ΒΟΣΝΙΑ-ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ: ΕΚΤΕΝΕΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2006, 00:00Εκτύπωση

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
27 Ιανουαρίου 2006
«Κατά τον πόλεμο θέλαμε να κρατήσουμε το εργοστάσιο ανοιχτό, παρ' όλο που του έριχναν οβίδες. Όμως τότε [η διοίκηση της Αλουμινίγιε] μας απέλυσε, επειδή ήμαστε Σέρβοι ή Μουσουλμάνοι».

Νεμπόισα Σπάγιτς, πρώην εργαζόμενος του εργοστασίου Αλουμινίγιε

«Αυτό δεν ήταν πόλεμος, ήταν εξόντωση των Μουσουλμάνων. Αυτή εδώ δεν είναι σαν οποιαδήποτε άλλη νεκρή πόλη μεταλλωρύχων, νεκρώθηκε λόγω των διακρίσεων».

Μπέισα Χατζιμπαϊράμοβιτς, πρώην εργαζόμενος των ορυχείων Λιουμπίγια

Οι διακρίσεις στην απασχόληση συνεχίζουν να αποτελούν ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια για την επιστροφή των προσφύγων και των εκτοπισμένων στα σπίτια τους στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπως δήλωσε η Διεθνής Αμνηστία.

«Δέκα χρόνια μετά την υπογραφή της ειρηνευτικής συμφωνίας του Ντέιτον, οι αρχές της Ομοσπονδίας Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα, των δύο κρατιδίων, έχουν παραλείψει να αντιμετωπίσουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εργαζομένων», δήλωσε ο Όμερ Φίσερ, ερευνητής της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Στην νέα της έκθεση, με τίτλο «Βοσνία-Ερζεγοβίνη - Πίσω από κλειστές πύλες: Διακρίσεις λόγω εθνότητας στην απασχόληση», η Διεθνής Αμνηστία αναδεικνύει τις συνεχιζόμενες διακρίσεις εναντίον εργαζομένων από μειονοτικές εθνότητες, μεταξύ άλλων στην ίση πρόσβαση στην απασχόληση, στην αποζημίωση και σε άλλες μορφές επανόρθωσης για τις άδικες απολύσεις.

Ο πόλεμος 1992-1995 μεταξύ των τριών κυριότερων εθνοτήτων της σημερινής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, των Βοσνιακών (Βοσνίων Μουσουλμάνων), των Σερβοβοσνίων και των Κροατοβοσνίων, στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, ενώ έδιωξε από τα σπίτια τους εκατομμύρια άλλους. Δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι σε αυτά τα εδάφη υπέστησαν δυσμενείς διακρίσεις και απολύθηκαν άδικα λόγω της εθνότητάς τους. Οι απολύσεις για λόγους διακρίσεων ήταν σε πολλές περιπτώσεις το πρώτο στάδιο επιθετικών εκστρατειών εθνοκάθαρσης, οι οποίες περιλάμβαναν φόνους, αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών και απελάσεις.

Η Συμφωνία του Ντέιτον, και συγκεκριμένα το Παράρτημα 7 για τους πρόσφυγες και τους εκτοπισμένους, αναγνώρισε ρητά το δικαίωμα επιστροφής, τόσο ως μέσο επανόρθωσης των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγω παράνομων μετακινήσεων πληθυσμών ή απελάσεων, όσο και ως μέσο για να αναστραφούν οι επιπτώσεις της «εθνοκάθαρσης». Στα δέκα χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, έχουν επιστρέψει στα σπίτια τους περίπου οι μισοί από τα δύο εκατομμύρια ανθρώπους που εκτοπίστηκαν από τη σύγκρουση.

«Όταν τα μέλη των μειονοτήτων επιστρέφουν στα σπίτια τους, συχνά είναι αναγκασμένα να αγωνιστούν για να υπερκεράσουν επίμονες και ενδημικές διακρίσεις στην πρόσβαση στην απασχόληση», επισήμανε ο Όμερ Φίσερ.

«Χωρίς απασχόληση, πολλοί από εκείνους που επιστρέφουν δεν είναι σε θέση να διασφαλίσουν ή να διατηρήσουν επαρκές βιοτικό επίπεδο και, αντιμέτωποι με την εξαθλίωση, πολλοί είτε αποφασίζουν να επιστρέψουν στον τόπο του εκτοπισμού τους, είτε μετακινούνται εκεί καθημερινά για να συνεχίσουν να εργάζονται. ’λλοι μεταναστεύουν αναζητώντας εργασία».

