ΤΣΑΝΤ: ΑΠΡΟΣΤAΤΕΥΤΟΙ ΑΦΗΝΟΝΤΑΙ ΟΙ AΜΑΧΟΙ ΣΕ AΓΡΙΕΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΣΟΥΔΑΝΙΚΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΟΜAΔΩΝ ΠΟΥ ΕΙΣΒAΛΛΟΥΝ ΣΕ ΒAΘΟΣ 150 ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2006, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Σουδάν: Νέες επιθέσεις των ενόπλων ομάδων ενώ ο ΟΗΕ απομακρύνει το προσωπικό του
8 Δεκεμβρίου 2006
Η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε νέα στοιχεία, που δείχνουν ότι η κυβέρνηση του Τσαντ δεν αντιδρά στις όλο και πιο άγριες και εκτενείς επιθέσεις των ενόπλων ομάδων Τζαντζαουίντ [«ένοπλοι ιππείς», αραβική πολιτοφυλακή που υποστηρίζεται από την κυβέρνηση του Σουδάν] από το Τσαντ και από το Νταρφούρ (δυτικό Σουδάν) εναντίον αμάχων στο ανατολικό Τσαντ.

Τα στοιχεία συνέλεξε αποστολή της Διεθνούς Αμνηστίας, που μόλις επέστρεψε από επίσκεψη δυο εβδομάδων στο Τσαντ. Τα μέλη της αποστολής πήραν συνεντεύξεις από θύματα βιασμού, βασανιστηρίων και αναγκαστικού εκτοπισμού, επισκέφτηκαν κατεστραμμένα χωριά και συνάντησαν τον Πρωθυπουργό του Τσαντ και άλλους κυβερνητικούς επισήμους. Τα στοιχεία αποδεικνύουν αναμφισβήτητα ότι η σύρραξη και οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Νταρφούρ (δυτικό Σουδάν) έχουν πλέον εξαπλωθεί και παγιωθεί και στο ανατολικό Τσαντ.

Η αποστολή άκουσε μαρτυρίες για φόνους, ακρωτηριασμούς και πυρπόληση ανθρώπων στη διάρκεια των επιθέσεων των Τζαντζαουίντ εναντίον χωριών και κωμοπόλεων του Τσαντ, που απέχουν μέχρι και 150 χιλιόμετρα από τα σύνορα με το Σουδάν.

«Πέντε άνδρες που προσπάθησαν να το σκάσουν τους έπιασαν οι Τζαντζαουίντ. [...] Τους έδεσαν σκοινιά γύρω από το λαιμό, τα έδεσαν στα άλογά τους και μετά άρχισαν να τρέχουν πέρα δώθε με τα άλογα σέρνοντάς τους επί πέντε με δέκα λεπτά. Αίματα έτρεχαν από το στόμα τους, από τη μύτη τους. Μέχρι που τους μαστίγωσαν με τα καμιτσίκια των αλόγων στο σώμα και στο κεφάλι, ώσπου να είναι εντελώς λουσμένοι στο αίμα».

Μαρτυρία του Αμπντελραχμάν Σινούσι που περιγράφει

τη δολοφονία πέντε κατοίκων του χωριού Κολόγιε.

Παράλληλα, γυναίκες που κατέφυγαν σε καταυλισμούς για εκτοπισμένους στο εσωτερικό της χώρας μίλησαν στους εκπροσώπους της Διεθνούς Αμνηστίας για αυξανόμενο αριθμό βιασμών από τους Τζαντζαουίντ, καθώς ο στρατός και η αστυνομία του Τσαντ δεν περιπολούν μέσα στους καταυλισμούς ή γύρω από αυτούς.

«Βλέπουμε δραματική αύξηση όλο και πιο άγριων επιθέσεων εναντίον αμάχων, που προχωρούν όλο και πιο βαθιά στο εσωτερικό του Τσαντ, και παρ' όλ' αυτά ο στρατός και η αστυνομία του Τσαντ δεν καταβάλλουν ούτε καν υποτυπώδη προσπάθεια να προστατεύσουν τους πολίτες τους. Η απειλή που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση από τις δυνάμεις των ανταρτών είναι πραγματικά σημαντική. Όμως, ακόμα κι όταν διαθέτει τα απαραίτητα μέσα, αρνείται να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις βοήθειας των ίδιων των πολιτών της», ανέφερε ο ’λεξ Νιβ, μέλος της αποστολής της Διεθνούς Αμνηστίας.

