Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝA ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜAΤΩΝ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΣΕΞ

Δημοσιεύθηκε στις 26 Μαΐου 2016, 14:47Εκτύπωση

«Αν ο πελάτης είναι κακός, πρέπει να το διαχειριστείς μόνη σου μέχρι τέλους. Καλείς την αστυνομία μόνο σε περίπτωση που νομίζεις ότι πρόκειται να πεθάνεις. Αν όμως καλέσεις την αστυνομία, χάνεις τα πάντα», εργαζόμενη του σεξ, Νορβηγία

Η Διεθνής Αμνηστία δημοσιεύει σήμερα την πολιτική της σχετικά με τη προστασία των εργαζομένων του σεξ από παραβιάσεις και καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, καθώς επίσης και τέσσερις εκθέσεις έρευνας σχετικά με το θέμα στην Παπούα Νέα Γουινέα, το Χονγκ Κονγκ, τη Νορβηγία και την Αργεντινή.

Οι εργαζόμενοι/ες του σεξ διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να υποστούν πληθώρα παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, όπως βιασμό, βία, εκβιασμό και διακρίσεις.

Tawanda  Mutasah, Γενικός Διευθυντής Δικαίου και Πολιτικής της Διεθνούς Αμνηστίας

«Πολύ συχνά οι εργαζόμενοι/ες του σεξ λαμβάνουν καθόλου ή ελάχιστη έννομη προστασία ή έχουν στη διάθεσή τους μηδαμινά ή ελάχιστα μέσα αποκατάστασης​Η πολιτική μας περιγράφει τα επιπλέον μέτρα που οι κυβερνήσεις οφείλουν να λάβουν για να προστατεύσουν τους ανθρώπους που είναι εργαζόμενοι του σεξ από παραβιάσεις και κακοποίηση. Η έρευνά μας υπογραμμίζει τις μαρτυρίες τους και τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν», δήλωσε ο Tawanda  Mutasah, Γενικός Διευθυντής Δικαίου και Πολιτικής της Διεθνούς Αμνηστίας.

Η Πολιτική

Η πολιτική της Διεθνούς Αμνηστίας είναι το αποτέλεσμα εκτενούς, παγκόσμιας διαβούλευσης, προσεκτικής εξέτασης ουσιαστικών αποδεικτικών στοιχείων και διεθνών προτύπων ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και πρωτογενούς έρευνας που διήρκησε περισσότερο από δυο χρόνια.

Η επίσημη υιοθέτηση και δημοσίευσή της είναι απόρροια μιας δημοκρατικής απόφασης του παγκόσμιου κινήματος της Διεθνούς Αμνηστίας του Αυγούστου του 2015, η οποία είχε λάβει τότε μεγάλες διαστάσεις.

Η πολιτική απευθύνει επανειλημμένες εκκλήσεις στις κυβερνήσεις να διασφαλίσουν προστασία από τη βία, την εκμετάλλευση και τον εξαναγκασμό, τη συμμετοχή των εργαζόμενων του σεξ στη θέσπιση των νόμων που επηρεάζουν τις ζωές και την ασφάλειά τους, ένα τέλος στις διακρίσεις, πρόσβαση στην εκπαίδευση καθώς και ευκαιρίες εργασίας για όλους.

Προτείνει την αποποινικοποίηση της συναινετικής σεξουαλικής εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των νόμων που απαγορεύουν σχετικές δραστηριότητες – όπως τις απαγορεύσεις στην αγορά, τη ζήτηση και τη γενικότερη οργάνωση της σεξουαλικής εργασίας. Η εν λόγω πρόταση βασίζεται σε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι αυτοί οι νόμοι καθιστούν συχνά τους εργαζόμενους του σεξ λιγότερο ασφαλείς, ενώ παρέχουν ατιμωρησία στους θύτες, με τους εργαζόμενους του σεξ πολύ συχνά να μην καταγγέλλουν στην αστυνομία τα εγκλήματα που έχουν υποστεί από φόβο μήπως τιμωρηθούν. Οι νόμοι σχετικά με τη σεξουαλική εργασία θα πρέπει να εστιάζουν στην προστασία των ατόμων από την εκμετάλλευση και την κακοποίηση, αντί να προσπαθούν να καταργήσουν συνολικά την εργασία του σεξ και να τιμωρούν ποινικά τους εργαζόμενους.

