ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2010

Δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2010, 17:29Εκτύπωση

«ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ: ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ …»

Ετήσια Έκθεση 2010

Πρόλογος – Μήνυμα από τον Κλαούντιο Κορντόνε, Γ.Γ. της Διεθνούς Αμνηστίας

Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάιο του 2009, περίπου 300.000 κάτοικοι της Σρι Λάνκα ήταν παγιδευμένοι σε μια στενή λωρίδα γης, ανάμεσα στους Τίγρεις για την Απελευθέρωση του Ταμίλ Ιλάμ (Liberation Tigers of Tamil Eelam – LTTE) που υποχωρούσαν και τον στρατό της Σρι Λάνκα που προέλαυνε. Ενώ οι αναφορές καταπατήσεων από αμφότερες τις πλευρές αυξάνονταν, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δεν παρενέβη. Τουλάχιστον 7.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν – μερικοί μίλησαν ακόμη και για 20.000 νεκρούς. Η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα απέρριψε όλες τις αναφορές για εγκλήματα πολέμου από τις δυνάμεις της και απέκρουσε τις εκκλήσεις για διεθνή έρευνα, παραλείποντας παράλληλα να διεξαγάγει η ίδια οποιεσδήποτε αξιόπιστες, ανεξάρτητες έρευνες. Το Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών συγκάλεσε ειδική σύνοδο, όμως τα παιχνίδια εξουσίας οδήγησαν τα κράτη-μέλη να εγκρίνουν ένα σχέδιο απόφασης που εκπονήθηκε από την κυβέρνηση της Σρι Λάνκα, με το οποίο συγχαίρει εαυτήν για την επιτυχία της εναντίον των LTTE. Μέχρι το τέλος του έτους, παρά τα περαιτέρω στοιχεία για εγκλήματα πολέμου και άλλες καταπατήσεις, κανείς δεν είχε οδηγηθεί στη δικαιοσύνη.

Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί πιο ολοκληρωμένη αποτυχία απόδοσης ευθυνών σε εκείνους που καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Καθώς συλλογιζόμουν αυτό το ζήτημα, θυμήθηκα τον πρόλογο της Ετήσιας Έκθεσης της Διεθνούς Αμνηστίας που δημοσιεύτηκε το 1992. Με τίτλο Ατιμώρητοι δολοφόνοι, επεσήμαινε πολλές χώρες όπου πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες, που έφεραν ευθύνη επειδή είχαν διατάξει ή ανεχτεί φόνους, αναγκαστικές εξαφανίσεις, συστηματικούς βιασμούς και άλλα βασανιστήρια, δεν αντιμετώπισαν καμία απειλή να καταστούν υπόλογοι. Η Σρι Λάνκα είχε εξέχουσα θέση ως παράδειγμα, καθώς η τότε κυβέρνησή της είχε παραλείψει να οδηγήσει στη δικαιοσύνη εκείνους που ευθύνονταν για δεκάδες χιλιάδες εξωδικαστικές εκτελέσεις και αναγκαστικές εξαφανίσεις κατά τη βίαιη καταστολή μιας εσωτερικής ανταρσίας τα έτη 1988-90.

Επομένως, το προφανές ερώτημα είναι: άλλαξε τίποτε την τελευταία εικοσαετία; Εξετάζοντας τη Σρι Λάνκα του 2009 ή την κατάσταση στην Κολομβία ή τη Γάζα, θα ήταν εύκολο να συμπεράνουμε πως όχι, δεν έχει αλλάξει κάτι στην πραγματικότητα. Και ότι, αφού δεν άλλαξε κάτι, γιατί να επιδιώκουμε καν τη λογοδοσία; Όμως έτσι θα παραβλέπαμε τη σημαντική πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί σε λιγότερο από 20 έτη –παρά τις παλιές και τις νέες προκλήσεις– η οποία διασφαλίζει ότι τώρα είναι δυσκολότερο να εξασφαλίσουν ατιμωρησία οι δράστες.

Είναι αλήθεια ότι το χέρι του νόμου δεν φτάνει ακόμη παντού, κάθε άλλο. Ορισμένες καταστάσεις διαφεύγουν εντελώς του ελέγχου. Σε άλλες, η δικαιοσύνη είναι απλούστατα υπερβολικά χρονοβόρα. Όμως, υπάρχει πρόοδος. Επιπλέον, η αξίωση για λογοδοσία έχει επεκταθεί πέρα από την οικεία σφαίρα της αποκατάστασης για φόνους ή βασανιστήρια, στη στέρηση των στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων στην τροφή, την παιδεία, τη στέγαση και την υγεία, στοιχεία τα οποία επίσης χρειαζόμαστε όλοι μας για να ζούμε με αξιοπρέπεια.

ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ – ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ

Το να είναι κάποιος υπόλογος σημαίνει να του αποδίδεται ευθύνη για μια πράξη που έκανε ή που παρέλειψε να κάνει, η οποία έχει άμεση συνέπεια σε άλλους. Είναι μια ευρεία έννοια: μπορεί κάποιος να κάνει λόγο για πολιτική λογοδοσία, η οποία δοκιμάζεται, για παράδειγμα, στις εκλογές· ή για ηθική λογοδοσία, η οποία μετράται ενδεχομένως από τις αξίες μιας κοινωνίας.

Τα διεθνή θεσμικά κείμενα για τα ανθρώπινα δικαιώματα εστιάζουν πρωτίστως στην εδραίωση της νομικής λογοδοσίας. Οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα, τα οποία πρέπει να διατυπώνονται και να προστατεύονται από το νόμο. Οι ιθύνοντες έχουν καθήκοντα, επίσης εδραιωμένα στο νόμο, να σέβονται, να προστατεύουν και να εκπληρώνουν τα ατομικά δικαιώματα.

Η διασφάλιση της λογοδοσίας είναι σημαντική, επειδή, πρώτο και κύριο, εκείνοι που έχουν υποστεί βλάβη έχουν δικαίωμα στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Τα θύματα και οι συγγενείς τους πρέπει να επιτυγχάνουν να αναγνωρίζονται οι βλάβες που έχουν υποστεί και να βλέπουν τους υπαίτιους να λογοδοτούν. Προκειμένου τα θύματα να λάβουν επανόρθωση, η διαπίστωση του τι συνέβη, από ποιον και γιατί, είναι εξίσου σημαντική με την προσαγωγή στη δικαιοσύνη των υπευθύνων για τις καταπατήσεις.

Η λογοδοσία μάς επιτρέπει επίσης να χτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον. Αποτρέπει, ως ένα βαθμό, εκείνους που ίσως θα διέπρατταν εγκλήματα και παρέχει μια βάση πάνω στην οποία μπορούν να οικοδομηθούν μεταρρυθμίσεις των κρατικών και διεθνών θεσμών. Οι αποτελεσματικοί και αποδοτικοί μηχανισμοί λογοδοσίας μπορούν να βοηθήσουν τα κράτη να καταρτίσουν αρτιότερες πολιτικές και νόμους και να εποπτεύουν τον αντίκτυπό τους στις ζωές των ανθρώπων.

Κατά την τελευταία εικοσαετία υπήρξε μια παγκόσμια εκστρατεία, η οποία πέτυχε να καθιερώσει ένα ρόλο για τη διεθνή δικαιοσύνη. Τα επιτεύγματά της περιλαμβάνουν την ίδρυση, το 1998, του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), το οποίο βασίστηκε στα θεμέλια των διεθνών δικαστηρίων που καταπιάστηκαν με τη γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα.

Το 2009 ήταν έτος καμπής, καθώς ένας εν ενεργεία αρχηγός κράτους, ο πρόεδρος Ομάρ Αλ Μπασίρ του Σουδάν, κατονομάστηκε σε ένταλμα σύλληψης από το ΔΠΔ για πέντε κατηγορίες εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας (δολοφονία, εξόντωση, βίαιη μεταφορά πληθυσμού, βασανιστήρια και βιασμό) και δύο κατηγορίες εγκλημάτων πολέμου (για τη στοχοποίηση αμάχων).

Μέχρι το τέλος του 2009, ο Εισαγγελέας του ΔΠΔ είχε ξεκινήσει έρευνες για τρεις καταστάσεις που παραπέμφθηκαν από τα κράτη όπου συνέβησαν τα εγκλήματα –Ουγκάντα, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) και Κεντροαφρικανική Δημοκρατία (ΚΑΔ)– και μία όπου η κατάσταση παραπέμφθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας (Νταρφούρ του Σουδάν). Ζήτησε επίσης έγκριση από το Τμήμα Προδικασίας να ξεκινήσει ακόμη μία έρευνα (Κένυα). Το ΔΠΔ κλήτευσε έναν ηγέτη ένοπλης ομάδας στο Νταρφούρ και εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για έναν ηγέτη πολιτοφυλακής, έναν ανώτερο κυβερνητικό αξιωματούχο και τον πρόεδρο του Σουδάν, ενώ εξέδωσε επίσης εντάλματα σύλληψης για ηγέτες ένοπλων ομάδων στην Ουγκάντα, τη ΛΔΚ και την ΚΑΔ. Αυτά είναι σημαντικά βήματα για την εφαρμογή της αρχής ότι όλοι όσοι διαπράττουν εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας πρέπει να καθίστανται εξίσου υπόλογοι, είτε ανήκουν στην κυβέρνηση, είτε σε άλλες δυνάμεις.

Κατά τα πρόσφατα έτη, ο Εισαγγελέας του ΔΠΔ έχει επεκτείνει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του έργου του, ξεκινώντας προκαταρκτικές εξετάσεις τεσσάρων καταστάσεων εκτός Αφρικής -στο Αφγανιστάν, στην Κολομβία, στη Γεωργία και τη σύρραξη του 2008-09 στη Γάζα και στο νότιο Ισραήλ.

Η διαδικασία με την οποία τα κράτη (110 μέχρι το τέλος του 2009) επικυρώνουν το Καταστατικό της Ρώμης του ΔΠΔ έχει αποτελέσει έναυσμα για εθνικές νομικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να δίνεται στα εθνικά δικαστήρια δικαιοδοσία για εγκλήματα του διεθνούς δικαίου, επιτρέποντας την ποινική δίωξη υπόπτων σε άλλες χώρες, όταν –και, πράγμα που έχει κρίσιμη σημασία, μόνο όταν– απολαμβάνουν ατιμωρησία στην πατρίδα τους. Παρά κάποιες οπισθοδρομήσεις στην ανάπτυξη της οικουμενικής δικαιοδοσίας το 2009, όπως στην Ισπανία η θέσπιση νομοθεσίας που περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της, δικηγόροι κίνησαν υποθέσεις και ορισμένες προχωρούσαν σε εθνικά δικαστήρια σε διάφορες χώρες της Αμερικής, της Ευρώπης και της Αφρικής. Στη Νότια Αφρική, το Δεκέμβριο, δύο ΜΚΟ αμφισβήτησαν στο δικαστήριο την απόφαση των αρχών να μην ξεκινήσουν έρευνες βάσει του νόμου περί οικουμενικής δικαιοδοσίας της χώρας για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που φέρονται να διαπράχθηκαν στη Ζιμπάμπουε από άτομα που είναι γνωστό ότι ταξιδεύουν στη Νότια Αφρική. Μέχρι το τέλος του έτους, από το 1998, περισσότερα από 40 κράτη είχαν θέσει σε ισχύ νόμους που διατηρούσαν ή ενίσχυαν την οικουμενική δικαιοδοσία για εγκλήματα του διεθνούς δικαίου, συμβάλλοντας στην πλήρωση ενός μικρού μέρους του παγκόσμιου κενού δικαιοσύνης.

Τέτοιες έρευνες και δικαστικές διώξεις έχουν μετασχηματίσει τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις και το γενικό κοινό αντιμετωπίζουν τα εγκλήματα του διεθνούς δικαίου. Όλο και περισσότερο, αυτές οι υποθέσεις αντιμετωπίζονται ως αυτό που όντως είναι: σοβαρά εγκλήματα που χρήζουν διερεύνησης και δικαστικής δίωξης και όχι πολιτικά ζητήματα που θα επιλυθούν μέσω διπλωματικών οδών. Έχοντας παλέψει σκληρά μαζί με τους συναγωνιστές μου για να λογοδοτήσει ο πρώην πρόεδρος της Χιλής Αουγκούστο Πινοσέτ μετά τη σύλληψή του στο Λονδίνο το 1998, με ενθαρρύνει ιδιαίτερα αυτή η αλλαγή αντίληψης.

Σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, τα εθνικά δικαστήρια και οι κυβερνήσεις ανακινούν έρευνες για εγκλήματα που επί μακρόν προστατεύονταν από νόμους αμνήστευσης. Αυτές οι εξελίξεις καταδεικνύουν πώς, ακόμη και δεκαετίες μετά τα συμβάντα, με πολυάριθμες αμνηστεύσεις και άλλα μέτρα ατιμωρησίας σχεδιασμένα έτσι ώστε να εμποδίσουν τις δικαστικές διώξεις, η κοινωνία των πολιτών θα εξακολουθεί να μάχεται για να καταλύσει τους φραγμούς στην αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την επανόρθωση.

Ανάμεσα σε ένα πλήθος δικαστικών αποφάσεων, που αποτέλεσαν ορόσημα, ήταν η καταδίκη, τον Απρίλιο του 2009, του πρώην Προέδρου του Περού Αλμπέρτο Φουχιμόρι για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, η οποία έφερε μια κάποια γαλήνη στους συγγενείς εκείνων που απήχθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν εξωδικαστικά από στρατιωτικά τάγματα θανάτου σε τρεις περιπτώσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Τον Οκτώβριο, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουρουγουάης αποφάνθηκε ότι ο νόμος αμνήστευσης, που θεσπίστηκε για να προσφέρει ατιμωρησία για τις κατάφωρες παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ήταν άκυρος και ανυπόστατος, επειδή δεν ήταν συνεπής προς τις υποχρεώσεις της Ουρουγουάης υπό το διεθνές δίκαιο. Επίσης, καθώς τελείωνε το 2009, οι εισαγγελείς της Αργεντινής άρχισαν να παρουσιάζουν αποδεικτικά στοιχεία σε μία από τις σημαντικότερες δίκες μετά την πτώση της στρατιωτικής κυβέρνησης (1976-1983), που αφορά 17 μέλη των ένοπλων δυνάμεων και της αστυνομίας, τα οποία κατηγορούνται για βασανιστήρια, αναγκαστική εξαφάνιση και δολοφονία στη διαβόητη Escuela Superior de Mecánica de la Armada (Σχολή Μηχανικών Πολεμικού Ναυτικού).

Η επιδίωξη της δικαιοσύνης ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της Λατινικής Αμερικής. Η Σιέρα Λεόνε, για παράδειγμα, ήρθε πιο κοντά στη συμφιλίωση με το παρελθόν της κατά το 2009, καθώς ολοκληρώθηκαν όλες οι δίκες στο Ειδικό Δικαστήριο για τη Σιέρα Λεόνε, εκτός από εκείνη του πρώην προέδρου της Λιβερίας Τσαρλς Τέιλορ, η οποία συνεχιζόταν. Και στην Ασία, ένας από τους πλέον διαβόητους διοικητές των Ερυθρών Χμερ της Καμπότζης αντιμετώπισε επιτέλους δίκη για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν περισσότερα από 30 έτη πριν. Ο Κανγκ Κεκ Ιέβ, γνωστός και ως Ντόικ, ήταν ο διοικητής του Γραφείου Ασφαλείας S-21 [δηλ. της διαβόητης φυλακής Τουόλ Σλενγκ], όπου τουλάχιστον 14.000 άνθρωποι πιστεύεται ότι βασανίστηκαν και στη συνέχεια θανατώθηκαν μεταξύ Απριλίου 1975 και Ιανουαρίου 1979. Ήταν η πρώτη δίκη από τα «Έκτακτα Τμήματα των Δικαστηρίων της Καμπότζης» -ένα τέτοιο προσωρινό δικαστήριο πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του σε ένα λειτουργικό εθνικό σύστημα δικαιοσύνης το συντομότερο δυνατό, αλλά τουλάχιστον χάρη σε αυτό οι επιζήσαντες βρήκαν αναγνώριση των βλαβών που υπέστησαν.

Το 2009, ακόμα και τα ισχυρά κράτη διαπίστωσαν ότι δεν μπορούν πάντα να κρύβονται από το νόμο. Ενώ ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη έδειξαν απροθυμία στην άσκηση δίωξης για παραβιάσεις στο πλαίσιο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» του οποίου ηγούνται οι ΗΠΑ, το Νοέμβριο ένα ιταλικό δικαστήριο καταδίκασε 22 υπαλλήλους της CIA, έναν αξιωματούχο της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ και δύο Ιταλούς πράκτορες των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών για την ανάμειξή τους στην απαγωγή του Ουσάμα Μουσταφά Χασάν Νασρ (Αμπού Ομάρ) από ένα δρόμο του Μιλάνου το 2003. Ο Αμπού Ομάρ στη συνέχεια δόθηκε παράνομα στην Αίγυπτο, όπου κρατήθηκε μυστικά επί 14 μήνες και φέρεται να βασανίστηκε. Η δίκη έλαβε χώρα κυρίως επειδή η εισαγγελία του Μιλάνου ήταν αποφασισμένη να επιβάλει το νόμο, παρά την πίεση από την ίδια της την κυβέρνηση να αποσύρει την υπόθεση και παρότι κανείς από τους πράκτορες των ΗΠΑ δεν συνελήφθη ποτέ, ούτε παρουσιάστηκε στο δικαστήριο.

Η ύπαρξη του ΔΠΔ έχει εμπνεύσει σοβαρότερη προσοχή στο θέμα της λογοδοσίας ακόμη και σε κράτη όπου οι υπεύθυνοι θα μπορούσαν κατά τα άλλα να αισθάνονται απρόσβλητοι, επειδή δεν έχουν επίσημα αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Το Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών δημιούργησε μια ανεξάρτητη αποστολή διερεύνησης με επικεφαλής τον Νοτιοαφρικανό δικαστή Ρίτσαρντ Γκολντστόουν, ο οποίος στο παρελθόν είχε διατελέσει εισαγγελέας των Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων για τη Ρουάντα και την πρώην Γιουγκοσλαβία, για να διερευνήσει τις φερόμενες παραβιάσεις στη διάρκεια της σύρραξης των 22 ημερών στη Γάζα και στο νότιο Ισραήλ, που τερματίστηκε τον Ιανουάριο του 2009. Η έκθεση Γκολντστόουν διαπίστωσε ότι τόσο οι ισραηλινές δυνάμεις όσο και η Χαμάς (και άλλες παλαιστινιακές ομάδες) διέπραξαν εγκλήματα πολέμου και, πιθανώς, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αυτό απηχούσε τα πορίσματα των επιτόπιων αποστολών της Διεθνούς Αμνηστίας στη Γάζα και στο νότιο Ισραήλ στη διάρκεια της σύρραξης και αμέσως μετά από αυτήν.

Η έκθεση Γκολντστόουν ανέφερε ότι «η παρατεταμένη κατάσταση ατιμωρησίας έχει δημιουργήσει κρίση δικαιοσύνης». Συνέστησε ότι, αν οι δύο πλευρές παρέλειπαν να διεξαγάγουν έρευνες και να εξασφαλίσουν λογοδοσία, το Συμβούλιο Ασφαλείας έπρεπε να ασκήσει την εξουσία του και να παραπέμψει την κατάσταση στο ΔΠΔ. Το Νοέμβριο του 2009, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών έδωσε στο Ισραήλ και στην παλαιστινιακή πλευρά τρεις μήνες περιθώριο, για να αποδείξουν ότι είχαν τη βούληση και τη δυνατότητα να διεξαγάγουν έρευνες που ανταποκρίνονταν στα διεθνή πρότυπα.

Σε ένα παράδειγμα άμεσης ανταπόκρισης από τη διεθνή κοινότητα, τα Ηνωμένα Έθνη συνέστησαν Διεθνή Επιτροπή Έρευνας, για να διερευνήσει τα συμβάντα της 28ης Σεπτεμβρίου στο Κονακρί (Γουινέα), όπου περισσότεροι από 150 άνθρωποι θανατώθηκαν και γυναίκες βιάστηκαν δημοσίως, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας κατέστειλαν βίαια ειρηνική διαδήλωση σε στάδιο. Η Έρευνα διαπίστωσε το Δεκέμβριο ότι είχαν διαπραχθεί εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και συνέστησε παραπομπή στο ΔΠΔ, το οποίο ξεκίνησε προκαταρκτική εξέταση.

Τέλος, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται εκθετική αύξηση στους μηχανισμούς «μεταβατικής δικαιοσύνης», με πολλές χώρες να αναδύονται από παρατεταμένη ένοπλη σύρραξη ή πολιτική καταπίεση και να αντιμετωπίζουν το παρελθόν τους με διάφορα μοντέλα λογοδοσίας. Στη διάρκεια του 2009, διαδικασίες αλήθειας και συμφιλίωσης και η συνέχειά τους ήταν σε εξέλιξη στη Λιβερία, στα Νησιά του Σολομώντα και στο Μαρόκο/Δυτική Σαχάρα – τη μόνη χώρα στην περιοχή Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής που έχει αντιμετωπίσει με τέτοιον τρόπο καταπατήσεις του παρελθόντος, χωρίς ωστόσο να συμπεριλάβει ένα στοιχείο ποινικής δικαιοσύνης. Καθώς συγκεντρώναμε, για να συνδράμουμε αυτήν τη διαδικασία, τα σχετικά αρχεία της Διεθνούς Αμνηστίας, που καλύπτουν δεκαετίες έρευνας σε μεμονωμένες υποθέσεις, ήταν σαφές σε όλους μας ότι η καταγραφή της αλήθειας πρέπει να συνοδευτεί από λογοδοσία, αν πρόκειται να επιτευχθεί συμφιλίωση βασισμένη στη δικαιοσύνη. Παραμένει ο πειρασμός «να θεωρήσουμε τα περασμένα, ξεχασμένα», αλλά η εμπειρία έχει δείξει ότι, αν αφήσουμε τους δράστες, κυριολεκτικά, «ατιμώρητους δολοφόνους», η ειρήνη θα είναι επισφαλής και συχνά βραχύβια.

ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ – ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Ενώ η νομική λογοδοσία για εγκλήματα του διεθνούς δικαίου είναι πιο πιθανή σήμερα παρά ποτέ, ορισμένα γεγονότα του 2009 επιβεβαίωσαν ότι υπάρχουν δύο δυσθεώρητα εμπόδια. Αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν, αν προσδοκούμε να εξαπλώσουμε την ουσιαστική λογοδοσία σε όλο το φάσμα δικαιωμάτων. Το πρώτο είναι το γεγονός ότι τα ισχυρά κράτη συνεχίζουν να βρίσκονται υπεράνω του νόμου, εκτός αποτελεσματικού διεθνούς ελέγχου. Το άλλο είναι ότι τα ισχυρά κράτη χειραγωγούν το νόμο, προστατεύοντας τους συμμάχους τους από τον έλεγχο και πιέζοντας για λογοδοσία κυρίως όταν αυτό εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες. Έτσι, παρέχουν ένα πρόσχημα για άλλα κράτη ή ομάδες κρατών να πολιτικοποιούν τη δικαιοσύνη κατά τον ίδιο τρόπο.

Παρ’ ότι μέχρι το τέλος του 2009 είχαν επικυρώσει το Καταστατικό της Ρώμης του ΔΠΔ 110 κράτη, μόνο 12 από τις χώρες της G20 το είχαν πράξει. Μεταξύ άλλων, οι ΗΠΑ, η Ινδία, η Ινδονησία, η Κίνα, η Ρωσία και η Τουρκία έχουν αποστασιοποιηθεί από τις προσπάθειες διεθνούς δικαιοσύνης, αν δεν τις έχουν εσκεμμένα υπονομεύσει.

Έχοντας αυτοεξαιρεθεί από τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν λιγότερες εξωτερικές πιέσεις να επιληφθούν των καταπατήσεων που διαπράττουν οι ίδιες στο πλαίσιο της αντιτρομοκρατικής στρατηγικής τους. Όταν ο πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα ανέλαβε καθήκοντα και διέταξε το κλείσιμο των εγκαταστάσεων κράτησης του Κόλπου του Γουαντάναμο εντός ενός έτους, καθώς και τον τερματισμό του μυστικού προγράμματος κράτησης και της χρήσης των αποκαλούμενων «ενισχυμένων ανακριτικών τεχνικών», τα σημάδια ήταν ενθαρρυντικά. Ωστόσο, μέχρι το τέλος του 2009, οι κρατήσεις στο Γουαντάναμο συνεχίζονταν και ελάχιστη πρόοδος είχε σημειωθεί στην απόδοση ευθυνών σε οποιονδήποτε για τις παραβιάσεις, τόσο εκεί, όσο και στις άλλες πτυχές του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», του οποίου ηγούνται οι ΗΠΑ.

Η Κίνα, επίσης, θωρακίζει τις ενέργειές της από τον διεθνή έλεγχο. Τον Ιούλιο του 2009, βίαιες ταραχές ακολούθησαν την αστυνομική καταστολή μιας αρχικά ειρηνικής διαμαρτυρίας Ουιγούρων στο Ουρούμτσι, στην Αυτόνομη Περιφέρεια Ξιντζιάνγκ Ουιγούρ. Η κινεζική κυβέρνηση περιόρισε την πρόσβαση στην πληροφόρηση, συνέλαβε μη βίαιους διαδηλωτές και διεξήγαγε σύντομες, άδικες δίκες, καταδικάζοντας σε θάνατο πολλούς και εκτελώντας εννέα ανθρώπους εντός μηνών από τα περιστατικά βίας. Το Δεκέμβριο, άλλοι 13 καταδικάστηκαν σε θάνατο και ακόμη 94 συνελήφθησαν. Η σύντομη και ελεγχόμενη πρόσβαση που επιτράπηκε στους δημοσιογράφους μετά τη βία δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση υποκατάστατο για τον δέοντα διεθνή έλεγχο – η Κίνα δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα του Εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών για τα Βασανιστήρια να επισκεφθεί την περιοχή. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός της κυβέρνηση ότι διασφαλίζει τη λογοδοσία δεν είναι πιστευτός, όταν η υποτιθέμενη λογοδοσία καλύπτεται από μυστικότητα και βιασύνη για την πραγματοποίηση εκτελέσεων.

Παρά μια ανεξάρτητη έρευνα που συνέστησε η ΕΕ και συμπέρανε ότι όλες οι πλευρές στη σύρραξη μεταξύ Γεωργίας-Ρωσίας το 2008 ευθύνονταν για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου ανθρώπινων δικαιωμάτων, ούτε η Ρωσία ούτε η Γεωργία κατέστησαν κανέναν υπόλογο μέχρι το τέλος του 2009, ενώ 26.000 άνθρωποι εξακολουθούσαν να μην μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Ήταν όλο και πιο σαφές ότι η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε τη δύναμή της για να προστατεύσει από το διεθνή έλεγχο τόσο τους δικούς της στρατιώτες, όσο και τις αυτονομημένες περιφέρειες της Νότιας Οσετίας (και της Αμπχαζίας) της Γεωργίας. Συγκεκριμένα, η Ρωσία αντιτάχθηκε στην παράταση δύο σημαντικών διεθνών αποστολών παρατηρητών στη Γεωργία, οι οποίες ανήκαν στον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) και στα Ηνωμένα Έθνη. Έτσι, η Αποστολή Παρατήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέμεινε το μοναδικό διεθνές σώμα παρατηρητών που λειτουργούσε στη Γεωργία, χωρίς πρόσβαση σε περιοχές που ελέγχονταν από τη Ρωσία ή τις ντε φάκτο αρχές της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας στη ζώνη μετά τη σύρραξη.

Η Ινδονησία, μια άλλη ισχυρή οικονομική δύναμη, μέλος της G20, επί περισσότερα από 10 έτη δεν έχει εξασφαλίσει λογοδοσία για τα θύματα παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας που οργάνωσαν τα Ηνωμένα Έθνη στο Ανατολικό Τιμόρ το 1999 και κατά τα προηγούμενα 24 έτη ινδονησιακής κατοχής. Παρά τις διάφορες εθνικές και διεθνείς πρωτοβουλίες δικαιοσύνης κατά την τελευταία δεκαετία, οι περισσότεροι από εκείνους που βαρύνονται με υποψίες ότι διέπραξαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας το 1999 εξακολουθούν να είναι ελεύθεροι. Από όσους διώχθηκαν δικαστικά στην Ινδονησία, όλοι αθωώθηκαν.

Το δεύτερο εμπόδιο –η πολιτικοποίηση της διεθνούς δικαιοσύνης– καθιστά την επιδίωξη της λογοδοσίας υποχείριο μιας ατζέντας πολιτικών σκοπιμοτήτων με στόχο την υποστήριξη των συμμάχων και την υπονόμευση των ανταγωνιστών. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, και τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρησιμοποίησαν τη θέση τους εντός του Συμβουλίου Ασφαλείας, για να συνεχίσουν να προστατεύουν το Ισραήλ από ισχυρά μέτρα λογοδοσίας για τις ενέργειές του στη Γάζα. Σε μια επίδειξη αντίστροφης πολιτικής προκατάληψης, το Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε αρχικά να διερευνήσει μόνο τις φερόμενες ισραηλινές παραβιάσεις. Προς τιμήν του, ο δικαστής Ρίτσαρντ Γκολντστόουν, ο οποίος στη συνέχεια ορίστηκε επικεφαλής της έρευνας, επέμεινε ότι η Αποστολή Διερεύνησης των Ηνωμένων Εθνών έπρεπε να εξετάσει τις φερόμενες παραβιάσεις τόσο από το Ισραήλ όσο και από τη Χαμάς. Επίσης, στο Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, ούτε μία ασιατική ή αφρικανική χώρα δεν καταψήφισε το ψήφισμα το οποίο χαιρέτιζε τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα διεξήγαγε τον πόλεμο κατά των LTTE.

