ΗΠΑ - ΙΡAΚ: ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΕΝΑΝ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤA ΤΟ ΑΜΠΟΥ ΓΚΡAΙΜΠ

Δημοσιεύθηκε στις 28 Απριλίου 2005, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
28 Απριλίου 2005
Πριν έναν χρόνο, οι φωτογραφίες του Αμπού Γκράιμπ συγκλόνισαν την υφήλιο. Σήμερα, έναν χρόνο αργότερα, όσοι βασανίστηκαν από Αμερικανούς στρατιώτες δεν έχουν ακόμα λάβει επανόρθωση, ενώ συνεχίζουν να καταγράφονται στοιχεία για κακοποιήσεις Ιρακινών από τις ιρακινές αρχές.

«Οι άνθρωποι ανά την υφήλιο θα θυμούνται τις φρικτές εικόνες που είδαν πριν έναν χρόνο και θα αναρωτιούνται τι συνέβη σε εκείνους τους κρατουμένους. Αποζημιώθηκαν ηθικά και υλικά για τα εγκλήματα που υπέστησαν; Μια χούφτα χαμηλόβαθμοι Αμερικανοί στρατιώτες διώχθηκαν ποινικά ή πειθαρχικά, όμως ποιος ήταν ο ρόλος των ανωτέρων, μεταξύ των οποίων, για παράδειγμα, του Υπουργού ʼμυνας των ΗΠΑ;» δήλωσε η Αϊρίν Χαν, Γενική Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας.

Ενώ μια χούφτα Αμερικανοί στρατιώτες πέρασαν στρατοδικείο για τον ρόλο τους στις πασίγνωστες κακοποιήσεις, οι ανώτεροι λειτουργοί της κυβέρνησης παρέμειναν ελεύθεροι από κάθε ανεξάρτητο έλεγχο, παρ' όλο που έδωσαν την εξουσιοδότηση για πρακτικές που ισοδυναμούν με βασανιστήρια ή κακομεταχείριση. Ούτε ένας Αμερικανός κρατικός υπάλληλος δεν έχει κατηγορηθεί με βάση τον Νόμο των ΗΠΑ κατά των Βασανιστηρίων ή τον Νόμο περί Εγκλημάτων Πολέμου για τις καταπατήσεις που διαπράχθηκαν στο Αμπού Γκράιμπ ή στο Καμπ Μπούκα στο Ιράκ, στο Μπαγκράμ στο Αφγανιστάν, ή αλλού.

«Η κυβέρνηση των ΗΠΑ πρέπει να κινήσει ανεξάρτητη έρευνα για όλες τις πλευρές των πρακτικών κράτησης και ανάκρισης στο πλαίσιο του 'πολέμου κατά της τρομοκρατίας' των ΗΠΑ και να χορηγήσει σε ανεξάρτητους παρατηρητές, περιλαμβανομένων της Διεθνούς Επιτροπής Ερυθρού Σταυρού και εμπειρογνωμόνων των Ηνωμένων Εθνών, πρόσβαση σε όλους όσους κρατούνται από τις ΗΠΑ», ζήτησε η Αϊρίν Χαν.

«Τα βασανιστήρια και η κακομεταχείριση ποτέ δεν είναι αποδεκτά. Περιφρονώντας αυτά τα πρότυπα, οι κυβερνήσεις καταστρέφουν τις ίδιες τις αξίες που ισχυρίζονται ότι προστατεύουν. Όταν μια μεγάλη δύναμη όπως οι ΗΠΑ καταφεύγει σε βασανιστήρια ή κακομεταχείριση, για άλλες χώρες αυτό ίσως είναι το πράσινο φως για να κάνουν το ίδιο».

