ΚΑΤΑΡ: ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΕΣ ΩΣ ΟΙΚΙΑΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΒΙΩΝΟΥΝ ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ

Published on 20 October 2020, 12:54Εκτύπωση

Μια νέα έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας αποκαλύπτει πώς οι μετανάστριες εργαζόμενες ως οικιακό προσωπικό που απασχολούνται στο Κατάρ βιώνουν ακραίες καταστάσεις λόγω της υπερβολικής εργασίας, της έλλειψης ανάπαυσης και της κακοποιητικής και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Η οργάνωση μίλησε με 105 γυναίκες που είχαν απασχοληθεί ως οικιακό προσωπικό στο Κατάρ και διαπίστωσαν ότι τα δικαιώματά τους εξακολουθούν να υφίστανται καταχρήσεις και παραβιάσεις παρά τις κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους. Ορισμένες γυναίκες δήλωσαν ότι ήταν θύματα σοβαρών εγκλημάτων όπως η σεξουαλική επίθεση.

Το 2017 το Κατάρ εισήγαγε τον νόμο για τους εργαζομένους/ες ως οικιακό προσωπικό, ο οποίος έθετε όρια στις ώρες εργασίας και θέσπιζε τα υποχρεωτικά καθημερινά διαλειμματα, το εβδομαδιαίο ρεπό και τις αμειβόμενες αργίες. Τρία χρόνια μετά, 90 από τις 105 γυναίκες που επικοινώνησαν με τη Διεθνή Αμνηστία δήλωσαν ότι εργάζονταν τακτικά για περισσότερες από 14 ώρες την ημέρα. Οι 89 εργαζόταν τακτικά επτά ημέρες την εβδομάδα και σε 87 κατασχέθηκαν τα διαβατήριά τους από τους εργοδότες τους. Οι μισές από τις γυναίκες εργάζονταν περισσότερο από 18 ώρες την ημέρα, και οι περισσότερες δεν είχαν ποτέ ούτε μια μέρα διακοπών. Ορισμένες ανέφεραν επίσης ότι δεν πληρώνονται σωστά, ενώ 40 γυναίκες περιέγραψαν ότι έχουν δεχθεί προσβολές, χαστούκια ή φτυσίματα. Μια γυναίκα είπε ότι της φέρονταν «σαν σκύλο».

Πρόκειται για ένα σύστημα που συνεχίζει να επιτρέπει στους εργοδότες να αντιμετωπίζουν τους οικιακούς/ες εργαζόμενους/ες όχι ως ανθρώπινα όντα αλλά ως αντικείμενα που βρίσκονται στην κατοχή τους.
 Steve Cockburn, επικεφαλής Οικονομικής και Κοινωνικής Δικαιοσύνης της Διεθνούς Αμνηστίας

«Η εισαγωγή του νόμου για τους εργαζομένους/ες ως οικιακό προσωπικό το 2017 ήταν ένα βήμα μπροστά για την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων στο Κατάρ. Δυστυχώς, οι γυναίκες αυτές με τις οποίες μιλήσαμε κατέστησαν σαφές ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν έχουν εφαρμοστεί ή επιβληθεί σωστά», δήλωσε ο Steve Cockburn, επικεφαλής Οικονομικής και Κοινωνικής Δικαιοσύνης της Διεθνούς Αμνηστίας.

«Οι εργαζόμενες μας είπαν ότι εργάζονταν κατά μέσο όρο 16 ώρες την ημέρα, κάθε μέρα της εβδομάδας, πολύ περισσότερο από ό, τι επιτρέπει ο νόμος. Σχεδόν σε όλες είχαν κατασχεθεί τα διαβατήριά τους από τους εργοδότες τους, και άλλες περιέγραψαν ότι δεν έλαβαν τους μισθούς τους και ότι υπέστησαν βίαιες προσβολές και επιθέσεις. Πρόκειται για ένα σύστημα που συνεχίζει να επιτρέπει στους εργοδότες να αντιμετωπίζουν τους οικιακούς/ες εργαζόμενους/ες όχι ως ανθρώπινα όντα αλλά ως αντικείμενα που βρίσκονται στην κατοχή τους».

