ΡΩΣΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ: ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ "ΕΞΑΦAΝΙΣΗΣ" ΣΤΗΝ ΤΣΕΤΣΕΝΙΑ

Δημοσιεύθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2006, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
14 Νοεμβρίου 2006
Η Διεθνής Αμνηστία χαιρετίζει την απόφαση, που εξέδωσε στις 9 Νοεμβρίου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για δυο υποθέσεις από τη Δημοκρατία της Τσετσενίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Ρωσική Ομοσπονδία παραβίασε μεταξύ των άλλων και το θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή και το δικαίωμα σε αποζημίωση των προσφευγόντων στις συγκεκριμένες υποθέσεις.

Στις υποθέσεις Ιμακάεβα κατά Ρωσίας και Λουλούγιεφ κ.ά. κατά Ρωσσίας το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι ρωσικές αρχές παραβίασαν το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την ασφάλεια των Σαΐντ Χουσεΐν και Σαΐντ Μάγκομεντ Ιμακάεφ (ή Ιμακάγιεφ) και Νούρα Σαΐντ Αλίγιεβνα Λουλούγιεβα και ότι στη συνέχεια παρέλειψαν να διερευνήσουν αποτελεσματικά τις «εξαφανίσεις» τους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες, που είναι συγγενείς των «εξαφανισθέντων», υποβλήθηκαν σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και ότι στην υπόθεση Ιμακάεβα κατά Ρωσίας παραβιάστηκε το δικαίωμα της προσφεύγουσας στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Επιπλέον, το Δικαστήριο κατέκρινε τις ρωσικές αρχές στη συγκεκριμένη υπόθεση επειδή δεν συνεργάστηκαν με το Δικαστήριο, καθώς δεν κατέθεσαν τα σχετικά έγγραφα. Και στις δυο υποθέσεις, οι προσφεύγοντες είχαν στερηθεί του δικαιώματός τους για αποτελεσματικά ένδικα μέσα από το ρωσικό σύστημα δικαιοσύνης.

Τα τελευταία χρόνια, η Διεθνής Αμνηστία βρίσκεται σε συχνή επαφή με τη Μαρζέτ Ιμακάεβα, μητέρα του Σαΐντ Χουσεΐν και σύζυγο του Σαΐντ Μάγκομεντ Ιμακάεβ και έχει αγωνιστεί για τη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας για την «εξαφαφάνιση» των Σαΐντ Χουσεΐν και Σαΐντ Μάγκομεντ Ιμακάεβ. Η οργάνωση πληροφορήθηκε από τη Μαρζέτ Ιμακάεβα πόσο δύσκολο ήταν να μάθει πληροφορίες για το στάδιο των ερευνών και πώς οι αρχές άνοιγαν κι έκλειναν επανειλημμένα την ποινική υπόθεση για την «εξαφάνιση» των συγγενών της χωρίς ποτέ να κάνουν ουσιαστική έρευνα σύμφωνα με τον νόμο. Επειδή δεν το έβαλε κάτω και επέμεινε να απονεμηθεί δικαιοσύνη, δέχτηκε πολυάριθμες ανώνυμες απειλές κατά της ζωής της και της ζωής των υπόλοιπων παιδιών της και κατηγορήθηκε ότι δήθεν είχε διασυνδέσεις με τρομοκράτες. Τελικά αποφάσισε να φύγει από τη Ρωσική Ομοσπονδία για να σώσει τη ζωή των δύο άλλων παιδιών της, αλλά συνέχισε την προσφυγή της στο Δικαστήριο στο Στρασβούργο.

Μόλις εκδόθηκε η απόφαση, δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία: «Χαίρομαι που υπάρχει δικαιοσύνη. Όμως, αυτό που ήθελα και ήλπιζα ήταν ότι οι ρωσικές αρχές θα μου επέστρεφαν τον γιο και τον σύζυγό μου ζωντανούς. Για μένα η σημερινή απόφαση δεν είναι στιγμή χαράς. Είναι απόδειξη ότι ο γιος μου και ο σύζυγός μου είναι νεκροί».