Τα βασανιστήρια ήταν διαδεδομένα υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν και ο πόλεμος στο Ιράκ υποτίθεται ότι θα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στα ανθρώπινα δικαιώματα, όμως αντί γι' αυτό η Διεθνής Αμνηστία λαμβάνει αναφορές για βασανισμούς κρατουμένων από την ιρακινή αστυνομία. Τον Φεβρουάριο 2005 τρεις άνδρες πέθαναν υπό κράτηση, μετά τη σύλληψή τους σε αστυνομικό φυλάκιο ελέγχου. Τα πτώματα των Ματζμπάλ 'Αντνάν Λατίφ, του αδελφού του ʼλι και του 'Αΐντι Μαχασάν Λίφτε βρέθηκαν τρεις ημέρες αργότερα και έφεραν σαφή σημάδια βασανισμού με ξυλοδαρμούς και ηλεκτροσόκ.

Μια άλλη υπόθεση είναι εκείνη του ʼλι Σαφάρ αλ-Μπάουι, Ιρακινού κατοίκου Σουηδίας, ο οποίος δήλωσε ότι τον ξυλοκόπησαν και του έκαναν ηλεκτροσόκ τόσο έντονο, ώστε τον πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου στο ιρακινό Υπουργείο Εσωτερικών. Τον είχαν συλλάβει αστυνομικοί όταν επισκέφθηκε τη χώρα με την οικογένειά του για να δει συγγενείς τον Ιούλιο του 2004 και τον έθεσαν υπό κράτηση χωρίς απαγγελία κατηγορίας επί τρεις εβδομάδες. Του έδεσαν τα μάτια και τον ανέκριναν. Συγκρατούμενοί του είπαν στον ʼλι ότι οι Αμερικανοί ανακριτές στο Υπουργείο Εσωτερικών γνώριζαν ότι χρησιμοποιούνται εκεί βασανιστήρια και μάλιστα συμμετείχαν σε αυτά.

Κατά την κράτησή του, ο ʼλι είδε ανήλικους κρατουμένους, μερικούς μέχρι και επτά ετών, με τις μητέρες τους. Μεταξύ των παιδιών ήταν ο Κουσάι, 12 ετών, και ο 16χρονος αδελφός του. Αργά το βράδυ, οι φρουροί έπαιρναν τον Κουσάι και τον κακοποιούσαν σεξουαλικά, σύμφωνα με τον ʼλι.

ʼλλη ανησυχητική εξέλιξη στο Ιράκ είναι ότι ένα εθνικό τηλεοπτικό κανάλι, το Αλ-Ιρακίγια, μεταδίδει «ομολογίες» φερομένων ως «τρομοκρατών». Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί ιδιαίτερα για τις «ομολογίες» αυτού του είδους, καθώς οι κρατούμενοι κρατούνται πάντοτε χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο. ʼνθρωποι που παρακολούθησαν τις τηλεοπτικές μεταδόσεις λένε ότι οι κρατούμενοι εμφανίζουν σημάδια βασανισμού, όπως μώλωπες και πρησμένο πρόσωπο. Σχεδόν κανένας Ιρακινός αξιωματούχος δεν έχει διωχθεί ποινικά για τις σοβαρές κακοποιήσεις κρατουμένων.

Η Διεθνής Αμνηστία ζητά η επέτειος της δημοσιοποίησης των φωτογραφιών του Αμπού Γκράιμπ να συνοδευτεί από την εντονότατη καταδίκη κάθε μορφής βασανιστηρίων από τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και του Ιράκ. Έναν χρόνο μετά, οι αρχές των ΗΠΑ πρέπει να κινήσουν ανεξάρτητη έρευνα για τις κακοποιήσεις και να οδηγήσουν τους δράστες στη δικαιοσύνη.

AI Index: MDE 14/008/2005 Αθήνα, 28 Απριλίου 2005

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

Βασανιστήρια στο Ιράκ:

Η μαρτυρία του ʼλι Σαφάρ αλ-Μπάουι

Η μαρτυρία που ακολουθεί δόθηκε στη Διεθνή Αμνηστία τον Ιανουάριο του 2005. Το 1980, ο ʼλι είχε φυλακιστεί επί εννέα μήνες στο Αμπού Γκράιμπ λόγω των πολιτικών του δραστηριοτήτων και είχε βασανιστεί εκεί. Πριν 14 χρόνια, ο ʼλι έφυγε από το Ιράκ και πήγε να ζήσει στη Σουηδία.