Υπάρχουν περίπου 173.000 μετανάστριες εργαζόμενες ως οικιακό προσωπικό στο Κατάρ. Μερικές από τις γυναίκες που έδωσαν συνέντευξη στη Διεθνή Αμνηστία ήταν ακόμη στη δουλειά τους. Άλλες είχαν φύγει αλλά παρέμεναν στο Κατάρ, ενώ άλλες είχαν επιστρέψει στις χώρες καταγωγής τους. Όπως και οι ίδιες οι γυναίκες, οι εργοδότες ήταν από πολλές διαφορετικές χώρες. Όλα τα ονόματα έχουν αλλάξει για την προστασία των ταυτοτήτων τους.

Οι παραβιάσεις που καταγράφονται στην έκθεση ενισχύονται από έναν συνδυασμό παραγόντων, όπως η έλλειψη μηχανισμών ελέγχου για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον νόμο για τους εργαζομένους/ες ως οικιακό προσωπικό και το σύστημα χορηγιών του Κατάρ που συνεχίζουν να παρέχουν στους εργοδότες υπερβολικές εξουσίες έναντι των υπαλλήλων τους. Πολλές γυναίκες αντιμετωπίζουν εμπόδια αναφέροντας κακοποιήσεις και εγκληματικές πράξεις στις αρχές ενώ υπάρχει και εκτεταμένη ατιμωρησία.

Μεταρρυθμίσεις

Τα τελευταία χρόνια το Κατάρ έχει εισαγάγει αρκετές μεταρρυθμίσεις και πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας για τους μετανάστες/ ριες εργαζόμενους/ες.

Έχει δρομολογήσει εκστρατείες ευαισθητοποίησης για το οικιακό προσωπικό και τους εργοδότες του, και ξεκίνησε ένα πιλοτικό πρόγραμμα που απασχολεί έναν μικρό αριθμό εργαζομένων ως οικιακό προσωπικό.

Πρόσφατα, εισήγαγε τον κατώτατο μισθό και κατάργησε την προϋπόθεση για τους εργαζομένους/ες να λάβουν την άδεια του εργοδότη τους για αλλαγή εργασίας ή έξοδο από τη χώρα. Ενώ αυτές οι νομικές αλλαγές μπορεί να διευκολύνουν τους εργαζόμενους/ες να ξεφύγουν από τους εργοδότες που τους εκμεταλλεύονται, είναι απίθανο να μειώσουν σημαντικά την κακοποίηση ή να βελτιώσουν τις συνθήκες των οικιακών εργαζομένων χωρίς πρόσθετα μέτρα για την ενίσχυση της προστασίας και τη διασφάλιση της επιβολής.

Εξαντλητικές ώρες εργασίας

Πήγα για ύπνο στις 1 το πρωί και στις 3 το πρωί η 17χρονη κόρη με ξύπνησε ζητώντας μου να πάω να της αγοράσω ένα Red Bull. Στις 5.30πμ ξεκίνησα τη την εργασία μου, έπλυνα το αυτοκίνητο και ετοιμάστηκα να πάω τα παιδιά στο σχολείο...στις 10μμ χτύπησα με το αυτοκίνητο σε έναν τοίχο.
Reina

Οι εξαντλητικές ώρες εργασίας χωρίς σωστή ανάπαυση αποτελούν μια από τις πιο κοινές μορφές κακοποίησης που βιώνουν οι εργαζόμενες. Σύμφωνα με τις συμβάσεις τους, πρέπει να εργάζονται όχι περισσότερο από 10 ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα. Αυτό είναι ήδη υψηλότερο από τα πρότυπα που ορίζει η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, αλλά οι περισσότερες γυναίκες με τις οποίες μίλησε η Διεθνής Αμνηστία εργάζονταν πολύ περισσότερο από αυτό. Κατά μέσο όρο δούλευαν 16 ώρες την ημέρα, συνήθως χωρίς ρεπό, δηλαδή συνολικά 112 ώρες την εβδομάδα - χωρίς να πληρώνονται καθόλου υπερωρίες. Αυτό σημαίνει ότι οι περισσότερες γυναίκες δούλευαν σχεδόν το διπλάσιο των ωρών εργασίας τους.

