
ΕΕ: ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ «ΚΕΝΤΡΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ» ΣΤΗ ΡΟΥΑΝΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΥΓΚΑΝΤΑ ΕΝΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΑΠΟΥΝ ΣΕ «ΑΠΑΝΘΡΩΠΕΣ ΜΑΥΡΕΣ ΤΡΥΠΕΣ» ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Πριν τη συνάντηση της 4ης Σεπτεμβρίου μεταξύ της Αυστρίας, της Δανίας, της Γερμανίας, της Ελλάδας και της Ολλανδίας, με σκοπό τη συζήτηση της προόδου σχετικά με τα σχέδια απέλασης ατόμων σε λεγόμενα «κέντρα επιστροφής» σε χώρες εκτός Ευρώπης, όπου ενδέχεται να μην έχουν πάει ποτέ, και τα οποία πιθανότατα θα είναι κέντρα ή εγκαταστάσεις που χρηματοδοτούνται από κράτη μέλη της ΕΕ, η Eve Geddie, Διευθύντρια του Γραφείου Ευρωπαϊκών Θεσμών της Διεθνούς Αμνηστίας, δήλωσε:
«Από τη φύση τους, και όπου κι αν βρίσκονται, τα “κέντρα επιστροφής” ενέχουν τον κίνδυνο σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της αυθαίρετης κράτησης, των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης, καθώς και της αναγκαστικής περαιτέρω επιστροφής στις χώρες προέλευσης. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αυτές οι τοποθεσίες να μετατραπούν, στην πράξη, σε απάνθρωπες «μαύρες τρύπες» για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με σκοπό την εξωτερική ανάθεση ή τη μεταφορά της κράτησης εκτός συνόρων και της απέλασης. Κάθε υπεύθυνη κυβέρνηση θα πρέπει να απορρίψει κατηγορηματικά αυτά τα σχέδια.
«Ανησυχούμε ιδιαίτερα που, σύμφωνα με πληροφορίες, οι συζητήσεις επικεντρώνονται σε δύο χώρες με αποτρόπαιο ιστορικό σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων: την Ουγκάντα και τη Ρουάντα – παρά τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις και την πολιτική αστάθεια στην περιοχή των Μεγάλων Λιμνών.
«Αυτές οι διαπραγματεύσεις, καθώς και η ευρύτερη προσέγγιση της ΕΕ που αποκαλείται “μεταναστευτική διπλωματία”, βασίζονται σε βαθιές ανισορροπίες ισχύος που αντανακλούν μια απροκάλυπτη προσπάθεια της ΕΕ να αποποιηθεί τις ευθύνες της στον τομέα της μετανάστευσης και να τις μεταφέρει σε χώρες του Νότου που ήδη κάνουν πολύ περισσότερα από την Ευρώπη για την υποδοχή προσφυγισσών και προσφύγων, και μάλιστα με λιγότερους πόρους.
«Από τη συμφωνία Ιταλίας-Αλβανίας και τις προηγούμενες προσπάθειες των κυβερνήσεων να αναθέσουν εξωτερικά ή να μεταφέρουν εκτός συνόρων τις μεταναστευτικές τους πολιτικές, γνωρίζουμε ήδη ότι τα “κέντρα επιστροφής” θα βλάψουν δυσανάλογα τα άτομα που υφίστανται φυλετικές διακρίσεις. Μετά τα ντροπιαστικά συνθήματα όπως “στείλτε τους πίσω” που ακούστηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο, κυβερνήσεις από όλο το πολιτικό φάσμα ακολουθούν πλέον τον ίδιο ξενοφοβικό και ρατσιστικό ρυθμό – πρόθυμες να προωθήσουν μια ατζέντα για την αύξηση των απελάσεων, φαινομενικά με κάθε κόστος. Η Διεθνής Αμνηστία θα συνεχίσει να αποκαλύπτει τις βλάβες και τις παρανομίες αυτών των πολιτικών – αλλά και να αντιστέκεται σε αυτές».
Ιστορικό
Η Διεθνής Αμνηστία έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι τα «κέντρα επιστροφής» δεν μπορούν να εφαρμοστούν με τρόπο που να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεδομένου του σοβαρού κινδύνου παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως συνέβη και με όλες τις προηγούμενες προσπάθειες εξωτερικής ανάθεσης των αρμοδιοτήτων για τη μετανάστευση.
Αν και δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί συγκεκριμένες λεπτομέρειες, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος τα «κέντρα επιστροφής» να μετατραπούν στην πράξη σε χώρους απέλασης και κράτησης που θα συνεπάγονται αυτόματη – και, ως εκ τούτου, αυθαίρετη και παράνομη – κράτηση· επαναπροώθηση, μεταξύ άλλων εντός των κέντρων επιστροφής ή μέσω περαιτέρω απελάσεων· βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία· καθώς και περιορισμούς στην πρόσβαση σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματικά ένδικα μέσα, μεταξύ άλλων παραβιάσεων.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτών των πέντε κρατών μελών της ΕΕ φέρεται να βρίσκονται σε ιδιαίτερα προχωρημένο στάδιο με την Ουγκάντα και τη Ρουάντα, παρά τις καταγεγραμμένες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στις δύο χώρες. Υπάρχουν επίσης αναφορές για ένα προγραμματισμένο κέντρο στην Ουγκάντα, το οποίο θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία το 2027 και να φιλοξενήσει έως και 10.000 άτομα.
Ο κανονισμός της ΕΕ για τις επιστροφές, ο οποίος δεν έχει ακόμη εγκριθεί επίσημα αλλά θα αποτελέσει τη νομική βάση για τα «κέντρα επιστροφής» στο δίκαιο της ΕΕ, ορίζει ότι οι συμφωνίες αυτές μπορούν να συναφθούν μόνο με χώρες στις οποίες «τηρούνται τα διεθνή πρότυπα και οι αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων […]».
Η Διεθνής Αμνηστία έχει από καιρό καταγράψει παραβιάσεις δικαιωμάτων στην Ουγκάντα, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής, των παράνομων κρατήσεων και των απελάσεων, καθώς και, ιδίως, του ακραίου νόμου κατά της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, ο οποίος ποινικοποιεί τις συναινετικές ομοφυλοφιλικές πράξεις και προβλέπει τη θανατική ποινή για το αδίκημα της «βαριάς ομοφυλοφιλίας».
Η κυβέρνηση και ο στρατός της Ρουάντα ελέγχουν και υποστηρίζουν στενά την ένοπλη ομάδα M23 στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η οποία έχει διαπράξει σοβαρές παραβιάσεις που ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου. Στην απόφασή του το 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου έκρινε ότι η Ρουάντα δεν αποτελεί ασφαλή τρίτη χώρα για την αναγκαστική μεταφορά αιτουσών και αιτούντων άσυλο από το Ηνωμένο Βασίλειο, δεδομένου του ιστορικού της χώρας όσον αφορά την καταστολή, τους περιορισμούς στα μέσα ενημέρωσης και τις πολιτικές ελευθερίες, τις εξωδικαστικές εκτελέσεις, τις αυθαίρετες κρατήσεις, την κακομεταχείριση και τα βασανιστήρια. Τον Σεπτέμβριο του 2025, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επανεξετάσει τη βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής ενίσχυσης, προς δημόσιους φορείς της Ρουάντα που εμπλέκονται σε αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια ή άδικες δίκες.