ΜΕΤΑ ΑΠΟ 14 ΧΡΟΝΙΑ Ο ΑΛΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟ ΙΡΑΚ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ

Λέγεται ότι τον τελευταίο χρόνο δεκάδες κρατούμενοι έχουν βασανιστεί από την ιρακινή αστυνομία. Ένας πρώην κρατούμενος έδωσε στη Διεθνή Αμνηστία την πλήρη μαρτυρία του. Στις 10 Ιουλίου 2004, ο ʼλι Σαφάρ αλ-Μπάουι, Ιρακινός κάτοικος Σουηδίας, επισκέφθηκε στο Ιράκ για πρώτη φορά μετά από 14 χρόνια. Συνοδευόταν από τη σύζυγό του και τις δύο κόρες τους και είχε προορισμό τη Βασόρα για να δει τη μητέρα και την αδελφή του. Η οικογένεια διέσχισε τα σύνορα ερχόμενη από το Ιράν και πήγε με ταξί στη Βαγδάτη, όπου διανυκτέρευσε. Ο ʼλι, που είχε στην κατοχή του βιντεοκάμερα και ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, φωτογράφισε τις κόρες του στα σύνορα. Στις 11 Ιουλίου, η οικογένεια μίσθωσε ένα ταξί και ξεκίνησε για τη Βασόρα. Καθώς το όχημα προχωρούσε αργά στην έντονη κίνηση της Βαγδάτης, ο ʼλι άρχισε να φωτογραφίζει τις κόρες του όταν ένας αστυνομικός χτύπησε το παράθυρο του οχήματος. Ο αστυνομικός άνοιξε την πόρτα, άρπαξε την κάμερα και ανέφερε με τον ασύρματο ότι υπήρχε ένας 'ύποπτος'. Μετά από λίγο έφτασε ένας ένοπλος αξιωματικός της ασφάλειας με πολιτικά και διέταξε να συλληφθεί ο ʼλι. Οι κάμερές του εξετάστηκαν και κατηγορήθηκε ότι είχε φωτογραφίσει παράνομα στα σύνορα. Του κατέσχεσαν τις κάμερες και μεγάλο χρηματικό ποσό (περίπου 3.000 δολάρια). Του πέρασαν χειροπέδες και τον πήγαν στο αστυνομικό τμήμα αλ-Σαλιχίγια στην οδό Χάιφα. Ο ʼλι έμαθε αργότερα ότι τις κάμερες και τα χρήματα τα πήρε ένας αξιωματικός του Υπουργείου Εσωτερικών.

Στο αστυνομικό τμήμα έβαλαν τον ʼλι σε ένα μικροσκοπικό κελί μαζί με περίπου 50 άλλους ανθρώπους. Το κελί ήταν σκοτεινό και πάρα πολύ ζεστό, μερικοί κρατούμενοι δεν είχαν σχεδόν καθόλου ρούχα και κάθονταν πάνω σε κομμάτια χαρτόνι. Τις επόμενες ημέρες η σύζυγός του επισκέφθηκε επανειλημμένα το αστυνομικό τμήμα αλλά της αρνήθηκαν να τον δει. Ένας αστυνομικός προσφέρθηκε να βοηθήσει αν του έδινε μερικά χρήματα ο ʼλι.