Η πολιτική ενισχύει τη θέση της Διεθνούς Αμνηστίας ότι η αναγκαστική εργασία, η σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών και η εμπορία ανθρώπων συνιστούν απεχθείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απαιτούν συντονισμένη δράση και οι οποίες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, θα πρέπει να ποινικοποιούνται σε όλα τα κράτη.

Θέλουμε οι νόμοι να εστιάζουν στο να κάνουν ασφαλέστερη τη ζωή των εργαζομένων του σεξ και να βελτιώσουν τη σχέση τους με την αστυνομία και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζουν το πραγματικό ζήτημα της εκμετάλλευσης καθαυτό

Tawanda Mutasah

«Θέλουμε οι κυβερνήσεις να διασφαλίσουν ότι κανείς δεν θα εξαναγκάζεται να πουλήσει σεξ ή όποιος/α το θελήσει θα μπορεί να εγκαταλείψει το επάγγελμα αυτό», δήλωσε o Tawanda Mutasah.

Έρευνα

Εκτενής έρευνα – η οποία περιλαμβάνει τέσσερις εκθέσεις γεωγραφικά προσδιορισμένες που δημοσιεύονται ταυτόχρονα με την πολιτική της Διεθνούς Αμνηστίας σήμερα –, καταδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι του σεξ, είναι συχνά αντιμέτωποι με τρομερές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό εν μέρει οφείλεται στην ποινικοποίηση, η οποία τους θέτει σε περαιτέρω κίνδυνο, τους περιθωριοποιεί και εμποδίζει τη δυνατότητά τους να αναζητήσουν προστασία από τη βία σε νομικές και κοινωνικές υπηρεσίες.

«Εργαζόμενοι/ες του σεξ μας είπαν πώς η ποινικοποίηση επιτρέπει στην αστυνομία να τους παρενοχλεί και να μη δίνει προτεραιότητα στις καταγγελίες και την ασφάλεια τους», είπε o Tawanda Mutasah.

Αντί να εστιάζουν στο πώς θα προστατεύσουν τους εργαζόμενους του σεξ από τη βία και το έγκλημα, τα όργανα επιβολής του νόμου, σε πολλές χώρες, εστιάζουν στο πώς θα απαγορεύσουν την εργασία του σεξ μέσα από την παρακολούθηση, την παρενόχληση και τις εφόδους.

Η έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας καταδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι του σεξ συχνά λαμβάνουν καθόλου ή ελάχιστη έννομη προστασία από κακοποίηση ή έχουν στη διάθεσή τους μηδαμινά ή καθόλου μέσα αποκατάστασης, ακόμα και σε κράτη όπου η πώληση του σεξ είναι νόμιμη.

Παπούα Νέα Γουινέα

Στην Παπούα Νέα Γουινέα είναι παράνομο να ζει κανείς από τα έσοδα της σεξουαλικής εργασίας και να δραστηριοποιείται στο εμπόριο του σεξ. Η ομοφυλοφιλία συνιστά επίσης ποινικό αδίκημα και αποτελεί την κύρια βάση για τη δίωξη των ανδρών εργαζομένων του σεξ.

Σύμφωνα με την έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας οι ποινικοί αυτοί νόμοι επιτρέπουν στην αστυνομία να απειλεί, να εκβιάζει και να φυλακίζει αυθαίρετα εργαζόμενους του σεξ.

Οι εργαζόμενοι του σεξ στην Παπούα Νέα Γουινέα, υποφέρουν από υψηλά επίπεδα κοινωνικού στίγματος, διακρίσεις και βία, συμπεριλαμβανομένων βιασμών και δολοφονιών. Σύμφωνα με μια έρευνα που διεξήχθη το 2010 από ακαδημαϊκούς ερευνητές, σε διάστημα 6 μηνών, στην πρωτεύουσα της Παπούα Νέα Γουινέα, το Port Moresby, το 50% των εργαζομένων του σεξ είχαν βιαστεί από τους πελάτες ή από την αστυνομία.

