετά να υποβάλουν επίσημη γραπτή καταγγελία. Μπορούν να πάνε σε νοσοκομείο και στη συνέχεια ο γιατρός τους πρέπει να αναφέρει το τραύμα που δημιούργησε το έγκλημα. Υπάρχουν δύο ανοιχτές γραμμές που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι γυναίκες: 102, για να καλέσουν την αστυνομία∙ 117, μια νέα τηλεφωνική γραμμή που προστέθηκε πρόσφατα αποκλειστικά για περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας. Υπάρχει και άλλη μία επιλογή: Οι γυναίκες μπορούν να καταγγείλουν σε κάποιο Κέντρο Κρίσεων για γυναίκες και παιδιά.[8]

»Αν όλοι έκαναν τη δουλειά τους –τα δικαστήρια, η αστυνομία, οι ιατρικοί λειτουργοί, ακόμη και τα τοπικά συμβούλια γυναικών–, θα είχαμε λιγότερες περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας στην Κιργιζία. Όλοι ξέρουν πότε μια γυναίκα ξυλοκοπείται από τον άντρα ή τους συγγενείς της, αλλά κανείς δεν λέει λέξη. Το τι μπορεί να σκεφτούν οι γείτονες είναι πιο σημαντικό από την υγεία μιας γυναίκας. Η αστυνομία αποθαρρύνει ενεργά τις γυναίκες από το να διαμαρτυρηθούν για τους συζύγους τους. Το κράτος διορίζει άντρες δικηγόρους, ενώ τα δικαστήρια ταπεινώνουν τις γυναίκες κατά τη διάρκεια της νομικής διαδικασίας. Οι ιατρικοί εμπειρογνώμονες ζητούν χρήματα για πρωτοβάθμιες εξετάσεις. Οι επιζώσες ενδοοικογενειακής βίας αντιμετωπίζουν εμπόδια σε κάθε βήμα προς τη δικαστική δικαιοσύνη».

Όλοι ξέρουν πότε μια γυναίκα ξυλοκοπείται από τον άντρα ή τους συγγενείς της, αλλά κανείς δεν λέει λέξη. Το τι μπορεί να σκεφτούν οι γείτονες είναι πιο σημαντικό από την υγεία μιας γυναίκας. Η αστυνομία αποθαρρύνει ενεργά τις γυναίκες από το να διαμαρτυρηθούν για τους συζύγους τους.

Muhayo Abduraupova

Δυστυχώς, οι περισσότερες κυβερνητικές διατάξεις και οι πρωτοβουλίες των ΜΚΟ δεν είναι προσβάσιμες από γυναίκες με αναπηρία. Λόγω της φτώχειας, οι γυναίκες με αναπηρίες συχνά δεν έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο. Οι γυναίκες που αντιμετωπίζουν σωματικές δυσκολίες να βγουν από το σπίτι δεν θα πάνε σε κάποιο αστυνομικό τμήμα, νοσοκομείο ή Κέντρο Κρίσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι γυναίκες δεν γνωρίζουν τους αριθμούς των ανοιχτών τηλεφωνικών γραμμών επειδή δεν επισκέπτονται τοπικές υπηρεσίες όπου θα μπορούσαν να λάβουν πληροφορίες σχετικά με το πώς να ζητήσουν βοήθεια. Οι επιζώσες ενδοοικογενειακής βίας δεν γνωρίζουν πώς να καταγγείλουν την κακοποίησή τους, εκτός εάν οι ΜΚΟ συνεργάζονται άμεσα και εμπλέκουν στις δραστηριότητές τους γυναίκες με αναπηρίες.

Οι ακτιβίστριες/ές που ασχολούνται με τα αναπηρικά δικαιώματα ισχυρίζονται ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη στην καταγραφή των περιστατικών και ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία ειδικότερα για τις γυναίκες με αναπηρία που αντιμετωπίζουν ενδοοικογενειακή βία. Ο νόμος για την ενδοοικογενειακή βία, που υπογράφηκε το 2017, δεν αναφέρεται σε άτομα με αναπηρίες. Κατά συνέπεια, οι εθνικές και οι περιφερειακές αρχές δεν συλλέγουν δεδομένα και δεν παρακολουθούν τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία των ατόμων με αναπηρία. 

Η Ukei Murtalieva, υπερασπίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εργάζεται με γυναίκες με αναπηρίες, εξήγησε ότι η έλλειψη αναφορών οφείλεται στον συνδυασμό πολλών παραγόντων. Από τη μία πλευρά, υπάρχει πλήρης απουσία υπηρεσιών προσαρμοσμένων στις ανάγκες των γυναικών με αναπηρίες που θα μπορούσαν να εντοπίσουν την ενδεχόμενη κακομεταχείριση που υφίστανται μέσα στα σπίτια τους. Από την άλλη, οι διακρίσεις λόγω φύλου, σε συνδυασμό με τις διακρίσεις λόγω αναπηρίας στην κοινότητα, επηρεάζουν αρνητικά τις γυναίκες με αναπηρία και την πρόσβασή τους σε δικαιώματα.