Στις 12 Ιουλίου έδεσαν τα μάτια του ʼλι, του πέρασαν χειροπέδες και τον ανέκριναν μερικοί άνδρες σε ένα χωριστό δωμάτιο. Τον ρώτησαν για την παρουσία του στο Ιράκ, τη ζωή του στη Σουηδία και γιατί είχε φέρει μαζί του κάμερες. Του είπαν ότι ήταν παράνομο να φωτογραφίζει στα σύνορα και ότι την ώρα που φωτογράφιζε τις κόρες του στο ταξί είχε φωτογραφίσει επίσης ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας. Ο ʼλι δήλωσε την αθωότητά του και ζήτησε να δει δικηγόρο. Οι ανακριτές του είπαν ότι δεν υπήρχαν δικηγόροι διαθέσιμοι και ότι έτσι κι αλλιώς «είχαν ήδη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία». Ο ʼλι είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι ξυλοδαρμοί κρατουμένων πραγματοποιούνταν σε καθημερινή βάση.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Μετά από μια εβδομάδα στο αστυνομικό τμήμα αλ-Σαλιχίγια και χωρίς να γνωρίζει που βρίσκονταν η σύζυγος και οι κόρες του, ο ʼλι μεταφέρθηκε από τέσσερις ενόπλους, με δεμένα μάτια και χειροπέδες, σε ένα άλλο μέρος. Νόμιζε ότι τον μετέφεραν στο Αμπού Γκράιμπ και φοβόταν για τη ζωή του. Ωστόσο, όπως έμαθε αργότερα, ο νέος τόπος κράτησής του ήταν το κτίριο του Υπουργείου Εσωτερικών όπου αναφέρεται ότι χρησιμοποιούνται βασανιστήρια σε καθημερινή βάση. Μόλις έφτασε στο Υπουργείο Εσωτερικών, ο ʼλι άκουσε κάποιον να φωνάζει «πηγαίνετέ τον στον 7ο όροφο!» και, καθ' οδόν προς τον 7ο όροφο, άκουσε ανθρώπους να μιλούν αγγλικά με αμερικανική προφορά. Ο ʼλι είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι ένιωσε ανακούφιση και πίστευε ότι ίσως οι ξένοι να καταλάβαιναν ότι είναι αθώος. Τον έβαλαν σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλους 15 έως 20 κρατουμένους, μεταξύ των οποίων ήτα δύο παιδιά. Το δωμάτιο ήταν πιθανότατα ένα γραφείο που χρησιμοποιείτο για τη στέγαση κρατουμένων. Αρχικά, οι συγκρατούμενοί του νόμισαν ότι ήταν πράκτορας των αρχών και δεν του μιλούσαν. Παρατήρησε ότι τρεις από αυτούς είχαν στα σώματά τους σημάδια και αργότερα του επιβεβαίωσαν ότι ήταν αποτέλεσμα βασανιστηρίων. Ο ʼλι ρώτησε πότε γίνονταν βασανιστήρια και κάποιος απάντησε «όλη την ώρα!». Του είπαν ότι μια μέθοδος βασανισμού ήταν ο φάλαγγας (ξυλοδαρμός στις πατούσες των ποδιών). Ένας κρατούμενος είπε στον ʼλι ότι ήταν εκεί επί πέντε μήνες και αυτό έκανε τον ʼλι να συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε καμία πιθανότητα να δει δικηγόρο. Τέσσερις ή πέντε ημέρες αργότερα, ένας μασκοφόρος ένοπλος φρουρός μπήκε στο κελί και πήρε τον ʼλι. Του έδεσαν τα μάτια και τον πήγαν σε ένα μικρό δωμάτιο στο υπόγειο του κτιρίου του υπουργείου. Παρά τα δεμένα μάτια, μπορούσε να δει το πάτωμα, τα πόδια του και τα πόδια άλλων ανθρώπων. Ένας ανακριτής του είπε «Ξέρεις ποιο είναι το θέμα, πες την αλήθεια!». Τον ρώτησαν ποιος είχε διατάξει τη φωτογράφηση. Ο ʼλι απάντησε ότι είχε ήδη πει την αλήθεια και αμέσως δέχτηκε ένα δυνατό χτύπημα στον σβέρκο. Ο ʼλι εξήγησε επίσης ότι είχε υποφέρει υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν και είχε φυλακιστεί. Αμφισβήτησε τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο νέο Ιράκ και απαίτησε να δει τον Σουηδό πρέσβη.