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί διότι πολλοί Ρώσοι, που έχουν καταθέσει προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων και όσων οι υποθέσεις έχουν ήδη εκδικαστεί στο Στρασβούργο, έχουν δεχτεί απειλές και αντίποινα και αρκετοί προσφεύγοντες αναγκάστηκαν να ζητήσουν άσυλο στο εξωτερικό. Οι ρωσικές αρχές δεν έχουν μέχρι στιγμής εφαρμόσει πλήρως τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

«Οι ρωσικές αρχές πρέπει να εφαρμόσουν τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων χωρίς καθυστέρηση. Αυτό σημαίνει επίσης ότι πρέπει να διεξαγάγουν διεξοδικές, άμεσες και αποτελεσματικές έρευνες για όλους τους ισχυρισμούς για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να φέρουν τους υπαιτίους σε δίκη», είπε η Νίκολα Ντάκγουερθ, διευθύντρια του Προγράμματος Έρευνας και Δράσης της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία.

«Οι ρωσικές αρχές πρέπει να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα για να εμποδίσουν τυχόν απειλές και αντίποινα εναντίον όσων αναζητούν δικαιοσύνη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επιπλέον, πρέπει να διασφαλίσουν την αποτελεσματική διερεύνηση όλων των σχετικών ισχυρισμών».

 

Οι υποθέσεις

Στις 17 Δεκεμβρίου 2000, ο Σαΐντ Χουσεΐν Ιμακάεφ δεν επέστρεψε από το παζάρι στο σπίτι των γονιών του στο χωριό Νόβιε Ατάγκι της Τσετσενίας. Αυτόπτες μάρτυρες είπαν στην οικογένειά του ότι ένοπλοι άνδρες, με οχήματα που έμοιαζαν στρατιωτικά, σταμάτησαν το αυτοκίνητο του Σαΐντ. Τον έσυραν σε ένα άλλο αυτοκίνητο που έφυγε αμέσως. Η οικογένειά του ζήτησε βοήθεια από όλες τις οργανώσεις που υπάρχουν στην Τσετσενία και από τις ομοσπονδιακές αρχές, προκειμένου να βρει τον Σαΐντ Χουσεΐν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Κατέθεσε προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τον Φεβρουάριο του 2002. Τον Ιούνιο του 2002, μέλη των ρωσικών ομοσπονδιακών δυνάμεων απήγαγαν από το σπίτι του τον πατέρα του Σαΐντ Χουσεΐν, Σαΐντ Μάγκομεντ Ιμακάεφ. Από τότε, αυτός και άλλοι τέσσερις άνδρες από το ίδιο χωριό «εξαφανίστηκαν».

Στις 3 Ιουνίου 2000, ομάδα στρατιωτών εμφανίστηκε σε αγορά της τσετσενικής πρωτεύουσας Γκρόζνι, όπου εργαζόταν η 40χρονη Νούρα Λουλούγεβα, μητέρα τεσσάρων παιδιών. Την έθεσαν υπό κράτηση μαζί με δυο ξαδέρφια της και αρκετούς άλλους. Τα πτώματα της Νούρα Λουλούγεβα και των εξαδέλφων της βρέθηκαν ανάμεσα στα πτώματα 51 ανθρώπων σε ομαδικό τάφο στην Τσετσενία τον Φεβρουάριο του 2001. Ο ομαδικός τάφος βρίσκεται στο χωριό Ντάτσνι, που απέχει λιγότερο από ένα χιλιόμετρο από τη στρατιωτική βάση Χάνκαλα. Τα περισσότερα πτώματα φορούσαν πολιτικά ρούχα, κάποια είχαν δεμένα μάτια και πολλά είχαν δεμένα τα χέρια ή τα πόδια. Πολλούς από τους ανθρώπους, τα πτώματα των οποίων βρέθηκαν εκεί, τους είδαν για τελευταία φορά ζωντανούς ως κρατουμένους των ρωσικών ομοσπονδιακών δυνάμεων. Οι ρωσικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα για τον θάνατο της Νούρα Λουλούγεβα, που απέβη άκαρπη παρά την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων. Οι έρευνες για τον θάνατο άλλων ανθρώπων, που τα πτώματά τους βρέθηκαν στον ομαδικό τάφο, ήταν εξίσου αναποτελεσματικές.

Για περισσότερες πληροφορίες:

http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?item=2&portal=hbkm&action=htm...

http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?item=1&portal=hbkm&action=htm...