Η απροθυμία των ισχυρών να εφαρμόσουν τα ίδια πρότυπα στους εαυτούς τους και στους πολιτικούς συμμάχους τους εξυπηρετεί άλλους, οι οποίοι μπορούν κατόπιν να δικαιολογήσουν τα δικά τους διπλά μέτρα και σταθμά, κάποιες φορές θέτοντας μια εσφαλμένη έννοια «περιφερειακής αλληλεγγύης» υπεράνω της αλληλεγγύης με τα θύματα. Πουθενά αυτό δεν είναι πιο ευδιάκριτο από την αρχική αντίδραση των αφρικανικών κρατών στο ένταλμα σύλληψης του ΔΠΔ για τον πρόεδρο Αλ Μπασίρ. Παρά τη σοβαρότητα των φερόμενων εγκλημάτων, τον Ιούλιο η Συνέλευση της Αφρικανικής Ένωσης (ΑΕ), υπό την προεδρία της Λιβύης, επανέλαβε το αίτημα προς το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών να αναστείλει τη δίωξη του προέδρου του Σουδάν, αποφάσισε ότι τα κράτη-μέλη της ΑΕ δεν θα συνεργάζονταν με το ΔΠΔ στη σύλληψη και την παράδοσή του και ζήτησε από την Αφρικανική Επιτροπή να συγκαλέσει προπαρασκευαστική συνεδρίαση για να συζητήσει τροπολογίες στο Καταστατικό της Ρώμης ώστε να υποβληθούν στη Διάσκεψη Αναθεώρησης του 2010.

Αφού ταξίδεψε ελεύθερα σε χώρες που δεν μετέχουν στο Καταστατικό της Ρώμης, ο πρόεδρος Αλ Μπασίρ προσκλήθηκε στη συνέχεια από την Τουρκία, τη Νιγηρία, την Ουγκάντα και τη Βενεζουέλα. Όμως, αφού υπήρξε κατακραυγή από την κοινωνία των πολιτών, το κλίμα άρχισε να μεταστρέφεται. Η Νότια Αφρική δήλωσε ότι θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της ως μέλος του Καταστατικού της Ρώμης, ενώ η Βραζιλία, η Σενεγάλη και η Μποτσουάνα κατέστησαν σαφή την ετοιμότητά τους να τον συλλάβουν, αν κατέφθανε. Εντούτοις, στα τέλη του 2009, ο πρόεδρος Αλ Μπασίρ εξακολουθούσε να είναι ελεύθερος και να ισχυρίζεται ότι η προσπάθεια ποινικής δίωξής του είχε πολιτικό κίνητρο και ήταν μεροληπτική κατά της Αφρικής. Για εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους ανθρώπους στο Νταρφούρ, ο εφιάλτης περαιτέρω βίας και καταπατήσεων συνεχίζεται, ενώ η προοπτική του πολέμου στο νότιο Σουδάν επανέρχεται και οι κακουχίες εντείνονται.

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΟΝΤΑΙ – ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Τα εμπόδια στην εφαρμογή της λογοδοσίας για μαζικές θηριωδίες σε συρράξεις ή πολιτική καταστολή είναι υπαρκτά, αλλά η συζήτηση τουλάχιστον έχει κερδηθεί: κανείς δεν αρνείται την αρχή ότι τα εγκλήματα πολέμου ή τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή οι αναγκαστικές εξαφανίσεις δεν πρέπει να μένουν ατιμώρητα. Ωστόσο, όσον αφορά τις μαζικές καταπατήσεις οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων, δεν υπάρχει συγκρίσιμη προσπάθεια για την εφαρμογή του δικαίου και της λογοδοσίας. Δεν είναι το ίδιο πράγμα, θα πουν πολλοί. Πράγματι: η σφαγή αμάχων διαφέρει από τη στέρηση του δικαιώματος ενός πληθυσμού στην εκπαίδευση. Εντούτοις, τέτοιες στερήσεις εξακολουθούν να αψηφούν το διεθνές δίκαιο και να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στις ζωές των ανθρώπων. Επομένως, πρέπει να διώκονται μέσω της διεθνούς λογοδοσίας.

Το ζήτημα είναι να πειστούν οι παγκόσμιοι ηγέτες ότι το πρόβλημα αποτελεί κρίση ανθρώπινων δικαιωμάτων, όχι λιγότερο απ’ ό,τι η σύρραξη στο Νταρφούρ.

Σκεφθείτε το δικαίωμα στην υγεία και ιδίως τη μάστιγα της μητρικής θνησιμότητας. Ετησίως, περισσότερες από μισό εκατομμύριο γυναίκες πεθαίνουν από επιπλοκές της εγκυμοσύνης. Τα ποσοστά μητρικής θνησιμότητας για τις γυναίκες στη Σιέρα Λεόνε, το Περού, τη Μπουρκίνα Φάσο και τη Νικαράγουα –για να αναφέρουμε λίγες από τις χώρες όπου εστίασε η Διεθνής Αμνηστία το 2009– επηρεάζονται άμεσα από καταπατήσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όπως διαπίστωσα με τα ίδια μου τα μάτια στη Σιέρα Λεόνε και τη Μπουρκίνα Φάσο, οι κυβερνήσεις σε αυτές τις χώρες αναγνωρίζουν το πρόβλημα και λαμβάνουν μέτρα για την αντιμετώπισή του. Ωστόσο χρειάζεται να καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες –το ίδιο και η κοινωνία των πολιτών– για να αντιμετωπίσουν τα βασικά ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων που συμβάλλουν στα υψηλά ποσοστά θανάτων που μπορούν να προληφθούν, όπως είναι οι διακρίσεις λόγω φύλου, οι πρόωροι γάμοι, η άρνηση των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών και οι φραγμοί στην πρόσβαση σε στοιχειώδη υγειονομική περίθαλψη. Σε αυτό, πρέπει να υποστηρίζονται από τη διεθνή κοινότητα.

Το δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων αναγνωρίζει ότι οι επαρκείς πόροι είναι συνθήκη κρίσιμης σημασίας για την πραγμάτωση ορισμένων πτυχών των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων και, συνεπώς, αξιώνει την «προοδευτική πραγμάτωση» εκείνων των πτυχών «στο μέγιστο των διαθέσιμων πόρων». Ωστόσο, οι κυβερνήσεις δεν μπορούν απλώς να χρησιμοποιούν το ζήτημα των περιορισμένων πόρων ως δικαιολογία. Η ύπαρξη, σε μια χώρα, μητρικής θνησιμότητας που μπορεί να προληφθεί, δεν είναι μόνο μια απλή αντανάκλαση του πόσο φτωχή ή πλούσια είναι η χώρα αυτή. Η Αγκόλα, για παράδειγμα, έχει πολύ υψηλότερο ποσοστό μητρικής θνησιμότητας από τη Μοζαμβίκη, παρά το γεγονός ότι η Μοζαμβίκη είναι πολύ φτωχότερη. Ή πάρτε για παράδειγμα τη Γουατεμάλα, με κατά κεφαλήν ΑΕΠ σχεδόν διπλάσιο εκείνου της Νικαράγουας, αλλά υψηλότερα ποσοστά μητρικής θνησιμότητας.

Σκεφθείτε επίσης το δικαίωμα στη στέγαση. Το 2009, η Διεθνής Αμνηστία συμπαραστάθηκε σε δεκάδες χιλιάδες δοκιμαζόμενους ανθρώπους, που έμειναν άστεγοι στη Ντζαμένα του Τσαντ έπειτα από αναγκαστικές εξώσεις, καθώς και στους κατοίκους παραγκουπόλεων στο Κάιρο της Αιγύπτου, που παρέμειναν σε αυτές διακινδυνεύοντας να σκοτωθούν από κατολισθήσεις ή άλλους κινδύνους, εξαιτίας της παράλειψης των αρχών να παράσχουν κατάλληλη στέγη. Στο Ναϊρόμπι της Κένυας, η Διεθνής Αμνηστία πραγματοποίησε πορεία μαζί με κατοίκους από την Κιμπέρα, τη μεγαλύτερη παραγκούπολη της Αφρικής, και άλλες παραγκουπόλεις, για να διεκδικήσει το δικαίωμά τους σε κατάλληλη στέγη και υπηρεσίες. Στη Γάζα, μία από τις συνέπειες της σύρραξης του 2008-2009 που επισήμανε η Διεθνής Αμνηστία είναι η εκτεταμένη καταστροφή σπιτιών σε συνδυασμό με το συνεχιζόμενο αποκλεισμό, ο οποίος εμποδίζει την είσοδο οικοδομικών υλικών στη Γάζα. Ο αποκλεισμός, που ισοδυναμεί με συλλογική τιμωρία, έγκλημα του διεθνούς δικαίου, πλήττει σκληρότερα τους πιο ευάλωτους.

Αυτό που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, έχουν κοινό οι άνθρωποι στις καταστάσεις που προαναφέραμε, είναι η φτώχεια τους. Οι φτωχοί είναι εκείνοι που υφίστανται τις περισσότερες διακρίσεις και εκεί είναι εμφανέστερη η ανάγκη για προστασία όλων των δικαιωμάτων της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Οι διακρίσεις είναι μια βασική κινητήριος δύναμη της φτώχειας και συχνά αντικατοπτρίζεται στο πώς κατανέμονται οι κυβερνητικές δαπάνες και πολιτικές. Και οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ζουν σε συνθήκες φτώχειας παγκοσμίως, και εκείνοι που υφίστανται τις περισσότερες διακρίσεις στο νόμο και στην πράξη, είναι γυναίκες. Οι ασφαλείς εγκυμοσύνες, τα ασφαλή σπίτια, οι ασφαλείς διαδρομές προς το σχολείο ή την εργασία – τίποτα από αυτά δεν πρέπει να είναι το προνόμιο των ανδρών ή των εύπορων.

Υπάρχουν ορισμένα θετικά βήματα προς την κατεύθυνση της διασφάλισης της νομικής λογοδοσίας για τη στέρηση βασικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων. Όλο και περισσότερο, τα εθνικά δικαστήρια παρεμβαίνουν, για να προστατεύσουν αυτά τα δικαιώματα και να απαιτήσουν αλλαγές στην κυβερνητική πολιτική, ώστε τα ελάχιστα δικαιώματα στην υγεία, τη στέγαση, την παιδεία και την τροφή να μη μένουν ανεκπλήρωτα. Και υπάρχουν διεθνείς μηχανισμοί που τα παρακινούν να προχωρήσουν παραπέρα.

Σε μια πρωτοποριακή απόφαση το Νοέμβριο του 2009, για παράδειγμα, το Κοινοτικό Δικαστήριο της Οικονομικής Κοινότητας Δυτικοαφρικανικών Κρατών (ECOWAS) στην Αμπούτζα διακήρυξε ότι η παιδεία είναι ανθρώπινο δικαίωμα το οποίο δικαιούνται όλοι οι Νιγηριανοί. Το δικαστήριο δήλωσε ότι το δικαίωμα στην παιδεία μπορεί να επιβληθεί νομικά και απέρριψε όλες τις ενστάσεις της κυβέρνησης ότι η παιδεία είναι «μια απλή κατευθυντήρια πολιτική της κυβέρνησης και όχι έννομο δικαίωμα των πολιτών».

Σε άλλο παράδειγμα, στη Μιερτσούρεα Τσουτς της Ρουμανίας, μια κοινότητα Ρομά που ζει σε μεταλλικές καλύβες και παράγκες δίπλα σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας λυμάτων από το 2004, μετά τη βίαιη έξωσή της από ένα ερειπωμένο κτήριο στο κέντρο της πόλης, υπέβαλε προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων το Δεκέμβριο του 2008. Η κοινότητα, με την υποστήριξη τοπικών ΜΚΟ, είχε εξαντλήσει τα εθνικά ένδικα μέσα, από τη στιγμή που οι θετικές για αυτήν αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων δεν είχαν κανένα πρακτικό αντίκρισμα.

Η δυνατότητα διεθνούς λογοδοσίας σε αυτόν τον τομέα πραγματοποίησε ένα θετικό άλμα το Σεπτέμβριο του 2009, όταν άνοιξε για υπογραφή το Προαιρετικό Πρωτόκολλο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτισμικά Δικαιώματα. Το Πρωτόκολλο καθιερώνει, για πρώτη φορά, έναν διεθνή μηχανισμό για ατομικές καταγγελίες. Θα υποστηρίξει επίσης τις προσπάθειες, στο εσωτερικό των χωρών, να διασφαλιστεί ότι τα θύματα θα έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά ένδικα μέσα.

Η αυξημένη λογοδοσία για τη στέρηση βασικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων έχει γίνει σημαντικότερη παρά ποτέ εν όψει των συνδυασμένων συνεπειών της επισιτιστικής, της ενεργειακής και της χρηματοοικονομικής κρίσης, που υπολογίζεται ότι ώθησαν στη φτώχεια πολλά ακόμη εκατομμύρια ανθρώπους. Ο σεβασμός για όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα, περιλαμβανομένων των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων, πρέπει να είναι αναπόσπαστο μέρος όλων των εθνικών και διεθνών μέτρων αντιμετώπισης των κρίσεων.

Ωστόσο, οι κυβερνήσεις δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που συμβάλλουν σε μια τέτοια κρίση. Η παγκόσμια επιχειρηματική δραστηριότητα αποκτά όλο και μεγαλύτερη ισχύ και επιρροή. Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι εταιρείες και η επιρροή που ασκούν, μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πάρα πολλές εταιρείες εκμεταλλεύονται την απουσία αποτελεσματικών ρυθμιστικών κανόνων ή συνεργάζονται στενά με σκαιές και συχνά διεφθαρμένες κυβερνήσεις, με ολέθριες συνέπειες.

Κατά τα τελευταία 15 έτη, είδαμε το δίκαιο να επεκτείνεται για να προστατεύσει τα παγκόσμια οικονομικά συμφέροντα, μέσω μιας σειράς διεθνών συμφωνιών επενδύσεων και εμπορίου, οι οποίες στηρίζονται από μηχανισμούς επιβολής. Ωστόσο, ενώ τα οικονομικά συμφέροντα κατόρθωσαν να κάνουν το νόμο να λειτουργεί όταν τον χρειάζονται, εκείνοι που βλάπτονται από τις ενέργειές τους είδαν συχνά το δίκαιο να υποχωρεί ενώπιον της εταιρικής δύναμης.

Ο Δεκέμβριος του 2009 σήμανε την 25η επέτειο της καταστροφικής διαρροής θανάσιμων χημικών από το εργοστάσιο φυτοφαρμάκων της Union Carbide στο Μποπάλ της Ινδίας. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν και υπολογίζεται ότι 100.000 άνθρωποι εξακολουθούν να υφίστανται σήμερα στην υγεία τους τις συνέπειες εκείνης της διαρροής. Παρά τις προσπάθειες των επιζησάντων του Μποπάλ να δικαιωθούν μέσω δικαστηρίων στην Ινδία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, 25 έτη μετά τη διαρροή, η αποκατάστασή τους υπολείπεται ακόμα πάρα πολύ της ελάχιστης απαραίτητης και κανείς δεν έχει λογοδοτήσει για τη διαρροή ή τις συνέπειές της.

Η ουσιαστική λογοδοσία των εταιρειών παραμένει σπάνια. Οι προσπάθειες να εξασφαλιστεί δικαιοσύνη ματαιώνονται από αναποτελεσματικά νομικά συστήματα, έλλειψη πρόσβασης σε πληροφόρηση, εταιρικές παρεμβάσεις στα νομικά και ρυθμιστικά συστήματα, διαφθορά και ισχυρές συμμαχίες κράτους-εταιρειών. Παρ’ ότι οι διεθνικές επιχειρήσεις, εξ ορισμού, λειτουργούν πέρα από τα σύνορα, τα νομικά και δικαιοδοτικά εμπόδια στην άσκηση δικαστικών προσφυγών εναντίον εταιρειών στο εξωτερικό παραμένουν σημαντικά. Οι παγκόσμιες επιχειρήσεις λειτουργούν σε μια παγκόσμια οικονομία, αλλά με απουσία παγκόσμιου κράτους δικαίου.
Εντούτοις, παρά τις τεράστιες προκλήσεις, άτομα και κοινότητες που θίγονται από διεθνικές εταιρείες ασκούν ολοένα περισσότερο αστικές προσφυγές, σε μια προσπάθεια τόσο να καταστήσουν τις εταιρείες υπόλογες, όσο και να πετύχουν κάποια μορφή επανόρθωσης. Στη Νιγηρία, η πετρελαιοβιομηχανία λειτουργεί επί 50 έτη χωρίς αποτελεσματικούς ρυθμιστικούς ελέγχους. Η συνέπεια είναι εκτεταμένη καταστροφή στο περιβάλλον και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η δικαιοσύνη στη Νιγηρία έχει αποδειχθεί χιμαιρική για τις περισσότερες από τις κοινότητες, των οποίων οι ζωές και τα μέσα διαβίωσης καταστράφηκαν. Το Δεκέμβριο του 2009, ένα ολλανδικό δικαστήριο συμφώνησε να προχωρήσει σε μια αστική υπόθεση κατά της Shell, η οποία ασκήθηκε από τέσσερις Νιγηριανούς που ζητούν αποζημίωση για ζημιές που προκάλεσαν διαρροές πετρελαίου στα μέσα διαβίωσής τους.

Σε μια υψηλής δημοσιότητας αστική δίωξη στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2009, η εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών Trafigura συμφώνησε σε εξώδικο συμβιβασμό ύψους 45 εκατομμυρίων δολαρίων με περίπου 30.000 ανθρώπους, οι οποίοι έχουν θιγεί από την απόρριψη τοξικών αποβλήτων στο Αμπιτζάν της Ακτής Ελεφαντοστού. Τα απόβλητα μεταφέρθηκαν στο Αμπιτζάν το 2006 με το πλοίο Probo Koala, που είχε ναυλωθεί από την Trafigura. Στη συνέχεια, τα απόβλητα απορρίφθηκαν σε διάφορες τοποθεσίες πέριξ της πόλης. Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι αναζήτησαν ιατρική περίθαλψη για μια σειρά προβλημάτων υγείας, ενώ αναφέρθηκαν 15 θάνατοι.
Τέτοιοι εξώδικοι συμβιβασμοί μπορεί να προσφέρουν στα θύματα ένα μικρό μέτρο δικαιοσύνης, αλλά συχνά ενέχουν σοβαρούς περιορισμούς και δεν προσφέρουν πλήρη επανόρθωση ή λογοδοσία. Στην περίπτωση της Ακτής Ελεφαντοστού, εξακολουθούν να μην έχουν εξεταστεί κρίσιμες πτυχές του αντίκτυπου στα ανθρώπινα δικαιώματα από την απόρριψη τοξικών αποβλήτων. Πολύ περισσότερα χρειάζεται να γίνουν για να αντιμετωπιστούν τα νομικά και δικαιοδοτικά κενά που αυτή τη στιγμή διευκολύνουν την εταιρική ατιμωρησία. Οι εταιρείες, που όλο και περισσότερες διακηρύσσουν αφοσίωση στα ανθρώπινα δικαιώματα, πρέπει να προωθήσουν ενεργά αυτές τις προσπάθειες.

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ – ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Οι παγκόσμιοι ηγέτες θα συγκεντρωθούν στα Ηνωμένα Έθνη το Σεπτέμβριο του 2010, για να εξετάσουν την πρόοδο στις υποσχέσεις τους να βελτιώσουν τη ζωή των φτωχών του κόσμου, υποσχέσεις τις οποίες διατύπωσαν στους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, υστερούμε πολύ από τους στόχους που ορίστηκαν για το 2015. Το κόστος αυτής της αποτυχίας είναι ότι στερεί από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους το δικαίωμά τους να ζουν αξιοπρεπώς – όχι απλώς να απολαύουν των πολιτικών τους ελευθεριών, αλλά να έχουν επίσης πρόσβαση σε τροφή, στέγαση, υγειονομική περίθαλψη, παιδεία και ασφάλεια, όπως κατοχυρώνεται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ελευθερία από το φόβο και ελευθερία από την ένδεια – αυτός εξακολουθεί να είναι ο στόχος.

Πρέπει τώρα να υπάρξει μια συγκρίσιμη προσπάθεια αξιοποίησης του ίδιου δυναμισμού που χρησιμοποιήθηκε για τη σύσταση του ΔΠΔ και των διεθνών μηχανισμών για τη δικαιοσύνη, ώστε να αυξηθεί η λογοδοσία σε μια παγκόσμια οικονομική και πολιτική τάξη που δεν λαμβάνει υπ’ όψιν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Χρειάζεται νέα νοοτροπία. Οι Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετίας δεν μπορούν απλώς να αποτελούν υποσχέσεις. Πρέπει να βασίζονται στις νομικές δεσμεύσεις που έχουν πραγματοποιήσει οι κυβερνήσεις ότι θα ικανοποιήσουν τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και, ως εκ τούτου, πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί οι οποίοι να καθιστούν τις κυβερνήσεις υπόλογες για την εκπλήρωση αυτών των δεσμεύσεων. Πρέπει να υπάρχουν αποτελεσματικά ένδικα μέσα όταν τα κράτη δεν τις εκπληρώνουν.

Η λογοδοσία θα ενισχυόταν, αν οι προσπάθειες εκπλήρωσης των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας λάμβαναν πλήρως υπ’ όψιν τις απόψεις εκείνων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Τα άτομα έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στις αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές τους και να έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε πληροφόρηση σχετικά με αυτές. Η γνήσια συμμετοχή των ίδιων των δικαιούχων στους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας υπήρξε ελάχιστη. Επιπλέον, η διαδικασία των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας πρέπει επίσης να διασφαλίσει τον κατάλληλο έλεγχο των κυβερνήσεων εκείνων που ακολουθούν εθνικές πολιτικές -περιλαμβανομένων εκείνων με διεθνή αντίκτυπο- οι οποίες υπονομεύουν την πραγμάτωση των βασικών δικαιωμάτων που είναι ενσωματωμένα στους Στόχους. Όλες οι κυβερνήσεις, αλλά ιδίως εκείνες της G20 που αξιώνουν μεγαλύτερο ρόλο στην παγκόσμια ηγεσία, πρέπει να θεωρούνται υπόλογες για το αν οι πολιτικές τους μεταφράζονται σε απτές βελτιώσεις στις ζωές των φτωχών του κόσμου.

Σε αυτή την προσπάθεια εξασφάλισης της απονομής όλων των ανθρώπινων δικαιωμάτων για όλους τους ανθρώπους, πρέπει διαρκώς να υπενθυμίζονται στα κράτη και τους μη κρατικούς παράγοντες οι έννομες υποχρεώσεις και ευθύνες τους. Περισσότερο από ποτέ στο παρελθόν, οι ακτιβιστές ανθρώπινων δικαιωμάτων, οι κοινοτικές οργανώσεις, δικηγόροι και άλλοι φορείς ενώνουν τις δυνάμεις τους για να το πράξουν αυτό: συνεργάζονται με όσους βρίσκονται στην εξουσία όταν μοιράζονται κοινούς στόχους, αλλά, σε αντίθεση περίπτωση, τους αμφισβητούν επιζητώντας θεσμικά και ατομικά μέτρα λογοδοσίας. Το κίνημα ανθρώπινων δικαιωμάτων γίνεται το ίδιο όλο και πιο οικουμενικό και ποικιλόμορφο, αποκτώντας όλο και καλύτερες διασυνδέσεις πέρα από σύνορα και επιστημονικούς κλάδους, προωθώντας ένα εμπεριστατωμένο εγχείρημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Καθώς εισερχόμαστε στη δεύτερη δεκαετία της χιλιετίας, η Διεθνής Αμνηστία εργάζεται δίπλα στους εταίρους της σε ένα τέτοιο παγκόσμιο κίνημα, επιζητώντας να επαναβεβαιώσει την αξία των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Να δείξει ότι δεν μπορούν να διαιρούνται ή να τεμαχίζονται και με ποιον τρόπο έχουν άμεση σημασία για να βιώνουν οι άνθρωποι πλήρως τη ζωή τους. Κάνοντάς το αυτό, επαναδεσμευόμαστε σε ένα όραμα ανθρώπινων δικαιωμάτων όπου -πέρα από κράτη, ένοπλες ομάδες και εταιρείες- κάθε άτομο είναι παράγοντας αλλαγής, με δικαιώματα καθώς και ευθύνες. Καθένας από εμάς έχει δικαιώματα να απαιτεί σεβασμό, προστασία και ολοκλήρωση από το κράτος και την κοινωνία, αλλά και ευθύνες να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων και να ενεργεί σε αλληλεγγύη με τους άλλους για να εκπληρώσει την υπόσχεση της Οικουμενικής Διακήρυξης.

Παγκόσμια Επισκόπηση: τα κυριότερα σημεία της Ετήσιας Έκθεσης 2010 της Διεθνούς Αμνηστίας

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Αρχηγός κράτους: Κάρολος Παπούλιας
Αρχηγός κυβέρνησης: Γιώργος Παπανδρέου
(αντικατέστησε τον Κώστα Καραμανλή τον Οκτώβριο)
Θανατική ποινή: Έχει καταργηθεί για όλα τα εγκλήματα
Πληθυσμός: 11,2 εκατομμύρια
Προσδόκιμο ζωής: 79,1 έτη
Θνησιμότητα κάτω των 5 ετών (α/κ): 5/4 στα 1000 άτομα
Ποσοστό εγγραμμάτων ενηλίκων: 97,1%

Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους συνεχίστηκαν οι καταγγελίες για κρούσματα κακομεταχείρισης από μέλη των σωμάτων ασφαλείας.  Ένα νέο Προεδρικό Διάταγμα στέρησε από τους αιτούντες άσυλο το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. Υπήρξαν καταγγελίες για αυθαίρετες επαναπροωθήσεις παράτυπων μεταναστών και πιθανών αιτούντων άσυλο από τον Έβρο. Σύμφωνα με καταγγελίες, έως και 100 άτομα έμειναν άστεγα, χωρίς πρόσβαση σε υπηρεσίες, μετά την βίαιη έξωση μεγάλου αριθμού παράτυπων μεταναστών και αιτούντων άσυλο από τον χώρο όπου είχαν κατασκηνώσει στην Πάτρα. Οι συνθήκες κράτησης σε διάφορα κέντρα κράτησης μεταναστών και φυλακές εξακολούθησαν να προκαλούν ανησυχία. Επιθέσεις από ένοπλες αντικυβερνητικές ομάδες είχαν ως αποτέλεσμα τραυματισμούς.

Γενικές πληροφορίες

Ένοπλες αντικυβερνητικές ομάδες πραγματοποίησαν αριθμό ένοπλων επιθέσεων συμπεριλαμβανομένου και ενός αστυνομικού τμήματος. Επίσης έκαναν βομβιστικές επιθέσεις, κάποιες σε τράπεζες, μια στο σπίτι ενός μέλους του Κοινοβουλίου και μία στο σπίτι ενός μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ένας αστυνομικός σκοτώθηκε και επτά άλλοι τραυματίστηκαν, τρεις εκ των οποίων σοβαρά.

Πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο και μετανάστες

Υπήρξε ανησυχία για τη συχνή αποτυχία των αστυνομικών  αρχών στα σημεία εισόδου της χώρας να καταγράψουν ατομικά αιτήματα ασύλου, στερώντας έτσι την πρόσβαση αυτών των ανθρώπων στη διαδικασία ασύλου. Τον Ιούνιο, ένα νέο Προεδρικό Διάταγμα (81/2009) εισήγαγε βλαπτικές αλλαγές στις διαδικασίες εξακρίβωσης της προσφυγικής ιδιότητας. Μεταξύ άλλων, το νέο διάταγμα κατάργησε τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή, στερώντας έτσι ουσιαστικά από τους αιτούντες άσυλο το δικαίωμά τους για προσφυγή κατά των πρωτοβάθμιων αποφάσεων. Το μόνο που απέμεινε είναι η δικαστική επανεξέταση των υποθέσεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας, η οποία περιορίζεται στην εξέταση του σύννομου χαρακτήρα της απόφασης. Τον Ιούλιο η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ανακοίνωσε την απόφασή της να μην συμμετέχει στις διαδικασίες χορήγησης ασύλου, εάν δεν γίνουν ουσιαστικές αλλαγές. Στο τέλος του χρόνου, η νέα κυβέρνηση ανακοίνωσε σχέδια αναμόρφωσης της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, την ίδρυση νέας ανεξάρτητης Υπηρεσίας Ασύλου και τη δημιουργία κέντρων εξακρίβωσης για τους παράτυπους μετανάστες στα σημεία εισόδου της χώρας. Συστήθηκαν Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων για να ετοιμάσουν προτάσεις για τα ζητήματα αυτά.
Διάφορα άτομα επαναπροωθήθηκαν με τη βία σε χώρες όπου κινδυνεύουν να υποστούν σοβαρές καταπατήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

  • Τον Ιούλιο, 18 Κούρδοι αιτούντες άσυλο τουρκικής εθνικότητας, μεταξύ των οποίων τέσσερις ασυνόδευτοι ανήλικοι, επεστράφησαν με τη βία στην Τουρκία. Οι αστυνομικές αρχές, που ήταν υπεύθυνες για την κράτησή τους στα Χανιά, αρνήθηκαν να παραλάβουν αιτήματα ασύλου για τους τέσσερις ανήλικους, καθώς και να προωθήσουν στις αρμόδιες αρχές τις αιτήσεις των 14 ενηλίκων.

Μεταξύ Ιουνίου κι Αυγούστου, οι αρχές μετέφεραν στη μεθοριακή περιοχή του Έβρου πολλούς παράτυπους μετανάστες και πιθανούς αιτούντες άσυλο, από τα κέντρα κράτησης μεταναστών στα νησιά. Υπήρξαν καταγγελίες από τοπικές και διεθνείς ΜΚΟ για αυθαίρετες επαναπροωθήσεις ατόμων αυτών των ομάδων.
Τον Ιούνιο, ο Νόμος 3772/2009 όρισε ότι η διοικητική απέλαση «αλλοδαπών» επιτρέπεται στις περιπτώσεις όπου στο άτομο έχουν απαγγελθεί ποινικές κατηγορίες, έστω και για αδικήματα που τιμωρούνται με τρίμηνη φυλάκιση. Οι αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες δεν εξαιρέθηκαν ρητά από τη διάταξη αυτή. Ο ίδιος νόμος παρέτεινε το χρονικό διάστημα διοικητικής κράτησης από τους τρεις στους έξι μήνες, με πιθανή παράταση στους 12, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, κάνοντας το πιθανό συνολικό χρονικό διάστημα 18 μήνες.
Εξακολούθησαν να καταγγέλλονται προβλήματα στα κέντρα κράτησης μεταναστών, όπως συνωστισμός, κακές συνθήκες υγιεινής και έλλειψη επαρκούς σίτισης, άσκησης σε υπαίθριο χώρο, πρόσβασης στον έξω κόσμο και τις υπηρεσίες υγείας. Τον Ιούνιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων συμπέρανε πως «οι συνθήκες κράτησης για τη συντριπτική πλειονότητα των παράτυπων μεταναστών που στερούνται την ελευθερία τους στην Ελλάδα παραμένουν απαράδεκτες».
Σε κάποια από αυτά τα κέντρα κράτησης, ασυνόδευτοι ανήλικοι κρατήθηκαν έως και δυόμισι μήνες λόγω έλλειψης θέσεων στα κέντρα υποδοχής ανηλίκων.