Η Διεθνής Αμνηστία άκουσε οδυνηρές μαρτυρίες από αυτούς που είχαν υποστεί βιασμό ή σεξουαλική κακοποίηση από την αστυνομία, τους πελάτες ή άλλους, αλλά φοβόντουσαν να το αναφέρουν καθώς οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους «παράνομους».

Η Mona, μια άστεγη εργαζόμενη του σεξ, αφηγήθηκε στη Διεθνή Αμνηστία: «Η αστυνομία, άρχισε να χτυπάει τον φίλο μου [έναν πελάτη] και μένα... Έξι αστυνομικοί έκαναν σεξ μαζί μου ο ένας μετά τον άλλο. Ήταν οπλισμένοι, οπότε έπρεπε να υπακούσω. Δεν έχω καμία υποστήριξη ώστε να πάω στο δικαστήριο και να τους καταγγείλω. Ήταν τόσο οδυνηρό για εμένα, αλλά στο τέλος το άφησα πίσω. Αν απευθυνθώ στο νόμο, δεν μπορώ να λάβω βοήθεια καθώς η σεξουαλική εργασία είναι παράνομη στην ΠΝΓ».

Η αστυνομία στην Παπούα Νέα Γουινέα, έχει χρησιμοποιήσει προφυλακτικά ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον των εργαζομένων του σεξ, οι οποίοι συχνά στιγματίζονται και κατηγορούνται ότι μεταδίδουν ασθένειες. Αυτό αποθαρρύνει πολλούς εργαζόμενους του σεξ να αναζητήσουν πληροφόρηση και υπηρεσίες σχετικά με το σεξ και την αναπαραγωγική υγεία, συμπεριλαμβανομένου του AIDS/HIV.

Η Mary, μια εργαζόμενη του σεξ, εξηγεί: «Όταν η αστυνομία μας πιάνει ή μας κρατάει, αν βρουν πολλά προφυλακτικά επάνω μας, μας χτυπούν και λένε ότι εμείς προάγουμε το σεξ ή ότι εμείς ευθυνόμαστε για τη διάδοση ασθενειών όπως ο ιός HIV. Η αστυνομία μας ζητάει χρήματα, μας απειλεί ή μας λέει δώστε μας αυτό το ποσό. Τους το δίνουμε καθώς φοβόμαστε ότι θα μας ξαναχτυπήσουν εάν δεν τους το δώσουμε».

Χονγκ Κονγκ

Στο Χονγκ Κονγκ, η πώληση του σεξ δεν είναι παράνομη υπό την προϋπόθεση ότι ένα άτομο ασκεί το επάγγελμα μέσα σε ένα ιδιωτικό διαμέρισμα. Ωστόσο, η παροχή εργασίας μεμονωμένα καθιστά τους εργαζομένους του σεξ ευάλωτους διατρέχοντας τον κίνδυνο ληστείας, σωματικής επίθεσης και βιασμού.

Ποτέ δεν έχω αναφέρει κανένα έγκλημα, όπως βιασμό, γιατί φοβάμαι ότι θα με κατηγορούσαν για πορνεία

Queen, εργαζόμενη του σεξ 

Οι εργαζόμενοι του σεξ στο Χονγκ Κονγκ όχι μόνο δεν λαμβάνουν την ελάχιστη προστασία από την αστυνομία, αλλά μερικές φορές γίνονται στόχος της σκόπιμα.

Η έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας δείχνει ότι οι αστυνομικοί συχνά προβαίνουν σε κατάχρηση της εξουσίας τους για να συλλάβουν και να τιμωρήσουν τους εργαζομένους του σεξ με παγίδευση, εκβιασμό και εξαναγκασμό. Η μυστική αστυνομία επιτρέπεται να λαμβάνει ορισμένες σεξουαλικές υπηρεσίες από τους εργαζομένους του σεξ εν ώρα υπηρεσίας ώστε να εξασφαλίσει αποδεικτικά στοιχεία. Η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε επίσης περιπτώσεις όπου η αστυνομία ή άτομα που ισχυρίζονταν ότι είναι αστυνομικοί, έλεγαν στους εργαζομένους του σεξ ότι θα μπορούσαν να αποφύγουν νομικές κυρώσεις προσφέροντάς τους χρήματα ή «δωρεάν» σεξ.

