Η ΠΑΡAΝΟΜΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΒΙΑ ΚΑΤA ΤΗ ΔΙAΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΩΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΡAΣΤΕΣ ΝΑ ΛΟΓΟΔΟΤΗΣΟΥΝ

Δημοσιεύθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2014, 16:08Εκτύπωση

Δημόσια Δήλωση

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει τη βαθιά της ανησυχία για τις αναφορές σχετικά με την υπερβολική χρήση βίας και την κακή χρήση των «λιγότερο θανατηφόρων όπλων» κατά διαδηλωτών, την κακομεταχείριση περαστικών και τις επιθέσεις εναντίον φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφων από μέλη των σωμάτων ασφαλείας κατά τη διάρκεια και τη λήξη των διαδηλώσεων στην Αθήνα στις 13 και στις 17 Νοεμβρίου 2014.

Η Διεθνής Αμνηστία μίλησε με επτά διαδηλωτές, ένα φωτορεπόρτερ, ένα δημοσιογράφο και ένα περαστικό που δέχτηκαν αστυνομική βία στις τελευταίες διαδηλώσεις και εξέτασε οπτικοακουστικό υλικό και άρθρα του τύπου για να διαπιστώσει τυχόν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν. Οι πολυάριθμες καταγγελίες για υπερβολική χρήση βίας που ελήφθησαν επιβεβαιώνουν ότι δεν έχει αναληφθεί ουσιαστική δράση από τις ελληνικές αρχές για να αντιμετωπίσουν την κουλτούρα της κακομεταχείρισης και της ατιμωρησίας στην ελληνική αστυνομία.

Η οργάνωση ανησυχεί ιδιαίτερα από τις συνεχιζόμενες επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ που καλύπτουν διαδηλώσεις, οι οποίες, εκτός από τις επιπτώσεις για τα δικαιώματά τους στη σωματική ακεραιότητα και να είναι απαλλαγμένοι από κακομεταχείριση, έχει επιπρόσθετες αρνητικές επιπτώσεις στην ελευθερία της έκφρασης.

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές να θέσουν τέρμα στην υπερβολική χρήση βίας από τα σώματα ασφαλείας και να εξασφαλίσουν πως οι δράστες θα λογοδοτήσουν.

Καταγγελίες για κακομεταχειρίσεις κατά την αστυνόμευση της διαδήλωσης για την επέτειο της φοιτητικής εξέγερσης του 1973

 

Κατά τη διάρκεια της επετειακής διαμαρτυρίας της 17ης Νοεμβρίου στην Αθήνα για την 41η επέτειο της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο κατά της στρατιωτικής χούντας το 1973, τα σώματα ασφαλείας χρησιμοποίησαν υπερβολική βία εναντίον μιας ομάδας ειρηνικών διαδηλωτών στη Βασιλίσσης Σοφίας στο κέντρο της Αθήνας και τους ψέκασαν με χημικές ερεθιστικές ουσίες σε κοντινή απόσταση.

Ένα βίντεο που εμφανίζεται ευρέως στα μέσα ενημέρωσης εμφανίζει, μεταξύ άλλων, έναν αστυνομικό των σωμάτων ασφαλείας να σπρώχνει, χωρίς αφορμή, ένα διαδηλωτή και στη συνέχεια ο διαδηλωτής να τον προκαλεί προφορικά, έναν άλλο αστυνομικό να χτυπά έναν ειρηνικό διαδηλωτής με την ασπίδα του, ο οποίος προσπάθησε να παρέμβει και άλλα μέλη των σωμάτων ασφαλείας να ψεκάζουν διαδηλωτές με χημικές ερεθιστικές ουσίες από πολύ κοντινή απόσταση.