  • Τον Αύγουστο, περίπου 150 ασυνόδευτοι ανήλικοι προχώρησαν σε απεργία πείνας στο κέντρο κράτησης στην Παγανή Λέσβου, διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες κράτησής τους. Το κέντρο έκλεισε προσωρινά τον Νοέμβριο.
  • Τον Ιούλιο, μεγάλος αριθμός παράτυπων μεταναστών και αιτούντων άσυλο, συμπεριλαμβανομένων και ασυνόδευτων ανηλίκων, εκδιώχθηκαν βίαια από τον καταυλισμό τους στην Πάτρα. Μεταξύ 80 και 100 άνθρωποι αναφέρθηκε ότι έμειναν άστεγοι, χωρίς πρόσβαση σε ύδρευση, αποχέτευση ή ιατρική βοήθεια. Κατά τον ίδιο μήνα, περίπου 100 παράτυποι μετανάστες εκδιώχθηκαν επίσης βίαια από το εγκαταλελειμμένο κτίριο του παλαιού Εφετείου στην Αθήνα.

Αυξήθηκαν τα κρούσματα ρατσιστικών επιθέσεων κατά μεταναστών και αιτούντων άσυλο.
Τον Δεκέμβριο ανακοινώθηκε σχέδιο νόμου για τη χορήγηση ιθαγένειας στους μετανάστες δεύτερης γενιάς.

Βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης
Σύμφωνα με αναφορές, διαδηλωτές, δικηγόροι και δημοσιογράφοι υπέστησαν κακομεταχείριση από αστυνομικούς μετά από διαδήλωση τον Ιανουάριο.

  • Στον  ειδικό φρουρό που ευθύνεται για τον πυροβολισμό κατά του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τον Δεκέμβριο του 2008, απαγγέλθηκε η κατηγορία για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Στον δεύτερο ειδικό φρουρό απαγγέλθηκε η κατηγορία για συνέργεια. Στο τέλος του έτους η διεξαγωγή της δίκης εκκρεμούσε.

Κατά τη διάρκεια του έτους καταγγέλθηκαν κρούσματα υπερβολικής χρήσης βίας από αστυνομικούς κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων. Υπήρξαν καταγγελίες για μεγάλο αριθμό αυθαίρετων προσαγωγών διαδηλωτών σε αστυνομικά τμήματα, για κακομεταχείριση ορισμένων ειρηνικών διαδηλωτών από αστυνομικούς και για τραυματισμό διαδηλωτών από δίκυκλα της αστυνομίας κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων τον Δεκέμβριο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους συνεχίστηκαν οι καταγγελίες για κακομεταχείριση από μέλη των σωμάτων ασφαλείας, ιδίως εναντίον μελών ευπαθών ομάδων πληθυσμού όπως οι αιτούντες άσυλο, οι μετανάστες και οι Ρομά.

  • Στις 3 Απριλίου, ο Αριβάν Οσμάν Αζίζ, Κούρδος Ιρακινός μετανάστης, σύμφωνα με καταγγελίες ξυλοκοπήθηκε βάναυσα από λιμενοφύλακα στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Τέσσερις μήνες αργότερα πέθανε, σύμφωνα ως αποτέλεσμα των τραυμάτων του. Η σχετική έρευνα δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του έτους.
  • Τον Μάιο, αστυνομικός φέρεται να  κατέστρεψε το κοράνι ενός Σύρου μετανάστη κατά τη διάρκεια ελέγχου ταυτότητας. Η ένορκη διοικητική εξέταση που διατάχθηκε για το συμβάν δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του έτους. Η κοινότητα των Μουσουλμάνων μεταναστών προχώρησε σε διάφορες διαδηλώσεις για να διαμαρτυρηθεί για το περιστατικό.
  • Τον Οκτώβριο, ο Μοχάμεντ Καμράν Ατίφ, Πακιστανός μετανάστης, πέθανε 14 μέρες αφ’ ότου υπέστη, σύμφωνα με καταγγελίες, βασανιστήρια κατά τη σύλληψη και την κράτησή του στο  Αστυνομικό Τμήμα της Νίκαιας (Πειραιάς).  Έχει διαταχθεί η ποινική διερεύνηση του συμβάντος.
  • Τον Οκτώβριο, σύμφωνα με καταγγελίες, διάφοροι αιτούντες άσυλο και μετανάστες ξυλοκοπήθηκαν από αστυνομικούς φρουρούς. Αυτό συνέβη μετά το αίτημά τους να τους απεγκλωβίσουν από έναν κοιτώνα, ο οποίος ήταν γεμάτος με καπνό μετά από διαμαρτυρία τους για τις συνθήκες και τη διάρκεια κράτησής τους στο κέντρο κράτησης στην Παγανή Λέσβου. Μεταξύ αυτών ήταν κι ένας 17χρονος Παλαιστίνιος, ο οποίος σύμφωνα με καταγγελίες ξυλοκοπήθηκε βάναυσα. Διατάχθηκε έρευνα και ορισμένοι μάρτυρες κατήγειλλαν ότι υπέστησαν εκφοβισμούς.
  • Τον Δεκέμβριο άρχισε η δίκη αστυνομικού, που κατηγορείται ότι υπέβαλε δύο κρατούμενους σε βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ τον Αύγουστο του 2002.

Τον Δεκέμβριο η κυβέρνηση παρουσίασε Σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος, με το οποίο ιδρύεται Γραφείο για να αντιμετωπίζει τα κρούσματα αυθαίρετης συμπεριφοράς από μέλη των σωμάτων ασφαλείας. Υπήρξαν ανησυχίες για τη θεσμική ανεξαρτησία και την περιορισμένη εντολή του προτεινόμενου οργάνου.

Εργασιακά δικαιώματα

Τον Ιούνιο ο ανακριτής που είχε επιφορτιστεί με τη διερεύνηση της επίθεσης κατά της συνδικαλίστριας Κωσταντίνας Κούνεβα ολοκλήρωσε την ανάκριση χωρίς να εντοπίσει τους δράστες. Οι δικηγόροι της εξέφρασαν ανησυχίες για την ποιότητα και την επάρκεια της ανάκρισης. Τον Νοέμβριο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών διέταξε τη συνέχιση της ανάκρισης για την υπόθεση αυτή.

Συνθήκες φυλάκισης

Η οργάνωση έλαβε καταγγελίες για απάνθρωπες και ταπεινωτικές συνθήκες κράτησης στις φυλακές, που περιλαμβάνουν υπερβολικό συνωστισμό, ανεπαρκείς εγκαταστάσεις και έλλειψη πρόσβασης σε επαρκή ιατρική βοήθεια. Γυναίκες κρατούμενες ανέφεραν ότι συνεχίζουν να υποβάλλονται στην πρακτική της κολπικής εξέτασης. Τον Δεκέμβριο έγιναν τροποποιήσεις στη νομοθεσία για να αντιμετωπιστεί ο συνωστισμός στις φυλακές και να βελτιωθούν οι συνθήκες φυλάκισης.

Αντιρρησίες συνείδησης

Η τρέχουσα νομοθεσία για την αντίρρηση συνείδησης εξακολουθούσε να μην έχει εναρμονιστεί με τα ευρωπαϊκά και διεθνή θεσμικά κείμενα. Οι αντιρρησίες συνείδησης εξακολούθησαν να αντιμετωπίζουν δυσμενείς διακρίσεις, ακόμα και ποινικές διώξεις.

  • Στις 31 Μαρτίου, το Αναθεωρητικό Στρατοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον αντιρρησία συνείδησης Λάζαρο Πετρομελίδη  σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών με αναστολή εκτέλεσης της ποινής, κρίνοντάς τον ένοχο για δυο κατηγορίες για ανυποταξία.  Το 2008, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον είχε καταδικάσει σε τριετή φυλάκιση για τις ίδιες κατηγορίες.

Ελευθερία της έκφρασης

Τον Φεβρουάριο, σε έκθεσή του, ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης εξέφρασε ανησυχίες για τις υπερβολικά περιοριστικές πρακτικές των ελληνικών δικαστηρίων, που αρνούνται να αναγνωρίσουν ορισμένα μειονοτικά σωματεία και διέταξαν τη διάλυση της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης. Ανάλογες ανησυχίες εκφράστηκαν από το Ανεξάρτητο Εμπειρογνώμονα των Ηνωμένων Εθνών για Ζητήματα Μειονοτήτων. Παρ’ όλα αυτά, και παρ’ όλες τις καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2008, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την άρνηση του Εφετείου τον Ιούνιο να αναγνωρίσει το σωματείο «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού».

Δικαιώματα λεσβιών, ομοφυλοφίλων, αμφισεξουαλικών και τρανσέξουαλ

Τον Μάρτιο αρκετοί άνθρωποι τραυματίστηκαν σε ομοφοβική επίθεση εναντίον ενός μπαρ της Αθήνας. Καταγγέλθηκε ότι η αστυνομία και τα ασθενοφόρα δεν ανταποκρίθηκαν στο περιστατικό, παρά τις επανειλημμένες κλήσεις για παροχή βοήθειας.

Εμπορία ανθρώπων

Εν μέσω ανησυχιών ότι η κυβέρνηση έλαβε ελλιπή μέτρα για τον εντοπισμό και την αναγνώριση των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, δεν υιοθετήθηκαν οι συστάσεις που πρότεινε ένας συνασπισμός ΜΚΟ, μεταξύ των οποίων και η Διεθνής Αμνηστία. Η έλλειψη κρατικής χρηματοδότησης οδήγησε στο να κλείσουν ορισμένα καταφύγια για θύματα εμπορίας.

Παραβιάσεις κατά της κοινότητας των Ρομά

Αν και αναγνώρισε τα ειδικά μέτρα που έχουν ήδη υιοθετηθεί για την κοινωνική ένταξη των Ρομά, τον Αύγουστο η Επιτροπή για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (CERD) εξέφρασε τις ανησυχίες της για τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι Ρομά στην πρόσβασή τους στην εργασία, τη στέγαση, την υγειονομική μέριμνα και την παιδεία.

  • Τον Αύγουστο, τουλάχιστον 11 οικογένειες Ρομά αντιμετώπισαν την απειλή αναγκαστικής έξωσης από τις κατοικίες τους σε χωματερή στη Λευκάδα και υπέστησαν άλλες παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους στην κατάλληλη στέγη και την υγεία. Στο τέλος του έτους οι οικογένειες αυτές εξακολουθούσαν να ζουν σε καθεστώς ανασφάλειας. Η αναδιαμόρφωση της χωματερής ολοκληρώθηκε και κάποιες μικρές αποκαταστάσεις έγιναν στον καταυλισμό. Παρόλα αυτά οι τοπικές αρχές δεν είχαν προβεί σε βήματα για τη μεταφορά της κοινότητας των Ρομά σε κατάλληλη εναλλακτική στέγαση.

Επίσκεψη και εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας

Διεθνής αντιπροσωπεία της Διεθνούς Αμνηστίας επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Ιούνιο.

  • Ελλάδα: Καταγγελίες για καταπατήσεις κατά την αστυνόμευση διαδηλώσεων (EUR 25/001/2009)
  • Ελλάδα: Οι προτεινόμενες αλλαγές στις διαδικασίες ασύλου παραβιάζουν κατάφωρα το διεθνές δίκαιο (EUR 25/005/2009)
  • Ελλάδα: Η Διεθνής Αμνηστία επαναλαμβάνει τις σοβαρές της ανησυχίες σχετικά με τις συνθήκες κράτησης αιτούντων άσυλο μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (EUR 25/006/2009)
  • Ελλάδα: Η Διεθνής Αμνηστία καταδικάζει την αναγκαστική έξωση των Αφγανών  στην Πάτρα (EUR 25/007/2009)
  • Ελλάδα: Νέες αναγκαστικές εξώσεις αφήνουν πολλούς ανθρώπους άστεγους (EUR 25/008/2009)
  • Ελλάδα: 11 οικογένειες Ρομά αντιμετωπίζουν αναγκαστική έξωση (EUR 25/009/2009)
  • Ελλάδα: Η Διεθνής Αμνηστία καλεί την κυβέρνηση να δημιουργήσει γνήσια ανεξάρτητο και αποτελεσματικό μηχανισμό για διερεύνησης καταγγελιών για την αστυνομία (EUR 25/008/2009)

Παγκόσμια Επισκόπηση: τα κυριότερα σημεία της Ετήσιας Έκθεσης 2010 της Διεθνούς Αμνηστίας

«Ονειρεύομαι να ζήσω με την κόρη μου κάπου ειρηνικά, να γίνω γιαγιά και να είμαι καλή με τα εγγόνια μου, αλλά εξακολουθώ να έχω μια αποστολή να εκπληρώσω εδώ… Αυτή είναι κήρυξη πολέμου, πρέπει να παλέψουμε για δικαιοσύνη, δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε.»

Νατάλια Εστεμίροβα, μιλώντας στη Διεθνή Αμνηστία το 2009, μετά τη δολοφονία του φίλου της και επίσης υπερασπιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων, Στάνισλαβ Μάρκελοφ.

Ένα πρωινό του Ιουλίου, στις 8.30, στην πρωτεύουσα της Τσετσενίας, Γκρόζνι, άρπαξαν από το δρόμο την κορυφαία υπερασπίστρια των ανθρώπινων δικαιωμάτων Νατάλια Εστεμίροβα και την έσυραν με τη βία σε ένα αυτοκίνητο που περίμενε, ενώ εκείνη φώναζε σε μάρτυρες ότι ήταν απαγωγή. Αργότερα την ίδια ημέρα βρέθηκε το πτώμα της με τραύματα από πυροβόλο όπλο, εγκαταλελειμμένο στη γειτονική ρωσική δημοκρατία της Ινγκουσετίας.

Ήταν τραγωδία σε πολλά επίπεδα: Για τη 15χρονη κόρη της, την οποία είχε αναθρέψει μόνη της. Για το λαό της Τσετσενίας, που έχασε μια ακούραστη, θαρραλέα φωνή, που προσπαθούσε να τεκμηριώσει τις καταπατήσεις και την έλλειψη δικαιοσύνης που υφίστανται. Και για την κοινωνία των πολιτών, στη Ρωσία και στο εξωτερικό, για την οποία ήταν μια ανεκτίμητη συνεργάτιδα στη μάχη για σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Θα είναι επίσης τραγωδία καταδικασμένη σε επανάληψη, αν το ρωσικό νομικό σύστημα αποδειχθεί ξανά εντελώς αναποτελεσματικό στη διασφάλιση λογοδοσίας για τη ζωή ενός ακόμη ακτιβιστή που αντιμετώπισε γενναία απειλές κατά της ζωής του και εκφοβισμό, για να διεκδικήσει δικαιοσύνη για τους άλλους.

Δεν ήταν, δυστυχώς, μεμονωμένο περιστατικό. Σε ολόκληρη την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, οι κυβερνήσεις δεν αντεπεξήλθαν στις ευθύνες τους να προστατεύσουν τους υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων και κατέβαλαν συνεχείς προσπάθειες να καταστείλουν εκείνους που επιζητούσαν να δημοσιοποιήσουν παραβιάσεις, να αρθρώσουν εναλλακτικές απόψεις ή να διατηρήσουν διαφορετικές πεποιθήσεις. Πολλές κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν κατασταλτικά μέτρα ή εκμεταλλεύτηκαν τη φαινομενική αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας, για να θωρακιστούν από τη λογοδοσία. Συνέχισαν να φαλκιδεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, να αποφεύγουν τις υποχρεώσεις τους και να στερούνται πολιτικής βούλησης για την αντιμετώπιση καίριων καταπατήσεων.

ΑΝΤΙΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σχετικά παραδείγματα είναι εκείνο των έκνομων μεταγωγών. Η ανάμειξη ευρωπαϊκών κρατών στο παγκόσμιο πρόγραμμα έκνομων μεταγωγών και μυστικής κράτησης που διεξάγει η CIA μετά το 2001 είναι γνωστή επί μακρόν. Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες αρνήσεις και τον σκόπιμο αποπροσανατολισμό από μεμονωμένες κυβερνήσεις, έχουμε πλέον σαφείς αποδείξεις αυτής της ανάμειξης.

Εντούτοις, οι περισσότερες κυβερνήσεις εξακολούθησαν να μην επιζητούν αποτελεσματική και διαφανή λογοδοσία για αυτές τις καταπατήσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, είτε στο εθνικό επίπεδο, είτε μέσω των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Ορισμένες πρωτοβουλίες που είχαν αναληφθεί παρέμειναν μη ικανοποιητικές. Μια γερμανική κοινοβουλευτική έρευνα για τη γερμανική ανάμειξη σε έκνομες μεταγωγές ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2009, αλλά αθώωσε όλους τους Γερμανούς κρατικούς παράγοντες, παρά τις πειστικές αποδείξεις περί του εναντίου. Ένα γερμανικό δικαστήριο είχε προηγουμένως εκδώσει εντάλματα για τη σύλληψη 13 πρακτόρων της CIA για την ανάμειξή τους στην έκδοση του Χαλίντ αλ-Μάσρι, αλλά η κυβέρνηση αρνήθηκε να διαβιβάσει αυτά τα εντάλματα. Οι μέθοδοι, οι αποδείξεις και τα πορίσματα μιας έρευνας για την ύπαρξη μιας φερόμενης μυστικής φυλακής στην Πολωνία, η οποία τελικά ξεκίνησε το 2008, εξακολουθούσαν να παραμένουν μυστικά. Άλλα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία σύμφωνα με αναφορές ενέχονταν σε τέτοιες καταπατήσεις, μεταξύ αυτών η Ρουμανία, έκαναν ακόμη λιγότερα για να διασφαλίσουν λογοδοσία για αυτές τις καταπατήσεις.

Διάφορα ευρωπαϊκά κράτη αγνόησαν τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων κατά της επιστροφής υπόπτων τρομοκρατίας σε χώρες όπου διατρέχουνν τον κίνδυνο βασανιστηρίων. Το Φεβρουάριο, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απέλαση του Σάμι Μπεν Χεμάις Εσίντ από την Ιταλία στην Τυνησία παραβίασε την απαγόρευση της επαναπροώθησης. Τον Αύγουστο, η Ιταλία επέστρεψε τον Άλι μπεν Σάσι Τούμι στην Τυνησία, όπου κρατήθηκε επί οκτώ ημέρες χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο. Το Δεκέμβριο, η Γαλλία απέλασε τον Τυνήσιο υπήκοο Γιασίν Φερσισί στη Σενεγάλη, παρά τα προσωρινά μέτρα που διατάχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Ωστόσο, υπήρξαν κάποιες άλλες ενδείξεις προόδου προς την κατεύθυνση της λογοδοσίας. Τον Νοέμβριο, ένα ιταλικό δικαστήριο καταδίκασε 22 πράκτορες της CIA, έναν στρατιωτικό αξιωματούχο των ΗΠΑ και δύο Ιταλούς πράκτορες για την ανάμειξή τους στην απαγωγή και την έκδοση του Αμπού Ομάρ – ενός άνδρα που απήχθη μέρα-μεσημέρι από έναν δρόμο της Ιταλίας και στη συνέχεια μεταφέρθηκε παράνομα μέσω Γερμανίας στην Αίγυπτο, όπου δήλωσε ότι βασανίστηκε. Η δικαστική δίωξη εκείνων που αναμείχθηκαν είχε αντιμετωπίσει σοβαρά εμπόδια λόγω περιορισμών στα αποδεικτικά στοιχεία που διατέθηκαν στους εισαγγελείς, για λόγους εθνικής ασφάλειας. Επίσης, το Δεκέμβριο μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση παραδέχθηκε για πρώτη φορά ότι είχε υπάρξει στην επικράτειά της ένας μυστικός «μαύρος τόπος», όταν μια κοινοβουλευτική επιτροπή της Λιθουανίας συμπέρανε ότι είχε κατασκευαστεί εκεί μια μυστική εγκατάσταση κράτησης της CIA. Η επιτροπή διαπίστωσε ότι αξιωματούχοι από το Τμήμα Κρατικής Ασφάλειας της Λιθουανίας είχαν βοηθήσει στην ανέγερση της εγκατάστασης και γνώριζαν για πτήσεις της CIA που προσγειώνονταν χωρίς συνοριακούς ελέγχους, αλλά δεν ενημέρωσαν τον πρόεδρο ή τον πρωθυπουργό – τέτοιες ανησυχίες εκφράστηκαν και αλλού σχετικά με την έλλειψη εποπτείας των μυστικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών ασφαλείας.

Σε άλλους τομείς επίσης, η ασφάλεια υποσκέλισε τα ανθρώπινα δικαιώματα στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων, κάτι που έβλαψε τόσο την ασφάλεια όσο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε κύματα αυθαίρετων κρατήσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας του Ουζμπεκιστάν συνέλαβαν πλήθος ατόμων και τους συγγενείς τους, με την υποψία ανάμειξης σε απαγορευμένα ισλαμιστικά κόμματα και ένοπλες ομάδες που είχαν κατηγορηθεί για επιθέσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Μεταξύ εκείνων που κρατήθηκαν ήταν άνδρες και γυναίκες που εκκλησιάζονταν σε αδήλωτα τζαμιά, σπούδαζαν με ανεξάρτητους ιμάμηδες, είχαν ταξιδέψει ή σπουδάσει στο εξωτερικό ή είχαν συγγενείς που ζούσαν στο εξωτερικό ή ήταν ύποπτοι δεσμών με απαγορευμένες ισλαμιστικές ομάδες. Πολλοί πιστεύεται ότι κρατήθηκαν χωρίς απαγγελία κατηγορίας ή δίκη για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα, εν μέσω αναφορών για βασανιστήρια. Στο Καζακστάν, οι δυνάμεις ασφαλείας συνέχισαν να χρησιμοποιούν αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις για να βάλουν στο στόχαστρο μειονοτικές ομάδες, που εκλαμβάνονταν ως απειλή προς την εθνική και την περιφερειακή ασφάλεια. Οι ομάδες που επλήγησαν ιδιαίτερα ήταν αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες από το Ουζμπεκιστάν, καθώς και μέλη ή ύποπτοι ως μέλη ισλαμικών ομάδων ή ισλαμιστικών κομμάτων, είτε αδήλωτων, είτε απαγορευμένων στο Καζακστάν. Πλήρης έλειψη πολιτικής βούλησης για την τήρηση του κράτους δικαίου και την αντιμετώπιση της ατιμωρησίας στην Τσετσενία συνέχισε να οδηγεί σε αποσταθεροποίηση σε ολόκληρη την περιφέρεια του Βόρειου Καυκάσου της Ρωσίας.

Ένοπλες αντικυβερνητικές ομάδες συνέχισαν να προκαλούν θανάτους και καταστροφές σε μέρη της περιοχής, μεταξύ άλλων στον Βόρειο Καύκασο, την Ισπανία, την Ελλάδα και την Τουρκία.

ΜΕΤΑΚΙΝΟΥΜΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Η χαρακτηριστική αντίδραση των ευρωπαϊκών κρατών στις προκλήσεις των μεγάλων και μεικτών ροών παράτυπης μετανάστευσης ήταν η καταστολή τους. Αυτό οδήγησε σε ένα σταθερό μοτίβο παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων που συνδέονταν με την αναχαίτιση, την κράτηση και την απέλαση από τα κράτη ξένων υπηκόων, περιλαμβανομένων εκείνων που επιζητούσαν διεθνή προστασία. Το Μάιο, για παράδειγμα, οι ζωές και η ασφάλεια εκατοντάδων μεταναστών και αιτούντων άσυλο σε τρία σκάφη στη Μεσόγειο τέθηκαν σε κίνδυνο, πρώτα από μια διένεξη μεταξύ των ιταλικών και των μαλτέζικων αρχών για τις υποχρεώσεις τους να ανταποκρίνονται σε ναυτικά σήματα κινδύνου και κατόπιν από την πρωτοφανή απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης να στείλει στη Λιβύη –μια χώρα χωρίς λειτουργική διαδικασία ασύλου– όσους βρίσκονταν στα σκάφη, χωρίς να αξιολογήσει τις ανάγκες προστασίας τους.

Ορισμένες άλλες χώρες, περιλαμβανομένης της Τουρκίας και της Ουκρανίας, επέστρεψαν επίσης με τη βία πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο σε χώρες όπου διέτρεχαν τον κίνδυνο σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Άλλοι αιτούντες άσυλο, που αντιμετώπισαν εμπόδια στην πρόσβαση σε βοήθεια, περιλάμβαναν εκείνους που βρίσκονταν στην Ελλάδα και την Τουρκία, οι οποίοι μπορούσαν να τεθούν παράνομα υπό κράτηση και να απελαθούν, εξαιτίας της απουσίας δίκαιης διαδικασίας ασύλου, ή να στερηθούν την απαραίτητη καθοδήγηση και νομική υποστήριξη για την επιδίωξη των αιτήσεών τους. Πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα και η Μάλτα, επίσης επανειλημμένα έθεσαν υπό κράτηση, και μάλιστα σε ακατάλληλες συνθήκες, μετανάστες και αιτούντες άσυλο.

Σε ολόκληρη την περιοχή, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εξακολούθησαν να είναι εκτοπισμένοι από τις συρράξεις που συνόδευσαν την κατάρρευση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης, συχνά χωρίς δυνατότητα επιστροφής λόγω του νομικού καθεστώτος τους –ή της έλλειψής του– και να υφίστανται διακρίσεις στην πρόσβαση σε δικαιώματα, περιλαμβανομένης της νομής ιδιοκτησίας. Σε αυτούς προστέθηκαν περίπου 26.000 άνθρωποι που εξακολουθούσαν να μην μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους μετά τη σύρραξη του 2008 μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Ένα κλίμα ρατσισμού και μισαλλοδοξίας σε πολλές χώρες πυροδότησε αυτήν την κακομεταχείριση των μεταναστών και συνέβαλε στη συνέχιση του αποκλεισμού αυτών και άλλων περιθωριοποιημένων ομάδων από την κοινωνία, βάζοντας φραγμό στα δικαιώματά τους για πρόσβαση σε υπηρεσίες, συμμετοχή στην κυβέρνηση και προστασία από το νόμο. Η περιθωριοποίηση κορυφώθηκε το 2009 από φόβους για την οικονομική ύφεση και, σε πολλές χώρες, συνοδεύτηκε από κατακόρυφη άνοδο του ρατσισμού και των δηλώσεων μίσους στον δημόσιο λόγο. Η υιοθέτηση εκ μέρους των Ελβετών ψηφοφόρων το Νοέμβριο μιας συνταγματικής απαγόρευσης για την ανέγερση μιναρέδων ήταν ένα παράδειγμα των κινδύνων δημοφιλών πρωτοβουλιών που μετατρέπουν τα δικαιώματα σε προνόμια.

Πολλοί αιτούντες άσυλο και μετανάστες υπέστησαν διακρίσεις και αποκλεισμό από υπηρεσίες και απασχόληση και βίωσαν ακραία φτώχεια. Στην Ιταλία, νέα νομοθεσία ως μέρος ενός πακέτου ασφαλείας καθιέρωσε το ποινικό αδίκημα της «παράτυπης μετανάστευσης». Πολλοί φοβήθηκαν ότι ο νέος νόμος θα αποθάρρυνε τους παράτυπους μετανάστες από την πρόσβαση στην παιδεία και την ιατρική περίθαλψη –ακόμη και από την προστασία από τους εντεταλμένους για την επιβολή του νόμου– από φόβο μήπως καταγγελθούν στην αστυνομία. Αυτό ήταν ιδιαίτερα πιθανό, με δεδομένες τις υπάρχουσες διατάξεις του ποινικού κώδικα, οι οποίες υποχρεώνουν τους δημοσίους υπαλλήλους (όπως δασκάλους ή υπαλλήλους των τοπικών αρχών, περιλαμβανομένων εκείνων που είναι υπεύθυνοι για την έκδοση ταυτοτήτων) να αναφέρουν όλες τις αξιόποινες πράξεις στις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές. Στη Βρετανία, εκατοντάδες χιλιάδες απορριφθέντες αιτούντες άσυλο –η αδυναμία των οποίων να εγκαταλείψουν τη χώρα ήταν συχνά πέρα από τον έλεγχό τους– ζούσαν σε ένδεια και αντιμετώπιζαν σημαντικούς περιορισμούς στην πρόσβασή τους σε δωρεάν υγειονομική περίθαλψη, με τους περισσότερους να στηρίζονται στη φιλανθρωπία άλλων. Στη Γερμανία, παράτυποι μετανάστες και τα παιδιά τους είχαν περιορισμένη πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, παιδεία και ένδικα μέσα σε περιπτώσεις παραβιάσεων εργασιακών δικαιωμάτων.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα συστημικών διακρίσεων ήταν κατά των Ρομά, οι οποίοι παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένοι από τον δημόσιο βίο. Οι οικογένειες των Ρομά συχνά δεν ήταν σε θέση να απολαύσουν πλήρη πρόσβαση στη στέγαση, την παιδεία, την απασχόληση και τις υπηρεσίες υγείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο Κοσσυφοπέδιο, ένας παράγοντας ήταν η έλλειψη προσωπικών εγγράφων που θα τους επέτρεπαν να δηλώσουν την κατοικία και την κατάστασή τους. Μία από τις διεξόδους από τον φαύλο κύκλο της φτώχειας και της περιθωριοποίησης –η παιδεία– δεν επιτράπηκε σε πολλά παιδιά Ρομά, που συνέχισαν να τοποθετούνται σε υποτυπώδεις, χωριστές τάξεις ή σχολεία, μεταξύ άλλων στην Τσεχία και τη Σλοβακία. Τα αρνητικά στερεότυπα καθώς και η υλική και πολιτισμική απομόνωση επίσης αμαύρωναν τις μελλοντικές προοπτικές. Οι παράνομες αναγκαστικές εξώσεις Ρομά σε μέρη όπως η Ιταλία, η Σερβία και η Π.Γ.Δ. της Μακεδονίας τους εξώθησαν περαιτέρω στη φτώχεια. Σε πολλά μέρη, οι Ρομά αντιμετώπισαν όλο και περισσότερο απροκάλυπτη δημόσια εχθρότητα. Η ουγγρική αστυνομία ενίσχυσε σε 120 αξιωματικούς μια ειδική επιχειρησιακή ομάδα για τη διερεύνηση μιας σειράς επιθέσεων εναντίον της κοινότητας Ρομά, περιλαμβανομένων δολοφονιών, κατόπιν γενικευμένης ανησυχίας ότι οι αρχικές έρευνες ήταν αναποτελεσματικές.