Οι διεμφυλικοί εργαζόμενοι του σεξ υπόκεινται συχνά σε πρακτικές ιδιαίτερης κατάχρησης από την αστυνομία, όπως αδιάκριτο και ταπεινωτικό πλήρη σωματικό έλεγχο από άνδρες αστυνομικούς σε διεμφυλικές γυναίκες.

«Υπάρχουν σεξουαλικές χειρονομίες και πολύς χλευασμός», ανέφερε ένας δικηγόρος ο οποίος έχει εκπροσωπήσει διεμφυλικούς εργαζόμενους του σεξ στο Χονγκ Κονγκ.

Μετά τη σύλληψή τους, οι διεμφυλικές γυναίκες εργαζόμενες του σεξ κινδυνεύουν να σταλούν σε κέντρα κράτησης αρρένων και σε ειδικές μονάδες για κρατουμένους με ψυχικές ασθένειες.

Νορβηγία

Στη Νορβηγία, η αγορά του σεξ είναι παράνομη, αλλά η άμεση πράξη πώλησης του σεξ δεν είναι. Άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την εργασία του σεξ ποινικοποιούνται, συμπεριλαμβανομένης της «προώθησης της πορνείας» και της λειτουργίας χώρων για πώληση σεξ.

Παρά τα υψηλά επίπεδα βιασμών και βίας από  πελάτες και οργανωμένες συμμορίες, οι εργαζόμενοι του σεξ δείχνουν μεγάλη ανοχή μέχρι να αναφέρουν τη βία στην αστυνομία.

Η Διεθνής Αμνηστία πληροφορήθηκε ότι κάποιοι εργαζόμενοι του σεξ που έχουν αναφέρει περιστατικά βίας στην αστυνομία της Νορβηγίας έχουν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους ή έχουν απελαθεί επειδή απευθύνθηκαν στην αστυνομία.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Νορβηγίας, οι εργαζόμενοι του σεξ διατρέχουν κίνδυνο αναγκαστικών εξώσεων, καθώς οι ιδιοκτήτες μπορεί να κατηγορηθούν για ενοικίαση ακινήτου σε αυτούς εάν στο χώρο αυτό πωλείται σεξ.

Εκπρόσωπος μιας νορβηγικής οργάνωσης για τα δικαιώματα των εργαζομένων του σεξ εξήγησε: «Αν οι ιδιοκτήτες δεν κάνουν έξωση, η αστυνομία θα κινήσει ποινική διαδικασία εναντίον τους... Η αστυνομία ενθαρρύνει τους ιδιοκτήτες να πάρουν το νόμο στα χέρια τους και να τον εφαρμόσουν οι ίδιοι».

Επιπλέον, οι άνθρωποι που ασκούν σεξουαλική εργασία δεν μπορούν να εργάζονται μαζί για ασφάλεια ή να μισθώσουν προστασία τρίτων καθώς αυτό πιθανόν να χαρακτηριζόταν ως «προώθηση της πορνείας» σύμφωνα με το νόμο.

Μπουένος Άιρες, Αργεντινή

Επισήμως η αγοραπωλησία του σεξ στο Μπουένος Άιρες δεν είναι παράνομη. Στην πράξη, ωστόσο, οι εργαζόμενοι του σεξ καθίστανται παράνομοι μέσα από ένα φάσμα νόμων που τιμωρεί σχετικές δραστηριότητες και που αποτυγχάνει να διακρίνει τη συναινετική σεξουαλική εργασία από το εμπόριο λευκής σαρκός.

Η έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας έδειξε ότι οι εργαζόμενοι του σεξ στο Μπουένος Άιρες ανέφεραν μεγάλα όρια ανοχής μέχρι να καταγγείλουν περιστατικά βίας στην αστυνομία.

«Εκείνος [ένας πελάτης] με πλήρωσε κι όταν πήγα να βγω από το αυτοκίνητο, με άρπαξε από τον λαιμό και με τραυμάτισε με μαχαίρι. Του έδωσα όλα τα χρήματα που είχα και το κινητό μου και με άφησε να φύγω», είπε στη Διεθνή Αμνηστία η Laura, μια εργαζόμενη του σεξ που ασκεί το επάγγελμα στο δρόμο.

Είπε πως δεν ανέφερε αυτό το περιστατικό βίας ή κλοπής στην αστυνομία γιατί ένιωθε ότι θα ήταν χάσιμο χρόνου.