Η Reina*, μια 45χρονη Φιλιππινέζα, περιέγραψε πώς είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα επειδή είχε κοιμηθεί μόνο δύοώρες:

«Πήγα για ύπνο στις 1 το πρωί και στις 3 το πρωί η 17χρονη κόρη με ξύπνησε ζητώντας μου να πάω να της αγοράσω ένα Red Bull. Στις 5.30πμ ξεκίνησα τη την εργασία μου, έπλυνα το αυτοκίνητο και ετοιμάστηκα να πάω τα παιδιά στο σχολείο...στις 10μμ χτύπησα με το αυτοκίνητο σε έναν τοίχο.»

Ο νόμος για το οικιακό προσωπικό περιορίζει τις ώρες εργασίας έως το πολύ δέκα ώρες την ημέρα, αλλά επιτρέπει την παράταση αυτού του ωραρίου μετά από συμφωνία με τον εργαζόμενο/η. Η εγγενής ανισορροπία ισχύος που προκύπτει από την εξάρτηση των εργαζομένων αυτών από τους εργοδότες τους αφήνει περιθώρια εκμετάλλευσης. Πολλές γυναίκες δήλωσαν ότι φοβούνταν να απορρίψουν τα ατελείωτα αιτήματα των εργοδοτών τους, ακόμη και όταν έπρεπε να ξεκουραστούν.

Τουλάχιστον 23 γυναίκες που έδωσαν συνέντευξη δήλωσαν ότι δεν τους δίνονταν αρκετό φαγητό και ένιωθαν πεινασμένες κατά τη διάρκεια της εργασίας τους στο Κατάρ. Ορισμένες γυναίκες περιέγραψαν επίσης ότι κοιμούνται σε στενά δωμάτια, σε ορισμένες περιπτώσεις στο πάτωμα ή χωρίς κλιματισμό. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης επισημαίνουν την αποτυχία των αρχών του Κατάρ να διενεργούν επιθεωρήσεις στο χώρο εργασίας.

Λεκτική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση

Η κυρία άρχισε να φωνάζει σε όλες τις υπηρέτριες… άρχισε να μας φτύνει και με χαστούκισε κανά… Πριν από αυτό το περιστατικό με είχε χτυπήσει με κλοτσιές στην πλάτη.
Joy*

Η Διεθνής Αμνηστία μίλησε σε 40 γυναίκες που δήλωσαν ότι είχαν υποστεί λεκτική και σωματική κακοποίηση. Συχνά, αυτό περιελάμβανε ταπεινωτική μεταχείριση, φωνές και προσβολές.

Η Emily* είπε:

«Η κυρία μου είπε «είσαι τέρας, θα σου κόψω τη γλώσσα». Φοβάμαι. Μου είπε «θα σε σκοτώσω», πάντα με κακές λέξεις. Είμαι μόνο μια υπηρέτρια και δεν μπορώ να κάνω τίποτα.»

Δεκαπέντε γυναίκες δήλωσαν ότι αντιμετώπισαν σωματική κακοποίηση από τους εργοδότες ή τα μέλη της οικογένειάς τους, όπως φτύσιμο, ξυλοδαρμό, κλοτσιές, μπουνιές και τράβηγμα μαλλιών.

Η Joy* είπε:

«Η κυρία άρχισε να φωνάζει σε όλες τις υπηρέτριες… άρχισε να μας φτύνει και με χαστούκισε κανά… Πριν από αυτό το περιστατικό με είχε χτυπήσει με κλοτσιές στην πλάτη».

Πέντε γυναίκες δήλωσαν ότι είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά από τους εργοδότες τους ή από συγγενείς που τους επισκέπτονταν. Η σεξουαλική κακοποίηση κυμαινόταν από την παρενόχληση έως το χτύπημα και τον βιασμό. Οι περισσότερες γυναίκες θεώρησαν ότι δεν μπορούσαν να παραπονεθούν στην αστυνομία λόγω του φόβου της εκδίκησης από τους εργοδότες τους.