Οι αρχές σε ένα πλήθος χωρών συνέχισαν να υποθάλπουν ένα κλίμα μισαλλοδοξίας εναντίον των λεσβιακών, ομοφυλοφιλικών, αμφισεξουαλικών και τρανσεξουαλικών (ΛΟΑΤ) κοινοτήτων, κάνοντας πιο δύσκολο να ακουστούν οι φωνές τους και να προστατευτούν τα δικαιώματά τους. Τον Αύγουστο, το λιθουανικό κοινοβούλιο υιοθέτησε έναν αμφιλεγόμενο νόμο που θεσμοθετούσε την ομοφοβία. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την απαγόρευση οποιασδήποτε θεμιτής συζήτησης για την ομοφυλοφιλία, να παρακωλύσει το έργο των υπερασπιστών των ανθρώπινων δικαιωμάτων και να στιγματίσει περαιτέρω τα μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤ. Στην Τουρκία, συνεχίστηκαν οι διακρίσεις στο νόμο και στην πράξη κατά ανθρώπων με βάση τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου τους. Πέντε διαφυλικές γυναίκες δολοφονήθηκαν και μόνο σε μία περίπτωση εξασφαλίστηκε καταδίκη. Οι λευκορωσικές αρχές απέρριψαν την αίτηση μιας ομάδας 20 ανθρώπων να πραγματοποιήσουν μια μικρή εκδήλωση ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με ζητήματα ΛΟΑΤ. Η δικαιολογία τους ήταν ότι το αίτημα δεν περιλάμβανε αντίγραφα συμβάσεων με το τοπικό αστυνομικό τμήμα, την κλινική υγείας και τις υπηρεσίες απομάκρυνσης αποβλήτων για να καλύψουν τις δαπάνες διασφάλισης της δημόσιας τάξης, της προστασίας της υγείας και του καθαρισμού μετά την εκδήλωση.

Τα κράτη-μέλη της ΕΕ συνέχισαν να εμποδίζουν μια νέα περιφερειακή οδηγία για την απαγόρευση των διακρίσεων, η οποία απλώς θα κάλυπτε ένα κενό νομικής προστασίας για εκείνους που αντιμετωπίζουν διακρίσεις εκτός του τομέα της απασχόλησης για λόγους αναπηρίας, πεποιθήσεων, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού και ηλικίας.

 

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ

Σε πολλές περιοχές σε ολόκληρη την περιφέρεια, ο χώρος για τις ανεξάρτητες φωνές και την κοινωνία των πολιτών συρρικνώθηκε, καθώς η ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι και της θρησκείας εξακολούθησαν να δέχονται επίθεση.

Η κατάσταση εξακολούθησε να είναι πολύ επικίνδυνη για τα άτομα που όντως μίλησαν ανοιχτά. Στη Ρωσία, υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές της αντιπολίτευσης σκοτώθηκαν, ενώ άλλοι ξυλοκοπήθηκαν ή δέχθηκαν απειλές για τη ζωή τους. Τόσο στη Σερβία, όσο και στην Κροατία, οι αρχές δεν προστάτευσαν άτομα που εργάζονταν για την ανάδειξη ζητημάτων όπως τα εγκλήματα πολέμου, η μεταβατική δικαιοσύνη, η διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα – υπερασπίστριες των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην πρώτη, δημοσιογράφοι στη δεύτερη, υπέστησαν συνεχείς εκφοβισμούς και επιθέσεις. Οι υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Τουρκία συνέχισαν να διώκονται ποινικά για το θεμιτό έργο τους στην τεκμηρίωση και δημοσιοποίηση καταγγελλόμενων παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Παράλληλα, οι διαφωνούσες απόψεις στη χώρα εξακολούθησαν να αντιμετωπίζονται με ποινικές διώξεις και εκφοβισμό.

Ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι παρενοχλήθηκαν ή φυλακίστηκαν σε μέρη όπως το Αζερμπαϊτζάν ή δέχθηκαν σωματικές επιθέσεις από άγνωστους δράστες σε μέρη όπως η Αρμενία ή το Κιργιστάν, όπου οι επιθέσεις ήταν μερικές φορές θανατηφόρες. Ανεξάρτητες εφημερίδες και δημοσιογράφοι στο Τατζικιστάν συνέχισαν να αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις και αστικές αγωγές για επικρίσεις κατά της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα  την αυτολογοκρισία των μέσων ενημέρωσης. Στο Τουρκμενιστάν, όλα τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης εξακολούθησαν να βρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο και οι αρχές συνέχισαν να αποκλείουν ιστοτόπους, τους οποίους διαχειρίζονταν διαφωνούντες και εξόριστα μέλη της αντιπολίτευσης. Οι δημοσιογράφοι, καθώς και οι υπερασπιστές ανθρώπινων δικαιωμάτων, αντιμετώπισαν αυξημένες παρενοχλήσεις στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν.

Δημόσιες εκδηλώσεις απαγορεύτηκαν στη Λευκορωσία και ειρηνικοί διαδηλωτές τέθηκαν υπό κράτηση. Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αντιμετώπισαν πολλά εμπόδια στην προσπάθειά τους να αναγνωριστούν επίσημα, ενώ οποιαδήποτε δραστηριότητα εκ μέρους μιας μη αναγνωρισμένης οργάνωσης εξακολούθησε να αποτελεί ποινικό αδίκημα. Στη Μολδαβία, παρά την ψήφιση, το 2008, ενός προοδευτικού Νόμου για τις Συναθροίσεις, οι αστυνομικές και τοπικές αρχές συνέχισαν να περιορίζουν υπέρμετρα το δικαίωμα της ελευθερίας στην ειρηνική συνάθροιση, απαγορεύοντας διαδηλώσεις, επιβάλλοντας περιορισμούς και θέτοντας υπό κράτηση ειρηνικούς διαδηλωτές.

Σε πολλά μέρη, ο χώρος για την ελευθερία θρησκείας και πεποιθήσεων περιορίστηκε ακόμη περισσότερο. Στο Ουζμπεκιστάν, για παράδειγμα, θρησκευτικές κοινότητες συνέχισαν να βρίσκονται υπό αυστηρό κυβερνητικό έλεγχο και να παραβιάζεται το δικαίωμά τους στη θρησκευτική ελευθερία. Εκείνοι που επλήγησαν περισσότερο ήταν μέλη μη αναγνωρισμένων ομάδων, όπως εκκλησιάσματα Χριστιανών Ευαγγελικών και Μουσουλμάνοι που εκκλησιάζονταν σε τζαμιά εκτός κρατικού ελέγχου. Οι αρχές στο Τατζικιστάν συνέχισαν να κλείνουν, να κατάσχουν και να καταστρέφουν μουσουλμανικούς και χριστιανικούς τόπους λατρείας, χωρίς εξηγήσεις. Περίπου 70 μάρτυρες του Ιεχωβά εξέτιαν ποινές φυλάκισης στην Αρμενία, επειδή αρνήθηκαν για λόγους συνείδησης να εκτελέσουν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.

ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΣΥΡΡΑΞΗ

Παρ’ ότι πραγματοποιήθηκε κάποια πρόοδος στην αντιμετώπιση της ατιμωρησίας για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας στη διάρκεια των πολέμων της δεκαετίας του 1990, οι ανεπαρκείς προσπάθειες από τα εθνικά δικαστήρια σήμαιναν ότι πολλοί δράστες εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας συνέχισαν να διαφεύγουν της δικαιοσύνης. Η υποστήριξη μαρτύρων και τα μέτρα προστασίας σε όλα τα δικαστήρια στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, για παράδειγμα, ήταν ανεπαρκή. Αυτό σήμαινε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα θύματα, περιλαμβανομένων εκείνων που επιβίωσαν από εγκλήματα πολέμου σεξουαλικής βίας, δεν ήταν σε θέση να έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

Παρ’ ότι η έκθεση μιας διεθνούς εξεταστικής αποστολής, την οποία διοργάνωσε η ΕΕ, επιβεβαίωσε ότι είχαν διαπραχθεί παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου από δυνάμεις της Γεωργίας, της Ρωσίας και της Νότιας Οσετίας στη διάρκεια του πολέμου του 2008 και καλούσε όλες τις πλευρές της σύρραξης να επιληφθούν  των συνεπειών του πολέμου, καμία πλευρά δεν διεξήγαγε εμπεριστατωμένες έρευνες για αυτές τις παραβιάσεις.

Για πάρα πολλούς άλλους, ωστόσο, η λογοδοσία εξακολουθούσε να απέχει πολύ, μεταξύ αυτών και για όσους περιμένουν δικαιοσύνη από τη διεθνή κοινότητα. Οι συγγενείς δύο ανδρών που σκοτώθηκαν από ρουμανικές δυνάμεις, οι οποίες υπηρετούσαν με τα Ηνωμένα Έθνη στο Κοσσυφοπέδιο το 2007, εξακολουθούσαν να βρίσκονται ανάμεσά τους, παρ’ ότι μια εσωτερική έρευνα των Ηνωμένων Εθνών είχε θεωρήσει τους στρατιώτες υπεύθυνους για τους θανάτους λόγω της ακατάλληλης χρήσης λαστιχένιων σφαιρών. Οι ρουμανικές αρχές δεν ανταποκρίθηκαν σε αυτά τα πορίσματα και, το Μάρτιο, ο Ειδικός Εκπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών στο Κοσσυφοπέδιο, επικαλούμενος λόγους ασφαλείας, αρνήθηκε να επιτρέψει δημόσια ακρόαση για την παράλειψη της στρατιωτικής αποστολής των Ηνωμένων Εθνών να παραδώσει στη δικαιοσύνη μέλη της Ρουμανικής Σχηματισμένης Αστυνομικής Μονάδας (Formed Police Unit, FPU).

ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΚΟΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Παρομοίως, τα θύματα βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακομεταχείρισης, που συχνά πυροδοτούνται από το ρατσισμό και τις διακρίσεις και συχνά χρησιμοποιούνται για την απόσπαση ομολογιών, πάρα πολύ συχνά προδόθηκαν και αυτά από συστήματα δικαιοσύνης που δεν κατέστησαν υπόλογους τους υπαιτίους. Τα εμπόδια στη λογοδοσία περιλάμβαναν την έλλειψη άμεσης πρόσβασης σε δικηγόρο, την παράλειψη των εισαγγελέων να προχωρήσουν δραστήρια τις έρευνες, το φόβο των θυμάτων για αντίποινα, τις χαμηλές ποινές που επιβλήθηκαν σε καταδικασμένους αστυνομικούς και την απουσία ανεξάρτητων συστημάτων με επαρκείς πόρους για την εποπτεία των καταγγελιών και τη διερεύνηση των σοβαρών παραπτωμάτων αστυνομικών. Οι παραλείψεις αυτού του είδους συνεχίστηκαν σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ισπανία, η Μολδαβία, το Ουζμπεκιστάν, η Ρωσία και η Τουρκία.

Για ορισμένους, ωστόσο, υπήρξε περιορισμένη επανόρθωση, παρότι αυτή καθυστέρησε. Σε ομόφωνη απόφασή του τον Ιούνιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε ότι ο Σεργκέι Γκουργκούροφ είχε πέσει θύμα βασανιστηρίων στη Μολδαβία το 2005. Τον επόμενο μήνα, η Γενική Εισαγγελία της Μολδαβίας κίνησε την ποινική διαδικασία, σχεδόν τέσσερα έτη από τότε που ο Σεργκέι Γκουργκούροφ είπε για πρώτη φορά ότι είχε βασανιστεί από αστυνομικούς. Μέχρι τότε, η Γενική Εισαγγελία αποκρινόταν σε όλες τις αιτήσεις για ποινική έρευνα, λέγοντας ότι ο ίδιος είχε προκαλέσει τους τραυματισμούς που ισχυριζόταν ότι ήταν αποτέλεσμα βασανιστηρίων στα χέρια αστυνομικών.

ΒΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών παρέμεινε διάχυτη σε όλη την περιοχή για όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές ομάδες. Ωστόσο, μόνο μικρό ποσοστό των γυναικών κατήγγειλαν επίσημα αυτήν την κακοποίηση. Τις αποθάρρυναν ο φόβος αντιποίνων από βίαιους συντρόφους, η ιδέα ότι «ντροπιάζουν» την οικογένειά τους, καθώς και λόγοι οικονομικής ανασφάλειας. Κατά κύριο λόγο, η εκτεταμένη ατιμωρησία που απολαμβάνουν οι δράστες σήμαινε ότι γνώριζαν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον άσκοπο.

Παγιωμένες κοινωνιακές στάσεις, καθώς και μια αντεπίθεση των παραδοσιακών λόγων σε πολλά μέρη ανά την περιοχή το 2009, οδήγησαν σε οικτρά ανεπαρκή παροχή υπηρεσιών για την προστασία των θυμάτων οικογενειακής βίας. Στο Τατζικιστάν, τέτοιες υπηρεσίες, περιλαμβανομένων καταφυγίων και επαρκούς εναλλακτικής στέγασης, ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Οι γυναίκες και τα κορίτσια εκεί ήταν ακόμη πιο ευάλωτα στην ενδοοικογενειακή βία, εξαιτίας πρόωρων και αδήλωτων γάμων, καθώς και αυξημένου ποσοστού πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου. Οι αριθμός διαθέσιμων καταφυγίων στην Τουρκία παρέμεινε πολύ κατώτερος του ενός ανά οικισμό 50.000 ανθρώπων, που απαιτείται από το εσωτερικό δίκαιο. Η Μόσχα, μια πόλη με πληθυσμό μεγαλύτερο των 10 εκατομμυρίων ανθρώπων, είχε μόνο ένα καταφύγιο, το οποίο φιλοξενούσε 10 γυναίκες.

Οι γυναίκες επίσης συχνά έχαναν την εμπιστοσύνη τους ότι οι αρμόδιες αρχές θα θεωρούσαν έγκλημα και όχι ιδιωτικό ζήτημα αυτήν την κακοποίηση και θα την αντιμετώπιζαν αναλόγως, συνεπώς τα ποσοστά επίσημων καταγγελιών ήταν εξαιρετικά χαμηλά. Η παράλειψη να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα εμπιστοσύνης δεν παρακώλυσε απλώς τη δικαιοσύνη σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά εμπόδισε επίσης προσπάθειες αντιμετώπισης τέτοιων καταπατήσεων σε ολόκληρη την κοινωνία, αποκρύπτοντας την πλήρη έκταση και φύση του προβλήματος.

Ορισμένες ομάδες εξακολούθησαν να είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε όλο το φάσμα της βίας κατά των γυναικών. Οι μετανάστριες, για παράδειγμα στην Ισπανία, συνέχισαν να αντιμετωπίζουν πρόσθετες δυσκολίες προκειμένου να βρουν δικαιοσύνη και να έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες. Στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, οι επιζήσασες των εγκλημάτων πολέμου σεξουαλικής βίας συνέχισαν να στερούνται την πρόσβαση σε οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, καθώς και σε επαρκή επανόρθωση για να ξαναφτιάξουν τις ζωές τους. Πολλές δεν ήταν επίσης σε θέση να βρουν δουλειά, καθώς εξακολουθούσαν να υποφέρουν από τις σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες της εμπειρίας τους από τον πόλεμο.

ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ

Σε μια συνεχιζόμενη θετική τάση, το ρωσικό Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάσισε το Νοέμβριο να παρατείνει το δεκαετές μορατόριουμ εκτελέσεων και συνέστησε την πλήρη κατάργηση της θανατικής ποινής, λέγοντας ότι ο δρόμος προς την πλήρη κατάργηση ήταν αμετάκλητος. Στη Λευκορωσία συστάθηκε κοινοβουλευτική ομάδα εργασίας, για να εξετάσει τη θέσπιση μορατόριουμ. Οι δικαστές, ωστόσο, συνέχισαν να επιβάλλουν θανατικές ποινές σε μια διαδικασία που παρέμεινε καλυμμένη με πέπλο μυστικότητας – οι φυλακισμένοι και οι συγγενείς τους δεν πληροφορούνταν για την ημερομηνία της εκτέλεσης, το πτώμα δεν παραδιδόταν στους συγγενείς και δεν τους έλεγαν πού ήταν το σημείο ταφής. Η χρήση της θανατικής ποινής στη Λευκορωσία συνδυάστηκε επίσης με ένα προβληματικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, με αξιόπιστες αποδείξεις ότι χρησιμοποιήθηκαν βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης για την απόσπαση «ομολογιών» και ότι οι καταδικασμένοι κρατούμενοι δεν είχαν πρόσβαση σε αποτελεσματικούς μηχανισμούς έφεσης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η Ευρώπη διαθέτει μια περιφερειακή αρχιτεκτονική ανθρώπινων δικαιωμάτων, απαράμιλλη σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της υφηλίου. Επαίρεται επίσης για τη φήμη της ως φάρου των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ωστόσο, δυστυχώς, η πραγματικότητα της προστασίας από καταπατήσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων για πολλούς από εκείνους που ζουν εντός των συνόρων της υπολείπεται ακόμη κατά πολύ των ρητορειών.

Μία από τις σαφείς ευκαιρίες που εμφανίστηκαν το 2009 για την τήρηση των υποχρεώσεων της Ευρώπης, ήταν η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας της ΕΕ. Αυτή πρόσφερε νέες δυνατότητες ενίσχυσης των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών: ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ είναι πλέον δεσμευτικός για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ καθώς και για τα κράτη-μέλη (εκτός από τρία) και η ΕΕ απέκτησε τη δυνατότητα να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Παρ’ ότι αυτό ήταν άλλο ένα ευπρόσδεκτο συστατικό του πλαισίου ανθρώπινων δικαιωμάτων, το κενό εξακολουθεί να είναι η εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο. Κάθε μεμονωμένο κράτος της περιοχής έχει πρωταρχική υποχρέωση να διασφαλίσει ότι όλοι όσοι βρίσκονται εντός των συνόρων του απολαύουν του πλήρους εύρους ανθρώπινων δικαιωμάτων που εγγυάται η διεθνής κοινότητα, στην οποία ανήκουν. Η εμπειρία του περασμένου έτους καταδεικνύει ότι πολλά κράτη προδίδουν αυτό το καθήκον, αλλά επίσης ότι δεν λείπουν οι θαρραλέοι άνθρωποι που τολμούν να ορθώσουν το ανάστημά τους, ανεξάρτητα από το προσωπικό κόστος, και να τα καταστήσουν υπόλογα

Παγκόσμια Επισκόπηση: τα κυριότερα σημεία της Ετήσιας Έκθεσης 2010 της Διεθνούς Αμνηστίας

«Μου έδειξαν ένα φωτοτυπημένο χαρτί στο οποίο έγραφε: ‘’Από τις εκλογές και μετά μερικοί άνθρωποι θέλουν να δημιουργήσουν χάος και αναταραχή. Ζητούμενο είναι η ανάληψη δράσης… για να ανακαλυφθούν οι οργανωτές και οι συνεργάτες τους’’. Μου φάνηκε πολύ παράξενο. Ρώτησα ‘’Αυτό τι σχέση έχει με μένα;’’ Μου εξήγησαν ότι ήταν ένα γενικό ένταλμα. Μετά με οδήγησαν στο αυτοκίνητο.»

Shiva Nazar Ahari, ιρανή υπερασπίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περιγράφει τη σύλληψή της από αξιωματούχους του Υπουργείου Μυστικών Υπηρεσιών, στις 14 Ιουνίου.

Ο χρόνος άνοιξε με τα ισραηλινά αεροσκάφη να σφυροκοπούν τη Γάζα, μέρος της 22ήμερης σύγκρουσης που κατέληξε στον θάνατο εκατοντάδων Παλαιστινίων και έληξε με την αυξανόμενη καταπίεση στο Ιράν καθώς χιλιάδες διαδηλωτές κατέβηκαν ξανά στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την αμφισβητούμενη έκβαση των προεδρικών εκλογών και την ανελέητη καταστολή των διαφωνούντων που ακολούθησε.

Και οι δύο περιπτώσεις αναδεικνύουν την ανάγκη για λογοδοσία, εάν ο στόχος είναι να σταματήσουν αυτοί οι μακροχρόνιοι κύκλοι παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επίσης και οι δύο περιγράφουν τα εμπόδια στην επίτευξη της λογοδοσίας. Μετά τις συγκρούσεις στη Γάζα η επίσημη έρευνα του ΟΗΕ αποκάλυψε ότι τα μέρη της σύγκρουσης, Ισραήλ και Χαμάς, διέπραξαν εγκλήματα πολέμου και πιθανότατα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τους κάλεσε να διεξγάγουν αξιόπιστες έρευνες για να φέρουν τους υπαίτιους ενώπιον της δικαιοσύνης αλλά μέχρι το τέλος του έτους καμία πλευρά δεν προχώρησε σε αποτελεσματικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή.

Εν τω μεταξύ, οι Ιρανικές αρχές εμφανίστηκαν περισσότερο πρόθυμες να συγκαλύψουν παρά να ερευνήσουν τις καταγγελίες για βιασμούς και άλλα βασανιστήρια σε κρατούμενους. Επίσης προσπάθησαν να μεταβιβάζουν τις ευθύνες για τους σκοτωμούς που διέπραξαν οι δυνάμεις τους σε αυτούς που μίλησαν ανοιχτά κατά του καθεστώτος και δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους έναντι στη διεθνή νομοθεσία για την ενδελεχή έρευνα σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να φέρουν τους υπαίτιους ενώπιον της δικαιοσύνης

Τα γεγονότα στη Γάζα και το Ιράν επίσης είναι ενδεικτικά -με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο- της συνεχιζόμενης ανασφάλειας που αντιμετωπίζουν εκατoμμύρια άνθρωποι στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Όπως και κατά τα προηγούμενα χρόνια το 2009 έγινε μάρτυρας βαθιά εδραιωμένων πολιτικών, θρησκευτικών και εθνοτικών διαφορών οι οποίες αναπαράγουν πρότυπα μισαλλοδοξίας, αδικίας και βίαιων συγκρούσεων. Σε αυτό το περιβάλλον όλοι αυτοί που υψώνουν τη φωνή τους για ανθρώπινα δικαιώματα ή καλούν για μεταρρυθμίσεις, το κάνουν αντιμετωπίζοντας προσωπικούς κινδύνους. Αυτές οι διαφορές και οι εντάσεις επιδεινώθηκαν κατά το 2009 από ξένες παρεμβάσεις στην περιοχή -ειδικά με την παρουσία ξένων στρατιωτικών δυνάμεων- και από τις επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ

Εν συντομία, οι έντονες συγκρούσεις στη Γάζα και το Νότιο Ισραήλ στην αρχή του έτους σηματοδοτήθηκαν από  την κατάφωρη περιφρόνηση για τις ζωές των πολιτών και από τις δύο πλευρές η οποία είχε κατά συνέπεια το μεγαλύτερο ποσοστό των νεκρών και τραυματιών. Ομοίως, πολίτες, άνθρωποι που προσπαθούσαν να συνεχίσουν να ζουν την καθημερινότητά τους εν μέσω  των  αναταραχών που τους περιβάλλουν ήταν αυτοί που υπέστησαν τα μεγαλύτερα πλήγματα  από τις συγκρούσεις στο εσωτερικό, που συνέχισαν να κυριαρχούν σε μεγάλο μέρος του Ιράκ. Συνολικά, ο αριθμός των νεκρών μειώθηκε το 2009 σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Αλλά ακόμα κι έτσι μεγάλος αριθμός πολιτών έχασε τη  ζωή του. Πολλοί σκοτώθηκαν σε εκρήξεις βομβών στη Βαγδάτη και άλλες πόλεις οι οποίες οργανώθηκαν από σκιώδεις ένοπλες ομάδες οι οποίοι έμοιασαν να διαλέγουν τους στόχους τους με σκοπό τον θάνατο και τον ακρωτηριασμό όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων αλλά και να προκαλέσουν τη θρησκευτική έχθρα. Άλλοι άνθρωποι απήχθησαν και δολοφονήθηκαν από ένοπλους παραστρατιωτικούς που σχετίζονται με κόμματα τα οποία εκπροσωπούνται στο Ιρακινό Κοινοβούλιο.

Στην Υεμένη επίσης πολλές χιλιάδες πολίτες εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους . Ο αριθμός τους μέχρι το τέλος του 2009 έφτασε τους 200.000 ενώ ένας άγνωστος αριθμός ατόμων σκοτώθηκαν εν μέσω  των νέων, μεγαλύτερης έντασης συγκρούσεων μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των ένοπλων οπαδών ενός κληρικού της συιτικής μειονότητας ο οποίος είχε σκοτωθεί το 2004. Η σύγκρουση στο βόρειο κυβερνείο Σαντάα επεκτάθηκε και στη γειτονική Σαουδική Αραβία της οποίας τα στρατεύματα επίσης επιτέθηκαν τους Σιίτες αντάρτες. Εν τω μεταξύ η κυβέρνηση της Υεμένης και σταδιακά κατέληξε σε καταπιεστικές μεθόδους για να προσπαθήσει να περιορίσει την αυξανόμενη ένταση και τις διαμαρτυρίες στο Νότο κατά των καταγγελλόμενων διακρίσεων εν μέσω συνεχώς αυξανόμενων οικονομικών δυσχερειών της χώρας.

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ

Εάν αυτές ήταν οι πιο ακραίες εκδηλώσεις, η πολιτική ανασφάλεια διαποτίζει όλη την περιοχή παρατηρήθηκε επίσης και στον σχεδιασμό της κυβερνητικής αναλγησίας ακόμα και στον ειρηνικό κριτικό λόγο και την διαφωνία. Σε χώρες όπως η Λιβύη, η Σαουδική Αραβία και η Συρία αυταρχικές κυβερνήσεις δεν άφησαν καθόλου περιθώριο για ελευθερία του λόγου ή ανεξάρτητη πολιτική δραστηριότητα. Στη Λιβύη υπήρξε ένα μικρό άνοιγμα και επιτράπηκε στη Διεθνή Αμνηστία να πραγματοποιήσει επίσκεψη εκεί για πρώτη φορά σε 5 χρόνια αλλά τα δικαιώματα της έκφρασης, του συνεταιρισμού και της συνάθροισης συνέχισαν να περικόπτονται.

Στην Αίγυπτο, την επιβεβαίωση των ποινών τους είδαν οι ηγέτες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας -όλοι πολίτες- οι οποίοι είναι καταδικασμένοι σε ποινές φυλάκισης μετά από παράτυπη δίκη σε στρατοδικείο το 2008. Τα μέλη και οι υποστηρικτές της οργάνωσης που  είναι κι επίσημα απαγορευμένη συνέχισαν να δέχονται παρενοχλήσεις και συλλήψεις. Στη Δυτική Όχθη, η Παλαιστινιακή Αρχή, ηγεσία της οποίας είναι η Φατάχ, επεχείρησε να πατάξει τους υποστηρικτές της Χαμάς, στη  Γάζα. Η ηγεσία της Χαμάς έβαλε στο στόχαστρο τους υποστηρικτές της Φατάχ. Και στις δύο περιοχές κρατούμενοι υπέστησαν βασανιστήρια ή άλλου τύπου κακομεταχείριση και άνθρωποι που ήταν περαστικοί έπεσαν νεκροί ή τραυματίστηκαν σε οδομαχίες μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.

Οι μαροκινές αρχές εν τω μεταξύ αυξάνουν συνεχώς την έλλειψη ανεκτικότητας προς αυτούς που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της Δυτικής Σαχάρας η οποία διοικείται από το Μαρόκο από το 1975 και προς τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ανθρώπων της Σαχάρας. Τον Νοέμβριο εξόρισαν την Aminatou Haidar στα Κανάρια Νησιά υποστηρίζοντας ότι είχε αποποιηθεί την εθνικότητά της. Υποχώρησαν και της επέτρεψαν την επιστροφή της πίσω στο Laayoune ενώπιον της αυξανόμενης διεθνούς πίεσης η οποία κινητοποιήθηκε για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της όταν είχε φτάσει τον ένα μήνα απεργία πείνας που έθεσε τη ζωή της σε κίνδυνο.

Σε πάρα πολλά κράτη, αυτοί που είχαν το σθένος ή την τόλμη να αμφισβητήσουν τις κυβερνητικές πολιτικές ή να ασκήσουν κριτική στην ελλιπή προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων κινδύνεψαν να βρεθούν με την ταμπέλα του εχθρού του κράτους και να συλληφθούν ή να καταδικαστούν σε ποινές φυλάκισης.

Στη Συρία ένας δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων ο Muhannad al-Hassani συνελήφθη και αντιμετώπισε πιθανή ποινή φυλάκισης 15 ετών επειδή αποκάλυψε τις ανεπάρκειες ενός διαβόητου ειδικού δικαστηρίου το οποίο δικάζει πολιτικούς υπόπτους. Αποπέμφθηκε από τον επίσημο δικηγορικό σύλλογο και του απαγορεύτηκε να δικηγορεί. Ο βετεράνος πολιτικός ακτιβιστής και δικηγόρος Haytham al-Maleh, παρά το γεγονός ότι είναι 78 χρονών αντιμετώπισε παρόμοια πιθανότητα ποινής φυλάκισης 15 ετών για σχόλια που έκανε σε μία τηλεοπτική του συνέντευξη.

Κάποιοι πλήρωσαν με τη ζωή τους: στη Λιβύη, ο Fathi el-Jahmi ένας εδώ και χρόνια κριτικός απέναντι στην κυβέρνηση επιβιβάστηκε σε πτήση για την Ιορδανία με στόχο καθυστερημένη ιατρική φροντίδα μετά από περισσότερα από 5 χρόνια κράτησης όταν έγινε ξεκάθαρο ότι ο θάνατός του ήταν επικείμενος. Πέθανε περίπου 2 εβδομάδες αργότερα.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ

Στις περισσότερες  χώρες της περιοχής τα ΜΜΕ ήταν υπό στενό έλεγχο. Συντάκτες και δημοσιογράφοι έπρεπε να λειτουργούν βάσει γραπτών και άγραφων κανόνων και να αποφεύγουν εντελώς τα θέματα ταμπού -συμπεριλαμβανομένων και της κριτικής κατά του ηγεμόνα, της οικογένειάς του και του κύκλου του, την διαφθορά των αξιωματούχων, ή άλλου είδους κατάχρηση εξουσίας από αυτούς που  αποτελούν τις αρχές. Η εναλλακτική τους ήταν να υποστούν παρενοχλήσεις, συλλήψεις και διώξεις με κατηγορίες για συκοφαντική δυσφήμιση. Δεν ήταν μόνο τα κεντρικά ΜΜΕ που υπέφεραν από αυτή τη μεταχείριση. Στην Αίγυπτο και τη Συρία για παράδειγμα, οι αρχές συνέλαβαν και καταδίκασαν μπλόγκερς για αυτά που έγραψαν και οι αρχές σε όλη την επικράτεια μπλόκαραν την πρόσβαση σε ιστοσελίδες ο οποίες περιείχαν σχόλια ή πληροφορίες που θεωρήθηκαν ότι αντιστρατεύονται τα συμφέροντά τους. Στο Ιράν αυτή η κατάσταση έφτασε σε οριακά επίπεδα κατά τους μήνες που ακολούθησαν τις προεδρικές εκλογές του Ιουνίου. Οι αρχές έκοψαν τα τηλέφωνα και την επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προσπαθώντας να αποτρέψουν να αναδυθεί η αλήθεια, ειδικά οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν με κινητά τηλέφωνα και απεικόνιζαν τις βίαιες επιθέσεις κατά διαδηλωτών από  τα φονικά παραστρατιωτικά στρατεύματα των Basij και άλλες κυβερνητικές δυνάμεις ειδικών σωμάτων.

