ΕΥΡΩΠΗ & ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ: ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΕΙΣ, ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜAΤΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις 3 Μαΐου 2005, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
3 Μαΐου 2005
Ευρώπη & Κεντρική Ασία: Παρενοχλήσεις, βασανιστήρια και διωγμοί υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα, ατομικά ή από κοινού με άλλους, να προάγει και να πασχίζει για την προστασία και την πραγμάτωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τους Υπερασπιστές των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Είναι απαράδεκτες οι απειλές, οι παρενοχλήσεις και οι εκφοβισμοί εναντίον όσων υπερασπίζονται και προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικαιώματα στην ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρισμού και της συνάθροισης είναι θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, δήλωσε η Διεθνής Αμνηστία για την Παγκόσμια Ημέρα Ελευθερίας του Τύπου.

Η Ρωσική Ομοσπονδία, η Λευκορωσία, το Τουρκμενιστάν και η Τουρκία είναι μεταξύ των χωρών της Ευρώπης και της κεντρικής Ασίας με το χειρότερο ιστορικό κυβερνητικής παρενόχλησης και διωγμών ανθρώπων εξ αιτίας της ειρηνικής άσκησης αυτών των δικαιωμάτων. Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί για το γεγονός ότι οι δραστηριότητες των ακτιβιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ποινικοποιούνται από το κράτος και για το ότι κρατικοί λειτουργοί τους παρενοχλούν, τους συλλαμβάνουν και τους βασανίζουν χωρίς φόβο ότι θα υποστούν συνέπειες.

«Οι λειτουργοί σε κάθε επίπεδο του κρατικού μηχανισμού, μεταξύ των οποίων και τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας, πρέπει να σέβονται ως θεμιτό το έργο των ανθρώπων που υπερασπίζονται και προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να τους επιτρέπουν να ενεργούν χωρίς παρεμπόδιση ή παρενόχληση. Πρέπει να προάγουν δημοσίως τον σεβασμό των δικαιωμάτων στην ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρισμού και της συνάθροισης και να τα προστατεύουν», δήλωσε η Νίκολα Ντάκγουερθ, Διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας για θέματα Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας.

Στη Λευκορωσία, οι αρχές δεν ανέχονται καμία δημόσια κριτική ή διαφωνία και έχουν ουσιαστικά μονοπωλήσει τα μέσα ενημέρωσης - οι επικριτές του καθεστώτος κινδυνεύουν με φυλάκιση στα χέρια μιας εισαγγελίας και ενός δικαστικού σώματος που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης. Στην πιο πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, με τίτλο «Λευκορωσία: Καταστέλλονται οι τελευταίες φωνές δημόσιας διαφωνίας», παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές χρησιμοποιούν αμφιλεγόμενα νομοθετήματα για να περιορίσουν τις δυνατότητες μη κυβερνητικών οργανώσεων, πολιτικών κομμάτων, συνδικαλιστικών οργανώσεων, δημοσιογράφων και μεμονωμένων ατόμων να εκφράσουν την προσωπική τους γνώμη. Η παρενόχληση, ο εκφοβισμός, η υπερβολική βία, οι μαζικές συλλήψεις και η μακροχρόνια φυλάκιση χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο ως μέθοδοι για την κατάπνιξη κάθε αστικής ή πολιτικής διαφωνίας.

Στο Τουρκμενιστάν (όπως τεκμηριώνεται στη νέα έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που δημοσιεύτηκε σήμερα με τίτλο «Τουρκμενιστάν: Η καταστολή της διαφωνίας και της θρησκευτικής ελευθερίας συνεχίζεται») κάθε άνθρωπος, τον οποίο οι αρχές υποπτεύονται για οποιασδήποτε μορφής διαφωνία, κινδυνεύει να υποστεί άδικες δίκες, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Οι συγγενείς τους σε πολλές περιπτώσεις αντιμετωπίζουν εξώσεις από τα σπίτια τους, η περιουσία τους κατάσχεται και απολύονται από την εργασία τους. Οι ανεξάρτητες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αδυνατούν να λειτουργήσουν και αρκετοί ακτιβιστές έχουν αναγκαστεί να αυτοεξοριστούν. Οι αρχές ελέγχουν όλα τα μέσα ενημέρωσης. Έχουν λάβει σειρά μέτρων για να καταπνίξουν την πρόσβαση σε ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης μέσα στη χώρα και να εμποδίσουν επικριτικές πληροφορίες να φτάσουν στη διεθνή κοινότητα, καταστέλλοντας μεταξύ άλλων τους δημοσιογράφους που συνεργάζονται με διεθνή μέσα ενημέρωσης που είναι γνωστό ότι επικρίνουν τις αρχές. Ο ισόβιος Πρόεδρος, και αυτοανακηρυγμένος Τουρκμένμπασι (Πατέρας όλων των Τουρκομάνων), Σαπαρμουράτ Νιγιάζοφ, κυριαρχεί σε κάθε όψη της ζωής στη χώρα.