Το δικαίωμα να είναι κανείς ελεύθερος από διακρίσεις, μεταξύ άλλων στην απόλαυση του δικαιώματος στην εργασία, είναι κατοχυρωμένο σε διάφορα διεθνή θεσμικά κείμενα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στα οποία μετέχει η Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι νόμοι περί απασχόλησης της Ομοσπονδίας Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα απαγορεύουν τις διακρίσεις στην απασχόληση. Περιέχουν επίσης διατάξεις που παρέχουν αποζημίωση στα θύματα απολύσεων για λόγους διακρίσεων. Εντούτοις, οι διατάξεις αυτού του είδους παραμένουν ανεπαρκείς. Ανάμεσα σε άλλα προβλήματα, αυτές οι νομικές διατάξεις δεν ισχύουν για όλους τους εργαζομένους που έχασαν τη δουλειά τους λόγω διακρίσεων, ενώ η αποζημίωση, όταν επιδικάζεται, είναι έκδηλα ανεπαρκής και θεωρείται γενικά «συμβολική». Εξ ίσου σημαντικό, μηχανισμοί για την εξέταση των αιτήσεων πρώην εργαζομένων και για την επιδίκαση αποζημίωσης δεν υπάρχουν ή είναι υπερβολικά περιορισμένοι. Στη συντριπτική τους πλειονότητα οι αιτήσεις παραμένουν εκκρεμείς.

Στις περιπτώσεις εκείνες όπου εργαζόμενοι απολύθηκαν άδικα λόγω εθνότητας από εταιρείες κρατικής ιδιοκτησίας, το κράτος παρέλειψε να σεβαστεί την αρχή της μη διάκρισης στην απόλαυση του δικαιώματος στην εργασία. Στις περιπτώσεις όπου απολύθηκαν από ιδιωτικές εταιρείες, το κράτος παρέλειψε να προστατεύσει τους εργαζομένους από τις διακρίσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν με τρόπο που συνιστά διάκριση, δικαιούνται πλήρη επανόρθωση για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπέστησαν.

Παραδείγματα περιπτώσεων

Εργοστάσιο αλουμινίου Αλουμινίγιε στο Μόσταρ (Ομοσπονδία Βοσνίας-Ερζεγοβίνης)

Πριν τον πόλεμο, η Αλουμινίγιε ήταν μία από τις μεγαλύτερες κρατικές επιχειρήσεις τη Γιουγκοσλαβία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν, εργαζόμενοι που δεν ήταν Κροάτες απολύθηκαν άδικα λόγω της εθνότητάς τους. Στη διχασμένη πόλη του Μόσταρ, η Αλουμινίγιε έχει ακολουθήσει πολιτική εθνοτικών διακρίσεων, οι συνέπειες της οποίας παραμένουν αισθητές και στοιχεία της οποίας συνεχίζουν να εφαρμόζονται. Η Αλουμινίγιε, που ήταν μια εταιρεία με σημαντικό αριθμό εργαζομένων από κάθε μία από τις τρεις κυριότερες κοινότητες, έχει μεταβληθεί σε μια εταιρεία με εργαζομένους στη συντριπτική πλειονότητα Κροάτες.

Ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος Λιουμπίγια κοντά στο Πρίγεντορ (Ρεπούμπλικα Σέρπσκα)

Στην αρχή του πολέμου αυτή η κρατική, τότε, επιχείρηση πέρασε στον έλεγχο των τοπικών σερβοβοσνιακών ντε φάκτο αρχών. Η νέα διοίκηση των ορυχείων Λιουμπίγια εφάρμοσε συστηματικές διακρίσεις εναντίον τουλάχιστον 2.000 μη Σέρβων εργαζομένων, απολύοντάς τους μαζικά, αποκλειστικά και μόνο λόγω της εθνότητάς τους. Χιλιάδες Βοσνιακοί και Κροατοβόσνιοι στην περιοχή, μεταξύ των οποίων αναφέρεται ότι συγκαταλέγονταν πρώην εργαζόμενοι στα ορυχεία, μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο κράτησης Ομάρσκα, που δημιουργήθηκε στο συγκρότημα των ορυχείων Λιουμπίγια. Στην Ομάρσκα διαπράχθηκαν βασανιστήρια και μαζικοί φόνοι. Οι άδικα απολυμένοι εργαζόμενοι της Λιουμπίγια δεν επαναφέρθηκαν στην εργασία τους, ούτε έλαβαν άλλου είδους επανόρθωση. Το 2004, η διεθνής εταιρεία LNM Holdings (τμήμα πλέον της Mittal Steel) υπέγραψε συμφωνία κοινοπραξίας για την ίδρυση νέας εταιρείας, των Νέων Ορυχείων Λιουμπίγια, 51% της οποίας ανήκει στον ξένο επενδυτή.

Γενικές πληροφορίες

Η Γενική Συμφωνία-Πλαίσιο για την Ειρήνη στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (Συμφωνία του Ντέιτον) εγκαθίδρυσε δύο ημιαυτόνομες οντότητες στη χώρα, την Ομοσπονδία Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και τη Ρεπούμπλικα Σέρπσκα, που αποτελούν το κράτος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Από το τέλος του πολέμου και μετά, η διεθνής κοινότητα συνεχίζει να ασκεί σημαντική επιρροή στην πολιτική διαδικασία στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ως μέρος της μη στρατιωτικής εφαρμογής της Συμφωνίας του Ντέιτον, της οποίας ηγείται ένας Ύπατος Εκπρόσωπος με λίαν εκτεταμένες εξουσίες.

Βλ. το πλήρες κείμενο της έκθεσης «Βοσνία-Ερζεγοβίνη: Πίσω από κλειστές πύλες: Διακρίσεις για λόγους εθνότητας στην απασχόληση» (AI Index: EUR 63/001/2006) http://web.amnesty.org/library/index/engeur630012006