Στην Τυνησία οι αρχές χρησιμοποίησαν κατασκευασμένες κατηγορίες για να διώξουν τους επικριτές τους την ίδια ώρα που χειραγωγούσαν τα ΜΜΕ για να σπιλώσουν και να δυσφημίσουν άλλους. Η νομοθεσία δεν προστάτευσε κανέναν από αυτούς που βρέθηκαν στο στόχαστρο. Μετά την έκκληση της Ένωσης Συντακτών της χώρας για περισσότερη ελευθερία στα ΜΜΕ, η ηγεσία της ανατράπηκε και αντικαταστάθηκε από νέα διοίκηση η οποία υποστήριξε ανοιχτά την επανεκλογή του υπέργηρου προέδρου για μία πρωτοφανή πέμπτη θητεία. Και οι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων έγιναν αντικείμενο συνεχούς παρενόχλησης, καταπιεστικής παρακολούθησης και άλλων παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους από της τυνήσιες αρχές παρά το προφίλ της φιλικά προσκείμενης προς τα ανθρώπινα δικαιώματα κυβέρνησης το οποίο προσπάθησε να καλλιεργήσει διεθνώς.

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Στην Αίγυπτο και τη Συρία οι αρχές επί δεκαετίες καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης οι οποίες εξόπλιζαν στην αστυνομική ασφάλειά τους με εξαιρετικές εξουσίες να συλλαμβάνουν και να κρατούν υπόπτους, να τους κρατούν σε απομόνωση και σε συνθήκες οι οποίες συνιστούν βασανιστήρια ή άλλες μορφές κακομεταχείρισης και κατάχρησης. Εν τω μεταξύ το Ισραήλ συνέχισε να επιβάλλει καθεστώς στρατιωτικού νόμου στους Παλαιστινίους στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας την οποία κατέχει από το 1967.

Σε ολόκληρη την περιοχή οι κυβερνήσεις επέτρεψαν στις δυνάμεις ασφαλείας τους ειδικές άδειες στο όνομα της διατήρησης της ασφάλειας τους κράτους και της άμυνας απέναντι σε  απειλές κατά του δημοσίου, αν και συχνά αυτές οι δυνάμεις χρησιμοποιήθηκαν για την επιδίωξη κομματικών πολιτικών συμφερόντων και για την διατήρηση της μονοπώλησης της εξουσίας έναντι σε αιτήματα για ανοίγματα, ελεύθερες εκλογές και πολιτική αλλαγή.

Συνεπώς τα βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης παρέμειναν διαδεδομένα και κατά το μεγαλύτερο μέρος τους διεξήχθησαν ατιμωρητί. Συνηθισμένη πρακτική σε όλη την περιοχή αποτέλεσε το να κρατούνται σε απομόνωση οι πολιτικοί ύποπτοι, συχνά για εβδομάδες ή μήνες τη φορά, σε μυστικές κι απόρρητες φυλακές όπου κακοποιούνταν και βασανίζονταν για να εξαναγκαστούν να «ομολογήσουν», να κατονομάσουν κι ως εκ τούτου να θέσουν σε κίνδυνο άλλους με τους οποίους είχαν σχέσεις, να τους εξαναγκάσουν να γίνουν πληροφοριοδότες ή απλώς για να τους τρομοκρατήσουν. Πολλοί από αυτούς τους κρατούμενους οδηγήθηκαν μετά σε δίκες, συχνά ενώπιον ειδικών δικαστηρίων με διαδικασίες που λειτουργούσαν σε αντίθεση κατεύθυνση από τα πρότυπα που έχουν τεθεί διεθνώς για μια δίκαιη δίκη, αγνοώντας όπως συνηθίζεται τις καταγγελίες τους για βασανιστήρια, και καταδικάζοντας τους βάσει των εξαναγκαστικών «ομολογιών».

Στο Ιράν οι αρχές δημιούργησαν μια σειρά από δίκες παρωδίες που θυμίζουν αυτές που συνδέονται με τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ου αιώνα με σκοπό να τιμωρήσουν αυτούς που κατηγορήθηκαν ότι ηγήθηκαν του ξεσπάσματος των πολυπληθών διαδηλώσεων που υποδέχτηκαν το επίσημο αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών. Στην Σαουδική Αραβία, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι περισσότεροι από 300 άνθρωποι καταδικάστηκαν με κατηγορίες που σχετίζονται με την τρομοκρατία αλλά δεν έδωσαν καμία λεπτομέρεια για τις δίκες οι οποίες διεξήχθησαν μυστικά, απομονωμένες από εξωτερικούς παρατηρητές και κατά τα φαινόμενα και στους συνηγόρους υπεράσπισης. Είπαν ότι επιβλήθηκε μία θανατική ποινή ενώ άλλοι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης έως και 30 χρόνια.

Πολλές κυβερνήσεις της περιοχής συνέχισαν να χρησιμοποιούν διαδεδομένα την θανατική ποινή, δικαιολογώντας αυτή την πρακτική λέγοντας ότι απαιτείται από το νόμο της Σαρίας,  ότι αποτρέπει το έγκλημα και εξασφαλίζει τη δημόσια ασφάλεια. Σε πολλά από τα κράτη οι αρχές δεν πραγματοποίησαν τις εκτελέσεις. Τα κυριότερα «ένοχα» κράτη ήταν το Ιράν, το Ιράκ και η Σαουδική Αραβία όπου οι εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλους αριθμούς μετά από διαδικασίες που απέτυχαν να φτάσουν τα πρότυπα που τίθενται για τη δίκαιη δίκη.  Επιπλέον στο Ιράν τα θύματα περιλάμβαναν νεανικούς παραβάτες που καταδικάστηκαν για εγκλήματα που όταν τελέστηκαν ήταν νεότεροι από 18.  Σε αντίθεση, οι αρχές σε κράτη όπως η Αλγερία, το Λίβανο, το Μαρόκο και την Τυνησία, ενώ συνέχισαν να επιβάλλουν θανατικές ποινές, διατήρησαν το ντε φάκτο μορατόριο σύμφωνα με το οποίο καμία εκτέλεση δεν πραγματοποιήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας την διεθνή τάση που αναπτύσσεται διαρκώς για το τερματισμό των εκτελέσεων.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ

Παρά τις προσπάθειες της νέας διοίκησης των ΗΠΑ να αναπτυχθεί μια δυναμική για να αναβιώσει τις διαδικασίες ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Παλαιστίνιων και Ισραηλινών μεγάλωσε περισσότερο στο 2009 -όχι μόνο με τους θανάτους και τις καταστροφές κατά την Επιχείρηση «Συμπαγές Μολύβι» αλλά και με τις επιπτώσεις που έχει ο Ισραηλινός διαρκής αποκλεισμός της Λωρίδας της Γάζας. Με αφετηρία το 2007, ο αποκλεισμός συνέχισε να αποκόπτει περισσότερους από ένα εκατομμύριο Παλαιστινίους από τον υπόλοιπο κόσμο, απομονώνοντάς τους στα στενά όρια της Γάζας, περιορίζοντας δραματικά την εισαγωγή κρίσιμων αγαθών και προμηθειών. Αυτή η αναιτιολόγητη όξυνση στις στερήσεις ήδη έχει οδηγήσει τους κατοίκους της Γάζας σε σοβαρή παρεμπόδιση της πρόσβασής τους στην ιατρική περίθαλψη και την εκπαίδευση και έχει καταστρέψει τις βιομηχανίες και τους νοικοκυριά. Φαινομενικά επιβλήθηκε για να αποτραπεί η εκτόξευση ρουκετών προς το Ισραήλ από τις Παλαιστινιακές ένοπλες ομάδες, αλλά ο αποκλεισμός αυτός δεν ήταν τίποτε άλλο από μια εξοργιστική πράξη -η επιβολή συλλογικής τιμωρίας σε ολόκληρο τον πληθυσμό της Γάζας. Όπως ήταν αναμενόμενο έπληξε τους πιο ευάλωτους– παιδιά, γέρους, άστεγους και αρρώστους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είχαν ανάγκη από ιατρική περίθαλψη έξω από τη Γάζα  και όχι τους ένοπλους μαχητές που ευθύνονται για τις επιθέσεις με ρουκέτες.

Ο αποκλεισμός της Γάζας και οι ισραηλινές πολιτικές στη Δυτική Όχθη – συμπεριλαμβανομένων κατεδαφίσεων  σπιτιών, μπλόκων στους δρόμους και περιορισμών στη μετακίνηση– συνέβαλαν στην εξαθλίωση των Παλαιστινίων, σχεδόν κατά τρόπο προσχεδιασμένο. Αλλού στην ευρύτερη περιοχή, εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν σε πρόχειρους οικισμούς – φτωχογειτονιές – διαφόρων βαθμών φτώχειας. Στο Ευρύτερο Κάιρο για παράδειγμα, πολλοί κατέληξαν σε περιοχές που οι Αιγυπτιακές αρχές  έχουν ορίσει ως «επισφαλείς» λόγω διαρκών επαπειλούμενων ξαφνικών κατολισθήσεων ή λόγω της παρουσίας καλωδίων υψηλής τάσης. Οι κάτοικοι κινδύνευαν από εξαναγκαστικές εξώσεις χωρίς επαρκή  ή καθόλου διαβούλευση. Άλλοι που επανεγκαταστάθηκαν μετά από τις θανάσιμες κατολισθήσεις του 2008 οι οποίες άφησαν περισσότερους από 100 νεκρούς, παρέμειναν χωρίς ασφάλεια κατοχής της νέας τους κατοικίας.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Σε όλη την περιοχή, οι γυναίκες και τα κορίτσια συνέχισαν να υφίστανται νομικές και άλλες διακρίσεις και τους απαγορεύτηκε η πρόσβαση στα δικαιώματά τους όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η συμμετοχή στα κοινά. Στις περισσότερες χώρες η νομοθεσία για την οικογένεια και την προσωπική θέση κατέταξαν τις γυναίκες νομικά κατώτερες των ανδρών σε σχέση με θέματα κληρονομιάς, διαζυγίου και επιμέλειας των παιδιών και ως εκ τούτου οδηγήθηκαν σε ανεπαρκή ασφάλεια σε σχέση με τη βία μέσα στην οικογένεια ή λόγω φύλου. Χώρες όπως το Ιράκ, η Ιορδανία και η Συρία διατήρησαν νομοθεσίες που επέτρεπαν στους άνδρες που διέπραξαν βία κατά γυναικών να διαφύγουν την τιμωρία εάν τα εγκλήματά τους θεωρήθηκαν ότι τελέστηκαν «εν βρασμώ ψυχής» και για τη διατήρηση της «οικογενειακής τιμής» ή που τους οδήγησαν στις ελάχιστες ποινές. Στην Συρία μια θετική εξέλιξη ήταν όταν ο Πρόεδρος με διάταγμα του τον Ιούλιο διέταξε ότι οι άνδρες που σκοτώνουν ή τραυματίζουν συγγενή θηλυκού γένους με αυτές τις συνθήκες θα πρέπει να τους αποδίδεται ελάχιστη ποινή δύο ετών φυλάκισης. Φερόμενα ως εγκλήματα τιμής κατά γυναικών αναφέρθηκαν στην Ιορδανία, την Παλαιστινιακή Αρχή και τη Συρία. Στο Ιράκ γυναίκες δέχθηκαν επιθέσεις και απειλές για την μη συμμόρφωσή τους στους σκληρούς ηθικούς κανόνες αλλά και γυναίκες που φυλακίστηκαν ανέφεραν σε επιτροπή του κοινοβουλίου ότι υπέστησαν βιασμούς κατά την κράτησή τους. Στο Ιράν, οι αρχές συνέχισαν να έχουν στο στόχαστρο υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων γυναικών και ακτιβιστές στο τιμόνι της δημοφιλούς εκστρατείας για τον τερματισμό των νομικών διακρίσεων κατά των γυναικών.

Ωστόσο, κάποιες πρόοδοι σημειώθηκαν μέσα στο 2009. Στο Κουβέιτ τέσσερις γυναίκες εκλέχθηκαν άμεσα στο κοινοβούλιο για πρώτη φορά μετά το 2005 που δόθηκε στις γυναίκες το δικαίωμα ψήφου και υποβολής υποψηφιότητας στις εκλογές. Στη Σαουδική Αραβία διορίστηκε η πρώτη γυναίκα υπουργός -για την γυναικεία εκπαίδευση. Στην Υεμένη άλλαξε η νομοθεσία για να μπορούν οι γυναίκες της Υεμένης που παντρεύτηκαν με αλλοδαπούς να δώσουν την ιθαγένειά τους στα παιδιά τους. Όμως η πρόταση για αύξηση του ηλικιακού ορίου γάμου για τα κορίτσια παρέμεινε σε εκκρεμότητα παρά το γεγονός ότι γάμοι σε μικρή ηλικία και οι εξαναγκαστικοί γάμοι για κορίτσια παρέμειναν διαδεδομένοι και πιθανόν να συμβάλλουν στο αξιοσημείωτα μεγάλο ποσοστό μητρικής θνησιμότητας. Το Κατάρ προσχώρησε στη Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών τον Ιούνιο αλλά με επιφυλάξεις την ώρα που οι κυβερνήσεις της Αλγερίας και της Ιορδανίας απέσυραν κάποιες από της προηγούμενες επιφυλάξεις τους για τη Σύμβαση, διατήρησαν όμως άλλες οπότε συνεχίζουν να υπονομεύουν την ουσία της Σύμβασης ως μέσου τερματισμού των διακρίσεων λόγω φύλου.

Στις πλούσιες σε πετρέλαιο – και αέριο – χώρες του Κόλπου η εργασία των μεταναστών εργάτες – κυρίως από την Ασία – ήταν αυτή που υποστήριξε τις εθνικές οικονομίες και βοήθησε να κατασκευαστεί ο υψηλότερος στον κόσμο ουρανοξύστης που άνοιξε τις πύλες του εν μέσω τυμπανοκρουσιών τον Δεκέμβριο στο Ντουμπάι. Αυτοί σήκωσαν τα μεγαλύτερα βάρη αλλά σε ό,τι αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα τους βρέθηκαν στον πάτο  του βαρελιού: κακοποίηση, εκμετάλλευση και πολύ συχνά εξαναγκασμός να ζουν σε άθλιες συνθήκες, μακριά από τα μάτια της χλιδής. Στον πάτο του πάτου και στον Κόλπο αλλά και σε χώρες όπως το Λίβανο βρέθηκαν οι μετανάστριες οικιακές βοηθοί, σχεδόν όλες γυναίκες. Γενικά εξαιρέθηκαν ακόμα και από τις ισχνές εργασιακές δικλίδες της νομοθεσίας που ίσχυει για τους μετανάστες που εργάζονταν στον κατασκευαστικό και άλλους τομείς της βιομηχανίας. Ήταν μεταξύ των πιο ευάλωτων μπροστά στην εκμετάλλευση και την κακοποίηση από τρεις μεριές αφού υφίσταντο διακρίσεις ως αλλοδαπές, ως απροστάτευτο εργατικό δυναμικό αλλά και ως γυναίκες.

Σε ολόκληρη την περιοχή, η κατάσταση των αλλοδαπών μεταναστών έδωσε πολύ σοβαρούς λόγους για ανησυχία. Χιλιάδες ύποπτοι παράτυποι μετανάστες από την υπο-Σαχάρια Αφρική που αναζητούσαν εργασία ή ταξίδευαν προς την Ευρώπη συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στην Αλγερία, την Λιβύη και άλλα κράτη ή απελάθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, μερικοί από αυτούς ανέφεραν ότι ξυλοκοπήθηκαν ή κακοποιήθηκαν με άλλους τρόπους. Οι αιγυπτιακές δυνάμεις ασφαλείας πυροβόλησαν και σκότωσαν τουλάχιστον 19 μετανάστες που προσπαθούσαν να περάσουν στο Ισραήλ και προώθησαν εξαναγκαστικά στην Ερυθραία 64 παρά τους κινδύνους για τα ανθρώπινα δικαιώματά τους που θα αντιμετώπιζαν εκεί. Η αλγερινή κυβέρνηση μετέτρεψε σε έγκλημα  την «παράνομη» έξοδο από την χώρα και των δικών της πολιτών αλλά και των αλλοδαπών. Ένα σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στην ισραηλινή βουλή όριζε ένα εύρος ποινών φυλάκισης το οποίο θα επιβάλλεται στους αλλοδαπούς που θα εισέρχονται στο Ισραήλ παράνομα, με τις βαρύτερες ποινές να προορίζονται για συγκεκριμένες εθνικότητες.

Στους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο σπάνια δόθηκε η προστασία η οποία είναι δικαίωμά τους. Στον Λίβανο, η μεγάλη και μακράς διαμονής παλαιστινιακή κοινότητα των προσφύγων συνέχισε να μην έχει πρόσβαση στη στέγη, εργασία και στην αναγνώριση άλλων οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους. Για χιλιάδες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το προσφυγικό καταυλισμό Nahr al-Bared για να δραπετεύσουν από τις μάχες του 2007 ακόμα δεν κατέστη δυνατή η επιστροφή στα σπίτιας, του περισσότερα από δύο χρόνια μετά από την παύση των εχθροπραξιών. Επιπλέον, η αρχές ασφαλείας του Λιβάνου σταμάτησαν μια διαδικασία που είχε σκοπό να επιδιορθώσει την κατάσταση των πολλών χιλιάδων προσφύγων χωρίς επίσημα χαρτιά -οι Χωρίς Ταυτότητα.

Γυναίκες, μετανάστες και πρόσφυγες: αυτοί δεν ήταν οι μόνοι που υπέφεραν από διακρίσεις και βία το 2009. Στο Ιράν, το Ιράκ και άλλα κράτη μέλη εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, υπέστησαν διακρίσεις και βίαιες επιθέσεις. Στην Συρία χιλιάδες Κούρδοι έμειναν εκ των πραγμάτων ανιθαγενείς και οι ακτιβιστές της κουρδικής μειονότητας κρατήθηκαν και φυλακίστηκαν. Στο Κατάρ μέλη μιας φυλής που κατηγορήθηκε για αποτυχημένη προσπάθεια πραξικοπήματος το 1996 συνέχισαν να μην έχουν ιθαγένεια και ως εκ τούτου τους απαγορεύτηκε η εργασία και άλλα δικαιώματά τους. Άλλες μειονότητες αντιμετώπισαν διακρίσεις συμπεριλαμβανομένων των λεσβιών, των γκέι, των αμφιφιλοφυλικών και τρανσέξουαλ. Στην Αίγυπτο για παράδειγμα ύποπτοι για ομοφυλία άνδρες μπήκα στο στόχαστρο για διώξεις υπό τον νόμο περί ακολασίας και υπέστησαν ταπεινωτική συμπεριφορά. Και στο Ιράκ ομοφυλόφιλοι άνδρες απήχθησαν, υπέστησαν βασανιστήρια, δολοφονήθηκαν ή ακρωτηριάσθηκαν από ισλαμιστές μαχητές σε καθεστώς ατιμωρησίας για τους υπαίτιους.

ΛΟΓΟΔΟΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Το 2009 σημειώθηκε πολύ μικρή πρόοδος στην αντιμετώπιση των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του παρελθόντος παρά τις συνεχιζόμενες γενναίες προσπάθειες πολλών θυμάτων και των οικογενειών τους να μάθουν την αλήθεια του τι συνέβη και να αναζητήσουν δικαιοσύνη. Η κυβέρνηση της Αλγερίας εμφανίστηκε αποφασισμένη όσο ποτέ να εξαλείψει από τη μνήμη των πολιτών τις εξαφανίσεις και τις δολοφονίες της δεκαετίας του ’90 και η κυβέρνηση της Συρίας δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να ξεκαθαρίσει τη μοίρα των ανθρώπων που εξαφανίστηκαν τον καιρό της ηγεμονίας του πατέρα του τωρινού Προέδρου. Στον Λίβανο ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων κέρδισαν μια δικαστική εντολή για να δοθούν στη δημοσιότητα τα ευρήματα μιας παλαιότερης επίσημης έρευνας στις εξαφανίσεις αλλά η κυβέρνηση που ισορροπεί διαφορετικές φατρίες, έδειξε  πολύ μικρά δείγματα βούλησης για την ανακάλυψη της αλήθειας με σθένος. Δημιουργήθηκε Ειδικό Δικαστήριο για τον Λίβανο στην Ολλανδία με εντολή να ασκήσει διώξεις κατά των υπαιτίων για μια σειρά πολιτικών εγκλημάτων όπως η δολοφονία του πρώην Πρωθυπουργού του Λιβάνου Rafic Hariri και σχετικές με αυτή επιθέσεις -αλλά δεν συμπληρώθηκε με μέτρα για να διερευνήσει πολλά άλλα. Στο Μαρόκο/Δυτική Σαχάρα ακόμα δεν υιοθετήθηκαν οι νομικές και διοικητικές αλλαγές  που πρότεινε η  ρηξικέλευθη Επιτροπή Για την Δικαιοσύνη και τη Συμφιλίωση και δεν έγιναν βήματα προς την απόδοση δικαιοσύνης για τους ανθρώπους που υπέστησαν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την ηγεμονία του Βασιλιά Hassan ll, όταν οι κρατική βία κατά των διαφωνούντων και των αντιπάλων ήταν ιδιαίτερα ακραία. Στο Ιράκ, όσοι κατηγορήθηκαν για την διάπραξη εγκλημάτων κατά την περίοδο του Σαντάμ Χουσεΐν συνέχισαν να δικάζονται αλλά ενώπιον ενός σοβαρότατα λανθασμένου δικαστηρίου το οποίο μοίρασε κι άλλες θανατικές ποινές. Στη Λιβύη οι συγγενείς των φυλακισμένων που σκοτώθηκαν στη φυλακή Abu Salim το 1996 ακόμη περιμένουν τα αποτελέσματα της καθυστερημένης -και προφανώς μυστικής- επίσημης έρευνας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Δέκα χρόνια από την αρχή της νέας χιλιετίας πολλά -πάρα πολλά- απομένουν για να γίνουν πραγματικότητα τα ανθρώπινα δικαιώματα το οποία ορίστηκαν 60 χρόνια πριν, στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ειδικότερα σε ολόκληρη την περιοχή, οι κρατικές αρχές έδειξαν είτε απροθυμία είτε ευθεία άρνηση να τιμήσουν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν σύμφωνα με διεθνείς συμφωνίες για την προστασία και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτή η τάση οξύνθηκε μπροστά στην απειλή που αποτελεί η τρομοκρατία, την ίδια ώρα που αυτή η απειλή επίσης χρησιμοποιείται ως μια πολύ βολική δικαιολόγηση για την πάταξη της θεμιτής κριτικής και διαφωνίας. Ακόμα και σε αυτή την πραγματικότητα θαρραλέοι άνθρωποι παραμένουν απτόητοι και συνεχίζουν να μιλούν ανοιχτά για το ποια είναι τα δικαιώματα και τα δίκαιά τους και συνεχίζουν να υποστηρίζουν τα δικαιώματα άλλων.

Παγκόσμια Επισκόπηση: τα κυριότερα σημεία της Ετήσιας Έκθεσης 2010 της Διεθνούς Αμνηστίας

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΗΠΕΙΡΟΣ

«Ορισμένοι ρωτούν ‘γιατί δεν τους συγχωρείς;’», λέει η Τίτα Ραντίγια Μαρτίνες. «Επειδή δεν μου λένε τι έκαναν στον πατέρα μου. Είναι νεκρός ή ζωντανός; Λένε ‘Μην ανοίγεις την πληγή’. Να την ανοίξω; Η πληγή είναι ήδη ανοιχτή, ποτέ δεν επουλώθηκε».

Πέρασαν περισσότερα από 30 χρόνια, από τότε που η Τίτα Ραντίγια Μαρτίνες είδε τον πατέρα της, Ροσέντο Ραντίγια, για τελευταία φορά. Ο ίδιος ήταν 60 χρονών, όταν εξαφανίστηκε, δια της βίας, το 1974. Ο Ροσέντο Ραντίγια, κοινωνικός ακτιβιστής και πρώην δήμαρχος, εθεάθη, τελευταία φορά, σε στρατώνα στο Γκιερέρο του Μεξικού.

Οι ελπίδες της οικογένειάς του για αλήθεια και απόδοση δικαιοσύνης αναπτερώθηκαν, εξαιτίας μία απόφασης του Αμερικανικού Δικαστηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το οποίο, τον Νοέμβριο, καταδίκασε το Μεξικό, επειδή απέτυχε να διερευνήσει με επιτυχία την αναγκαστική εξαφάνισή του.

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δολοφονήθηκαν, εξαφανίστηκαν αναγκαστικά, και βασανίστηκαν και ακόμη περισσότεροι εξορίστηκαν, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής κυριαρχίας στη Λατινική Αμερική, από τη δεκαετία του 1960 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η επιστροφή στη δημοκρατικά εκλεγμένη πολιτική διακυβέρνηση δεν ανέτρεψε την παραδοσιακή ατιμωρησία για τα περισσότερα από τα παραπάνω εγκλήματα. Τουναντίον, η έλλειψη απόδοσης ευθυνών για τις συγκεκριμένες συμπεριφορές, κατά τη διάρκεια αυτής της σκοτεινής περιόδου της ιστορίας, συνέβαλε στη διαιώνιση πολιτικών και πρακτικών που τροφοδοτούν συνεχείς παραβιάσεις. Η αποτυχία να προσαχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης όσοι βρίσκονταν σε όλα τα επίπεδα της εξουσίας και ήταν υπεύθυνοι για τις εν λόγω πρακτικές στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία είναι υπεράνω του νόμου.

Παρά ταύτα, τα τελευταία χρόνια, ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός χωρών της Λατινικής Αμερικής έκανε σημαντική πρόοδο προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης της ατιμωρησίας, αναγνωρίζοντας ότι η «συμφιλίωση» είναι ανυπόστατη έννοια, αν δεν στηρίζεται στην αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την επανόρθωση. Μέχρι πολύ πρόσφατα, οι περισσότερες προσαγωγές και καταδίκες αφορούσαν προσωπικό χαμηλών βαθμίδων. Υπήρξε λίγη ή καθόλου προσπάθεια να οδηγηθούν ενώπιον της δικαιοσύνης εκείνοι που είχαν την ύψιστη ευθύνη για την αδίστακτη εξάλειψη των αντιφρονούντων και της αντιπολίτευσης.

Όμως, τον Απρίλιο, ένας δημοκρατικά εκλεγμένος αξιωματούχος καταδικάστηκε για πρώτη φορά για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο πρώην πρόεδρος του Περού Αλμπέρτο Φουτζιμόρι καταδικάστηκε σε 25ετή φυλάκιση για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν το 1991, συμπεριλαμβανομένων βασανιστηρίων, βίαιων εξαφανίσεων και εκτελέσεων χωρίς δίκη. Η καταδίκη τελικά δείχνει ότι, στην περιοχή, κανείς δεν εξαιρείται από τη δικαιοσύνη. Οι δικαστές κατέληξαν ότι ο πρώην πρόεδρος Αλμπέρτο Φουτζιμόρι είχε προσωπική εγκληματική ευθύνη, επειδή είχε τη δυνατότητα να δώσει στρατιωτική εντολή σε αυτούς που διέπραξαν τα εγκλήματα.

Ο Αλμπέρτο Φουτζιμόρι δεν ήταν ο μόνος πρώην ηγέτης που δικάστηκε φέτος. Η δίκη του πρώην προέδρου του Σουρινάμ, Lieutenant Colonel Desire Bouterse (1981-1987) και 24 άλλων, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία 13 πολιτών και δύο ανώτερων υπαλλήλων σε μία στρατιωτική βάση στο Παραμαρίμπο τον Δεκέμβριο του 1982, επαναλήφθηκε το 2009. Ο Γκρεγκόριο Αλβάρες, πρώην στρατηγός και ντε φάκτο πρόεδρος της Ουρουγουάης (1980-985) καταδικάστηκε σε 25ετή ποινή φυλάκισης για την απαγωγή και τη δολοφονία 37 ακτιβιστών στην Αργεντινή το 1978.

Στην Κολομβία, το Συμβούλιο του Κράτους επιβεβαίωσε την αποπομπή ενός στρατηγού για την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Άλβαρο Βελάντια Ουρτάδο και άλλοι τρεις στρατιωτικοί υπάλληλοι αποβλήθηκαν για τα βασανιστήρια, τη βίαιη εξαφάνιση και την εκτέλεση χωρίς δίκη της Νίδια Ερίκα Μπαουτίστα, το 1987. Η χώρα επιπλέον είδε το συνταξιούχο στρατηγό Χάιμε Ουσκάτεγκι να καταδικάζεται σε 40 χρόνια κάθειρξης τον Νοέμβριο, για την εμπλοκή του στη σφαγή 49 πολιτών από ακροδεξιούς παράγοντες στο Μαπιριπάν, το 1997.

Κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού καθεστώτος στην Αργεντινή, 1976-1983, η ESMA (Escuela de Suboficiales de Mecánica de la Armada), Σχολή Μηχανικών Ναυτικού, λειτουργούσε ως μυστικό κέντρο κράτησης, όπου χιλιάδες ανθρώπων είτε εξαφανίστηκαν βίαια, είτε βασανίστηκαν, είτε και τα δύο. Δεκαεφτά πρώην αξιωματικοί της ESMA, ανάμεσά τους και ο Αλφρέντο Αστίς, τελικά δικάστηκαν για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων βασανιστηρίων και φόνου, συμπεριλαμβανομένων των θανάτων δύο γαλλίδων μοναχών, ενός δημοσιογράφου και τριών ιδρυτικών μελών της ομάδας ανθρωπίνων δικαιωμάτων Μάδρες δε Πλάσα δε Μάγιο. Ο Αλφρέντο Αστίς διώχθηκε πρώτα σε σχέση με τα εγκλήματα που έγιναν το 1985, αλλά οι νόμοι της αμνήστευσης, οι οποίοι από τότε καταργήθηκαν, σταμάτησαν τις διαδικασίες.