Η Α. μια 17χρονη μαθήτρια που έχει άσθμα, είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι περπατούσε με ένα φίλο της κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης, η οποία ήταν ειρηνική. Στη συνέχεια, άκουσε μια έκρηξη μπροστά τους και αστυνομικούς να ψεκάζουν αυτήν και άλλους διαδηλωτές, οι οποίοι στέκονταν σε ένα πεζοδρόμιο, δύο φορές στο πρόσωπο με χημικές ερεθιστικές ουσίες. Η Α είπε στη Διεθνή Αμνηστία: «Είπα στην αστυνομία ότι δεν αισθανόμουν καλά και ότι έχω άσθμα. Με κοίταξαν και γέλασαν... Αισθανθήκαμε σαν να καιγόμαστε... Ένας άλλος διαδηλωτής μου έσωσε τη ζωή μου, παίρνοντας με από εκεί και πηγαίνοντάς με σε ένα κατάστημα fast food πίσω από το ξενοδοχείο Hilton...». Η Α μεταφέρθηκε από τον πατέρα της, ο οποίος ήταν επίσης στη διαδήλωση, σε ένα κοντινό νοσοκομείο, όπου έλαβε ιατρική θεραπεία για τις αναπνευστικές δυσκολίες της.

Αργότερα εκείνο το βράδυ, η αστυνομία συμπεριλαμβανομένων πολλών αξιωματικών της μονάδας ΔΕΛΤΑ με τις μοτοσικλέτες τους, φέρονται πως κυνήγησαν διαδηλωτές στην περιοχή των Εξαρχείων στο κέντρο της Αθήνας. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που ακολούθησαν, οι μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν από τη Διεθνή Αμνηστία και από τις ειδησεογραφικές αναφορές μιλούν για υπερβολική χρήση βίας κατά των διαδηλωτών και των περαστικών, για κακή χρήση των «λιγότερο θανατηφόρων όπλων, συμπεριλαμβανομένων των χημικών ερεθιστικών ουσιών και χειροβομβίδων κρότου λάμψης, για επιθέσεις κατά δημοσιογράφων και για καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας.

Ο Ν. ένας φοιτητής Εράσμους από τη Γερμανία, περιέγραψε στη Διεθνή Αμνηστία πώς ξυλοκοπήθηκε τυχαία από τα ΜΑΤ στην περιοχή των Εξαρχείων όπου είχε πάει μαζί με κάποιους άλλους φοιτητές για να αγοράσουν φαγητό. Ο Ν. είπε: «όλα ήταν ειρηνικά, αλλά μέσα σε λίγα λεπτά η περιοχή ήταν γεμάτη [από διαδηλωτές και αστυνομία] … Θέλαμε να πάμε στο σπίτι, αλλά οι δρόμοι από τους οποίους συνήθως πηγαίναμε  ήταν κλειστοί από την αστυνομία και φοβόμασταν την αστυνομία γιατί μερικές εβδομάδες πριν τους είχαμε δει να ξυλοκοπούν έναν άνδρα που είχαν συλλάβει. Ψάξαμε για άλλους δρόμους αλλά ήταν και αυτοί  κλειστοί, και ξαφνικά ακούσαμε θορύβους, υπήρχαν κρότοι και λάμψεις. Τρέξαμε προς ένα άλλο δρόμο μέχρι που καταλάβαμε ότι ήταν και αυτός μπλοκαρισμένος από την αστυνομία. Εκεί έχασα τους φίλους μου και στάθηκα σε μια γωνία, ελπίζοντας ότι η αστυνομία δεν θα με έβλεπε. Είδα κάποιους αστυνομικούς ότι με κοίταζαν και  τότε σήκωσα τα χέρια μου για να τους δείξω ότι δεν είχα όπλα. .. Τότε, περίπου 5 με έξι ένστολοι ήρθαν προς το μέρος μου και άρχισαν να με χτυπούν με τα κλομπ τους. Είχα ξαπλώσει στο έδαφος και αυτοί συνέχιζαν  να με χτυπούν, και εγώ ούρλιαζα απ τους πόνους.  Μετά με άφησαν, ήμουν ξαπλωμένος σε εμβρυακή στάση και τότε κάποιοι άλλοι  αστυνομικοί ήρθαν προς το μέρος μου για να με χτυπήσουν ξανά. Δεν είχα όπλα, δεν αποτελούσα απειλή για κανέναν, δεν είχα καλυμμένο το πρόσωπο μου, δεν είπα κάτι ούτε τους προκάλεσα με κάποιο τρόπο.  Αυτό που με εξοργίζει περισσότερο είναι ότι προσπαθούσαν συνεχώς να με χτυπήσουν στο πρόσωπο, θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν προκαλέσει ζημιά στην όραση μου».  Ο Ν. ανέφερε ότι μετά τον ξυλοδαρμό του, ένας άνδρας ήρθε προς το μέρος του για να τον βοηθήσει, και αργότερα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Ο Ν. τραυματίστηκε κυρίως στην περιοχή μεταξύ των ματιών και της μύτης. Λίγες μέρες μετά την επίθεση, ο Ν. είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι συνεχίζει να υποφέρει από πονοκεφάλους.

Επιπλέον, ένα βίντεο που δημοσιεύτηκε ευρέως στα ελληνικά ΜΜΕ δείχνει αστυνομικούς να χτυπούν με τα κλομπ τους έναν άνδρας που εργαζόταν σε ένα περίπτερο στην πλατεία Εξαρχείων, αφότου διαμαρτυρήθηκε ότι οι αστυνομικοί είχαν πάρει κάποια εμφιαλωμένα νερά από το περίπτερο χωρίς να πληρώνουν.

Ο Αντώνης Ντινιακός, δημοσιογράφος από το VICE, είπε στη Διεθνή Αμνηστία αστυνομικοί της ομάδας ΔΕΛΤΑ του επιτέθηκαν στην περιοχή των Εξαρχείων, ενώ κατέγραφε με το κινητό του τηλέφωνο ένα περιστατικό αστυνομικού εκφοβισμού κάποιων ανθρώπων στην περιοχή. Ο δημοσιογράφος συνοδευόταν από το Θανάση Τρομπούκη, αρχισυντάκτη του VICE και το Λευτέρη Βιδέλα, ένα συνάδελφο από την εφημερίδα Έθνος, και είχε πάει στην περιοχή για να καλύψει τις συγκρούσεις μεταξύ της αστυνομίας και των διαδηλωτών. Ο Αντώνης Ντινιακός περιέγραψε ότι κατέγραφε το περιστατικό εκφοβισμού με το κινητό του τηλέφωνο, όταν ένας αστυνομικός της ομάδας ΔΕΛΤΑ του χτύπησε το πόδι του με τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτα του, φαινομενικά με σκοπό να τον εκφοβίσει. Ο δημοσιογράφος ανέφερε ότι, ως αποτέλεσμα του πόνου που ένιωσε ο ίδιος, έσπρωξε με το πόδι του τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτας και διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά εις βάρος του. Στη συνέχεια, περίπου δύο με τρεις αστυνομικοί εγκατέλειψαν τις μοτοσικλέτες τους, έτρεξαν προς το μέρος του και τον έριξαν στο έδαφος. Ο δημοσιογράφος είπε ότι, ενώ τον είχαν σπρώξει στο έδαφος, ενός από τους αστυνομικούς έπεσε πάνω του και τον ακινητοποίησε κρατώντας το λαιμό του με το χέρι του και άρχισε να τον βρίζει. Οι αστυνομικοί άφησαν τον Αντώνη Ντινιακό μόνο του μόνο όταν αυτός και οι δύο συνεργάτες του δήλωσαν ότι ήταν διαπιστευμένοι δημοσιογράφοι. Ο δημοσιογράφος είπε ότι εξακολουθεί να υποφέρει από τον πόνο στο πόδι του και ότι οι γιατροί που τον είδαν στο νοσοκομείο βρήκαν εκδορές στο χέρι του και μώλωπες στην πλάτη του.

Καταγγελίες για κακομεταχειρίσεις κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων ενάντια του κλεισίματος της Νομικής Σχολής

Παρόμοιες αναφορές υπερβολικής χρήσης βίας, κακής χρήσης «λιγότερο θανατηφόρων όπλων» και επιθέσεων εναντίον δημοσιογράφων ελήφθησαν επίσης κατά τη διάρκεια φοιτητικών διαδηλώσεων στις 13 Νοεμβρίου κατά της απόφασης των πανεπιστημιακών αρχών να κλείσουν τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τις ημέρες πριν από την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Η Κωνσταντίνα ήταν ανάμεσα σε μια ομάδα από 30 έως 40 φοιτητών που στέκονταν έξω από την είσοδο της Νομικής Σχολής Αθηνών στην οδό Μασσαλίας περίπου στις οκτώ το πρωί, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για το κλείσιμο του πανεπιστημίου. Είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι, ξαφνικά, τα σώματα ασφαλείας άρχισαν να τους σπρώχνουν με τις ασπίδες τους και να κλωτσούν τους φοιτητές, προκειμένου να τους απομακρύνουν από την οδό Μασσαλίας.

Αργότερα εκείνο το πρωί, προκλήθηκαν σοβαρές βλάβες σε δύο φοιτητές σε αυτό που περιέγραψαν στη Διεθνή Αμνηστία και σε εθνικά μέσα ενημέρωσης ως μια απρόκλητη επίθεση από τα σώματα ασφαλείας σε έναν δρόμο κοντά στη Νομική Σχολή Αθηνών. Ο Γιάννης, ο ένας από τους δύο, είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι δέχτηκε επίθεση από μια μονάδα αστυνομικών από πίσω, ενώ μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο και περπατούσε κατά μήκος ενός δρόμου δίπλα στην Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών κτίριο που βρίσκεται κοντά στη Νομική Σχολή Αθηνών. Ο φοιτητής είπε στη Διεθνή Αμνηστία πώς αστυνομικοί τον χτύπησαν, τον κλώτσησαν και τον πέταξαν στο έδαφος και ότι όταν προσπάθησε να σηκωθεί χτυπήθηκε στο μάτι του με ένα κλομπ. Κάποιοι άλλοι φοιτητές με τους οποίους περπατούσε επίσης ανέφεραν πως χτυπήθηκαν από αστυνομικούς την ίδια στιγμή. Ο Γιάννης ανέφερε ότι υπέστη αμυχές και μώλωπες σε όλο το σώμα του και τραυματίστηκε στο μάτι του, για το οποίο κατέφυγε σε κοντινό Οφθαλμολογικό Νοσοκομείο. Εικόνες από τον τραυματισμό στα μάτια του είχαν δημοσιευθεί ευρέως από τα μέσα ενημέρωσης.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε η Διεθνής Αμνηστία, οι αστυνομικοί έφυγαν χωρίς να παράσχουν ιατρική βοήθεια στους τραυματίες φοιτητές, οι οποίοι στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο από άλλους φοιτητές που είχαν τρέξει να τους βοηθήσουν.

Η Διεθνής Αμνηστία έλαβε αναφορές για περαιτέρω περιστατικά αστυνομικής βίας εναντίον φοιτητών που συμμετείχαν σε μια διαδήλωση, το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου, ενάντια στο κλείσιμο του Πανεπιστημίου και στην αστυνομική βία  γύρω από τη Νομική Σχολή νωρίτερα την ίδια μέρα.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που ελήφθησαν, από ειδησεογραφικές αναφορές και από υποστηρικτικό οπτικοακουστικό υλικό, η επίθεση έλαβε χώρα στο τέλος της διαδρομής της διαδήλωσης των φοιτητών καθώς οι φοιτητές είχαν φτάσει στο Πολυτεχνείο στην οδό Στουρνάρη και προσπάθησαν να ανοίξουν τις κλειδωμένες πόρτες, ώστε να πραγματοποιήσουν συμβούλιο για περαιτέρω ενέργειες σχετικά με το κλείσιμο. Ενώ πολλοί φοιτητές κατάφεραν να εισέλθουν στο πανεπιστήμιο αναζητώντας προστασία, εκείνοι που δεν τα κατάφεραν φέρεται να υπέστησαν ξυλοδαρμό από αστυνομικούς και να ψεκάστηκαν με χημικές ερεθιστικές ουσίες.

Ο Γιάννης Λιάκος, ένας φωτορεπόρτερ που κάλυπτε τη διαμαρτυρία, είπε στη Διεθνή Αμνηστία ότι ένας αστυνομικός τον χτύπησε στο μέτωπο με κλομπ, ενώ έπαιρνε φωτογραφίες από την επίθεση εναντίον των φοιτητών στην είσοδο της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Γιάννης Λιάκος χαρακτήρισε την επίθεση εναντίον των φοιτητών ως απρόκλητη, και εξήγησε ότι οι αστυνομικοί ψέκαζαν τους φοιτητές με χημικά ερεθιστικά από κοντινή απόσταση και άρχισαν να χτυπούν με κλομπ μια ομάδα, κυρίως φοιτητριών. Σύμφωνα με αναφορές στα μέσα ενημέρωσης, περίπου 40 διαδηλωτές αναζήτησαν ιατρική περίθαλψη στο νοσοκομείο μετά την επίθεση εναντίον τους στην οδό Στουρνάρη.

Έρευνες

Η Διεθνής Αμνηστία ενημερώθηκε ότι ξεκίνησαν ποινικές και πειθαρχικές έρευνες για τις προαναφερθείσες επιθέσεις ενάντια σε φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στις 13 και 17 Νοεμβρίου 2014. Η οργάνωση αντιλαμβάνεται επίσης ότι ένας εισαγγελέας στην Αθήνα διέταξε προκαταρκτική ποινική έρευνα για το βίντεο που δείχνει αστυνομικούς να χρησιμοποιούν υπερβολική βία εις βάρος του εργαζομένου σε περίπτερο, ο οποίος διαμαρτυρόταν για την κλοπή εμφιαλωμένου νερού. Για το περιστατικό, έχει επιπρόσθετα παραγγελθεί μια πειθαρχική έρευνα από την ελληνική αστυνομία. Ωστόσο, καμία έρευνα δεν έχει ανακοινωθεί για την αναφερόμενη υπερβολική χρήση βίας εναντίον των φοιτητών και άλλων διαδηλωτών κατά τη διάρκεια αυτών των διαδηλώσεων.

Συστάσεις

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές:

Να διεξάγουν μια ταχεία, αμερόληπτη και αποτελεσματική διερεύνηση όλων των καταγγελιών για υπερβολική χρήση βίας και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα όργανα επιβολής του νόμου κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στις 13 και 17 Νοεμβρίου 2014, και να εξασφαλίσουν πως οι δράστες θα λογοδοτήσουν

Να βεβαιώσουν πως κατά την αστυνόμευση διαδηλώσεων, θα χρησιμοποιείται χρήση βίας μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο, και μόνο όταν μη ή λιγότερο βίαια μέσα έχουν αποτύχει ή είναι απίθανο να επιτευχθεί ο θεμιτός σκοπός.  Τα κλομπ και παρόμοιος εξοπλισμός δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε άτομα που δεν συνιστούν απειλή και δεν είναι επιθετικά. Σε περίπτωση που η χρήση κλομπ είναι αναπόφευκτη, τα όργανα επιβολής του νόμου πρέπει να έχουν σαφείς εντολές να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής ζημίας και ότι τα ζωτικά μέρη του σώματος θα εξαιρούνται από ζώνες στόχου

Να απαγορεύσουν τη χρήση χημικών ερεθιστικών ουσιών από αστυνομικά όργανα, η οποία θα αύξανε τον κίνδυνο μη αναγκαίας βλάβης και θανάτου σε πρόσωπα, όπως είναι η εκτόξευση μεταλλικής βολίδας χημικών κατευθείαν σε ένα άτομο, η χρήση τοξικών χημικών ουσιών σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις, η χρήση ερεθιστικών ουσιών με τρόπο που είναι πολύ πιθανό να έχει αδιάκριτες επιπτώσεις όπως όταν ψεκάζονται ή εκτοξεύονται σε εκτεταμένη περιοχή ή σε πόσιμο νερό ή τρόφιμα, η εκτόξευση τέτοιων χημικών ουσιών εναντίον ή πλησίον ατόμων που βρίσκονται σε περιορισμένους χώρους όπου οι έξοδοι και τα σημεία εξαερισμού είναι περιορισμένα, ή η εκτόξευση των ερεθιστικών ουσιών κοντά σε ηλικιωμένους, παιδιά ή άλλους που ενδέχεται να δυσκολευτούν να απομακρυνθούν για να αποφύγουν τις επικίνδυνες επιπτώσεις των τοξικών χημικών.