Δύο ή τρεις ημέρες αργότερα πήγαν τον ʼλι πίσω στο αστυνομικό τμήμα αλ-Σαλιχίγια. Κατά την παραμονή του στο Υπουργείο Εσωτερικών είδε και άλλα παιδιά κρατουμένους, μερικά όπως είπε μέχρι και επτά ή οκτώ ετών, που κρατούνταν μαζί με τις μητέρες τους. Στους κρατουμένους έδιναν ελάχιστη τροφή, συνήθως αποφάγια από το φαγητό των φρουρών. Ο ʼλι είπε ότι έδιναν αυτό το 'γεύμα' γύρω στις 8 μ.μ. Τους επέτρεπαν να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα μία φορά την ημέρα επί τρία λεπτά, με τα μάτια δεμένα και με συνοδεία φρουρών. Τότε μπορούσαν και να γεμίσουν μπουκάλια με νερό.

Πίσω στο αστυνομικό τμήμα, ο ʼλί ανακρίθηκε και συνέχισε να ανησυχεί για την τύχη της συζύγου και των παιδιών του. Έξι ημέρες αργότερα τον έσυραν από το κελί του, με δεμένα τα μάτια και χειροπέδες, χωρίς παπούτσια ή παντελόνι, και τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο. Τον πήγαν ξανά στο Υπουργείο Εσωτερικών, στον 7ο όροφο, όπου τον ανέκριναν στα αγγλικά (αμερικανική προφορά) ενώ περίμενε καθισμένος σε έναν διάδρομο. Ο 'Αμερικανός' ανακριτής τον ρώτησε για τη βιντεοκάμερα και για τις επαφές του ʼλι στο Ιράκ. Ο ʼλι εξήγησε ότι είχε έρθει στο Ιράκ για να επισκεφθεί τους συγγενείς του και ζήτησε από τον ανακριτή του να έρθει σε επαφή με τη σουηδική πρεσβεία και μετά πρόσθεσε «αυτό δεν είναι ελευθερία, οι ΗΠΑ πιστεύουν στα ανθρώπινα δικαιώματα, όχι στα βασανιστήρια». Τον πήγαν στο προηγούμενο κελί του και οι άλλοι κρατούμενοι του είπαν ότι οι Αμερικανοί ανακριτές στο Υπουργείο Εσωτερικών είτε γνώριζαν, είτε και συμμετείχαν στα βασανιστήρια.

Δύο ημέρες αργότερα πήγαν τον ʼλι στην αίθουσα ανάκρισης. Τον έβαλαν να καθίσει σε μια καρέκλα και του έδεσαν τα μάτια. Του ζήτησαν να ομολογήσει και θα ήταν ελεύθερος να επιστρέψει στη Σουηδία, αλλά καθώς επέμεινε στην αθωότητά του δέχτηκε ξαφνικά ηλεκτροσόκ στον δεξιό μηρό του. Είπε ότι το σοκ ήταν τόσο έντονο, ώστε τον πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου, όπου το κεφάλι του χτύπησε στον τοίχο. Αυτό χαλάρωσε το δέσιμο στα μάτια και είδε τα πόδια και τα παπούτσια των ανακριτών του, πολλοί από τους οποίους φορούσαν πολιτικά. Ο ʼλι πίστευε ότι ένας από αυτούς ήταν Αμερικανός, κρίνοντας από τη στρατιωτική στολή και τα άρβυλα που κατάφερε να δει. Τον έβαλαν ξανά στην καρέκλα και τον απείλησαν με νέα βασανιστήρια αν δεν ομολογούσε. Τελικά η ανάκριση τελείωσε και τον επέστρεψαν στο κελί του στον 7ο όροφο. Οι συγκρατούμενοί του προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν και του είπαν ότι συνήθως έκαναν ηλεκτροσόκ μόνο μία φορά. Επί δύο ή τρεις ημέρες υπέφερε από πονοκεφάλους και πόνους στο στομάχι.