Τον Μάιο, ο Σαμπίνο Αουγούστο Μοντανάρο, Υπουργός Εσωτερικών, κατά τη διάρκεια της διοίκησης του Στρατηγού Αλφρέντο Στρέσνερ στην Παραγουάη, συνελήφθηκε μετά την οικειοθελή επιστροφή του στη χώρα από την εξορία. Αντιμετωπίζει δίκη για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εγκλημάτων που, κατ’ ισχυρισμόν διαπράχθηκαν από την «Operación Condor», μία τοπική συνεργασία ασφαλείας εναντίον των θεωρούμενων πολιτικών αντιπάλων. Τον Σεπτέμβριο, περισσότεροι από 165 συνταξιούχοι πρώην πράκτορες της εθνικής Χιλιανής Διεύθυνσης Νοημοσύνης ή αλλιώς DINA (Dirección de Inteligencia Nacional) κατηγορήθηκαν στη Χιλή για το ρόλο τους στην επιχείρηση, καθώς και σε άλλες υποθέσεις βασανιστηρίων και βίαιης εξαφάνισης, στα πρώτα χρόνια της χιλιανής στρατιωτικής διοίκησης.

Παρά τη σημαντική πρόοδο στον αυξανόμενο αριθμό των εμβληματικών υποθέσεων παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων του παρελθόντος, η απόδοση δικαιοσύνης για την πλειονότητα των χιλιάδων θυμάτων παρέμενε απατηλή. Οι νόμοι αμνήστευσης συνέχισαν να εμποδίζουν τις προσπάθειες στο Ελ Σαλβαδόρ, τη Βραζιλία και την Ουρουγουάη να φέρουν προ των ευθυνών τους αυτούς που παραβίασαν τα ανθρώπινα δικαιώματα και ένα εθνικό δημοψήφισμα στην Ουρουγουάη για την ακύρωση του νόμου του 1986 περί λήξης των κυρώσεων του κράτους (Νόμος Λήξης) απέτυχε να συγκεντρώσει την επιθυμητή πλειοψηφία, ώστε να ανατραπεί ο νόμος. Την περίοδο πριν το δημοψήφισμα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουρουγουάης, έλαβε μία ιστορική απόφαση όσον αφορά στην αντισυνταγματικότητά του, στην περίπτωση της Νίμπια Σαλμπασαγκαράι, μίας νέας ακτιβίστριας-αντιπάλου, που βασανίστηκε και δολοφονήθηκε το 1974. Η απόφαση, σε συνδυασμό με τις ερμηνείες που δόθηκαν από το εκτελεστικό όργανο, ώστε να περιοριστεί η εφαρμογή του νόμου, επέτρεψαν κάποια πρόοδο στην απόδοση δικαιοσύνης.

Σε μια κάπως ταχύτερη διαδικασία, πολίτες που υπέφεραν εξαιτίας της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Οαχάκα του Μεξικού, το 2006, μπορούν να βρουν το δίκιο

τους λίγο πιο εύκολα -με την ολοκλήρωση της έρευνας του Ανώτατου Δικαστηρίου, σχετικά με την πολιτική κρίση πριν από τέσσερα χρόνια. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο κυβερνήτης του κράτους και άλλοι αξιωματούχοι έπρεπε να κατηγορηθούν, αλλά δεν ελήφθησαν μέτρα για να τους κατηγορήσουν.

Παρά ταύτα, πολλές άλλες έρευνες το 2009 εμποδίστηκαν ή κατέρρευσαν και οι ελπίδες και προσδοκίες των οικογενειών για αλήθεια, δικαιοσύνη και επανόρθωση παρέμειναν ανικανοποίητες. Ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Μεξικό, για παράδειγμα, έκλεισε την υπόθεση της γενοκτονίας που αφορούσε τον πρώην πρόεδρο Λουίς Ετσεβερία και οι ένοπλες δυνάμεις στη Βραζιλία συνέχισαν να εμποδίζουν την πρόοδο για τις καταπατήσεις του παρελθόντος. Τον Δεκέμβριο, ο πρόεδρος Λουίς Ιγνάσιο Λούλα ντα Σίλβα ανακοίνωσε τη δημιουργία μίας επιτροπής «αλήθειας», η οποία θα ερευνούσε τις περιπτώσεις βασανιστηρίων, δολοφονιών και βίαιων εξαφανίσεων κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής εξουσίας από το 1964 έως το 1985, ως τμήμα του τρίτου εθνικού σχεδίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Εξαιτίας της συντονισμένης πίεσης που ασκήθηκε από τους στρατιωτικούς, υπήρξαν ανησυχίες ότι η πρόταση δεν θα εφαρμοζόταν.

Παράλληλα, λίγη πρόοδος σημειώθηκε, όσον αφορά στην προσαγωγή στη δικαιοσύνη, όσων ευθύνονται για την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο πλαίσιο της συμπεριφοράς της Αμερικής στον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία».

ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Παράλληλα με τις εθνικές προσπάθειες δίωξης, ώστε να καταπολεμηθεί η ατιμωρησία στη Λατινική Αμερική, η Διεθνής Δικαιοσύνη συνέχισε να παίζει ένα σημαντικό ρόλο το 2009. Τον Ιούνιο, η Χιλή έγινε το τελευταίο κράτος στη Νότια Αμερική που επικύρωσε τη νομοθεσία της Ρώμης, η οποία καθιέρωνε το Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων και, τον Νοέμβριο, η διακήρυξη -που σχετίζεται με το άρθρο 124 της νομοθεσίας της Ρώμης, σχετικά με το οποίο η Κολομβία είχε δηλώσει ότι για 7 χρόνια δεν δεχόταν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όσον αφορά στα εγκλήματα πολέμου- καταργήθηκε, ανοίγοντας το δρόμο για έρευνες σχετικές με εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Τον Ιανουάριο, ένα εθνικό Ισπανικό Δικαστήριο κατηγόρησε 14 αξιωματικούς και στρατιώτες από το Σαλβαδόρ για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και για κρατική τρομοκρατία, για τη δολοφονία έξι Ιησουϊτών ιερέων, της οικονόμου τους, καθώς και της 16χρονης κόρης της, στο Κεντρικό Αμερικανικό Πανεπιστήμιο στο Ελ Σαλβαδόρ, το Νοέμβριο του 1989.

Τον Αύγουστο, ένας δικαστής στην Παραγουάη διέταξε την αποπομπή στην Αργεντινή ενός πρώην στρατιωτικού γιατρού, του Νορμπέρτο Μπιάνκο, ώστε να δικαστεί για το ρόλο του στην παράνομη κράτηση περισσότερων από 30 γυναικών και στη συνέχεια την «οικειοποίηση» των παιδιών τους, το 1977 και το 1978, κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού καθεστώτος.

Η δίκη του πρώην Γενικού Στρατιωτικού Εισαγγελέα στη Χιλή, Αλφόνσο Ποντλέχ, σε σχέση με την αναγκαστική εξαφάνιση τεσσάρων ατόμων τη δεκαετία του 1970, συμπεριλαμβανομένου του πρώην ιερέα Ομάρ Βεντουρέλι, ξεκίνησε στην Ιταλία τον Νοέμβριο. Τον ίδιο μήνα, δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε ότι υπήρχαν επαρκείς λόγοι, ώστε να δικαστούν ο πρώην πρόεδρος της Βολιβίας, Σάντες ντε Λοσάδα, και ο πρώην υπουργός Άμυνας, Κάρλος Σάντσες Μπερσάιν, στις ΗΠΑ, σε αστική αγωγή, για βλάβη σε σχέση με κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, συμπεριλαμβανομένων εκτελέσεων χωρίς δίκη.

 

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Η κατάσταση της δημόσιας ασφάλειας, η οποία επηρεάζει πολλές χώρες, συνέχισε να προκαλεί μεγάλο προβληματισμό. Τα ποσοστά δολοφονίας γυναικών και ανδρών συνέχισαν να μεγαλώνουν, συγκεκριμένα, στο Μεξικό, τη Γουατεμάλα, την Ονδούρα, το Ελ Σαλβαδόρ και την Τζαμάικα. Εκατομμύρια πολιτών στη Λατινική Αμερική και στις πιο φτωχές κοινότητες της Καραϊβικής μαστίζονταν από βίαιες εγκληματικές συμμορίες και από κατασταλτικές, μεροληπτικές και διεφθαρμένες απαντήσεις από τα όργανα επιβολής του νόμου. Την ίδια στιγμή, σε μέλη των σωμάτων ασφαλείας, ειδικά στην αστυνομία, ζητήθηκε να εργαστούν με τρόπους που συχνά έθεταν τις ζωές τους σε κίνδυνο.

Καθώς τα οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα διεύρυναν τις δραστηριότητές τους από διακίνηση ναρκωτικών, μέχρι απαγωγή και εμπορία ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, οι κίνδυνοι για τους παράνομους μετανάστες και τις άλλες ευάλωτες ομάδες αυξήθηκαν. Οι κυβερνήσεις στην περιοχή τυπικά έκαναν πολύ λίγα, ώστε να συλλέξουν στοιχεία και να αναλύσουν τα νέα προβλήματα και ακόμη λιγότερα για να προλάβουν τις παραβιάσεις ή να φέρουν στη δικαιοσύνη αυτούς που ευθύνονταν.

Οι επίσημες προσπάθειες να αντιμετωπιστεί η κλιμάκωση του εγκλήματος συχνά υποβιβάζονταν από τις κατηγορίες για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εξαναγκαστικών εξαφανίσεων, βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακομεταχείρισης. Στη Βραζιλία, Τζαμάικα, Κολομβία και στο Μεξικό, οι δυνάμεις ασφαλείας κατηγορήθηκαν ότι διέπραξαν εκατοντάδες παράνομες εκτελέσεις –η συντριπτική πλειοψηφία των κατηγοριών απορρίφθηκε, επειδή θεωρήθηκαν «δολοφονία κατά τη διάρκεια αντίστασης σύλληψης» ή απλώς απορρίφθηκαν ως ψευδείς ισχυρισμοί οι οποίοι αποσκοπούσαν στο να σπιλωθούν οι δυνάμεις ασφαλείας.

Παρά τις αναφορές για σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τους ένοπλους και το προσωπικό των δυνάμεων ασφαλείας, η Κολομβία και το Μεξικό συνέχισαν να λαμβάνουν σημαντική συνεργασία στην ασφάλεια από τις ΗΠΑ και αναμένεται να γίνουν περισσότερα, σύμφωνα με τους όρους της πρωτοβουλίας της Merida -μίας συμφωνίας, σημαντικά χρηματοδοτημένης μεταξύ του Μεξικού (και άλλων συγκεκριμένων χωρών της Κεντρικής Αμερικής) και των ΗΠΑ, ώστε να καταπολεμηθεί το οργανωμένο έγκλημα.

Ορισμένες χώρες ενθάρρυναν εναλλακτικά προγράμματα δημόσιας ασφάλειας –μία ζωτικής σημασίας πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση των μεθόδων παράνομης αστυνόμευσης, αλλά συνήθως δεν ικανοποίησαν τις προσδοκίες και δέχτηκαν κριτική από τις πληγείσες κοινότητες στη Δομινικανή Δημοκρατία και στη Τζαμάικα, για παράδειγμα, επειδή υποστηρίχτηκε ότι καθυστερούσαν επιπλέον τη μεταρρύθμιση στην αστυνόμευση που χρειαζόταν άμεσα και απέτυχαν να αντεπεξέλθουν στις ευρύτερες ανάγκες των κοινοτήτων.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΕΙΣ

Μία γενική τάση το 2009, όσον αφορά στη συσσώρευση όπλων στην περιοχή, όξυνε την ανησυχία για την πιθανή επίπτωση στα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών που ήδη ζούσαν σε εύθραυστη ή ανύπαρκτη ασφάλεια.

Ο άμαχος πληθυσμός στην Κολομβία συνέχισε να φέρει το βάρος της 40ετούς εσωτερικής ένοπλης διαμάχης. Όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές -τα σώματα ασφαλείας, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις και οι ομάδες των ανταρτών- συνέχισαν στη διαμάχη να παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Οι αυτόχθονες, οι κοινωνικοί ηγέτες και οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν από τους πιο ευάλωτους. Περίπου 3-4 εκατομμύρια άνθρωποι εκδιώχθηκαν ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης από τη στιγμή που ξεκίνησε, ενώ ακόμη περισσότερες χιλιάδες πολιτών σκοτώθηκαν το 2009. Οι γυναίκες συνέχισαν να υφίστανται σεξουαλική βία, συνέχισαν να υπάρχουν όμηροι στις κοινότητες, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, εξαναγκαστική στρατολόγηση παιδιών, επιθέσεις χωρίς διακρίσεις και υπήρξαν απειλές θανάτου με στόχο τον εκφοβισμό αυτών που θεωρούνται ως ιδιαίτερος κίνδυνος για τα συμφέροντα της κάθε πλευράς.

Ωστόσο, η ανασφάλεια και η αστάθεια δεν περιορίστηκαν στην Κολομβία. Ως ενοχλητική ηχώ του παρελθόντος, η Ονδούρα βίωσε το πρώτο στρατιωτικό πραξικόπημα στη Λατινική Αμερική μετά από αυτό της Βενεζουέλας το 2002. Ακολούθησαν μήνες πολιτικής αναταραχής και αστάθειας, προβλήματα τα οποία απέτυχαν οι εκλογές του Νοεμβρίου να επιλύσουν. Τα σώματα ασφαλείας απάντησαν στις διαμαρτυρίες ενάντια στο πραξικόπημα με εκτεταμένη χρήση βίας, εκφοβισμό και επιθέσεις εναντίον των αντιπάλων. Η ελευθερία της έκφρασης περιορίστηκε, καθώς αρκετά ΜΜΕ έκλεισαν και υπήρξαν αναφορές για βία ενάντια σε γυναίκες, καθώς και δολοφονία περισσότερων από 10 διεμφυλικών. Η συμφωνία μεταξύ Τεγκουσιγκάλπας και Σαν Χοσέ, για την οποία μεσολάβησε η διεθνής κοινότητα και η οποία περιελάμβανε μία επιτροπή αλήθειας, ώστε να διευκρινιστούν οι αρμοδιότητες, δεν σημείωσε πρόοδο και η ντε φάκτο κυβέρνηση παρέμεινε στην εξουσία στο τέλος της χρονιάς.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΗΜΙΣΦΑΙΡΙΩΝ

Οι ελπίδες και οι προσδοκίες για μία νέα εποχή ημισφαιρικών σχέσεων αρχικά αναπτερώθηκαν με τις αμερικανικές υποσχέσεις για συνεργασία. Όταν ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα επισκέφτηκε την πέμπτη Σύνοδο κορυφής της Αμερικής στο Τρινιντάντ, τον Απρίλιο, υποσχέθηκε μία εποχή αμοιβαίου σεβασμού και πολυμερούς προσέγγισης. Ωστόσο, μέχρι το τέλος του έτους, οι σχέσεις ήταν τεταμένες, εξαιτίας της κρίσης στην Ονδούρα, της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Κούβα και της συμφωνίας της Κολομβίας να επιτρέψει στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν ορισμένες στρατιωτικές τις βάσεις. Δημιουργήθηκαν εντάσεις μεταξύ αρκετών χωρών της Λατινικής Αμερικής -η Κολομβία με τους γείτονες Εκουαδόρ και Βενεζουέλα και το Περού με τους γείτονες Χιλή και Βολιβία- γεγονός που ανέστειλε τις προσπάθειες προς την κατεύθυνση της περιφερειακής ολοκλήρωσης.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ – ΦΤΩΧΕΙΑ

Βαθιές και έντονες ανισότητες εξακολουθούν να υπάρχουν στην Αμερική, ειδικά όσον αφορά στην πρόσβαση στην εκπαίδευση, τα επίπεδα εισοδήματος, την υγεία και τη διατροφική κατάσταση, την έκθεση στη βία και στο έγκλημα και την πρόσβαση στις βασικές υπηρεσίες.

Αν και ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής δεν επηρεάστηκαν σε τόσο μεγάλο βαθμό από τη διεθνή οικονομική κρίση, όπως αρχικά υπήρχε φόβος, υπολογίζεται ότι 9 εκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι εισήλθαν στη φτώχια στην περιοχή, το 2009. Αυτή η πραγματικότητα ανέτρεψε την πρόσφατη τάση μείωσης της φτώχειας που στηριζόταν στο εισόδημα, η οποία στηρίχτηκε στην οικονομική ανάπτυξη. Με διαφορετικούς βαθμούς δέσμευσης, τα κράτη έλαβαν μέτρα για την προστασία των πιο ευάλωτων τμημάτων του πληθυσμού από την κρίση και απέφυγαν τα οπισθοδρομικά μέτρα, όσον αφορά στην απόδοση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, οι δαπάνες στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική για αυτούς τους σκοπούς είναι ακόμη υπερβολικά χαμηλές και υπάρχει έλλειψη μακροπρόθεσμων πολιτικών για την καταπολέμηση της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υφίστανται οι πολίτες, οι οποίοι ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Αυτοί που πλήττονται περισσότερο εξακολουθούν να είναι αυτοί που βιώνουν ήδη τις διακρίσεις, όπως οι γυναίκες, τα παιδιά και οι αυτόχθονες κοινότητες.

Ο ασφαλής τοκετός, το 2009, συνέχισε να είναι προνόμιο μόνο των πιο εύπορων γυναικών της περιοχής. Σε κάθε χώρα -συμπεριλαμβανομένων των οικονομιών με υψηλό εισόδημα, στην Αμερική και τον Καναδά- οι ήδη περιθωριοποιημένες γυναίκες, όπως είναι οι αφροαμερικανές και οι ιθαγενείς γυναίκες, αντιμετώπιζαν τον υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από επιπλοκές στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό -ανισότητες οι οποίες δεν έχουν εκλείψει στις ΗΠΑ τα τελευταία 25 χρόνια.

ΒΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών παρέμεινε ενδημική. Ο αριθμός των δηλωμένων περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς και η θανάτωση και ο ακρωτηριασμός σωμάτων γυναικών αφότου βιάστηκαν αυξήθηκε στο Μεξικό, στη Γουατεμάλα, στο Ελ Σαλβαδόρ, στην Ονδούρα, στη Νικαράγουα και στην Αϊτή. Σε αρκετές χώρες, συγκεκριμένα στη Νικαράγουα, στην Αϊτή και στη Δομινικανή Δημοκρατία, τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι πάνω από το ήμισυ αυτών των θυμάτων ήταν κορίτσια.

Οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, καθώς και η έλλειψη ενδελεχούς έρευνας για τις καταγγελίες της βίας, αναδείχθηκαν από διάφορους διεθνείς φορείς. Το παναμερικανικό δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, για παράδειγμα, καταδίκασε το Μεξικό, επειδή απέτυχε να δράσει αποτελεσματικά, για να προλάβει είτε να διερευνήσει επιτυχώς, είτε να αποζημιώσει για την απαγωγή και τη δολοφονία τριών γυναικών στην Τσιουάουα, το 2001. Οι αρχές σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Ουρουγουάης, της Βενεζουέλας και της Δομινικανής Δημοκρατίας, αναγνώρισαν ότι ήταν ανίκανες να αντιμετωπίσουν το πλήθος των καταγγελιών που σχετίζονταν με τη βία κατά των γυναικών, παρόλο που ιδρύθηκαν μονάδες με ειδικούς στα δύο φύλα, σε διάφορα Συστήματα Ποινικής Δικαιοσύνης. Η ιατρική φροντίδα για τις επιζώσες συχνά ήταν ανεπαρκής ή πλήρως ανύπαρκτη.

Η εφαρμογή των νόμων, ώστε να εξασφαλιστεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων των γυναικών και να προληφθεί η βία, παρέμεινε αργή, ειδικά στην Αργεντινή, το Μεξικό, την Τζαμάικα και τη Βενεζουέλα. Ορισμένες χώρες, κυρίως στην Καραϊβική, εισήγαγαν μεταρρυθμίσεις, αλλά απέτυχαν να εφαρμόσουν τα διεθνή πρότυπα, όσον αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα, επειδή δεν ποινικοποίησαν το βιασμό σε όλες τις περιπτώσεις.

Η άμβλωση στις περιπτώσεις βιασμού ή όταν η υγεία της μητέρας βρισκόταν σε κίνδυνο ήταν προσιτή και διαθέσιμη σε αρκετές χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Κολομβίας, της ομοσπονδιακής περιφέρειας του Μεξικού, της Κούβας και των ΗΠΑ. Σε πολλές άλλες χώρες όπου επιτρέπεται βάσει νόμου, στην πράξη υπήρξαν εμπόδια στην πρόσβαση. Έγιναν βήματα προς την κατεύθυνση της αποποινικοποίησης της έκτρωσης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στο Περού. Ωστόσο, συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, που προτάθηκαν στη Δομινικανή Δημοκρατία και σε 17 πολιτείες του Μεξικού, για να προστατευτεί το δικαίωμα στη ζωή από τη στιγμή της σύλληψης, όξυναν φόβους ότι μιά ολική απαγόρευση στις αμβλώσεις ενδέχετο να ακολουθήσει. Η απαγόρευση των αμβλώσεων σε όλες τις περιπτώσεις παρέμεινε στη Χιλή, στο Ελ Σαλβαδόρ και στη Νικαράγουα.

Παρά το απλό νομικό δεδομένο του δικαιώματος της μητέρας στη ζωή και στην υγεία, εξακολουθεί να επικρατεί πόλωση στην κοινή γνώμη και το συναίσθημα, με τους ακτιβιστές και τους επαγγελματίες στην υγειονομική περίθαλψη που σχετίζονται με εκτρώσεις να λαμβάνουν απειλές, ενώ ένας αμερικανός γιατρός δολοφονήθηκε.

Σε ένα πιο αισιόδοξο τόνο, έγιναν βήματα για να υποστηριχτούν τα δικαιώματα των λεσβιών, γκέι, αμφιφυλόφιλων και τρανσέξουαλ (LGBT). Το Μεξικό ενέκρινε ένα πρωτοποριακό νομοσχέδιο που νομιμοποιεί το γάμο των ομοφυλοφίλων. Παρά ταύτα, η Ονδούρα, το Περού και η Χιλή απέτυχαν να προστατεύσουν τις LGBT κοινότητές τους από τις παρενοχλήσεις ή τους εκφοβισμούς, όπως και στις χώρες της Καραϊβικής, για παράδειγμα, στην Τζαμάικα και στη Γουιάνα.

ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ

Οι διακρίσεις κατά των αυτοχθόνων παρέμειναν συστημικές και συστηματικές σε ολόκληρη την περιοχή. Η αποφασιστική δράση για να προστατευτούν τα δικαιώματα των αυτοχθόνων δεν ταίριαζε με τη ρητορική. Υπήρξε μία γενική αποτυχία να συνυπολογιστούν τα δικαιώματα των αυτοχθόνων στις αποφάσεις που σχετίζονταν με την αδειοδότηση του πετρελαίου, την υλοτομία και τις άλλες παραχωρήσεις πόρων. Το δικαίωμα στην ελεύθερη, πρότερη και συνειδητή συναίνεση για θέματα που μπορεί να επηρεάσουν τη ζωή των αυτοχθόνων ορίζεται στη διακήρυξη του ΟΗΕ του 2007 για τα δικαιώματα των αυτοχθόνων. Στον Καναδά, το Περού, την Αργεντινή, τη Χιλή και την Παραγουάη, η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε περιπτώσεις όπου οι αρχές απέτυχαν να δημιουργήσουν μια σταθερή διαδικασία, ώστε να εξασφαλίσουν το δικαίωμα και έγινε δεκτό σε προτάσεις έργων ανάπτυξης.

Η ανάπτυξη του πετρελαίου και το φυσικού αερίου εξακολούθησαν να υφίστανται, στον Καναδά, για παράδειγμα, χωρίς τη συγκατάθεση του Lubicon Cree στη βόρεια Αλμπέρτα, υπονομεύοντας τη χρήση των παραδοσιακών εκτάσεων και συμβάλλοντας στα υψηλά επίπεδα κακής υγείας και φτώχειας.

Σε ολόκληρη την περιοχή, αναφέρθηκαν εκδιώξεις αυτοχθόνων πληθυσμών από τα προγονικά τους εδάφη. Απειλές, εκφοβισμός και βία κατά των αυτχθόνων ηγετών και τα μέλη της κοινότητας ήταν συχνές.

Ένα νέο σύνταγμα στη Βολιβία, που τέθηκε σε ισχύ το Φεβρουάριο, εξασφάλισε τη κεντρική θέση και τον πλουραλισμό των ιθαγενών ταυτοτήτων στη χώρα και καθόρισε ένα πλαίσιο για μεταρρύθμιση, ώστε η δικαιοδοσία των αυτοχθόνων να είναι ίση με την τρέχουσες δικαστικές διαδικασίες.

Οι αυτόχθονες της περιοχής διαδήλωσαν κατά τη διάρκεια της χρονιάς, ώστε να τους αποδοθούν τα κοινωνικά, αστικά, οικονομικά, πολιτισμικά και πολιτικά δικαιώματά τους.

Συχνά αντιμετωπίστηκαν με εκφοβισμό, παρενόχληση, εκτεταμένη χρήση βίας, ψευδές κατηγορητήριο και κράτηση. Στο Κερετάρο του Μεξικού, μία ιθαγενής γυναίκα απελευθερώθηκε, αλλά δύο άλλες παρέμειναν στη φυλακή στο τέλος του έτους, εν αναμονή του αποτελέσματος της επανάληψης της δίκης, στη βάση κατασκευασμένων κατηγοριών για το έγκλημα. Στο Περού, οι αυτόχθονοι ηγέτες, κατηγορήθηκαν για ανταρσία και συνομωσία κατά του κράτους, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, μετά το μαζικό αποκλεισμό δρόμων από εκατοντάδες αυτόχθονες. Στον απολογισμό αυτής της αντίδρασης, αρκετοί διαδηλωτές τραυματίστηκαν και 33 σκοτώθηκαν -συμπεριλαμβανομένων 23 αστυνομικών. Στην Κολομβία οι αρχές συχνά κατηγορούσαν λανθασμένα τις αυτόχθονες κοινότητες και τους ηγέτες τους για σχέση με τις δυνάμεις των ανταρτών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Η νέα κυβέρνηση στις ΗΠΑ φάνηκε να υποσχέθηκε ουσιαστικές αλλαγές σε ορισμένες πολιτικές που έπληξαν τη διεθνή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα τελευταία επτά χρόνια. Η αυλαία στο μυστικό πρόγραμμα κράτησης της CIA, για παράδειγμα, και η δημοσίευση ορισμένων πληροφοριών για τις νομικές γνώμες που εκδόθηκαν, οι οποίες υποστήριζαν αυτό το πρόγραμμα, ήταν ευπρόσδεκτες. Αλλά δεν υλοποιήθηκαν όλες οι υποσχέσεις. Η προθεσμία που είχε θέσει ο Πρόεδρος Ομπάμα τη δεύτερη μέρα στο αξίωμά του, ώστε να κλείσει το κέντρο κράτησης στο Γουαντάναμο εντός ενός χρόνου, δεν υλοποιήθηκε, καθώς η πολιτική του κόμματος στο εσωτερικό, αντέβαινε στα ανθρώπινα δικαιώματα των κρατουμένων. Η θετική κίνηση της νέας κυβέρνησης να στραφούν στα συνηθισμένα ομοσπονδιακά δικαστήρια, ώστε να δικαστούν ορισμένοι κρατούμενοι του Γουαντάναμο, αμαυρώθηκε από την απόφαση να συντηρηθούν οι στρατιωτικές επιτροπές για άλλους κρατούμενους.

Εν τω μεταξύ, οι κρατήσεις στην αεροπορική βάση στο Μπαγκράμ του Αφγανιστάν συνεχίστηκαν, ωσάν να βρίσκονταν υπό την παλιά διακυβέρνηση και η Αμερική απέτυχε να τηρήσει τη νομική της υποχρέωση να εξασφαλίσει τη λογοδοσία και την αποκατάσταση για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες διαπράχθηκαν στο πλαίσιο της καταπολέμησης της τρομοκρατίας από τον Σεπτέμβριο του 2001.

ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ

Διαπράχθηκαν 52 εκτελέσεις στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του έτους. Παρά το γεγονός ότι αυτός ήταν ο υψηλότερος αριθμός καταδίκης σε θάνατο στην Αμερική από το 2006, ήταν ακόμη αρκετά πιο κάτω από τα ύψη στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Οι καταδίκες σε θάνατο συνέχισαν την πτωτική τους πορεία, ακόμη και στο Τέξας και στη Βιρτζίνια, στις οποίες διαπράττονται περίπου οι μισές εκτελέσεις από ολόκληρη την Αμερική, από το 1977. Περίπου 100 άτομα καταδικάστηκαν σε θανατική ποινή σε εθνικό επίπεδο σε σύγκριση με περίπου 300 άτομα μιάμιση δεκαετία νωρίτερα. Τον Μάρτιο, το νέο Μεξικό έγινε το 15ο κράτος που κατήργησε τη θανατική ποινή, αλλά τρεις μήνες αργότερα ο κυβερνήτης του Κονέκτικατ, άσκησε βέτο σε μία προσπάθεια να γίνει το αντίστοιχο από τη νομοθεσία του κράτους.

Παρά το γεγονός ότι οι θανατικές ποινές ανακοινώθηκαν στις Μπαχάμες, τη Γουιάνα, το Τρινιντάντ και το Τομπάγκο, δεν διαπράχθηκαν εκτελέσεις.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε σε ένα σημαντικό αριθμό εμβληματικών περιπτώσεων παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων του παρελθόντος, τα νομικά, δικονομικά και πολιτικά εμπόδια που έχουν συμβάλει στην περιχαράκωση της ατιμωρησίας στην περιοχή παρέμειναν καθοριστικά το 2009.