Πολύ συχνά οι συγγενείς είναι αυτοί που αποφασίζουν τι πρέπει να κάνουν οι γυναίκες: Πώς να ντυθούν, τι να φάνε, αν θα βγαίνουν ή όχι. Πολύ συχνά οι συγγενείς αποφασίζουν να μη στείλουν τα κορίτσια στο σχολείο λόγω της αναπηρίας τους.

Ukei Murtalieva

«Οι γυναίκες με αναπηρία στερούνται την εκπαίδευσης και την κατανόηση των δικαιωμάτων τους, αντιμετωπίζουν τη φτώχεια και τελικά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την οικογένειά τους για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Ως αποτέλεσμα, οι γυναίκες απλώς δεν γνωρίζουν ότι μπορούν να διαμαρτυρηθούν στις αρχές και, ακόμα κι αν το κάνουν, δεν ξέρουν πώς».[9]

Η Κιργιζία έχει κάνει καλά νομοθετικά βήματα για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας. Έχει έναν προοδευτικό νόμο για την ενδοοικογενειακή βία∙ ενώ το 2019 επικύρωσε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD). Έχουν εγκριθεί σχέδια για την εφαρμογή της CRPD, αλλά η εφαρμογή είναι αργή και χωρίς φιλοδοξίες.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή της CRPD και του νόμου για την ενδοοικογενειακή βία, όπως η έλλειψη καταφυγίων, η αδράνεια της αστυνομίας, το πολιτισμικό στίγμα, οι φτωχές κρατικές υποδομές και πλέον και η πανδημία. Υπάρχουν επίσης πολύ ανησυχητικές πολιτικές εξελίξεις που απειλούν να υπονομεύσουν τη δέσμευση της Κιργιζίας στις διεθνείς της υποχρεώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Για παράδειγμα, ο νέος κατασταλτικός νόμος για τις ΜΚΟ που ψηφίστηκε από το κοινοβούλιο φέτος εισάγει γραφειοκρατικές απαιτήσεις αναφορικά με οργανώσεις που είναι ήδη πιεσμένες. Το νέο σύνταγμα που εισήγαγε η νέα κυβέρνηση το 2021 δίνει έμφαση στις «παραδοσιακές αξίες» και θα μπορούσε να αντιστρέψει τα θετικά επιτεύγματα αν δεν ευθυγραμμίσει τη νομοθεσία με τις διεθνείς υποχρεώσεις.

«Η νομοθεσία στην Κιργιζία δεν αναγνωρίζει ούτε ότι οι γυναίκες με αναπηρίες υφίστανται διπλές διακρίσεις ούτε και την έννοια των άμεσων και έμμεσων διακρίσεων λόγω αναπηρίας και φύλου. Υπάρχει ανάγκη για ένα υπεύθυνο όργανο (ή επιτροπή) που να παρακολουθεί τη διαδικασία συμπερίληψης της αρχής της μη διάκρισης σε όλους τους νόμους, τις πολιτικές και τις στρατηγικές που συγκροτούν το νομοθετικό σύστημα της Κιργιζίας και να εφαρμόζει πολιτικές κατά των διακρίσεων προς όφελος των γυναικών με αναπηρία. Κάθε γυναίκα στην Κιργιζία πρέπει να προστατεύεται από το κράτος»,[10] αναφέρει η Gulmira Kazakunova, διευθύντρια της «Ravenstvo» – Ένωσης Ατόμων Αναπηρία στην Κιργιζία.

 

[1] Το όνομα έχει αλλαχτεί για λόγους ανωνυμίας. Συνέντευξη με τη ΜΚΟ «Ravenstvo», τον Απρίλιο του 2021.

[2] CEDAW, Concluding observations on the fourth periodic report of Kyrgyzstan, 2015 https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.asp...

[3] Συνέντευξη με την Ukei Murtalieva, τον Μάιο του2021.

[7] Συνέντευξη με τη Muhayo Abduraupova, τον Αύγουστο του 2020.

[8] Τα Κέντρα Κρίσεων για γυναίκες με παιδιά που έχουν υποφέρει από ενδοοικογενειακή βία παρέχουν συμβουλευτική, ψυχολογική, νομική και ιατρική αρωγή.

[9] Συνέντευξη με την Ukei Murtalieva, τον Απρίλιο του 2021.

[10] Συνέντευξη με την Gulmira Kazakunova, τον Φεβρουάριου του 2021.

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Υπερασπίσου τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στήριξε την ανεξαρτησία του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.