Μια γυναίκα, η Julia*, κατήγγειλε σεξουαλική κακοποίηση στην αστυνομία. Ο γιος του εργοδότη της Julia πήγε το σπίτι μια μέρα και προσπάθησε να βιάσει μια άλλη γυναίκα που εργάζεται στο σπίτι. Πρόσφερε στις γυναίκες χρήματα για να παραμείνουν σιωπηλές, αλλά εκείνες αποφάσισαν να πάνε στην αστυνομία.

Ο ανακριτής της αστυνομίας που εξέτασε τους ισχυρισμούς κατηγόρησε τη Julia και τη φίλη της ότι «έπλασαν μια ψεύτικη ιστορία» και απέσυρε την υπόθεση. Στο τέλος ο εργοδότης τους αγόρασε εισιτήρια για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και σε αντάλλαγμα οι γυναίκες υπέγραψαν μια δήλωση που ήταν στα αραβικά και δεν την κατάλαβαν.

Ατιμωρησία

Το Κατάρ δεν κατάφερε να κάνει τους καταπιεστικούς εργοδότες να λογοδοτήσουν, πράγμα που σημαίνει ότι είναι δύσκολο να αποφευχθούν μελλοντικές καταχρήσεις. Πρακτικές όπως η δήμευση διαβατηρίων και οι μη καταβολή μισθών, οι οποίες σημαίνουν καταναγκαστική εργασία, δεν διερευνούνται αυτόματα και σπάνια οι εργοδότες αντιμετωπίζουν συνέπειες ακόμη και όταν αρνούνται να δώσουν διαβατήρια στις εργαζόμενες ή να καταβάλουν τα δεδουλευμένα τους.

«Καμία από τις γυναίκες με τις οποίες μίλησε η Διεθνής Αμνηστία δεν έχει δει τον καταπιεστή της να λογοδοτεί για τις πράξεις τους. Εάν το Κατάρ θέλει να προστατεύσει το οικιακό προσωπικό από την εκμετάλλευση, πρέπει να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα στους εργοδότες ότι δεν πρέπει να γίνονται ανεκτές οι καταπιέσεις των εργαζομένων», δήλωσε ο Steve Cockburn.

Πριν από το 2018 οι εργαζόμενες ως οικιακό προσωπικό δεν είχαν πρόσβαση σε μηχανισμούς παραπόνων, αλλά όταν το Κατάρ ίδρυσε τις επιτροπές για την επίλυση των εργασιακών διαφορών, τους επετράπη τελικά να υποβάλουν καταγγελίες σε αυτά τα δικαστήρια. Ωστόσο, η διαδικασία έρχεται αντιμέτωπη με καθυστερήσεις και άλλα ζητήματα.

Περισσότερες από τις μισές γυναίκες που μίλησαν στη Διεθνή Αμνηστία, αναφέρθηκαν σε καθυστερημένους ή μη καταβεβλημένους μισθούς, αλλά από τις λίγες που δήλωσαν ότι ένιωσαν ικανές να υποβάλουν αξιώσεις στις επιτροπές, βρήκαν τη διαδικασία αργή και αγχωτική.

Ένα σημαντικό ελάττωμα στο σύστημα είναι ότι οι εργαζόμενοι/ες ως οικιακό προσωπικό κινδυνεύουν να χάσουν το νομικό καθεστώς, το εισόδημά και τη διαμονή τους κατά την επεξεργασία των καταγγελιών τους. Χρειάζονται ένα ασφαλές καταφύγιο και εισόδημα για να υποστηριχθούν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ωστόσο, με την κρατική στέγαση να μην λειτουργεί πλήρως, η καταγγελία στις επιτροπές δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή για τις περισσότερες γυναίκες.

Επιπλέον, οι γυναίκες που εγκαταλείπουν τη δουλειά τους θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αντίποινα από τους εργοδότες τους και να κατηγορηθούν για «φυγή» ή άλλα αδικήματα, τα οποία συνεπάγονται ποινικές κυρώσεις. Τουλάχιστον 10 γυναίκες με τις οποίες μίλησε η Αμνηστία κατηγορήθηκαν για κλοπή και 13 άλλες «αποσύρθηκαν» από τους εργοδότες τους. Όλες οι γυναίκες αρνήθηκαν τις κατηγορίες και θεώρησαν ότι αυτές οι κατηγορίες υποβλήθηκαν λόγω της προσπάθειάς τους να γλιτώσουν τις κακοποιήσεις.

Οι υποθέσεις σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης αντιμετωπίζονται από τα ποινικά δικαστήρια, αλλά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι/ες ως οικιακό προσωπικό εξαρτώνται από τους εργοδότες τους για τη στέγη και το νομικό τους καθεστώς, σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπιστοσύνης στο σύστημα, αποτελούν αποτρεπτικά στοιχεία για την καταγγελία. Κατά συνέπεια, τα σοβαρά εγκλήματα δεν τιμωρούνται.

Οι γυναίκες με τις οποίες μιλήσαμε ήταν ανθεκτικές και ανεξάρτητες - είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και ταξίδεψαν στην άλλη άκρη του κόσμου. Αντί να απομονωθούν και να αποσιωπηθούν, θα πρέπει να δοθεί φωνή σε αυτές τις γυναίκες, ώστε να μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.
Steve Cockburn, επικεφαλής Οικονομικής και Κοινωνικής Δικαιοσύνης της Διεθνούς Αμνηστίας

Η απομόνωση πολλών οικιακών εργαζομένων και οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην ελεύθερη κυκλοφορία τους καθιστούν πολύ δύσκολο για αυτές να έχουν πρόσβαση στην υποστήριξη και να διαφύγουν της κακοποίησης. Ενώ ορισμένες επιχειρήσεις αρχίζουν να δημιουργούν επιτροπές στο χώρο εργασίας για άλλους μετανάστες/ριες εργαζόμενους/ες, δεν υπάρχει αντίστοιχη πρωτοβουλία για τους οικιακούς εργαζόμενους/ες. Οι εργαζόμενοι/ες ως οικιακό προσωπικό, όπως και άλλοι μετανάστες/ριες εργαζόμενοι/ες στο Κατάρ, δεν μπορούν να σχηματίσουν και να προσχωρήσουν σε συνδικάτα.

«Οι εργαζόμενες ως οικιακό προσωπικό πρέπει να έχουν λόγο για τους νόμους και τις πολιτικές που επηρεάζουν τη ζωή τους. Οι γυναίκες με τις οποίες μιλήσαμε ήταν ανθεκτικές και ανεξάρτητες - είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους και ταξίδεψαν στην άλλη άκρη του κόσμου. Αντί να απομονωθούν και να αποσιωπηθούν, θα πρέπει να δοθεί φωνή σε αυτές τις γυναίκες, ώστε να μπορούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους», δήλωσε ο Steve Cockburn.

«Καλούμε τις αρχές του Κατάρ να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για να διασφαλίσουν την πλήρη εφαρμογή του νόμου, να θεσπίσουν αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου και να λάβουν σοβαρά μέτρα εναντίον των καταπιεστικών εργοδοτών. Παρά τις προσπάθειες μεταρρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας, το Κατάρ εξακολουθεί να μην προσφέρει προστασία στις πιο ευάλωτες γυναίκες της χώρας.»

Ιστορικό

Η απάντηση του κράτους του Κατάρ στα αιτήματα παροχής πληροφοριών της Διεθνούς Αμνηστίας αντικατοπτρίζεται στην έκθεση.

Ως συμβαλλόμενο μέρος σε διάφορες διεθνείς συνθήκες που απαγορεύουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης επικύρωσης των Διεθνών Συμφωνιών για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) και για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ICESCR), το Κατάρ υποχρεούται να προστατεύει όλους τους εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων ως οικιακό προσωπικό, να ζουν και να εργάζονται στην επικράτειά του και να παρέχει μέτρα αποκατάστασης όταν παραβιάζονται αυτά τα δικαιώματα.

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Υπερασπίσου τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στήριξε την ανεξαρτησία του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.