Ωστόσο, σε ολόκληρη την περιοχή, τα θύματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οικογένειές τους και οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων  συνέχισαν να αψηφούν τον εκφοβισμό, τις απειλές και την παρενόχληση και αγωνίστηκαν σθεναρά, ώστε να υπενθυμίζουν στην κυβέρνηση και στις ένοπλες ομάδες τις υποχρεώσεις τους να σεβαστούν τα διεθνή και εγχώρια στάνταρ, όσον αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η Τίτα Ραντίγια, απαίτησε από τη μεξικανική κυβέρνηση να συμμορφωθεί με το Παναμερικανικό Δικαστήριο, το οποίο διέταξε τη λήξη της στρατιωτικής αρμοδιότητας για όλες τις περιπτώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνεπώς, η αλήθεια για την εξαναγκαστική εξαφάνιση του πατέρα της, μαζί με εκατοντάδες άλλους, έχει, επιτέλους, αποδειχτεί. Χρειάζονται δικαιοσύνη. Ο καιρός για λόγια έχει τελειώσει.

Παγκόσμια Επισκόπηση: τα κυριότερα σημεία της Ετήσιας Έκθεσης 2010 της Διεθνούς Αμνηστίας

«Αφήσαμε τα πάντα πίσω μας. Δεν έχουμε τίποτα τώρα… Οι Ταλιμπάν μας φέρθηκαν πολύ σκληρά, και μετά η κυβέρνηση άρχισε να μας βομβαρδίζει. Έπρεπε να φύγουμε με ό,τι μπορέσαμε να μαζέψουμε. Πού να καταφύγουμε τώρα;»

Αυτή η δασκάλα μίλησε στη Διεθνή Αμνηστία φεύγοντας από τις έντονες συγκρούσεις που ανάγκασαν περισσότερους από 2 εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στη Βορειοδυτική Παραμεθόριο Επαρχία του Πακιστάν και τις υπό Ομοσπονδιακή Διοίκηση Φυλετικές Περιοχές στα σύνορα με το Αφγανιστάν.

Τα συναισθήματά της απηχούν αυτά των εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρη την περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού που είτε λόγω της ανασφάλειας ή της οικονομικής αναγκαιότητας εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και σε πολλές περιπτώσεις τις πατρίδες τους.

Από την αρχή του χρόνου, περίπου μισό εκατομμύριο Πακιστανοί ήταν ήδη εκτοπισμένοι. Αν και οι κοινότητες με τις οποίες μίλησε η Διεθνής Αμνηστία είχαν υποστεί τις βάναυσες πρακτικές των Ταλιμπάν -παράνομες και πολλές φορές δημόσιες εκτελέσεις, βασανιστήρια και δριμείς περιορισμούς στην δυνατότητα γυναικών και κοριτσιών πρόσβασης στην υγεία και την εκπαίδευση- οι περισσότεροι άνθρωποι εξήγησαν ότι αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω των σκληρών αντιποίνων της πακιστανικής κυβέρνησης κατά της εξέγερσης των Ταλιμπάν. Πραγματικά, καθώς η κυριαρχία των Ταλιμπάν επεκτεινόταν επιθετικά μέχρι κοντινές αποστάσεις από το Ισλαμαμπάντ, μέχρι τον Απρίλιο, η κυβέρνηση εξαπέλυσε ακόμα μία δριμεία επίθεση αναγκάζοντας 2 εκατομμύρια ανθρώπους να τραπούν σε φυγή.

Οι απαντήσεις της κυβέρνησης στη μακροχρόνια διαμάχη στα βορειοδυτικά σύνορα με το Αφγανιστάν αμφιταλαντεύτηκαν μεταξύ του κατευνασμού και της εκτεταμένης βίας -στρατηγικές που δεν υποδήλωναν δέσμευση της κυβέρνησης για την προστασία των δικαιωμάτων των Πακιστανών. Στην πραγματικότητα, υπάρχει ξεκάθαρη σύνδεση μεταξύ των διογκούμενων συγκρούσεων και των δεκαετιών πακιστανικών κυβερνήσεων που διαδέχονται η μία την άλλη, οι οποίες αγνοούν τα δικαιώματα των εκατομμυρίων που ζουν στη δύσκολη αρένα του Βορειοδυτικού Πακιστάν και δεν λογοδότησαν ποτέ για τις τωρινές ή τις παρελθοντικές παραβιάσεις. Ακόμα και τώρα οι άνθρωποι στις Φυλετικές Περιοχές που συνορεύουν με το Αφγανιστάν δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες του Πακιστάν: κατά τον Κανονισμό για τα Διασυνοριακά Εγκλήματα του 1901 από αποικιοκρατίας, ο οποίος διαφεντεύει τις περισσότερες διοικητικές και δικαστικές πτυχές τις ζωής τους, παραμένουν εκτός δικαιοδοσίας της Πακιστανικής Εθνοσυνέλευσης και της δικαστικής εξουσίας. Οι Πακιστανοί που ζουν στις υπό Ομοσπονδιακή Διοίκηση (ΦΠΟΔ) Φυλετικές Περιοχές υφίστανται και νομικά τη συλλογική τιμωρία, που σημαίνει ότι η κυβέρνηση μπορεί να τιμωρήσει οποιοδήποτε μέλος ή ολόκληρη τη φυλή για έγκλημα το οποίο τελέστηκε στην περιοχή της, είτε επειδή «ενήργησαν με εχθρικό ή μη-φιλικό τρόπο», είτε επειδή συνενήργησαν, είτε επειδή απέτυχαν να προσκομίσουν αποδείξεις για κάποιο έγκλημα. Την ίδια ώρα, οι ΦΠΟΔ κατέχουν μεγάλα ποσοστά μητρικής και βρεφικής θνησιμότητας, αλλά και αναλφαβητισμού (ειδικά στις γυναίκες και στα κορίτσια) σε ολόκληρη την περιοχή.

Μέχρι το τέλος του 2009, εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρη την περιοχή Ασίας και Ειρηνικού ακόμα περιμένουν από τις κυβερνήσεις τους να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους. Είτε στα σπίτια τους είτε σε πρόχειρα καταφύγια, η λογοδοσία για την αδικία που υπέστησαν παραμένει ένα ιδανικό που αναζητείται στα κρυφά, ειδικά μεταξύ των περιθωριοποιημένων και των ανίσχυρων. Αλλά για τους ανθρώπους που μετακινούνται συνεχώς, είτε περνώντας σύνορα ως πρόσφυγες, μετανάστες ή αιτούντες άσυλο είτε ταξιδεύοντας μέσα στα σύνορα της χώρας λόγω εκτοπισμού ή αναζήτησης εργασίας, κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτούς. Δεν νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματά τους και αντιμετωπίζουν παραβιάσεις σε όλα: ατομικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

Στη μεγάλη τους πλειονότητα οι εκτοπισμένοι άνθρωποι από ένοπλες συγκρούσεις αναζήτησαν καταφύγιο μέσα στα σύνορα της χώρας τους. Οι περισσότεροι ήταν τυχεροί και έλαβαν ανθρωπιστική βοήθεια για να ξορκίσουν τον άμεσο κίνδυνο λιμοκτονίας ή θανατηφόρων ασθενειών, αλλά στην πλειονότητά τους υπέφεραν από ανεπαρκή σίτιση, ιατρική βοήθεια και εκπαίδευση. Δεν είχαν κανένα τρόπο να υψώσουν τη φωνή τους για την κατάστασή τους ή να αποζημιωθούν για τις αδικίες που τους οδήγησαν στον εκτοπισμό τους εξαρχής.

Περίπου 300.000 άνθρωποι από τη Σρι Λάνκα παγιδεύτηκαν σε μια παράκτια στενή λωρίδα γης στη Βορειοανατολική Σρι Λάνκα από τον Ιανουάριο μέχρι τα μέσα Μαΐου μεταξύ των Τίγρεων για την Απελευθέρωση των Ταμίλ Εελάμ και των προωθημένων δυνάμεων του στρατού της Σρι Λάνκα. Σε πολλές περιπτώσεις οι Τίγρεις τους απέτρεπαν να φύγουν την ώρα που η κυβέρνηση βομβάρδιζε την περιοχή. Τουλάχιστον 7.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ υπάρχουν έγκυρες εκτιμήσεις για πολύ μεγαλύτερους αριθμούς.

Παρά τις δεσμεύσεις που έδωσαν στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν, οι αρχές τις Σρι Λάνκα δεν δείχνουν ικανά δείγματα στο να παρέχουν λογοδοσία για τις ωμότητες στις οποίες προχώρησαν και οι δυο πλευρές κατά τις μάχες, ειδικά στην τελευταία και πιο αιματηρή φάση.

Η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα επίσης υποσχέθηκε ότι θα επιτρέψει σε εκατοντάδες χιλιάδες Ταμίλ της Σρι Λάνκα, οι οποίοι έχουν καταφέρει να επιβιώσουν από τον πόλεμο, να επιστρέψουν σπίτια τους. Στην πραγματικότητα όμως παρέμειναν κρατούμενοι σε κατασκηνώσεις υπό στρατιωτική διοίκηση χωρίς ελευθερία μετακίνησης. Πολλοί από αυτούς κατάφεραν να επιβιώσουν επί μήνες δύσκολων συνθηκών διαβίωσης καθώς υποχρεώθηκαν να ταξιδέψουν με τις δυνάμεις των Τίγρεων για την Απελευθέρωση των Ταμίλ Εελαμ που εξανάγκασαν πολιτες να στρατευθούν, μεταξύ αυτών και παιδιά και σε πολλές περιπτώσεις τους χρησιμοποιούσαν ως ανθρώπινες ασπίδες. Η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα, επικαλούμενη διάφορους λόγους ασφαλείας, απαγόρευσε σε ανεξάρτητους παρατηρητές να έχουν ελεύθερα άποψη για τις συνθήκες που επικρατούν στους κρατούμενους πληθυσμούς. Η παρεμπόδιση εκτίμησης της κατάστασης λειτούργησε ανασταλτικά στη συγκέντρωση πληροφοριών για τις παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και κατά συνέπεια μπλοκάρισαν τη λογοδοσία.

Δεκάδες χιλιάδες Αφγανοί εκτοπίστηκαν εξαιτίας ενός συνδυασμού της κλιμακούμενης βίας των Ταλιμπάν και της ανικανότητας της κεντρικής κυβέρνησης και των διεθνών συμμάχων της να βελτιώσουν την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας. Οι Αφγανοί Ταλιμπάν ευθύνονται για παραπάνω από τα δύο τρίτα των 2.400 νεκρών πολιτών κατά την κορύφωση των επιθέσεων των Ταλιμπάν που είχαν στόχο την παρεμπόδιση των Προεδρικών εκλογών.

Παρά τις επιθέσεις των Ταλιμπάν, εκατομμύρια Αφγανοί άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα την ημέρα των εκλογών. Η επιλογή τους υπονομεύτηκε από την αποτυχία της αφγανικής κυβέρνησης και των διεθνών υποστηρικτών της να παρέχουν έναν ικανό μηχανισμό προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι υποστηρικτές των κύριων υποψηφίων, συμπεριλαμβανομένου και του Προέδρου Χαμίντ Καρζάι, εκφόβισαν και παρενόχλησαν πολιτικούς ακτιβιστές και δημοσιογράφους, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τις εκλογές. Η διεξαγωγή της ψηφοφορίας έγινε αμέσως αντικείμενο κριτικής από τους ανεξάρτητους παρατηρητές ως δόλια  και η διαδικασία επιβεβαίωσης των αποτελεσμάτων σύρθηκε για μήνες, διαβρώνοντας περαιτέρω τη νομιμότητα των εκλογών και το δικαίωμα του αφγανικού λαού να συμμετέχει ενεργά στα κοινά.

Ο Αφγανές πλήρωσαν για άλλη μια φορά πολύ ακριβά το κόστος των συγκρούσεων, καθώς οι Ταλιμπάν στόχευσαν τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κοριτσιών και των γυναικών καθώς και σχολεία και κλινικές υγείας, ιδιαίτερα αυτά των κοριτσιών και των γυναικών. Η συνεχιζόμενη ανασφάλεια διέβρωσε ακόμη περισσότερο τις πολύ μετριοπαθείς βελτιώσεις που είχαν γίνει υπέρ των Αφγανών γυναικών μετά την πτώση της κυβέρνησης των Ταλιμπάν.

Στο πληγέν από συγκρούσεις νησί των Φιλιππίνων, Μιντανάο περισσότεροι από 200.000 πολίτες συνέχιζαν να ζουν σε καταυλισμούς ή πρόχειρα καταφύγια πολλές φορές περιστοιχιζόμενοι από ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις παρά την κατάπαυση του πυρός του Ιουλίου μεταξύ του στρατού των Φιλιππίνων και του Ισλαμικού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου Μόρο. Ένα σημαντικό στοιχείο αυτών των μαχών ήταν η ανομία των παραστρατιωτικών ομάδων και των πολιτοφυλακών οι οποίες ελέγχονται από τους τοπικούς πολιτικούς και δρουν χωρίς καμία νομική ευθύνη. Το ιστορικό της ατιμωρησίας αυτών των δυνάμεων μόρφωσε το φόντο της συγκλονιστικής δολοφονίας υπό μορφή εκτέλεσης τουλάχιστον 57 ανθρώπων, μεταξύ αυτών περισσότερων από 30 δημοσιογράφων, στις 23 Νοεμβρίου την παραμονή της εγγραφής στους καταλόγους για τις τοπικές εκλογές κυβερνητών. Η πρωτοφανής ειδεχθής μορφή του συγκεκριμένου εγκλήματος οδήγησε την κυβέρνηση να κηρύξει στρατιωτικό νόμο για να επιβάλει εκ νέου τις απαγορεύσεις και τις διατάξεις περί Τύπου κατά πολλών μελών της ισχυρής φατρίας Αμπατουάν, η οποία κυριαρχεί στην επαρχιακή πολιτική σκηνή επί δεκαετίες.

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ

Σε άλλες περιοχές της Ασίας και του Ειρηνικού δεν ήταν τόσο οι συγκρούσεις που οδήγησαν στον εκτοπισμό των ανθρώπων και κατά συνέπεια απώλεια των δικαιωμάτων τους όσο η συνεχιζόμενη καταπίεση. Χιλιάδες άνθρωποι έφυγαν από τη Βόρειο Κορέα και τη Μιανμάρ για να ξεφύγουν από τις συστηματικές και συνεχιζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Οι Βορειοκορεάτες κυρίως προσπάθησαν να ξεφύγουν από την πολιτική καταπίεση και την οικονομική κρίση της χώρας περνώντας παράνομα τα κινεζικά σύνορα. Στην περίπτωση που συλλαμβάνονταν, η Κίνα τους επέστρεφε πίσω με τη βία  και αντιμετώπιζαν φυλάκιση, βασανιστήρια και, σε περίπτωση καταδίκης για παράνομη διέλευση συνόρων, εκτέλεση. Η Κίνα θεωρεί όλους τους Βορειοκορεάτες που στερούνται έγγραφα ως οικονομικούς μετανάστες και όχι πρόσφυγες και συνέχιζε να απαγορεύει στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες την πρόσβαση σε αυτούς. Το 2009, ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην  Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας δήλωσε ότι οι περισσότεροι Βορειοκορεάτες που διασχίζουν τα σύνορα με την Κίνα δικαιούνται διεθνή προστασία λόγω της απειλής δίωξης και τιμωρίας με την επιστροφή τους.

Οι αρχές της Βόρειας Κορέας επίσης συνέχισαν να απαγορεύουν στους πολίτες τους να μετακινούνται ελεύθερα μέσα τη χώρα. Έπρεπε να κατέχουν επίσημη άδεια για να επιστρέψουν σπίτια τους. Αν και οι αρχές σύμφωνα με αναφορές έχουν χαλαρώσει την επιβολή αυτών των κανονισμών, οι χιλιάδες άνθρωποι που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους σε αναζήτηση τροφής ή οικονομικών ευκαιριών παρέμειναν ευάλωτοι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και πολλές φορές έπεσαν θύματα εκβιασμού από αξιωματούχους.

Χιλιάδες άνθρωποι εκτοπίστηκαν στη Μυανμάρ, καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας διαρκώς παραβίαζαν το δίκαιο του πολέμου στις εκστρατείες τους κατά των ένοπλων αντιπολιτευτικών ομάδων που προέρχονται από τις εθνικές μειονότητες τις χώρας. Η κυβέρνηση συνέχισε να καταπιέζει τους πολιτικούς διαφωνούντες με τον αριθμό των πολιτικών κρατουμένων να ανέρχεται στους 2.100. Η πιο προβεβλημένη κρατούμενη, η Αούνγκ Σαν Σου Κι, η οποία κρατείται για 13 από τα περασμένα 20 χρόνια, κυριως σε κατ’ οίκον περιορισμό, καταδικάστηκε σε 18 μήνες επιπλέον κατ’ οίκον κράτηση στις 11 Αυγούστου μετά από παράτυπη δίκη σε δικαστήριο των φυλακών Γιανγκόνς Ινσέιν. Οι κατηγορίες οφείλονταν στην απρόσκλητη επίσκεψη ενός άνδρα από τις ΗΠΑ ο οποίος γλίστρησε στο σπίτι της και παρέμεινε για δύο νύχτες εκεί στις αρχές Μαΐου.

Αυτόν τον χρόνο υπήρξε άλλη μία οδυνηρή υπενθύμιση της απελπισίας της διωκόμενης μουσουλμανικής μειονότητας των Rohingya από τη δυτική Μυανμάρ όταν χιλιάδες μέλη της με βάρκες προσπάθησαν να διαφύγουν προς την Ταϊλάνδη και την Μαλαισία. Οι δυνάμεις ασφαλείας της Ταϊλάνδης με πρόθεση να ανακόψουν το κύμα προσφύγων απέλασαν εκατοντάδες αφήνοντάς τους έρμαια της θάλασσας σε αναξιόπιστες βάρκες με πολύ λίγο ή και καθόλου φαγητό και νερό.

Με το τέλος του χρόνου οι αρχές της Ταϊλάνδης επίσης επέστρεψαν με τη βία στο Λάος 4.500 Λάο Χμονγκ, μεταξύ των οποίων και 158 αναγνωρισμένους πρόσφυγες και πολλούς ακόμα που διέφευγαν διώξεις στη χώρα αυτή. Η κυβέρνηση του Λάος αρνήθηκε τις εκκλήσεις του ΟΗΕ και άλλων να τους επιτραπεί η πρόσβαση στους επιστρεφόμενους για να καταγράψουν τις συνθήκες διαβίωσή τους.

Τον Δεκέμβριο, η κινεζική κυβέρνηση άσκησε αποτελεσματική πίεση στις αρχές τις Καμπότζης για την επιστροφή 20 Ουιγούρων, αιτούντων άσυλο, οι οποίοι υποστήριζαν ότι τράπηκαν σε φυγή μετά τη μαζική καταστολή κατά τις αναταραχές του Ιουλίου στην Αυτόνομη Περιφέρεια της Ξιντζιάνγκ Ουιγούρ. Η κίνηση αυτή είναι μέρος της όλο και δυναμικότερης στρατηγικής της Κίνας να πιέσει τις άλλες κυβερνήσεις να αποφεύγουν οποιαδήποτε στήριξη στις φωνές των διαφωνούντων στην χώρα. Η κινεζική κυβέρνηση αύξησε την πίεση προς όλους τους εσωτερικούς αμφισβητίες φυλακίζοντας και παρενοχλώντας δεκάδες δικηγόρους και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ειδικότερα, οι κινεζικές αρχές στόχευσαν σε όσους υπέγραψαν τη Χάρτα ’08, ένα έγγραφο το οποίο ζητούσε περισσότερο σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και λαϊκή συμμετοχικότητα. Η Κίνα διατήρησε την ηγετική της θέση ως παγκόσμιου εκτελεστή, αν και η ακριβής έκταση του προβλήματος παρέμεινε κάτω από το πέπλο της κινεζικής νομοθεσίας περί μυστικότητας.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ

Η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων οδηγήθηκαν στο να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού κυρίως από οικονομική αναγκαιότητα. Εκατομμύρια άνθρωποι στην Κίνα που μετακινήθηκαν προς τους οικονομικούς κόμβους της χώρας εξαναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους στις επαρχιακές περιοχές, έχοντας μεγαλύτερη επίγνωση των αυξανόμενων ανισοτήτων μεταξύ του κινεζικού νεοπλουτισμού και των εκατομμυρίων που ζουν ακόμα με ανεπαρκή υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση.

Το 2009, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους σε χώρες όπως οι Φιλιππίνες, το Νεπάλ, η Ινδονησία και το Μπαγκλαντές, επιδιώκοντας μια καλύτερη ζωή σε άλλες όπως κυρίως στη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία και τη Μαλαισία ή ακόμα μακρύτερα στο εξωτερικό. Παρά τις κάποιες βελτιώσεις στο εθνικό και διμερές πλαίσιο που διέπει την πρόσληψη για εργασία, μεταφορά και μεταχείριση των μεταναστών εργατών, στους περισσότερους που υπήρξαν μέρος αυτού του μαζικού παγκόσμιου μεταναστευτικού εργατικού κύματος δεν έγιναν σεβαστά τα δικαιώματά τους. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό οφείλεται στις κυβερνητικές πρακτικές αλλά επίσης στο ότι πολύ συχνά βρέθηκαν στο στόχαστρο ρατσιστικού μίσους και ξενοφοβίας σε οικονομικά δύσκολους καιρούς.

Οι διακρίσεις με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωποι οι εργάτες μετανάστες σε όλη την περιοχή, ακόμα και στις ίδιες τους τις χώρες, διαμόρφωσαν το φόντο μιας από τις χειρότερες αναταραχές που έχει δει πρόσφατα η Αυτόνομη Περιφέρεια της Ξιντζιάνγκ Ουιγούρ. Οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν με μη βίαιες διαδηλώσεις κατά της κυβερνητικής αδράνειας μετά τις βίαιες ταραχές που ξέσπασαν σε εργοστάσιο της Σαογκουάν, στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα δύο θανάτους. Στις 26 Ιουνίου, εκατοντάδες Ουιγούροι εργάτες συγκρούστηκαν με χιλιάδες κινέζους εργάτες Χαν στο εργοστάσιο όπου οι Ουιγούροι είχαν προσληφθεί από την Αυτόνομη Περιφέρεια της Ξιντζιάνγκ Ουιγούρ. Στις αρχές Ιουλίου, οι διαμαρτυρίες  στην Ξιντζιάνγκ μετατράπηκαν σε μεγάλης κλίμακας ταραχές με αναφορές να κάνουν λόγο για περισσότερους από 140 νεκρούς. Ίσως όχι αναπάντεχα με δεδομένες δεκαετίες περιθωριοποίησης και διακρίσεων σε βάρος της κοινότητας των Ουιγούρων, οι αρχές κατηγόρησαν τους Ουιγούρους ακτιβιστές για τις ταραχές, χωρίς να επιτρέπουν σε ανεξάρτητους παρατηρητές να παρακολουθήσουν την κατάσταση.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα κακοποίησης των μεταναστών εργατών ήρθε στο φως στη Μαλαισία όπου οι αλλοδαποί εργάτες αποτέλεσαν το ένα πέμπτο του συνολικού εργατικού δυναμικού. Επίσημες καταγραφές που γνωστοποιήθηκαν φέτος έδειξαν ότι οι αρχές της Μαλαισίας ράβδιζαν περίπου 35.000 μετανάστες μεταξύ του 2002 και του 2008, πολλοί από αυτούς προερχόμενοι από μεταναστευτικά γραφεία, δηλαδή έρχονταν αντιμέτωποι με μνημειώδους κλίμακας σκληρή και ταπεινωτική τιμωρία. Επιπρόσθετα, οι εργάτες χωρίς έγγραφα, δηλαδή εργάτες τα διαβατήρια των οποίων παρακρατήθηκαν από τους εργοδότες τους, αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες βρίσκονταν διαρκώς σε κίνδυνο να υποστούν ραβδισμό. Χιλιάδες μετανάστες εργάτες αργόσβηναν σε κέντρα κράτησης που υπολείπονταν των διεθνών προτύπων, συχνά με ελλιπείς διαδικασίες και νομική προστασία.

Ακόμα κι εκεί όπου οι μετανάστες εργάτες είχαν μεγαλύτερη νομική προστασία το περιθωριοποιημένο καθεστώς στο οποίο βρίσκονταν τους καθιστούσε ευάλωτους στις παραβιάσεις. Στη Νότιο Κορέα -μια από τις πρώτες ασιατικές χώρες που αναγνώρισε νομικά τα δικαιώματα των μεταναστών εργατών- το κράτος απέτυχε να προστατεύσει τους μετανάστες από τις παραβιάσεις που έρχονταν αντιμέτωποι από τους εργοδότες τους, από την εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και την παρακράτηση των μισθών τους για μεγάλες χρονικές περιόδους.

ΣΤΕΓΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΞΩΣΕΙΣ

Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, οικονομικά κίνητρα ώθησαν τις αρχές να εκδιώξουν ανθρώπους με τη βία από τα σπίτια τους. Οι αρχές της Καμπότζης για παράδειγμα προχώρησαν στην βίαιη έξωση οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα από τις υπό ανάπλαση περιοχές στην κεντρική Πνομ Πενχ, μετά από παρενοχλήσεις και απειλές τριών ετών. Σε άλλο παράδειγμα, οι αρχές της Καμπότζης εκδίωξαν με τη βία 31 οικογένειες με HIV και AIDS που ζούσαν στην Πνομ Πενχ και τις μετεγκατέστησαν στην πλειονότητά τους σε χώρους εντελώς ανεπαρκείς με περιορισμένη πρόσβαση στην κρίσιμη γι’ αυτούς ιατρική φροντίδα.

Στην Ινδία, η ανάπτυξη της εξόρυξης αλουμινίου και των εγκαταστάσεων επεξεργασίας στην ανατολική πολιτεία της Ορίσα απείλησε να εκτοπίσει χιλιάδες αυτόχθονες οι οποίοι θεωρούν την περιοχή ιερή. Στα δύο χρόνια της λειτουργίας του διυλιστηρίου Vedanta Aluminium στη Lanjigarh οι τοπικές κοινότητες αναγκάστηκαν να διαβιώνουν με μολυσμένο νερό και ατμόσφαιρα, τη διαρκή σκόνη και τον θόρυβο. Τα επιπρόσθετα σχέδια για τη δημιουργία ορυχείου στους Λόφους Nιyamgiri απειλεί τις ζωές και τις συνθήκες διαβίωσης των Dongria Kondh, μιας αυτόχθονας κοινότητας Αντιβάσι. Τον Απρίλιο του 2009 οι Ινδικές αρχές έδωσαν άδεια στη Sterlite Industries India Ltd και την κρατική Orissa Mining Corporation για την εξόρυξη βωξίτη για τα επόμενα 25 χρόνια στις παραδοσιακές εκτάσεις των Dongria Kondh.

Στην Παπούα Νέα Γουινέα, η αστυνομία προχώρησε σε αναγκαστικές εξώσεις των κατοίκων πρίπου 100 σπιτιών κοντά στο ορυχείο Ποργκέρα της θυγατρικής Καναδικής κρατικής επιχείρησης Barrick Gold.

Στο Βιετνάμ, ένας όχλος με επίσημη στήριξη εκδίωξε περίπου 200 Βουδιστές μοναχούς και καλόγριες από μοναστήρι στο Κεντρικό Βιετνάμ. Η ομάδα αυτή των ανθρώπων είχε βρει καταφύγιο εκεί μετά από προηγούμενη έξωση που υπέστησαν από άλλο μοναστήρι τον Σεπτέμβριο με τη συνδρομή ανάλογου όχλου. Οι αρχές αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμιξη αλλά συστηματικά απέτυχαν να παρέχουν οποιαδήποτε προστασία στους μοναχούς και τις μοναχές ή να διασφαλίσουν ότι τους παραχωρείται κατάλληλη εναλλακτική φιλοξενία.

Σε κάθε περίπτωση η καταστροφή των σπιτιών υπονόμευσε σημαντικά την δυνατότητα των εμπλεκόμενων ανθρώπων να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και να αποζημιωθούν για τις παραβιάσεις τους.

ΕΚΤΟΠΙΣΜΟΣ ΛΟΓΩ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ

Σε χρόνο όπου η Σύνοδος για την Κλιματική Αλλαγή της Κοπεγχάγης προσπάθησε και απέτυχε να φτάσει στον στόχο που ήταν η συναίνεση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ήταν πολύ εύκολο να δει κανείς τις επιπτώσεις που είχαν οι μεγάλης κλίμακας αλλαγές στο περιβάλλον. Η κυβέρνηση των Μαλδίβων πραγματοποίησε υποβρύχιο υπουργικό συμβούλιο λίγο πριν τη συνάντηση της Κοπεγχάγης -μια συμβολική κίνηση που αποτύπωνε το πολύ πραγματικό ενδεχόμενο το νησιωτικό αυτό κράτος να εξαφανιστεί κάτω από τον Ινδικό Ωκεανό γρηγορότερα απ’ ό,τι υπολογίζεται. Πολλά κράτη του Ειρηνικού επίσης ανακοίνωσαν τους φόβους τους ότι θα βυθιστούν.

Στο Θιβέτ και στο Νεπάλ απ’ όπου πηγάζουν κάποιοι από τους σημαντικότερους ποταμούς του κόσμου καθώς και στο Μπαγκλαντές, η πιθανότητα καταστροφικής πλημμύρας ή ξηρασίας προκάλεσαν εκτοπίσεις πληθυσμών και πολιτική αστάθεια. Ως εκ τούτου οι ανησυχίες σχετικά με το περιβάλλον οδήγησαν σε προκλήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και στις περισσότερες περιπτώσεις οι φτωχότερες και οι πιο περιθωριοποιημένες κοινότητες ήταν αυτές που υπέστησαν τις μεγαλύτερες συνέπειες από την πραγματικότητα που διαμορφώνει το φυσικό περιβάλλον, και αυτές είναι που έχουν τη μικρότερη πρόσβαση σε βοήθεια από τις ίδιες τις κυβερνήσεις τους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Σε γενικές γραμμές οι χώρες της περιοχής της Ασίας και του Ειρηνικού δεν ανταποκρίθηκαν επαρκώς στην πρόκληση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αυτών που αναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους πίσω. Οι περισσότερες χώρες της περιοχής δεν επικύρωσαν την Συνθήκη για τους Πρόσφυγες του 1951 ή το Πρωτόκολλο του 1967 τα
οποία ορίζουν τα δικαιώματα των ανθρώπων που εγκατέλειψαν τις χώρες τους λόγω διώξεων ή ολοκάθαρου κινδύνου. Το πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων των εσωτερικά εκτοπισμένων παρέμεινε ανεπαρκές σε σύγκριση με το διεθνές νομικό πλαίσιο για τη μεταχείριση των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο. Αλλά η μεγαλύτερη πρόκληση στην προστασία των εκτοπισμένων ανθρώπων στην περιοχή παρέμεινε οι χαμηλές στατιστικές λογοδοσίας πολλών κυβερνήσεων της περιοχής.

