ΛΙΒΥΗ: ΞΕΝΟΙ ΥΠΗΚΟΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΜΕΤAΛΛΕΥΣΗ

Δημοσιεύθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2012, 11:32Εκτύπωση

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

14 Νοεμβρίου 2012

Λιβύη: Ξένοι υπήκοοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την κακοποίηση και την εκμετάλλευση

Ξένοι υπήκοοι χωρίς χαρτιά στη Λιβύη διατρέχουν τον κίνδυνο εκμετάλλευσης, αυθαίρετης και αόριστου χρόνου κράτησης, όπως και ξυλοδαρμών, που σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν τα όρια των βασανιστηρίων, δήλωσε σήμερα η Διεθνής Αμνηστία σε νέα σύντομη έκθεση.

Η έκθεση «Είμαστε ξένοι, δεν έχουμε δικαιώματα» στηρίζεται σε ερευνητικές επισκέψεις στη Λιβύη, που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου του 2012, και εξετάζει την άθλια κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες, οι αιτούντες άσυλο και οι μετανάστες στη Λιβύη.

Κατά τη διάρκεια της 42χρονης διακυβέρνησης του Συνταγματάρχη Μουαμάρ αλ Καντάφι, ξένοι υπήκοοι –ιδιαίτερα εκείνοι από την Υποσαχάρια Αφρική- ζούσαν με την αβεβαιότητα των μεταβαλλόμενων πολιτικών και το φόβο της αυθαίρετης σύλληψης, αόριστου χρόνου κράτησης, το φόβο βασανιστηρίων και άλλου είδους κακομεταχείρισης.

Μετά τις συγκρούσεις του 2011 η κατάστασή τους έχει επιδεινωθεί εν μέσω του γενικότερου κλίματος ανομίας, με τις πανίσχυρες ένοπλες πολιτοφυλακές να δρουν εκτός νόμου, και την αποτυχία των Αρχών να διαχειριστούν το ρατσισμό και τη ξενοφοβία, η οποία τροφοδοτείται περαιτέρω από την ευρεία αντίληψη μεταξύ των Λιβύων πως "οι αφρικανοί μισθοφόροι" χρησιμοποιήθηκαν από την ανατραπείσα κυβέρνηση για την καταστολή της εξέγερσης του 2011.

«Είναι ντροπή το γεγονός ότι οι παραβιάσεις της εποχής του Καντάφι εναντίον των ξένων υπηκόων, ιδιαίτερα όσων προέρχονται από την Υποσαχάρια Αφρική, όχι μόνο συνεχίζονται αλλά και χειροτερεύουν. Οι Αρχές της Λιβύης πρέπει να αναγνωρίσουν την έκταση των κακοποιήσεων από τις πολιτοφυλακές και να θέσουν σε εφαρμογή μέτρα για την προστασία όλων των ξένων υπηκόων από τη βία, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή το μεταναστευτικό καθεστώς τους», δήλωσε η Hassiba Hadj Sahraoui, αναπληρώτρια διευθύντρια της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική.

«Η Διεθνής Αμνηστία έχει επανειλημμένα και με συνέπεια προειδοποιήσει τις Αρχές της Λιβύης για την απειλή που συνιστούν οι πολιτοφυλακές στη χώρα. Τις καλούμε ξανά να χαλιναγωγήσουν αυτές τις πολιτοφυλακές και να τις θέσουν υπό λογοδοσία. Οι Αρχές πρέπει ακόμη να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για να διαχειριστούν την άνοδο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη σε πόσο μεγάλο βαθμό στηρίζεται η Λιβύη στο ξένο εργατικό δυναμικό.»

Οι μετανάστες, οι αιτούντες άσυλο και οι πρόσφυγες στη Λιβύη διατρέχουν τον κίνδυνο σύλληψης και κράτησης σε δρόμους, αγορές, σημεία ελέγχου ή στα σπίτια τους. Κάποιοι συλλαμβάνονται καθώς προσπαθούν να επιβιβαστούν σε πλοία για την Ευρώπη ή να διασχίσουν την έρημο ή τη θάλασσα.

Κάποιοι ξένοι υπήκοοι συλλαμβάνονται από την αστυνομία της Λιβύης, οι περισσότεροι όμως συλλαμβάνονται από ένοπλες πολιτοφυλακές. Τα μέλη της πολιτοφυλακής που πραγματοποιούν τέτοιες συλλήψεις είναι σε ορισμένες περιπτώσεις βίαια, ενώ προχωρούν σε κατασχέσεις κινητών τηλεφώνων, χρημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων.

Οι ξένοι υπήκοοι είναι ακόμη ευάλωτοι σε οικονομικούς εκβιασμούς, εκμετάλλευση και εξαναγκαστική εργασία τόσο εντός, όσο και εκτός κράτησης. Η μοίρα τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τύχη και την καλή διάθεση των Λιβύων που θα συναντήσουν.

Διάφοροι χώροι κράτησης χρησιμοποιούνται για την κράτηση των ξένων υπηκόων -μεταξύ των οποίων επίσημα κέντρα «κράτησης» για παράτυπους μετανάστες, αλλά και αυτοσχέδια κέντρα κράτησης, όπως στρατόπεδα ή υπόστεγα.

Μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου του 2012, η Διεθνής Αμνηστία επισκέφθηκε εννέα κέντρα κράτησης σε ολόκληρη τη Λιβύη όπου, την στιγμή της επίσκεψης κρατούνταν περίπου 2.700 ξένοι υπήκοοι για «παραβιάσεις που αφορούσαν τη μετανάστευση», μεταξύ των οποίων έγκυοι, γυναίκες με μικρά παιδιά και ασυνόδευτα παιδιά που κρατούνταν μαζί με ξένους ενήλικες.