Στη Ρωσική Ομοσπονδία, οι ακτιβιστές που προσπαθούν να διαδώσουν πληροφορίες γύρω από την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον Βόρειο Καύκασο, καθώς και τα θύματα που αναζητούν δικαιοσύνη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γίνονται όλο και πιο συχνά στόχοι παρενόχλησης και καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων - μάλιστα αρκετοί από αυτούς έχουν φονευθεί. Οι ρωσικές αρχές φαίνεται πως εντείνουν τον έλεγχό τους πάνω στα μέσα ενημέρωσης μέχρι του σημείου που καταπνίγεται, μέσω λογοκρισίας ή αυτολογοκρισίας, η πληροφόρηση γύρω από την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τσετσενία και τις γειτονικές δημοκρατίες στον Βόρειο Καύκασο.

Στην Τουρκία, παρά τις πρόσφατες νομοθετικές και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίζουν να αποτελούν στόχο παρενόχλησης και εκφοβισμού από κρατικούς λειτουργούς. Οι δραστηριότητές τους, τα δικαιώματά τους στην ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρισμού και της συνάθροισης συνεχίζουν να περιορίζονται από τεράστιο πλήθος νόμων και κανονισμών. Πολλοί τοπικοί λειτουργοί -διοικητές αστυνομίας, κυβερνήτες, εισαγγελείς- συνεχίζουν να θεωρούν τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως «εχθρούς του κράτους». Ακτιβιστές οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IHD), έχουν υποβληθεί σε απειλές, συλλήψεις, ποινικές διώξεις, βασανιστήρια, απαγωγές και φόνους. Από το 1991 έχουν σκοτωθεί τουλάχιστον 12 εκπρόσωποι της IHD. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι δολοφόνοι δεν εντοπίστηκαν ποτέ, ενώ υπάρχουν έντονα στοιχεία εμπλοκής μελών των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας σε μερικούς από τους φόνους.

«Το έργο ενός ανεξάρτητου κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ζωτικής σημασίας για οποιαδήποτε κοινωνία, προκειμένου να περιφρουρηθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των ανθρώπων και να οικοδομηθεί μια δίκαιη κοινωνία», επισήμανε η Νίκολα Ντάκγουερθ.

«Οι κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίσουν τη διεξοδική και αμερόληπτη διερεύνηση των φόνων, των «εξαφανίσεων», των βασανιστηρίων και της κακομεταχείρισης και την προσαγωγή των υπαιτίωνστη δικαιοσύνη».

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τη διεθνή κοινότητα να ασκήσει πίεση στις κυβερνήσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας, της Λευκορωσίας, του Τουρκμενιστάν και της Τουρκίας να σταματήσουν τον εκφοβισμό των ακτιβιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να διασφαλίσουν ότι κάθε άνθρωπος θα μπορεί να απολαμβάνει τα δικαιώματά του στις ελευθερίες της έκφρασης, του συνεταιρισμού και της συνάθροισης.