Τα πρώτα ευρήματα της αποστολής της Διεθνούς Αμνηστίας στο Τσαντ περιλαμβάνουν:

- Εξάπλωση των επιθέσεων εναντίον αμάχων από τους Τζαντζαουίντ, που εισβάλουν από το Σουδάν σε περιοχές στο εσωτερικό του Τσαντ, μεταξύ των οποίων καταστροφικές επιθέσεις τις πρώτες δύο εβδομάδες του Νοεμβρίου εναντίον των χωριών Μπαντιακάο, Μπαντίγια και Κέρφι, περίπου 150 χιλιόμετρα από τα σύνορα με το Σουδάν.

- Εντατικοποίηση των επιθέσεων των Τζαντζαουίντ εναντίον αμάχων μετά το τέλος της περιόδου των βροχών στα μέσα Σεπτεμβρίου. Η Διεθνής Αμνηστία έχει συλλέξει τα ονόματα περίπου 500 ατόμων που φονεύθηκαν κατά τις επιθέσεις μόνο στην περιοχή Νταρ Σίλα, όμως ο συνολικός αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος.

- Αυξανόμενη αγριότητα στις επιθέσεις, όπως φόνοι, ακρωτηριασμοί, πυρπολήσεις ανθρώπων, σε αντίθεση με παλαιότερες επιθέσεις που επικεντρώνονταν κυρίως στην κλοπή ζώων και τροφίμων ή στον εκφοβισμό των κατοίκων ώστε να εγκαταλείψουν τα χωριά τους.

- Αύξηση της βίας κατά των γυναικών, περιλαμβανομένων βιασμών, μέσα και κοντά στους καταυλισμούς για εκτοπισμένους στο εσωτερικό της χώρας, καθώς οι εκτοπισμένοι άνδρες δεν μπορούν να τις συνοδεύσουν από φόβο μήπως τους σκοτώσουν και οι κυβερνητικές δυνάμει αρνούνται να κάνουν περιπολίες μέσα στους καταυλισμούς ή γύρω από αυτούς.

«Πρώτα μου άρπαξαν το κοριτσάκι μου από την αγκαλιά και το πέταξαν καταγής. Μετά δυο άνδρες με βίασαν. Έπειτα έφυγαν κι εγώ πήρα την κόρη μου αγκαλιά και επέστρεψα στον καταυλισμό. Δεν είπα σε κανέναν τι μου συνέβη».

Μαρτυρία γυναίκας σε καταυλισμό για εκτοπισμένους κοντά στο Γκοζ Μπεϊντά.

Η Διεθνής Αμνηστία συγκέντρωσε αρκετές μαρτυρίες, όπου οι επιζώντες περιγράφουν τις προσπάθειες που κατέβαλαν να πείσουν τον στρατό και την αστυνομία του Τσαντ να τους συντρέξει πριν και κατά τη διάρκεια των επιθέσεων των Τζαντζαουίντ. Σε κάποιες περιπτώσεις τους υποσχέθηκαν βοήθεια, αλλά αυτή δεν έφτασε ποτέ. Σε άλλες περιπτώσεις τους προπηλάκισαν και τους είπαν να επιστρέψουν και να προστατέψουν τα χωριά τους μόνοι τους.

«Κάθε φορά που γινόταν επίθεση, εκλιπαρούσαμε και ικετεύαμε τον στρατό να έρθει να μας βοηθήσει. Απείχε μόλις 25 χιλιόμετρα. Δεν ήρθε ποτέ. [...] Δεν μας υπολογίζουν καθόλου σ' αυτή τη χώρα. Δεν μας θεωρούν πολίτες αυτής της χώρας. Θέλουν να πεθάνουμε».

Μαρτυρία του Αμπακάρ Ραμαντάν, Ιμάμη του χωριού Κολόγιε.

Οι Τζαντζαουίντ εκμεταλλεύονται την έλλειψη κρατικής προστασίας. Σύμφωνα με τους εκτοπισμένους, μέχρι που κοροϊδεύουν τα θύματα κατά τη διάρκεια των επιθέσεων: «Γιατί δεν είναι κανείς εδώ να σας προστατέψει;» Η ανομία και η ατιμωρησία εμφανέστατα ενθαρρύνουν όλο και περισσότερες τις επιθέσεις.

 

Νέες επιθέσεις στο Νταρφούρ (δυτικό Σουδάν) καθώς ο ΟΗΕ απομακρύνει το προσωπικό του

Στην άλλη πλευρά των συνόρων, καθώς από την Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου τα Ηνωμένα Έθνη απομακρύνουν το προσωπικό τους από το Ελ Φάσερ, πρωτεύουσα του Νταρφούρ (δυτικό Σουδάν) εξαιτίας της αυξανόμενης απειλής από ένοπλες ομάδες, η Διεθνής Αμνηστία πληροφορήθηκε νέες επιθέσεις στην περιοχή από τους Τζαντζαουίντ. Καινούργιο στοιχείο είναι ότι σε μία από τις επιθέσεις οι επιδρομείς χρησιμοποίησαν κυρίως οχήματα και όχι άλογα.