Οι κρατούμενοι δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι είχαν υποστεί βασανιστήρια και άλλου είδους κακομεταχείριση, συμπεριλαμβανομένων ξυλοδαρμών. Πολύ πρόσφατα, κρατούμενοι υποβάλλονταν για μεγάλα διαστήματα σε ξυλοδαρμούς με διάφορα αντικείμενα όπως μεταλλικά σύρματα, ελαστικούς σωλήνες, ράβδους και σωλήνες νερού. Πολλοί έδειξαν τα σημάδια τους ή τους μώλωπές τους, επιβεβαιώνοντας τις μαρτυρίες τους.

Τον Σεπτέμβριο του 2012, μια ομάδα Σομαλών απέτυχε στην προσπάθειά της να διαφύγει από το κέντρο κράτησης της Χομς. Δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι μετά τη δεύτερη σύλληψή τους ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα από ένοπλους άνδρες με πολιτικά.

Ένας από τους Σομαλούς, ο 19χρονος Mohamed Abdallah Mohamed περιέγραψε πως τον κλώτσησαν και τον έσυραν στο έδαφος, τον χτύπησαν στο μάτι και τον ξυλοκόπησαν με τουφέκια και ραβδιά. Υπέστη αρκετούς τραυματισμούς, μεταξύ των οποίων και το αριστερό του μάτι.

Αν και οι αναφορές για σοβαρούς ξυλοδαρμούς γυναικών ήταν λιγότερες, κάποιες γυναίκες κρατούμενες δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία ότι τις χτύπησαν ή τις χαστούκισαν κατά τη διάρκεια της σύλληψής τους. Άλλες ανέφεραν ότι υπέστησαν βασανιστήρια ή άλλου είδους κακομεταχείριση κατά την κράτησή τους. Όπως και οι άνδρες, τιμωρούνται για «ανάρμοστη συμπεριφορά».

Μια γυναίκα από τη Νιγηρία, κρατούμενη στο κέντρο Tweisha στην Τρίπολη, περιέγραψε πώς ξυλοκοπήθηκε και δέχτηκε ηλεκτροσόκ στις 13 Σεπτεμβρίου. Συνέχισε: «Ο κόσμος πρέπει να μάθει τι μας συμβαίνει [υπήκοοι της Υποσαχάριας Αφρικής] στη Λιβύη. Για τους Λίβυους δεν είμαστε καν άνθρωποι. Δεν έκανα τίποτα κακό. Ήρθα απλά εδώ για να δουλέψω. Τώρα είμαι κλειδωμένη για μήνες και δεν ξέρω τι θα μου συμβεί. Δεν υπάρχει κανείς εδώ να με βοηθήσει.»

Οι γυναίκες είναι ακόμη ευάλωτες στη σεξουαλική και έμφυλη βία κατά την κράτησή τους. Κανένα κέντρο κράτησης γυναικών δεν είχε γυναίκες-φύλακες.

Παρά τους κινδύνους, ξένοι υπήκοοι από χώρες όπως το Τσαντ, η Αιθιοπία, η Ερυθραία, η Σομαλία και το Σουδάν εξακολουθούν να εισέρχονται στη Λιβύη μέσω των συνόρων της, ξεφεύγοντας από πολέμους ή διώξεις ή σε αναζήτηση καλύτερων οικονομικών ευκαιριών. Άνθρωποι που δικαιούνται διεθνούς προστασίας συλλαμβάνονται στις μικτές μεταναστευτικές ροές στη Λιβύη.

Οι Αρχές της Λιβύης και οι πολιτοφυλακές δεν κάνουν καμία διάκριση μεταξύ μεταναστών, αιτούντων άσυλο και προσφύγων. Λόγω του παράτυπου καθεστώτος τους, άτομα που χρήζουν διεθνούς προστασίας αντιμετωπίζουν εξίσου τον κίνδυνο αυθαίρετης σύλληψης, αόριστης χρονικά κράτησης , βασανιστηρίων και άλλου είδους κακομεταχείρισης. Οι αιτούντες άσυλο και οι πρόσφυγες στη Λιβύη παραμένουν σε μια κατάσταση νομικού κενού, καθώς η Λιβύη δεν διαθέτει ένα λειτουργικό σύστημα ασύλου και αρνείται να υπογράψει ένα μνημόνιο συμφωνίας με τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες (UNHCR).

Η Λιβύη δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Καθεστώς των Προσφύγων του 1951, καθώς και του Πρωτοκόλλου του 1967.

Για όσους κρατούνται επ’αόριστον για «παραβιάσεις σχετικές με τη μετανάστευση» εν αναμονή της απέλασής τους, δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της κράτησης ή της βίαιης απομάκρυνσής τους από τη χώρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όσοι απελαύνονται υποχρεούνται να πληρώσουν οι ίδιοι τα έξοδα του ταξιδιού τους. Λίβυοι αξιωματούχοι δήλωσαν στη Διεθνή Αμνηστία πως περίπου 4,000 ξένοι υπήκοοι έχουν απελαθεί μεταξύ Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου του 2012. Βασικές ασφαλιστικές δικλείδες ενάντια στην επαναπροώθηση λείπουν.

Παρά τις τεκμηριωμένες παραβιάσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) έχει ξεκινήσει πάλι το διάλογο με τη Λιβύη για ζητήματα σχετικά με τη μετανάστευση, ενώ η Ιταλία υπέγραψε με τη Λιβύη τον Απρίλιο του 2012 μια συμφωνία «για να περιορίσουν τη μεταναστευτική ροή», δείχνοντας να αγνοούν την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα.