ΣΟΥΔAΝ: ΤΟ ΝΤΑΡΦΟΥΡ ΕΧΕΙ ΑΝAΓΚΗ ΕΙΡΗΝΕΥΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΗΕ ΙΚΑΝΗ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΑΣΦAΛΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΜAΧΟΥΣ

Δημοσιεύθηκε στις 17 Αυγούστου 2006, 00:00Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
17 Αυγούστου 2006
Η Αφρικανική Ένωση και η Ειρηνευτική Συμφωνία του Νταρφούρ (δυτικό Σουδάν) προδίδουν τους κατοίκους της περιοχής, δήλωσε σήμερα η Διεθνής Αμνηστία, καθώς το Συμβούλιο Ασφαλείας ετοιμάζεται να συζητήσει το πιθανό περιεχόμενο της εντολής μιας ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ για την προστασία των αμάχων στο Νταρφούρ. Μόνο μια ανανεωμένη και αποφασισμένη εμπλοκή του ΟΗΕ και της διεθνούς κοινότητας μπορεί να προσφέρει ελπίδα για τον τερματισμό της ανθρώπινης δυστυχίας.

«Η διεθνής κοινότητα πρέπει να παραδεχτεί ότι δεν έχει προσφερθεί καμία λύση για τη δυστυχία στο Νταρφούρ - αντιθέτως, τα πράγματα χειροτερεύουν», δήλωσε η Κέιτ Γκίλμορ, Αναπηρώτρια Γενική Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας. «Αυτό που έχουν ανάγκη αυτή τη στιγμή οι άνθρωποι του Νταρφούρ είναι μια διεθνής ειρηνευτική δύναμη εξουσιοδοτημένη και ικανή να θέσει τέρμα στους φόνους, τους βιασμούς και τους εκτοπισμούς. Η ασφάλεια του προσώπου είναι η στοιχειώδης ανάγκη -και το θεμελιώδες δικαίωμα- όλων των ανθρώπων στο Νταρφούρ».

Ερευνητές της Διεθνούς Αμνηστίας επέστρεψαν μόλις από το ανατολικό Τσαντ, όπου συγκέντρωσαν μαρτυρίες προσφύγων που εγκατέλειψαν πρόσφατα το Νταρφούρ. Οι μαρτυρίες των προσφύγων αποκάλυψαν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στο Δυτικό Νταρφούρ είναι στην πράξη αιχμάλωτοι στους καταυλισμούς και τις κωμοπόλεις, ενώ σχεδόν ολόκληρη η επαρχία συνεχίζει να βρίσκεται υπό τον έλεγχο των πολιτοφυλακών Τζανταγουίντ.

«Για μια ακόμη φορά η υφήλιος αγνοεί τη σύγκρουση στο Νταρφούρ, συνεργώντας στη μασκαράτα ότι η ειρηνευτική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ στην πραγματικότητα τίποτε δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια», επισήμανε η Κέιτ Γκίλμορ. «Μετά την υπογραφή της Ειρηνευτικής Συμφωνίας του Νταρφούρ υπήρξαν περισσότερες συγκρούσεις, όχι λιγότερες, περισσότεροι εκτοπισμοί ανθρώπων, περισσότερες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων χωρίς καμία πρόοδο προς τη δικαιοσύνη. Ακόμη περισσότερο, υφίσταται πλέον πραγματικός κίνδυνος ότι αυτή η σύγκρουση, καθώς εξαπλώνεται πέρα από τα σύνορα, θα συνεχίσει να εξαπλώνεται εκτός Σουδάν».

Η αποστολή της Αφρικανικής Ένωσης στο Σουδάν (AMIS) δεν διαθέτει τα μέσα -ούτε, συχνά, τη βούληση- να προστατεύσει τους αμάχους. Μία πρόσφυγας, που πέρασε δύο ημέρες στον καταυλισμό Μορνέι προτού καταφύγει στο Τσαντ, δήλωσε στη Διεθνή Αμνηστία ότι η AMIS «δεν κάνει καμία ενέργεια όταν διαμαρτύρονται οι εκτοπισμένοι. Ακόμα κι αν βιαστεί μια γυναίκα, εκείνοι το μόνο που κάνουν είναι να την επιστρέψουν στον καταυλισμό».

Αξιωματικός της AMIS, παραπονούμενος για την εξάντληση των πόρων της αποστολής, δήλωσε απελπισμένος στη Διεθνή Αμνηστία: «Δεν μπορούμε να προστατεύσουμε τους ανθρώπους όπως οφείλουμε. Είναι κοροϊδία».

Στο βόρειο Νταρφούρ, στην περιοχή Κόρμα, 72 άνθρωποι φονεύθηκαν μέσα σε πέντε ημέρες στις αρχές Ιουλίου. Τους επιτέθηκαν μέλη της φατρίας Μίνι Μινάουι του Στρατού Απελευθέρωσης του Σουδάν, που είναι η μόνη πλευρά εκτός της κυβέρνησης που έχει υπογράψει την Ειρηνευτική Συμφωνία του Νταρφούρ. Οι επιτιθέμενοι είπαν στα θύματά τους ότι τους τιμωρούσαν επειδή αντιτάσσονταν στη Συμφωνία. Τα στρατεύματα της AMIS δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις των θυμάτων για βοήθεια, ούτε και ερεύνησε απ' ότι φαίνεται τους φόνους η AMIS, λέγοντας ότι οι χωρικοί που δέχτηκαν επίθεση συνδέονταν με μια οργάνωση που δεν είχε υπογράψει τη Συμφωνία.