Πληροφορίες υποβάθρου

Στις 16 Ιανουαρίου 2004, το ακρωτηριασμένο πτώμα του 29χρονου Ασλάν Νταβλετουκάεφ βρέθηκε κοντά στην πόλη Γκουντερμές στην Τσετσενία. Εργαζόταν με την οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Εταιρεία Ρωσο-Τσετσενικής Φιλίας, η οποία τεκμηριώνει παραβιάσεις περιλαμβανομένων «εξαφανίσεων», βασανιστηρίων και παράνομων φόνων στον Βόρειο Καύκασο. Ο Ασλάν Νταβλετουκάεφ αναφέρεται ότι είχε τεθεί υπό κράτηση από τις ρωσικές ομοσπονδιακές δυνάμεις στις 9 Ιανουαρίου 2004. Η ανάκριση για τον θάνατό του έχει ανοίξει και ξανακλείσει επανειλημμένα, αλλά κανείς δεν βρέθηκε να ευθύνεται για τον θάνατό του.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2004, επιβλήθηκε στην εκδότρια του λευκορωσικού ανεξάρτητου εβδομαδιαίου εντύπου Μπίρζα Ινφορμάτσιι, Έλενα Ροβμπέτσκαϊα, πρόστιμο ποσού που αντιστοιχεί σε 600 δολάρια επειδή επέκρινε το δημοψήφισμα που επέτρεψε στον Πρόεδρο Λουκασένκα να υπερβεί το μέχρι τότε όριο των δύο θητειών. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, διατάχθηκε το κλείσιμο του εντύπου επί τρίμηνο για το ίδιο υποτιθέμενο αδίκημα. Λόγω της έλλειψης ανεξάρτητων τυπογραφικών οίκων, η εβδομαδιαία έκδοση συνεχίζει να μην είναι διαθέσιμη σε έντυπη μορφή.

Τον Ιούλιο του 2004, ο ανταποκριτής του Ράδιο Ελευθερία, Σαπαρμουράτ Οβεζμπερντίεφ αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί από το Τουρκμενιστάν εξαιτίας του έργου του για το τουρκμενικό τμήμα του ραδιοσταθμού. Τελούσε υπό στενή παρακολούθηση επί πολλά χρόνια και δεχόταν πιέσεις να σταματήσει τη δουλειά του. Μέλη της οικογένειάς του έχουν γίνει επίσης στόχος σε μια απόπειρα να του κλείσουν το στόμα, ακόμα και μετά την αναχώρησή του.

Στις 19 Απριλίου 2005, τρία μέλη της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IHD) στην Τουρκία, οι Ερέν Κεσκίν, Σαμπάν Νταγιανάν και Ντογάν Γκεντς, δέχτηκαν απειλές κατά της ζωής τους από υπερεθνικιστική οργάνωση με την ονομασία Τουρκική Ταξιαρχία Εκδίκησης (Turk Intikam Tugayi). Αυτή η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για ένοπλη επίθεση το 1998 εναντίον του τότε προέδρου της IHD, Ακίν Μπιρντάλ, κατά την οποία υπέστη κρίσιμα τραύματα.

F Για περισσότερες πληροφορίες βλ.:

? Russian Federation: Aslan Davletukaev

? The Russian-Chechen Friendship Society under threat

? Russian Federation: Concerns over reports of "disappearances" of relatives of Aslan Maskhadov

? Russian Federation: Human rights group threatened by security forces

? Russian Federation: The Risk of Speaking Out: Attacks on Human Rights Defenders in the context of the armed conflict in Chechnya

? Belarus: Suppressing the last voices of peaceful dissent

? Turkmenistan: The clampdown on dissent and religious freedom continues

? Turkey: Death threats/Fear for safety

? Human Rights Defenders at Risk

Δημόσιο έγγραφο

διεθνής αμνηστία

ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ

Καταστέλλονται οι τελευταίες φωνές ειρηνικής διαφωνίας

26 Απριλίου 2005 Περίληψη AI INDEX: EUR 49/004/2005

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία ότι οι λευκορωσικές αρχές έχουν χάσει κάθε ανεκτικότητα σε οποιαδήποτε δημόσια κριτική ή διαφωνία. Τα δικαιώματα στην ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρισμού και της συνάθροισης κατοχυρώνονται σε διάφορες διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο η Λευκορωσία δεσμεύεται να στηρίζει και να τηρεί. Κι όμως, με αυξανόμενη ανησυχία η Διεθνής Αμνηστία έχει παρατηρήσει ότι έχει γίνει σχεδόν αδύνατη στη Λευκορωσία κάθε ενέργεια βασισμένη σε ειρηνικές πολιτικές πεποιθήσεις. Οι λευκορωσικές αρχές χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο παρενοχλήσεις, εκφοβισμούς, υπερβολική βία, μαζικές συλλήψεις και μακρόχρονη φυλάκιση ως μεθόδους για να καταπνίξουν οποιαδήποτε αστική ή πολιτική διαφωνία.