Δεν θα με ακούσουν στην αστυνομία γιατί είμαι εργαζόμενη του δρόμου

Laura, μια εργαζόμενη του σεξ που ασκεί το επάγγελμα στο δρόμο

 

Η αστυνομία σταματάει συχνά αυθαίρετα εργαζόμενους του σεξ, κάποιοι εκ των οποίων υπόκεινται σε συνεχή πρόστιμα και επιτήρηση. Είναι παράνομο για την αστυνομία και τους εισαγγελείς στο Μπουένος Άιρες να λάβουν υπόψη την εμφάνιση, το ντύσιμο ή τη συμπεριφορά ενός ατόμου όταν επιβάλλουν το νόμο που ποινικοποιεί τις επικοινωνίες γύρω από την σεξουαλική εργασία στο δημόσιο χώρο. Ωστόσο, αυτός ο τύπος της κατηγοριοποίησης βάσει προφίλ συμβαίνει συχνά - με την αστυνομία να στοχοποιεί ιδιαίτερα τις διεμφυλικές  εργαζόμενες του σεξ στις επιχειρήσεις της.

Παράλληλα οι εργαζόμενοι του σεξ που ασκούν το επάγγελμα μέσα σε ιδιωτικό χώρο, υπόκεινται συχνά σε βίαιες και χρονοβόρες επιθεωρήσεις και εφόδους της αστυνομίας στο Μπουένος Άιρες, καθώς και σε εκβιασμό και δωροδοκίες.

Οι εργαζόμενοι του σεξ στο Μπουένος Άιρες ανέφεραν επίσης δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, συμπεριλαμβανομένου του ιδιαίτερα έντονου στίγματος και των διακρίσεων.

«Δεν είχαμε καμία ουσιαστική πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, γιατί κάθε φορά που πηγαίναμε στα νοσοκομεία μας κορόιδευαν ή ήμασταν οι τελευταίοι που θα εξέταζαν οι γιατροί», είπε στη Διεθνή Αμνηστία πρώην εργαζόμενη του σεξ που είναι διεμφυλική.

Η Διεθνής Αμνηστία διαπίστωσε ότι αυτό έχει οδηγήσει κάποιους εργαζομένους του σεξ να αποφεύγουν εντελώς τις υπηρεσίες.

Σε πάρα πολλά μέρη σε όλο τον κόσμο οι εργαζόμενοι του σεξ παραμένουν χωρίς έννομη προστασία και αντιμετωπίζουν βαριές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με κανένα τρόπο. 

Tawanda Mutasah

«Οι κυβερνήσεις πρέπει να δράσουν για να προστατεύσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων του σεξ. Η αποποινικοποίηση είναι μόνο ένα από τα πολλά απαραίτητα βήματα που οι κυβερνήσεις μπορούν να κάνουν για να εξασφαλίσουν την προστασία από τη βία, την εκμετάλλευση και τον εξαναγκασμό», δήλωσε ο Tawanda Mutasah.

Σημειώσεις για τους συντάκτες

1. Ένα ενημερωτικό έγγραφο που συνοψίζει την πολιτική και τις τέσσερις ερευνητικές εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας μπορείτε να βρείτε εδώ.

2. Δείτε αναλυτικά τις ερευνητικές εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας για την Παπούα Νέα Γουινέα, το Χονγκ Κονγκ, τη Νορβηγία, και την Αργεντινή.

3. Την πολιτική της Διεθνούς Αμνηστίας σχετικά με την προστασία των εργαζομένων του σεξ μπορείτε να βρείτε εδώ. Καλεί τις κυβερνήσεις να διασφαλίσουν:

  • Την πρόσβαση όλων των ατόμων στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματά τους, καθώς και σε επιλογές στην εκπαίδευση και την απασχόληση.
  • Την αντιμετώπιση των επιβλαβών στερεοτύπων λόγω φύλου και κάθε μορφής διακρίσεων και διαρθρωτικών ανισοτήτων που μπορούν να οδηγήσουν κάποιες περιθωριοποιημένες ομάδες σε δυσανάλογους αριθμούς να πωλούν σεξ.
  • Έναν επαναπροσανατολισμό της νομοθεσίας της σχετικής με τη σεξουαλική εργασία από κάθε είδους αδικήματα που ποινικοποιούν τις περισσότερες ή όλες τις πτυχές της σεξουαλικής εργασίας προς μια νομοθεσία που παρέχει προστασία από τον εξαναγκασμό – συμπεριλαμβανομένων της εμπορίας ανθρώπων, πράξεων εκμετάλλευσης και κακοποίησης – και που προλαμβάνει την εμπλοκή των παιδιών στο εμπόριο του σεξ.
  • Την κατάργηση της ποινικών και άλλων τιμωρητικών ρυθμίσεων της συναινετικής σεξουαλικής εργασίας μεταξύ ενηλίκων που ενισχύουν την περιθωριοποίηση, το στίγμα και τις διακρίσεις και που ενδέχεται να στερήσουν από τους/τις εργαζόμενους του σεξ την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σύμφωνα με τον νόμο.
  • Τη συμμετοχή των εργαζομένων του σεξ στην ανάπτυξη νόμων και πολιτικών που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή και την ασφάλειά τους .
  • Αποτελεσματικά πλαίσια που επιτρέπουν στους ανθρώπους να διακόψουν τη σεξουαλική εργασία εάν και όποτε το επιλέξουν.
  • Την ισότιμη πρόσβαση των εργαζομένων του σεξ στη δικαιοσύνη, στην υγειονομική περίθαλψη και σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και ίση προστασία ενώπιον του νόμου.

4. Η διαδικασία της διαβούλευσης της πολιτικής ενισχύθηκε από την υπάρχουσα έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία τονίζει τις παραβιάσεις και την κακομεταχείριση σε βάρος των εργαζομένων του σεξ και η οποία περιλαμβάνει:

  • Την έκθεσή μας του 2010 για τη Βία κατά των Γυναικών στην Ουγκάντα όπου δώσαμε έμφαση στις περιπτώσεις των γυναικών οι οποίες επειδή πουλούσαν σεξ, θεωρούνταν ότι «πήγαιναν γυρεύοντας για αυτό» ή ότι «μία πόρνη δεν μπορεί να βιαστεί».
  • Τη δημόσια δήλωσή μας του 2012 με την οποία καλούσαμε την Ελλάδα να σταματήσει την ποινικοποίηση και τον στιγματισμό γυναικών φερόμενων ως εργαζομένων του σεξ οι οποίες βρέθηκαν να είναι θετικές στον ιό HIV.
  • Την έκθεσή μας του 2014 σχετικά με τη χρήση βασανιστηρίων στη Νιγηρία και το πώς οι εργαζόμενοι του σεξ βρίσκονταν ιδιαίτερα στο στόχαστρο της αστυνομίας με δωροδοκίες και βιασμούς.
  • Την Επείγουσα Έκκληση μας του 2014 σχετικά με τη στοχοποίηση και τις δολοφονίες των εργαζομένων του σεξ στην Ονδούρα.
  • Την Επείγουσα Έκκλησή μας του 2014 αναφορικά με την έξωση και την κακοποίηση των εργαζομένων του σεξ από την αστυνομία στη Βραζιλία.
  • Την έκθεσή μας του 2015 για την Τυνησία που περιέγραφε λεπτομερώς πώς οι εργαζόμενοι/ες του σεξ είναι ευάλωτοι στη σεξουαλική εκμετάλλευση, τις απειλές και τον εκβιασμό κατά κύριο λόγο από την αστυνομία.

5. Η Διεθνής Αμνηστία συντάσσεται με μια μεγάλη ομάδα οργανώσεων από μια σειρά κλάδων και τομέων εξειδίκευσης που υποστηρίζουν ή καλούν για την αποποινικοποίηση της συναινετικής σεξουαλικής εργασίας. Αυτές περιλαμβάνουν την Παγκόσμια Συμμαχία κατά της Εμπορίας Γυναικών, την Παγκόσμια Επιτροπή για τον HIV και το Νόμο, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το UNAIDS, τον Ειδικό Εισηγητή του ΟΗΕ για το Δικαίωμα στην Υγεία και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. 

6. Χρησιμοποιούμε τον όρο "σεξουαλική εργασία" μόνο για τη συναινετική σεξουαλική επαφή μεταξύ ενηλίκων.