Ο ʼλι μίλησε στη Διεθνή Αμνηστία για δύο παιδιά στο κρατητήριο στο Υπουργείο Εσωτερικών, τον Κουσάι, 12 ετών, και τον 16χρονο αδελφό του. Αργά τα βράδια μερικοί φρουροί έπαιρναν τον Κουσάι. Όλοι ήξεραν ότι τον κακοποιούσαν σεξουαλικά, αλλά κανείς δεν μπορούσε να επέμβει.

Λίγες ημέρες αργότερα μετέφεραν τον ʼλι πίσω στο αστυνομικό τμήμα αλ-Σαλιχίγια. Οι κρατούμενοι πεινούσαν και ένας συμπονετικός φρουρός είπε στον ʼλι να μιλήσει σε μια αμερικανική αντιπροσωπεία που επισκεπτόταν το αστυνομικό τμήμα εκείνη την ημέρα. Αρχικά ο ʼλι αρνήθηκε, στη συνέχεια συμφώνησε να μιλήσει σε μια ομάδα τριών Αμερικανών επισκεπτών που φορούσαν σήματα που έγραφαν 'αστυνομική αποστολή'. Διαμαρτυρήθηκε για τις συνθήκες φυλάκισης, τη μεταχείριση των κρατουμένων, την έλλειψη πρόσβασης σε κατάλληλη τροφή και νερό, την έλλειψη πρόσβασης σε δικηγόρους και τη μακρόχρονη κράτηση χωρίς απαγγελία κατηγορίας. Η αντιπροσωπεία κράτησε σημειώσεις αλλά είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, διότι οι εξουσίες είχαν μεταβιβαστεί στους Ιρακινούς. Παρ' όλα αυτά, θα ανέφεραν τις ανησυχίες του ʼλι στους ανωτέρους τους. Λίγες ώρες μετά την επίσκεψη οι κρατούμενοι έλαβαν 20 μπουκάλια νερό και 50 κομμάτια ψωμί.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Την επομένη πήγαν τον ʼλι στην αίθουσα ανάκρισης και του είπαν ότι θα τον άφηναν ελεύθερο αν 'συνεργαζόταν'. Η συμφωνία ήταν ότι οι ανακριτές του θα κατέγραφαν μια συνέντευξη μαζί του, στην οποία θα έλεγε ότι δεν είχε κανένα παράπονο από την κράτησή του και ότι δεν είχε υποστεί βασανιστήρια. Ο ʼλι συμφώνησε και η συνέντευξη καταγράφηκε. Ωστόσο, στο τέλος της συνέντευξης του είπαν ότι έπρεπε επίσης να συμφωνήσει σε άλλον έναν όρο για να αφεθεί ελεύθερος, ότι δεν θα διεκδικούσε τις κάμερες και τα 3.000 δολάριά του.

Την επόμενη ημέρα, 2 Αυγούστου 2004, ο ʼλι αφέθηκε ελεύθερος. Ταξίδεψε πίσω στο Ιράν και επέστρεψε στη Σουηδία στις 8 Σεπτεμβρίου, όπου ξαναβρήκε τη σύζυγο και τις κόρες του. Η σύζυγός του τού είπε ότι είχε παραμείνει στο Ιράκ επί μία εβδομάδα μετά τη σύλληψή του προσπαθώντας να μάθει πού βρισκόταν. Τελικά αποφάσισε να επιστρέψει στο Ιράν και στη συνέχεια στη Σουηδία. Ο ʼλι υποφέρει ακόμα από το τραύμα της δραματικής εμπειρίας του.