Στο μεταξύ, περιφρονώντας ευθέως την απαγόρευση του Συμβουλίου Ασφαλείας για επιθετικές στρατιωτικές πτήσεις πάνω από το Νταρφούρ, αεροσκάφη τύπου Αντόνοφ της σουδανικής κυβέρνησης συνεχίζουν να βομβαρδίζουν περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο όσων αντιτίθενται στη Συμφωνία.

«Οι άνθρωποι του Νταρφούρ τρέφουν βαθιά και κατανοητή δυσπιστία για μια ειρηνευτική συμφωνία που η εφαρμογή της εξαρτάται πρώτα και κύρια από τη σουδανική κυβέρνηση», τόνισε η Κέιτ Γκίλμορ. «Προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική ειρήνη με σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα των κατοίκων, πρέπει να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες γύρω από την ειρηνευτική συμφωνία».

«Μια ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ, επιφορτισμένη και εφοδιασμένη με τους κατάλληλους πόρους ώστε να προσφέρει γνήσια προστασία στους αμάχους, θα μπορούσε να προσφέρει στους ανθρώπους του Νταρφούρ μια κάποια ελπίδα για το μέλλον - και η κυβέρνηση του Σουδάν δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο στην αποστολή μιας τέτοιας δύναμης».

Αυτήν την εβδομάδα, ο Πρόεδρος του Σουδάν, Ομάρ Αλ-Μπασίρ, επανέλαβε την αντίθεσή του στην παρουσία δυνάμεων του ΟΗΕ στο Νταρφούρ, λέγοντας σύμφωνα με αναφορές ότι θα «αντιταχθεί στις όποιες τυχόν δυνάμεις του ΟΗΕ» και ότι «θα τις πολεμήσει όπως η Χεζμπολάχ νίκησε τις δυνάμεις του Ισραήλ» στον Λίβανο.

«Δεδομένου ότι έχει ήδη εξουσιοδοτηθεί η αποστολή στο Σουδάν 10.000 στρατιωτών και άλλου προσωπικού του ΟΗΕ, με τη συγκατάθεση της σουδανικής κυβέρνησης, η αντίθεση του Προέδρου στην ειρηνευτική δύναμη στο Νταρφούρ είναι τουλάχιστον ακατανόητη»., δήλωσε η Κέιτ Γκίλμορ.

«Πολύ πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι πρόκειται για εξοργιστική και αδικαιολόγητη άρνηση της στοιχειώδους προστασίας, την οποία οι κάτοικοι του Νταρφούρ χρειάζονται απεγνωσμένα και την οποία δικαιούνται απολύτως».

 

Γενικές πληροφορίες

Η Αποστολή της Αφρικανικής Ένωσης στο Σουδάν (AMIS) συστάθηκε στο Νταρφούρ για να επιτηρήσει την εκεχειρία του Απριλίου 2004 μεταξύ της κυβέρνησης του Σουδάν και ένπλων πολιτικών ομάδων. Η εντολή της, να προστατεύει τους αμάχους υπό ορισμένες συνθήκες, επεκτάθηκε και επαναβεβαιώθηκε από το Συμβούλιο Ειρήνης και Ασφάλειας της Αφρικανικής Ένωσης στον Ιούνιο 2006.

Η Ειρηνευτική Συμφωνία του Νταρφούρ υπογράφηκε στις 5 Μαΐου 2006 από την κυβέρνηση του Σουδάν και μία από τις φατρίες του ανταρτικού Απελευθερωτικού Στρατού του Σουδάν (SLA), υπό την ηγεσία του Μίνι Μινάουι (της εθνότητας Ζαγάουα). ’λλες φατρίες του SLA, περιλαμβανομένης της ομάδας που υποστηρίζεται από την πλειονότητα της εθνότητας Φουρ, που είναι η πολυπληθέστερη εθνότητα στο Νταρφούρ, καθώς και το Κίνημα Δικαιοσύνης και Ισότητας (JEM), δεν υπέγραψαν τη Συμφωνία. Κατά το τελευταίο τρίμηνο οι ένοπλες ομάδες έχουν διαιρεθεί σε φατρίες και συμμαχίες που υποστηρίζουν ή αντιτίθενται στη Συμφωνία και έχουν έρθει σε σύγκρουση μεταξύ τους και με την κυβέρνηση του Σουδάν και τις πολιτοφυλακές των Τζαντζαουίντ.

Στην έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 28 Ιουλίου 2006, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν συνιστά τη σύσταση ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στο Νταρφούρ με την εντολή να προστατεύσει τους αμάχους, καθώς και την ενίσχυση του ΟΗΕ για να βελτιωθούν οι ικανότητες της AMIS κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρι την αποστολή μιας τέτοιας δύναμης του ΟΗΕ.

Σε Ανοικτή Επιστολή της προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, στις 4 Αυγούστου 2006, η Διεθνής Αμνηστία κάλεσε τον ΟΗΕ να αποστείλει δύναμη, η οποία να μπορεί, μεταξύ άλλων:

- να παράσχει ασφάλεια σε όσους βρίσκονται σε καταυλισμούς, κωμοπόλεις και χωριά,

- να διασφαλίσει την ασφαλή και οικειοθελή υποβοηθούμενη επιστροφή των εκτοπισμένων και των προσφύγων,

- να επιτηρήσει και να επαληθεύσει ενεργά τον αφοπλισμό των Τζαντζαουίντ.

Η ανάγκη άμεσων ενεργειών για τον περιορισμό των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Νταρφούρ αναδεικνύεται επίσης από την εξάπλωση αυτής της σύγκρουσης στο ανατολικό Τσαντ, όπου η Διεθνής Αμνηστία τεκμηρίωσε πρόσφατα φόνους και εξαναγκασμένους εκτοπισμούς αμάχων από τους Τζαντζαουίντ (βλ . Chad: Sowing the seeds of Darfur, http://web.amnesty.org/library/index/engafr200062006)