Τέλος, η Διεθνής Αμνηστία επαναλαμβάνει την έκκλησή της για την ίδρυση ενός αληθινά ανεξάρτητου και αποτελεσματικού μηχανισμού διερεύνησης καταγγελιών εναντίον αστυνομικών οργάνων και την υποχρέωση των μελών των σωμάτων ασφαλείας να φέρουν πάντα τους ειδικούς αναγνωριστικούς αριθμούς όχι μόνο στα κράνη τους αλλά και σε άλλα σημεία της στολής τους, όπου να είναι εμφανώς ορατά.

Υπόβαθρο

Η Διεθνής Αμνηστία αναγνωρίζει ότι η αστυνόμευση διαδηλώσεων μπορεί να παρουσιάζει δυσκολίες και ότι τα όργανα επιβολής του νόμου μερικές φορές απαιτείται να χρησιμοποιούν νόμιμη βία για να διατηρήσουν την τάξη και να προλάβουν εγκλήματα. Εντούτοις, κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων τους πρέπει να τηρούν το διεθνές δίκαιο και τα πρότυπα.

Για τη χρήση βίας, το άρθρο 3 του Κώδικα Συμπεριφοράς των ΗΕ για Όργανα Επιφορτισμένα με την Επιβολή του Νόμου δηλώνει πως «τα όργανα επιφορτισμένα με την επιβολή του νόμου μπορούν να χρησιμοποιήσουν βία μόνο όταν είναι αυστηρών απαραίτητη και στο βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους».  Η χρήση βίας κατά τη διάρκεια μη βίαιων δημόσιων συγκεντρώσεων θα πρέπει να αποφεύγεται. Όταν είναι αναπόφευκτη, θα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο απαραίτητο για την επίτευξη του νόμιμου σκοπού και να είναι συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας.

Οι τοξικές χημικές ερεθιστικές ουσίες συχνά περιγράφονται ως «μη θανατηφόρες», όμως, στην πραγματικότητα μπορεί να έχουν θανατηφόρες επιπτώσεις, οπότε περιγράφονται καλύτερα ως «λιγότερο θανατηφόρα» όπλα. Σοβαροί και αδικαιολόγητοι τραυματισμοί μπορεί επίσης να προκύψουν από τη χρήση τοξικών χημικών ερεθιστικών ουσιών. Οι ερεθιστικές ουσίες ραγδαία προκαλούν «σωματική ανικανότητα» μέσω του ερεθισμού των οφθαλμών και της άνω αναπνευστικής οδού, επιπτώσεις οι οποίες υποτίθεται ότι συνήθως εξαφανίζονται μετά από σχετικά σύντομο χρόνο. Στις σωματικές επιπτώσεις των χημικών ερεθιστικών ουσιών μπορεί να περιλαμβάνονται δάκρυσμα των ματιών, αναπνευστικές δυσκολίες, βήχας, αίσθημα πνιγμού, χημικά εγκαύματα, εμετός, ασφυξία, σοβαρή αλλεργική αντίδραση και φλύκταινες στο δέρμα, ανάλογα με τα χημικά μείγματα και τις συγκεντρώσεις τους.

Επομένως, οι τοξικές χημικές ερεθιστικές ουσίες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις. Τα όπλα αυτού του είδους μπορούν να έχουν αδιάκριτα αποτελέσματα όταν ψεκάζονται ή εκτοξεύονται με βλήματα διασποράς σε εκτεταμένη περιοχή και μπορούν να προκαλέσουν πανικό που να προκαλέσει ποδοπάτημα, επομένως δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εκεί όπου υπάρχουν άνθρωποι περιορισμένοι σε έναν χώρο. Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιούνται όπλα αυτού του είδους. Μεταξύ αυτών, ως μέσο διάλυσης ειρηνικής συνάθροισης, εκεί όπου υπάρχουν ηλικιωμένοι, παιδιά ή άλλοι που ενδέχεται να δυσκολευτούν να απομακρυνθούν για να αποφύγουν τα χημικά, ή σε κλειστούς χώρους.

*******************************