Η λευκορωσική κυβέρνηση χρησιμοποιεί ευρέως αμφιλεγόμενα νομοθετήματα για να περιορίζει τις δυνατότητες μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), πολιτικών κομμάτων, συνδικαλιστικών οργανώσεων, δημοσιογράφων και μεμονωμένων ατόμων να εκφράζουν την ειρηνική τους γνώμη. Για παράδειγμα, η χρήση επίσημων προειδοποιήσεων, σε συνδυασμό με ένα γραφειοκρατικό σύστημα μητρώων καταγραφής και ένα αμφιλεγόμενο σύνολο κανόνων, έχει αποδεκατίσει τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταπνίγει εξίσου την ελευθερία του τύπου στη Λευκορωσία. Η εγκληματική προσβολή και δυσφήμιση κατά του Προέδρου της Λευκορωσίας είναι μια ποινική κατηγορία που χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο και που μπορεί να επιφέρει μακρόχρονη φυλάκιση.

Όσοι εκφράζουν επικρίσεις για το καθεστώς της Λευκορωσίας κινδυνεύουν να υποβληθούν σε μακρόχρονη φυλάκιση μετά από άδικες δίκες λόγω του ελαττωματικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Η έλλειψη ανεξάρτητης εισαγγελικής αρχής και ανεξάρτητου δικαστικού σώματος έχει συμβάλει στη φυλάκιση και τις μετέπειτα καταδίκες εξεχόντων πολιτικών αντιπάλων του Προέδρου Λουκασένκα.

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία ότι το ποινικό δίκαιο χρησιμοποιείται πλέον όλο και περισσότερο εναντίον ατόμων με τρόπο που να καταπνίγει την κριτική για τις κρατικές αρχές ή να εκφοβίζει όσους επιθυμούν να εκφράσουν την ειρηνική τους αντίθεση, είτε στους δρόμους, είτε στα μέσα ενημέρωσης, είτε σε φόρουμ πολιτικής διαβούλευσης. Οι περιπτώσεις των Βλαντιμίρ Λεβονέφσκι και Ανατόλι Σούμτσενκο, για παράδειγμα, στις οποίες τη χρήση διοικητικής κράτησης ακολούθησε η απαγγελία ποινικών κατηγοριών, τονίζουν πόσο ευάλωτοι είναι όσοι κρατούνται σε καθεστώς διοικητικής κράτησης.

Η αντίδραση των λευκορωσικών αρχών απέναντι σε ειρηνικές διαδηλώσεις τον Οκτώβριο 2004 και τον Μάρτιο 2005 δείχνει ότι το καθεστώς του Προέδρου Λουκασένκα είναι πρόθυμο να χρησιμοποιήσει ακραία μέτρα εναντίον όσων διαδηλώνουν δημοσίως. Για παράδειγμα, στις 25 Μαρτίου 2005 ξεκίνησε διαδήλωση στο Μινσκ από τον πρώην Κρατούμενο Συνείδησης και μέλος της διαλυμένης πλέον 13ης σύνθεσης του Ανώτατου Σοβιέτ, Αντρέι Κλίμοφ, για να τιμηθεί η Ημέρα της Ελευθερίας, ζητώντας την παραίτηση του Προέδρου Λουκασένκα. Η διαδήλωση διάρκεσε περίπου τέσσερις ώρες, κατά τις οποίες συνελήφθησαν τουλάχιστον 30 άνθρωποι. Αναφορές δείχνουν ότι αρκετοί κρατούμενοι υπέστησαν βάναυσο ξυλοδαρμό, ιδίως μέσα σε αστυνομικά βαν καθ' οδόν προς αστυνομικά τμήματα σε διάφορες περιοχές του Μινσκ. Ο τοπικός δικηγόρος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, Βαλεντίν Στεφάνοβιτς, ανέφερε ότι αρκετοί κρατούμενοι δικάστηκαν παρ' όλο που είχαν σοβαρά τραύματα στο κεφάλι. Ποινές διοικητικής κράτησης επιβλήθηκαν σε τουλάχιστον 21 ανθρώπους, περιλαμβανομένου του μέλους του κινήματος νεολαίας «Ζουμπρ», Αντρέι Μπαράνοφ, ο οποίος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο αφού κατέρρευσε στο δικαστήριο, σύμφωνα με αναφορές. Υπάρχουν φόβοι ότι ο Αντρέι Κλίμοφ ίσως κληθεί να λογοδοτήσει επειδή διοργάνωσε τη διαδήλωση. Στις 22 Απριλίου συνελήφθη και αναμένεται να του απαγγελθούν κατηγορίες με βάση το ʼρθρο 342 του Ποινικού Κώδικα για διοργάνωση ομαδικών ενεργειών που παραβιάζουν τη δημόσια τάξη, ή για ενεργό συμμετοχή σε τέτοιες ενέργειες. Αν καταδικαστεί μπορεί να αντιμετωπίσει μέχρι και τριετή φυλάκιση.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει εκφράσει επανειλημμένα την ανησυχία της για τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν όσοι συμμετέχουν στην κοινωνία των πολιτών στη Λευκορωσία, ιδίως οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πολλά από αυτά τα εμπόδια είναι γραφειοκρατικά και, κατά τα φαινόμενα, εντελώς αυθαίρετα, και τους παρεμποδίζουν στην άσκηση των δικαιωμάτων στην ελευθερία του συνεταιρισμού και της συνάθροισης. Για παράδειγμα, τον Ιανουάριο 2005 μία από τις τελευταίες επισήμως αναγνωρισμένες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Λευκορωσική Επιτροπή Ελσίνκι (ΛΕΕ), έλαβε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης γραπτή προειδοποίηση βασισμένη σε υποτιθέμενες παραβάσεις από δύο από τα περιφερειακά της γραφεία. Μεταξύ των ισχυρισμών του Υπουργείου ήταν ότι το γραφείο της ΛΕΕ στο Μπρεστ δεν είχε νόμιμη διεύθυνση από την 1η Νοεμβρίου 2003. Αν η ΛΕΕ λάβει νέα προειδοποίηση πριν τον Ιανουάριο του 2006, η οργάνωση μπορεί να κλείσει. Απαντώντας στην προειδοποίηση, η ΛΕΕ ανακοίνωσε τον Φεβρουάριο 2005 ότι θα κλείσει όλα τα περιφερειακά και τοπικά γραφεία της.

Το Υπουργείο Πληροφοριών τακτικά χρησιμοποιεί επίσημες προειδοποιήσεις και αναστολές λειτουργίας για να ελέγχει τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, σύστημα παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποιεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης όσον αφορά τη λειτουργία των ΜΚΟ. Στις 24 Νοεμβρίου 2004, το ανεξάρτητο εβδομαδιαίο έντυπο Μπίρζα Ινφορμάτσιι αναγκάστηκε με διαταγή του Υπουργείου πληροφόρησης να κλείσει επί τρεις μήνες με βάση προειδοποίηση που εκδόθηκε την ίδια ημέρα. Η προειδοποίηση είχε σχέση με τη δημοσίευση του άρθρου «Προδοσία εν ονόματι του λαού», παρ' όλο που στη δημοσιογράφο Έλενα Ροβμπέτσκαϊα είχε ήδη επιβληθεί πρόστιμο για τη δημοσίευσή του. Στα τέλη Μαρτίου το έντυπο συνέχιζε να μην είναι διαθέσιμο σε έντυπη μορφή, λόγω της αδυναμίας του να βρει τυπογραφικό οίκο, αλλά συνέχιζε να δημοσιεύεται στο Διαδίκτυο.

Τον Φεβρουάριο 2005, εκπρόσωποι οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξέφρασαν τον φόβο ότι η κοινωνία των πολιτών «θα σταματήσει να λειτουργεί», μέσω του κλεισίματος των περισσότε­ρων οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μέσων ενημέρωσης πριν τα τέλη του 2005. Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία ότι ο φόβος τους είναι βάσιμος, αν δούμε την εμφανή τάση μετά τις εκλογές και το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου 2004, με παραδείγματα υπερβολικού ελέγχου της κοινωνίας των πολιτών και καταστολής της ειρηνικής αντιπολίτευσης σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Η έκθεση καταλήγει με συστάσεις προς τις λευκορωσικές αρχές, μεταξύ των οποίων να αποφύγουν τη χρήση του ποινικού δικαίου για την κατάπνιξη της ειρηνικής αντιπολίτευσης, να διασφαλίσουν ότι δεν θα φυλακίζονται, δεν θα παρενοχλούνται και δεν θα υφίστανται κακομεταχείριση από την αστυνομία ειρηνικοί διαδηλωτές, και να σταματήσουν το εσκεμμένο μοτίβο παρεμπόδισης, παρενόχλησης και εκφοβισμού υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αυτή η περίληψη συνοψίζει έκθεση 18 σελίδων με τίτλο “Belarus: Suppressing the last voices of peaceful dissent ” (AI Index: EUR 49/004/2005), που εξέδωσε η Διεθνής Αμνηστία στις 26 Απριλίου 2005. Όποιος επιθυμεί περισσότερες λεπτομέρειες ή την ανάληψη δράσης για αυτό το ζήτημα θα πρέπει να συμβουλευτεί το πλήρες κείμενο (http://www.web.amnesty.org/library/index/engeur490042005). Εκτεταμένη σειρά υλικών μας για αυτό και άλλα θέματα υπάρχει στη διεύθυνση http://www.amnesty.org ενώ μπορεί κανείς να λαμβάνει τα διεθνή δελτία τύπου της Διεθνούς Αμνηστίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου:

Ελληνικό Τμήμα, Σίνα 30, 106 72 Αθήνα, τηλ. 210-3631532, φαξ 210-3638016

Website: , email:

International Secretariat, 1 Easton Street, London WC1X 0DW, United Kingdom

Δημόσιο έγγραφο

διεθνής αμνηστία

ΤΟΥΡΚΜΕΝΙΣΤΑΝ

Η καταστολή της διαφωνίας και της θρησκευτικής ελευθερίας συνεχίζεται

3 Μαΐου 2005 Περίληψη AI INDEX: EUR 61/003/2005

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί σοβαρά για την εκτεταμένη καταπάτηση αστικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων στο Τουρκμενιστάν.

Τα μικρά βήματα που έκαναν οι τουρκμενικές αρχές για να αποτρέψουν τις επικρίσεις για τις επιδόσεις της χώρας στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις ανησυχίες που έχουν διατυπώσει τα τελευταία χρόνια οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διακυβερνητικά όργανα, όπως ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (Η.Ε.) και η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Αυτή η έκθεση εστιάζεται στην καταστολή της διαφωνίας και της θρησκευτικής ελευθερίας στο Τουρκμενιστάν με στόχο να συμπληρωθεί επίκαιρα το έγγραφο της Διεθνούς Αμνηστίας, του Σεπτεμβρίου 2003, με τίτλο “Turkmenistan: Clampdown on dissent. A background briefing (AI Index: EUR 61/015/2003).Αυτή η έκθεση τεκμηριώνει ότι η καταστολή συνεχίστηκε αμείωτη πέρα από το κύμα καταπίεσης που ακολούθησε τη φερόμενη ως απόπειρα δολοφονίας κατά του Προέδρου τον Νοέμβριο του 2002.

Στο Τουρκμενιστάν είναι αδύνατον να λειτουργήσουν ανοιχτά ανεξάρτητες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ενώ ανεξάρτητα πολιτικά κόμματα δεν υπάρχουν. Οι δραστηριότητες και οι πρακτικές των θρησκευτικών μειονοτήτων βρίσκονται υπό στενό κρατικό έλεγχο. Ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών, πολιτικοί διαφωνούντες, μέλη μειονοτικών θρησκευτικών ομάδων καθώς και οι οικογένειές τους έχουν υποβληθεί σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που περιλαμβάνουν παρενόχληση, αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση, καθώς και φυλακίσεις μετά από άδικες δίκες. Τουλάχιστον ένας άνδρας εγκλείστηκε διά της βίας σε ψυχιατρείο αποκλειστικά και μόνο για να τιμωρηθεί επειδή άσκησε ειρηνικά το δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης. Πολλοί διαφωνούντες, μέλη θρησκευτικών μειονοτήτων και οι οικογένειές τους αναγκάστηκαν να αυτοεξοριστούν τα τελευταία χρόνια, ενώ χιλιάδες πιστεύεται ότι βρίσκονται σε «μαύρη λίστα» που τους εμποδίζει να φύγουν από τη χώρα. Επιπλέον, οι αρχές έχουν θέσει στο στόχαστρο συγγενείς εξόριστων διαφωνούντων σε μια απόπειρα να εμποδίσει όσους βρίσκονται στην εξορία να επικρίνουν τις κυβερνητικές πολιτικές και να μιλούν ανοικτά για τις καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Τουρκμενιστάν.

Οι εκτεταμένες παραβιάσεις αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν περιορίζονται σε όσους ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους στην ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρισμού, της συνάθροισης και της θρησκείας και στις οικογένειές τους. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Διεθνής Αμνηστία, τα βασανιστήρια και η κακομεταχείριση είναι διαδεδομένα, ιδίως κατά την προφυλάκιση, ενώ στόχο αποτελούν και κρατούμενοι για κοινά ποινικά αδικήματα. Αναφέρεται ότι κανείς δεν έχει οδηγηθεί ποτέ στη δικαιοσύνη στο Τουρκμενιστάν επειδή υπέβαλε κρατουμένους σε βασανιστήρια ή κακομεταχείριση.

Οι αρχές έχουν λάβει σειρά μέτρων για να περιστείλει την πρόσβαση σε ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης για το Τουρκμενιστάν στο εσωτερικό της χώρας και να εμποδίσει επικριτικές πληροφορίες να φτάσουν στη διεθνή κοινότητα. Όλα τα μέσα ενημέρωσης βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κράτους. Οι Τουρκομάνοι δημοσιογράφοι που συνδέονται με ξένα μέσα ενημέρωσης, τα οποία οι αρχές θεωρούν επικριτικά για το καθεστώς, κινδυνεύουν να υποστούν παρενοχλήσεις, αυθαίρετη κράτηση, ξυλοδαρμούς και να αναγκαστούν να φύγουν από τη χώρα. Σε πολλές περιπτώσεις οι αρχές αρνήθηκαν βίζα εισόδου σε ξένους δημοσιογράφους. Το Τουρκμενιστάν παραμένει κλειστό για τους ανεξάρτητους παρατηρητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ στο παρελθόν οι αρχές απέλασαν αρκετούς τέτοιους παρατηρητές. Κανένας από τους ειδικούς μηχανισμούς των Η.Ε. που ζήτησαν να επισκεφθούν τη χώρα δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο, ενώ οι αρχές αρνήθηκαν βίζα στον Καθηγητή Εμμανουέλ Ντεκό, που ήταν ο εισηγητής που διόρισε για το Τουρκμενιστάν ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) το 2003.

Κλειδί για την αποτυχία να αντιμετωπιστεί η ατιμωρησία ή να καταπολεμηθεί η διαδεδομένη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η καθυπόταξη των εκτελεστικών και νομοθετικών εξουσιών στον Πρόεδρο και η αδίστακτη καταστολή κάθε μορφής διαφωνίας. Αυτή η κυριαρχία του ισόβιου Προέδρου Σαπαρμουράτ Νιγιάχοφ σε κάθε όψη της ζωής στη χώρα αντικατοπτρίζεται στην προσωπική λατρεία με την οποία έχει περιβληθεί ο αυτοανακηρυγμένος Τουρκμένμπασι (Πατέρας όλων των Τουρκομάνων).

Οι φρικτές επιδόσεις του Τουρκμενιστάν όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα έρχονται σε έντονη αντίθεση με τη δέσμευσή του να τηρεί τις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την οποία ανέλαβε όταν επικύρωσε σειρά σημαντικών συνθηκών των Η.Ε. για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις οποίες δεσμεύεται να τηρεί ως μέλος του ΟΑΣΕ. Είναι πλέον ιδιαίτερα κρίσιμο η διεθνής κοινότητα να πιέσει για εφαρμογή των προηγούμενων αποφάσεων και συστάσεών της με τρόπο συνεπή και στηριζόμενο στις αρχές της.

Η έκθεση περιλαμβάνει πληροφορίες που έλαβε η Διεθνής Αμνηστία πριν τις 21 Απριλίου 2005.

Αυτή η περίληψη συνοψίζει έκθεση 35 σελίδων (14.332 λέξεων) με τίτλο “Turkmenistan: The clampdown on dissent and religious freedom continues” (AI Index: EUR 61/003/2005), που εξέδωσε η Διεθνής Αμνηστία στις 3 Μαΐου 2005. Όποιος επιθυμεί περισσότερες λεπτομέρειες ή την ανάληψη δράσης για αυτό το ζήτημα θα πρέπει να συμβουλευτεί το πλήρες κείμενο (http://www.web.amnesty.org/library/index/engeur610032005). Εκτεταμένη σειρά υλικών μας για αυτό και άλλα θέματα υπάρχει στη διεύθυνση http://www.amnesty.org ενώ μπορεί κανείς να λαμβάνει τα διεθνή δελτία τύπου της Διεθνούς Αμνηστίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου:

Ελληνικό Τμήμα, Σίνα 30, 106 72 Αθήνα, τηλ. 210-3631532, φαξ 210-3638016

Website: , email:

International Secretariat, 1 Easton Street, London WC1X 0DW, United Kingdom