 

4 Δεκεμβρίου, 7 π.μ.: Πέντε άνθρωποι σκοτώθηκαν, συμπεριλαμβανομένου ενός βρέφους, σε επίθεση που πραγματοποιήθηκε από το Ουμ Σαγιάαλα ανατολικά προς το Σεκ Γκούμπα. Επτά άνθρωποι τραυματίστηκαν, ο ένας σοβαρά. Στη συνέχεια οι επιδρομείς έκαψαν έναν αλευρόμυλο στο χωριό Ουμ Σεϊράινα και τελικά στρατοπέδευσαν στο Ουμ Σιντίρ.

O Απελευθερωτικός Στρατός του Σουδάν (SLA) δεν έχει παρουσία στην περιοχή και δεν αναμίχθηκε στις επιθέσεις.

 

Αρχές Νοεμβρίου - 5 Δεκεμβρίου: Επιθέσεις από τις ένοπλες ομάδες Τζατζαουίντ,που συνδέονται με την εθνότητα Μααρίγια, πραγματοποιούνται τον τελευταίο μήνα στο Νότιο Νταρφούρ, στην περιοχή νοτιοανατολικά της Μουχατζαρία, και προχωρούν σταθερά από την περιοχή Μουταουράτ προς τη Μουχατζαρία. Στις επιθέσεις αναμίχθηκε επίσης το Κίνημα Ελεύθερης Βούλησης του Απελευθερωτικού Στρατού του Σουδάν, υπό την αρχηγία του ’νταμ Σαλέχ.

Οι πιο πρόσφατες επιθέσεις έγιναν στο Καλατζό μεταξύ 1 και 3 Δεκεμβρίου. Σκοτώθηκαν δεκαπέντε άμαχοι: πέντε ηλικιωμένες γυναίκες, πέντε νέες γυναίκες, τρεις ανήλικοι που παγιδεύτηκαν σε ένα σπίτι που καιγόταν και δύο άντρες. Κάηκαν επίσης η ανθρωπιστική βοήθεια και αποθέματα τροφίμων.

Συνολικά σκοτώθηκαν τουλάχιστον 41 άνθρωποι στα διάφορα χωριά της περιοχής, αλλά ο πραγματικός αριθμός είναι πιθανότατα πολύ μεγαλύτερος. Σε κάθε επίθεση οι Τζαντζαουίντ έκαψαν τα χωριά.

Συστάσεις της Διεθνούς Αμνηστίας

Όλα τα μέρη της σύρραξης, συμπεριλαμβανομένων των Τζαντζαουίντ, πρέπει να σεβαστούν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και ιδίως να σταματήσουν να επιτίθενται εναντίον αμάχων. Σύμφωνα με το εθνικό του σύνταγμα και με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, το Τσαντ είναι υποχρεωμένο να παρέχει προστασία στους πολίτες του.

Η κυβέρνηση του Σουδάν, από την πλευρά της, πρέπει να λάβει κάθε αποτελεσματικό μέτρο για να αποτρέψει νέες επιδρομές των Τζαντζαουίντ από το έδαφός του προς το Τσαντ. Πρέπει, επίσης, να τους αφοπλίσει σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει ήδη αναλάβει με βάση την Ειρηνευτική Συμφωνία του Νταρφούρ.

Η διεθνής κοινότητα φέρει και αυτή σαφή ευθύνη. Η Διεθνής Αμνηστία προτρέπει το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών να εξετάσει μέτρα για να βοηθήσει την κυβέρνηση του Τσαντ να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να παρέχει προστασία, για παράδειγμα με την ανάπτυξη διεθνούς δύναμης όπου και όπως χρειάζεται για την προστασία των αμάχων, συμπεριλαμβανομένων των προσφύγων και των εκτοπισμένων στο εσωτερικό της χώρας. Η αποστολή της Διεθνούς Αμνηστίας συναντήθηκε με τον Πρωθυπουργό του Τσαντ, Πασκάλ Γιοαντιμνατζί, ο οποίος υπαινίχθηκε σαφώς ότι η κυβέρνησή του είναι ανοιχτή σε τέτοια διεθνή βοήθεια και την έχει πραγματικά ανάγκη.