Αυτό στη Σρι Λάνκα έγινε τόσο ολοκάθαρο όσο πουθενά αλλού. Το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των ΗΕ στις 7 Μαΐου πέρασε εξαιρετικά διάτρητο ψήφισμα για τη Σρι Λάνκα όπου όχι μόνο αγνοήθηκαν οι διεθνείς εκκλήσεις για διερεύνηση των εικαζόμενων ωμοτήτων που διεπράχθησαν κατά τις συγκρούσεις αλλά στην ουσία η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα έλαβε και επαίνους. Η παγκόσμια πολιτική και οι σκοπιμότητες εγείρουν ανησυχία για τη διαβίωση των εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών της Σρι Λάνκα.

Η διεθνής κοινότητα επίσης συνέχισε να αδιαφορεί για τις μεγάλης κλίμακας παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εξανάγκασαν χιλιάδες πολίτες της χώρας να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Η Κίνα και η Ινδία εποφθαλμιώντας την πρόσβαση στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Μυανμάρ δεν χρησιμοποίησαν την πολιτική και την οικονομική επιρροή τους για να κάμψουν τις πρακτικές εξόντωσης των αντιφρονούντων όπως της Αούνγκ Σαν Σου Κι ή για να τερματιστεί η καταπίεση των διαφόρων εθνικών μειονοτήτων. Ακόμα και το ευρέως γνωστοποιημένο θέαμα των Rohingya έρμαια της θάλασσας δεν κινητοποίησε άμεση δράση των γειτόνων της Μυανμάρ στην Ένωση Κρατών Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN)

Όλα τα μέλη της ASEAN τελικά επικύρωσαν την Χάρτα της ASEAN στην οποία προβλέπονται μέτρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης και της ίδρυσης ενός σώματος ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, οι περισσότερες χώρες της περιοχής δεν έχουν υπογράψει ακόμα σημαντικές παγκόσμιες συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, ολόκληρη η περιοχή έχει αποφύγει να θεσπίσει ένα ξεκάθαρο πλαίσιο ανταπόκρισης στα συνεχιζόμενα προβλήματα που δημιουργούν τα κύματα των ανθρώπων που μετακινούνται στα σύνορα ή να υπογραμμίσει τα προβλήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δημιουργούν αυτές τις μετακινήσεις.

Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο ρυθμός μετακίνησης των ανθρώπων στα σύνορα περνώντας τα ή παραμένοντας εκεί, θα μεγαλώσει ανά την υφήλιο είτε λόγω συγκρούσεων είτε λόγω οικονομικών αναγκών είτε από περιβαλλοντικές διαταραχές. Ακόμα δεν υπάρχουν σημάδια ότι η διεθνής κοινότητα συνθέτει και υιοθετεί το επικαιροποιημένο νομικό πλαίσιο για να αντιμετωπίσει αυτές τις εξελίξεις. Αυτό που χρειάζεται είναι η αναγνώριση ότι οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για πολλούς και διάφορους λόγους και ότι ανεξάρτητα από τους λόγους αυτούς, ο κάθε άνθρωπος δικαιούται να απολαμβάνει στο πλήρες εύρος τους τα ανθρώπινα δικαιώματά του.  Το παράδειγμα των κρατών που καθένα αντιμετωπίζει μόνο του τους ίδιους τους πληθυσμούς του έχει εξασθενίσει σημαντικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτή η τάση πρέπει να μετεξελιχθεί για να καλύψει τις ανάγκες της πραγματικότητας του παγκόσμιου μετακινούμενου πληθυσμού. Οι άνθρωποι στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού συνιστούν ένα μεγάλο ποσοστό ενός παγκόσμιου πληθυσμού μεταναστών εργατών, προσφύγων, αιτούντων άσυλο και εσωτερικά εκτοπισμένων ανθρώπων. Περιμένουν από τις κυβερνήσεις της περιοχής και τις περιφερειακές ομάδες να ακολουθήσουν και να διευκολύνουν την κατάσταση αυτή.

Παγκόσμια Επισκόπηση: τα κυριότερα σημεία της Ετήσιας Έκθεσης 2010 της Διεθνούς Αμνηστίας

«Κανείς δε ρώτησε ποτέ τους ίδιους τους Σουδανούς αν θέλουν το ένταλμα σύλληψης κατά του προέδρου τους. [Αλλά] αναμφίβολα, ναι, είναι καιρός.”

Αυτός ο σουδανός ακτιβιστής εξέφραζε τα συναισθήματα πολλών στην περιοχή, όταν το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) εξέδωσε τον Μάρτιο ένταλμα σύλληψης κατά του προέδρου Ομάρ Αλ Μπασίρ του Σουδάν. Ο πρόεδρος Αλ Μπασίρ κατηγορήθηκε ως έμμεσος αυτουργός για εγκλήματα πολέμου, συγκεκριμένα για επιθέσεις κατά αμάχων και λεηλασίες, και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, συγκεκριμένα για δολοφονία, εξόντωση, βίαιη μεταφορά, βασανιστήρια και βιασμούς. Ήταν ένα ισχυρό και ευπρόσδεκτο μήνυμα που στάλθηκε προς εκείνους για τους οποίους υπάρχει υπόνοια ότι ευθύνονται για κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου και ότι τα δικαιώματα των θυμάτων θα πρέπει να προστατευτούν.

Μέλη της κοινωνίας των πολιτών στην Αφρική έχουν συχνά υπογραμμίσει τη σημασία της ενίσχυσης της διεθνούς δικαιοσύνης και καλέσει την Αφρικανική Ένωση (ΑΕ) και τα κράτη-μέλη της να συνεργαστούν με το ΔΠΔ, αλλά τον Ιούλιο η Συνέλευση της ΑΕ ενέκρινε ψήφισμα που ορίζει ότι δεν θα συνεργαστεί με το Δικαστήριο για την παράδοση του Πρόεδρου Αλ Μπασίρ. Η ΑΕ επανέλαβε επίσης το αίτημά της προς το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να αναστείλει τη διαδικασία του ΔΠΔ κατά του Προέδρου Αλ Μπασίρ, και εξέφρασε την πρόθεσή της να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια του Εισαγγελέα να κινεί έρευνες και διώξεις. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα κράτη της ΑΕ φάνηκαν να διαφωνούν με τη θέση που έλαβε η Αφρικανική Ένωση στο σύνολό της, οι φωνές τους πνίγηκαν από τους πιο φωνητικούς αντιπάλους του ΔΠΔ.

Ορισμένες χώρες υπέδειξαν ότι ο πρόεδρος Αλ Μπασίρ θα διέτρεχε κίνδυνο σύλληψης σε περίπτωση επίσκεψης. Πολλές άλλες, όπως η Αίγυπτος, η Αιθιοπία και η Ερυθραία ήταν περισσότερο από ευτυχείς να δεχθούν το σουδανό Πρόεδρο. Και η κυβέρνηση του Σουδάν αγνόησε διεθνείς προσπάθειες για δικαιοσύνη και συνέχισε να αρνείται να συλλάβει τον πρώην υπουργό της κυβέρνησης Άχμαντ Χαρούν και τον ηγέτη των παραστρατιωτικών Άλι Κουσαΐμπ, παρότι εκκρεμούν εις βάρος και των δύο από τον Απρίλιο του 2007 εντάλματα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Η έντονη αντίθεση που επιδεικνύουν πολλοί ηγέτες στην Αφρική ανάμεσα στη ρητορική τους όσον αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα και την απουσία συγκεκριμένης δράσης για να σεβαστούν, να προασπίσουν και προαγάγουν τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι καινούργια. Όμως, σχεδόν ποτέ δεν είχε επιδειχθεί τόσο κατηγορηματικά όπως με την αντίδρασή τους στο ένταλμα σύλληψης του Προέδρου Αλ Μπασίρ. Αυτό πυροδότησε μια ευρεία -και συνεχιζόμενη- συζήτηση στην Αφρική για το ρόλο της διεθνούς δικαιοσύνης στη διασφάλιση της λογοδοσίας για κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ανθρωπιστικού δικαίου διεθνώς.

Δυστυχώς, υπάρχει πληθώρα άλλων παραδειγμάτων από το 2009 που επιδεικνύουν την έλλειψη πολιτικής βούλησης στην Αφρική για τη διασφάλιση της υποχρέωσης λογοδοσίας σε κάθε κλίμακα.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ
Μέλη των ένοπλων ομάδων της αντιπολίτευσης και των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, το Τσαντ, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), τη Σομαλία και το Σουδάν συνέχισαν να διαπράττουν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό καθεστώς ατιμωρησίας στα τμήματα των χωρών που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις ή ανασφάλεια.

Στη Σομαλία δεν υπήρχε λειτουργόν σύστημα δικαιοσύνης και δεν τέθηκε σε εφαρμογή κάποιος αποτελεσματικός μηχανισμός για την παρακολούθηση των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η σύγκρουση μεταξύ των διάφορων ένοπλων ομάδων και των κυβερνητικών δυνάμεων είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες θύματα μεταξύ των αμάχων εξαιτίας της αδιάκριτης και δυσανάλογης φύσης πολλών από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, που διεξάγονται από όλα τα μέρη της σύγκρουσης κυρίως γύρω από την πρωτεύουσα Μογκαντίσου. Άμαχοι έγιναν συχνά στόχοι επιθέσεων και πυκνοκατοικημένες περιοχές βλήθηκαν. Στρατιωτική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων φορτίων όπλων από τις ΗΠΑ, προς τη Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, χωρίς επαρκείς διασφαλίσεις προκειμένου η βοήθεια αυτή να μην οδηγήσει σε κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κινδύνευσε να οξύνει την κατάσταση. Η σύγκρουση στη Σομαλία, συνέχισε εξάλλου να έχει συνέπειες για τη σταθερότητα στο υπόλοιπο Κέρας της Αφρικής.

Στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό η σεξουαλική βία, οι επιθέσεις εναντίον αμάχων, οι λεηλασίες και η στρατολόγηση και χρήση παιδιών στρατιωτών συνεχίστηκαν αμείωτες. Κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις του εθνικού στρατού του Κονγκό (FARDC) και της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (MONUC) κατά της ένοπλης ομάδας των Λαϊκών Δυνάμεων Απελευθέρωσης της Ρουάντα (FDLR) εκτόπισαν χιλιάδες επιπλέον ανθρώπους, κατέστρεψαν χωριά και προκάλεσαν τον θάνατο και τον τραυματισμό χιλιάδων. Οι FDLR συνέχισαν να στοχεύουν αμάχους. Η MONUC επικρίθηκε έντονα για την υποστήριξή της προς τον FARDC σε αυτές τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, καθώς ο εθνικός στρατός ήταν επίσης υπεύθυνος για πολυάριθμες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η σύλληψη τον Νοέμβριο στη Γερμανία του Ιγκνάς Μουρουανασιάκα, προέδρου του FDLR, και του αναπληρωτή του, Στράτον Μουσόνι ήταν μια θετική εξέλιξη και καταδεικνύει τη συμβολή που μπορεί να έχει η οικουμενική δικαιοδοσία στην αντιμετώπιση της ατιμωρησίας. Η κυβέρνηση της ΛΔΚ αρνήθηκε να συλλάβει τον πρώην διοικητή των ανταρτών Μπόσκο Νταγκάντα και να τον παραδώσει στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, παρόλο που η κυβέρνηση έχει νομική υποχρέωση να το πράξει, αφού έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Άλλοι ανώτατοι αξιωματικοί του FARDC, που κατηγορούνται για εγκλήματα πολέμου και άλλες σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν έχουν τεθεί ακόμα σε διαθεσιμότητα ή προσαχθεί στη δικαιοσύνη.

Τον Μάρτιο η ΑΕ ανέθεσε σε μια επιτροπή υπό τον πρώην Πρόεδρο της Νοτίου Αφρικής Θάμπο Μπέκι να διερευνήσει τρόπους εξασφάλισης της λογοδοσίας καθώς και της συμφιλίωσης στο Νταρφούρ. Η έκθεση της ομάδας Μπέκι, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο, περιείχε ένα ευρύ φάσμα συστάσεων για την ανάκτηση της δικαιοσύνης, την εξακρίβωση της αλήθειας σχετικά με παλαιότερες και συνεχιζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την επιδίωξη αποζημιώσεων για τους πληγέντες από τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή τους συγγενείς τους. Η ειδική ομάδα Μπέκι αναγνώρισε το ρόλο που διαδραματίζει το ΔΠΔ για την αντιμετώπιση της ατιμωρησίας.

Οι συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων στο Νότιο Σουδάν αυξήθηκαν, ιδιαίτερα στο πετρελαιοπαραγωγό κρατίδιο Τζονγκλέι, οδηγώντας στον εκτοπισμό χιλιάδων ανθρώπων και στο θάνατο και τραυματισμό πολυάριθμων άλλων, συμπεριλαμβανομένων και αμάχων.

Οποιαδήποτε βοήθεια θα μπορούσε να προσφερθεί στους ανθρώπους από ανθρωπιστικές οργανώσεις εμποδίστηκε από το δύσκολο περιβάλλον εργασίας στη χώρα, εν μέρει λόγω της γενικότερης ανασφάλειας και εν μέρει επειδή συχνά αποτέλεσαν στόχο των συγκρουόμενων μερών ή ληστών. Αυτό συνέβη επίσης στη ΛΔΚ, στο ανατολικό Τσαντ και στη Σομαλία. Οι ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ και της ΑΕ, οι οποίες είχαν συχνά εντολή να προστατεύσουν τον άμαχο πληθυσμό, αποτέλεσαν επίσης στόχους επιθέσεων σε αυτές τις τέσσερις χώρες.

Τα θέματα της λογοδοσίας και των αποζημιώσεων για προηγούμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επίσης συχνά δεν αντιμετωπίσθηκαν αποτελεσματικά σε μετασυγκρουσιακές καταστάσεις. Στη Λιβερία, για παράδειγμα, η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης, η οποία δημιουργήθηκε για να ρίξει φως στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διεπράχθησαν κατά την περίοδο 1979-2003, δημοσίευσε την τελική της έκθεση το 2009 και συνέστησε τη θέσπιση ενός έκτακτου ποινικού δικαστηρίου για τη διερεύνηση και τη δίωξη εκείνων για τους οποίους υπάρχουν υπόνοιες ότι έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά το διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, συγκεκριμένα μέτρα χρειάζεται να ληφθούν από τις αρχές για την εφαρμογή αυτών των συστάσεων.

Στο Μπουρούντι υπήρξε περιορισμένη πρόοδος στην καθιέρωση μιας Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης και ενός Ειδικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο του δικαστικού συστήματος του Μπουρούντι, προκειμένου να διερευνήσει τη βίαιη ιστορία του Μπουρούντι και να προβεί σε ποινική δίωξη εγκλημάτων γενοκτονίας, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, εφόσον αυτά αποδειχθούν.

Οι καλές ειδήσεις ήρθαν κυρίως από το Ειδικό Δικαστήριο για τη Σιέρα Λεόνε, το οποίο ολοκλήρωσε όλες τις εκδικάσεις του το 2009, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων στο στάδιο της αναιρέσεως, με εξαίρεση εκείνης του πρώην προέδρου της Λιβερίας Τσαρλς Τέιλορ, που συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους. Ωστόσο, το πρόγραμμα αποζημιώσεων στη Σιέρα Λεόνε δε διέθετε ικανά μέσα για να είναι σημαντικό για τους ανθρώπους που επλήγησαν από παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων 1991-2002. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, επίσης, επέκτεινε το Δεκέμβριο την εντολή του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα μέχρι το τέλος του 2012, ώστε να εξασφαλισθεί ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει τις εκδικάσεις.

Μέχρι το τέλος του 2009, η Σενεγάλη δεν είχε ακόμη αρχίσει τη δίκη του πρώην προέδρου του Τσαντ Ισέν Αμπρέ, όπως ζητήθηκε από την ΑΕ, ισχυριζόμενη έλλειψη πόρων. Ωστόσο, αιτήσεις της Σενεγάλης για οικονομική ενίσχυση κρίθηκαν υπερβολικές από διεθνείς δωρητές.

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Η έλλειψη δέσμευσης για την αντιμετώπιση της ατιμωρησίας αντικατοπτρίζεται επίσης και στη στάση πολλών κυβερνήσεων στην περιοχή αναφορικά με παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από τους υπάλληλους επιβολής του νόμου και άλλους υπεύθυνους ασφαλείας. Δεν ήταν ασυνήθιστη κατά το 2009 η χρήση υπερβολικής βίας και η διάπραξη παράνομων εκτελέσεων, συμπεριλαμβανομένων εξωδικαστικών εκτελέσεων, από τις δυνάμεις ασφαλείας.

Στις 7 Φεβρουαρίου, η Προεδρική Φρουρά στη Μαδαγασκάρη έβαλε με πραγματικά πυρά εναντίον άοπλων διαδηλωτών, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Προεδρικό Μέγαρο στο Ανταναναρίβο, σκοτώνοντας τουλάχιστον 31 άτομα. Δεν διεξήχθη ανεξάρτητη και αμερόληπτη έρευνα για τις παράνομες δολοφονίες παρά τις αιτήσεις από τους συγγενείς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στη Νιγηρία, εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώνονται παράνομα κάθε χρόνο από την αστυνομία, και το 2009 δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Αυτές οι παράνομες δολοφονίες, πολλές από τις οποίες μπορεί να είναι εξωδικαστικές εκτελέσεις, και λαμβάνουν χώρα σε αστυνομικά τμήματα, σε οδοφράγματα ή στο δρόμο, σπανίως διερευνούνται. Όσοι ζουν σε συνθήκες φτώχειας αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να σκοτωθούν, δεδομένου ότι δεν είναι σε θέση να δωροδοκήσουν τους αστυνομικούς. Ο νόμος προβλέπει στη Νιγηρία περισσότερα ερείσματα για θανατηφόρο βία από εκείνα που επιτρέπονται από το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα διεθνή πρότυπα.

Δεν υπήρξε καμία ένδειξη ότι η κυβέρνηση του Καμερούν είχε ξεκινήσει έρευνες για τις παράνομες δολοφονίες περίπου 100 ατόμων το 2008, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας απάντησαν με βία στις βίαιες διαδηλώσεις εναντίον του αυξημένου κόστους ζωής και μιας συνταγματικής τροπολογίας για την επέκταση της θητείας του Προέδρου. Η κυβέρνηση της Κένυας δεν έλαβε μέτρα διασφάλισης της υποχρέωσης λογοδοσίας για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διεπράχθησαν κατά τη διάρκεια της μετεκλογικής βίας μετά το 2007/8, όταν πάνω από 1.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν. Ως εκ τούτου, ο εισαγγελέας του ΔΠΔ ζήτησε την άδεια από το Δικαστήριο να διερευνήσει το ενδεχόμενο εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια της μετεκλογικής βίας στην Κένυα.

Στις 28 Σεπτεμβρίου, περισσότεροι από 150 άνθρωποι σκοτώθηκαν παράνομα στη Γουινέα, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας κατέστειλαν βίαια ειρηνική διαδήλωση σε ένα στάδιο στην πρωτεύουσα Κόνακρι. Γυναίκες που συμμετείχαν στη διαδήλωση βιάστηκαν δημοσίως. Από τις αρχές δεν ξεκίνησαν αξιόπιστες έρευνες, και έτσι ο ΟΗΕ συνέστησε μια διεθνή Εξεταστική Επιτροπή. Αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχαν διαπραχθεί εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας  και συνέστησε την παραπομπή στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Τουλάχιστον εδώ υπήρξε πολιτική βούληση μεταξύ των Ηνωμένων Εθνών, της Αφρικανικής Ένωσης και της Οικονομικής Κοινότητας των Δυτικοαφρικανικών Κρατών (ECOWAS) να ενεργήσουν γρήγορα για τον προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών και τον εντοπισμό των υπευθύνων. Δυστυχώς, αυτό αποτελεί περισσότερο εξαίρεση παρά τον κανόνα στην περιοχή.

Το 2009 τα προβλήματα επιδεινώθηκαν από το γεγονός ότι οι δυνάμεις ασφαλείας συνέχισαν να μην αμείβονται ικανοποιητικά, να εκπαιδεύονται ελλιπώς και να μην έχουν τον απαραίτητο εξοπλισμό. Σε πολλά κράτη οι δυνάμεις ασφαλείας εξακολούθησαν να είναι κατά κύριο λόγο ένα εργαλείο καταστολής και όχι διατήρησης του νόμου και της τάξης, ή υπηρεσίας του κοινού. Έτσι, η απαίτηση για λογοδοσία συνθλίφτηκε από περαιτέρω παραβιάσεις.

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ
Σε πολλές χώρες παραβιάστηκε το δικαίωμα δημοσιογράφων, πολιτικών αντιπάλων, ενεργών συνδικαλιστών και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ελευθερία της έκφρασης, του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι ειρηνικώς. Σε ολόκληρη την περιοχή η αντίδραση των κυβερνήσεων στην κριτική ήταν συχνά η δυσφήμιση και η επίθεση κατά του κρίνοντος, συμπεριλαμβανομένου εκφοβισμού, αυθαίρετων συλλήψεων, εξαναγκασμένων εξαφανίσεων και ενίοτε δολοφονιών. Σε ορισμένες χώρες, η δικαστική εξουσία στερείται ανεξαρτησίας και δικαστές υπόκεινται σε εκφοβισμό -με αποτέλεσμα το δικαστικό σώμα να γίνεται ένα ακόμη εργαλείο καταπίεσης.

Το έργο των δημοσιογράφων περιορίστηκε με πολλούς τρόπους και το 2009 ο κατάλογος των κυβερνήσεων που καταστέλλουν βασικές ελευθερίες και το δικαίωμα των λαών τους στην πληροφόρηση είναι μακρύς: στην Αγκόλα, δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν αγωγές για «κατάχρηση των μέσων ενημέρωσης» και κατηγορίες δυσφήμισης, που οδήγησαν σε ποινές φυλάκισης. Στο Καμερούν, ένας δημοσιογράφος καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών για δημοσίευση «ψευδών ειδήσεων» και άλλοι κατηγορήθηκαν για εξύβριση κυβερνητικών αξιωματούχων. Δημοσιογράφοι συνελήφθησαν επίσης για το έργο τους στη ΛΔΚ, την Ερυθραία, την Γκάμπια, τη Νιγηρία και την Ουγκάντα. Το Σουδάν και το Τσαντ απέλασαν πολλούς ξένους δημοσιογράφους, και τα δύο αυτά κράτη καθώς και η Ρουάντα και το Τόγκο εισήγαγαν ή διατήρησαν νόμους για τα μέσα ενημέρωσης, που περιορίζουν το έργο τους. Τα έντυπα μέσα ενημέρωσης στο Σουδάν υποκείνταν σε λογοκρισία κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους. Στη Μαδαγασκάρη, τη Νιγηρία, τη Σενεγάλη και την Ουγκάντα διάφορα μέσα ενημέρωσης έκλεισαν. Στην Ακτή του Ελεφαντοστού, τη Δημοκρατία του Κονγκό, το Τζιμπουτί, την Αιθιοπία, τη Γουινέα, την Κένυα, τη Σενεγάλη, τη Σουαζιλάνδη και την Τανζανία δημοσιογράφοι υπέστησαν παρενοχλήσεις και εκφοβισμούς. Στη Σομαλία εννέα δημοσιογράφοι σκοτώθηκαν και πολλοί άλλοι εγκατέλειψαν τη χώρα, καθώς αυτοί και ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απειλήθηκαν από μέλη των ένοπλων ομάδων.

Ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλη την περιοχή υπήρξαν θύματα εκφοβισμού λόγω του έργου τους και μερικές φορές συνελήφθησαν, όπως στην Μπουρκίνα Φάσο, το Τσαντ, τη Δημοκρατία του Κονγκό, τη Μαυριτανία, τη Σουαζιλάνδη και τη Ζιμπάμπουε. Άλλες χώρες, όπως η Αιθιοπία, θέσπισαν νομοθεσία που περιορίζει το νόμιμο έργο της κοινωνίας των πολιτών. Στην Γκάμπια, ο πρόεδρος φέρεται να απείλησε να σκοτώσει όποιον επιθυμεί να αποσταθεροποιήσει τη χώρα και ειδικά απείλησε τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην Κένυα, δύο εξέχοντες υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σκοτώθηκαν μέρα μεσημέρι στο Ναϊρόμπι από άγνωστους ενόπλους. Στο Μπουρούντι, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εργάζονταν στο θέμα της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης αυτής στους κόλπους της αστυνομίας, μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου στο σπίτι του.

Πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης ή άνθρωποι που θεωρήθηκαν ότι είναι τέτοιοι συνελήφθησαν αυθαίρετα σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων του Καμερούν, του Τσαντ, της Δημοκρατίας του Κονγκό, της Ισημερινής Γουινέας, της Αιθιοπίας, της Γουινέας, της Γουινέας-Μπισάου, της Μαδαγασκάρης, του Νίγηρα και της Ζιμπάμπουε. Οι τελούντες υπό κράτηση υπέστησαν τακτικά βασανιστήρια ή άλλη κακομεταχείριση. Ορισμένοι πολιτικοί αντίπαλοι παρέμειναν θύματα εξαναγκασμένης εξαφάνισης, όπως στο Τσαντ και την Γκάμπια. Στρατιωτικό προσωπικό στη Γουινέα Μπισσάου σκότωσε πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα.
Σε ορισμένες χώρες, όπως η Δημοκρατία του Κονγκό, η Γουινέα, η Μαδαγασκάρη, η Μαυριτανία και η Ουγκάντα, διαδηλώσεις κατεστάλησαν βίαια.

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ
Οι εν εξελίξει ένοπλες συγκρούσεις και η ανασφάλεια στην ήπειρο είχαν ως αποτέλεσμα το 2009 εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι να παραμένουν εκτοπισμένοι και συχνά να ζουν σε στρατόπεδα, σε επισφαλείς συνθήκες με περιορισμένη πρόσβαση σε νερό, αποχέτευση, υγεία, εκπαίδευση και τρόφιμα.

Πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο στην Κένυα, την Τανζανία και την Ουγκάντα  εξαναγκάστηκαν ή διέτρεχαν τον κίνδυνο να εξαναγκαστούν σε επιστροφή στις χώρες προέλευσής τους, όπου εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν διώξεις ή άλλους κινδύνους. Στη Νότια Αφρική η αντίδραση της αστυνομίας σε ξενοφοβικές επιθέσεις κατά μεταναστών και προσφύγων καθώς και στην καταστροφή της περιουσίας τους ήταν συχνά ανεπαρκής.

Στη Μαυριτανία εξακολούθησαν οι αυθαίρετες συλλήψεις μεταναστών και η κράτησή τους μέχρι την απέλασή τους, μια πολιτική που εφαρμόζεται από τις αρχές ως αποτέλεσμα της πίεσης από τις ευρωπαϊκές χώρες για τον έλεγχο της μετανάστευσης. Η Αγκόλα απέλασε περίπου 160.000 πολίτες της ΛΔΚ σε μια διαδικασία γεμάτη κακοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκθέσεων που ανέφεραν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας της Αγκόλας υπέβαλαν τα υπό απέλαση άτομα σε ευρεία κακομεταχείριση, συμπεριλαμβανομένης σεξουαλικής κακοποίησης. Μερικοί έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της απέλασης. Σε αντίποινα, η ΛΔΚ απέλασε χιλιάδες πολιτών της Αγκόλας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και πρόσφυγες.

Μια θετική εξέλιξη για το 2009 ήταν η έγκριση από την ΑΕ της σύμβασης για την προστασία και αρωγή των εσωτερικά εκτοπισμένων ατόμων στην Αφρική, αναγνωρίζοντας την ειδική ευπάθεια και τις ανάγκες των εκτοπισμένων.

ΣΤΕΓΑΣΗ – ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΞΩΣΕΙΣ
Όσοι επιστρέφουν μετά από τις συγκρούσεις είναι πιθανόν να μην μπορούν να βρουν ασφαλή στέγαση. Το 2009, για παράδειγμα, πολλοί από τους εσωτερικά εκτοπισμένους στο βόρειο τμήμα της Ουγκάντα βρέθηκαν αντιμέτωποι με το γεγονός ότι δεν είχαν καμία πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, όταν επέστρεψαν στα σπίτια τους.

Η ταχεία αστικοποίηση της ηπείρου επίσης προκαλεί μετατόπιση. Κάθε χρόνο, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι καταλήγουν να ζουν σε άτυπους οικισμούς, συχνά σε πολύ επισφαλείς συνθήκες διαβίωσης, χωρίς πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως νερό, αποχέτευση, υγεία και εκπαίδευση.

Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε κατάλληλη στέγαση ή εξασφάλιση της μονιμότητάς της και διατρέχουν τον κίνδυνο αναγκαστικής έξωσης. Οι αναγκαστικές εξώσεις έχουν συχνά ως αποτέλεσμα την απώλεια των μέσων συντήρησής τους και της πενιχρής τους περιουσίας, και οδηγούν τους ανθρώπους βαθύτερα στη φτώχεια. Η γνώμη των υπό έξωση ατόμων δεν ζητείται σχεδόν ποτέ, δεν υπάρχει εκ των προτέρων ειδοποίηση όσον αφορά στις εξώσεις και δεν χορηγούνται αποζημιώσεις ή επαρκής εναλλακτική στέγη. Το 2009 η τάση αυτή συνεχίστηκε και μαζικές αναγκαστικές εξώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αγκόλα, το Τσαντ, την Ισημερινή Γουινέα, την Γκάνα, την Κένυα και τη Νιγηρία.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ – ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ
EconomiccorporateΗ έλλειψη υποχρέωσης λογοδοσίας των εταιρειών κατέληξε σε μια σειρά παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην ανατολική ΛΔΚ, η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, ιδίως στην περίπτωση της εξορυκτικής βιομηχανίας, συνέχισε να τροφοδοτήσει τις συγκρούσεις. Ένοπλες ομάδες καθώς και ο εθνικός στρατός συμμετείχαν στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και σε εμπορικές συναλλαγές με ιδιωτικούς οικονομικούς παράγοντες. Σε ορισμένα από τα ορυχεία εργάζονταν παιδιά.

Στο Δέλτα του Νίγηρα, στη Νιγηρία, η κατάσταση επιδεινώθηκε, καθώς οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών τους επιχειρήσεων εναντίον ένοπλων ομάδων. Ένοπλες ομάδες απήγαγαν πολλούς εργαζόμενους στον τομέα του πετρελαίου και τους συγγενείς τους και επιτέθηκαν εναντίον εγκαταστάσεων πετρελαίου. Η βιομηχανία πετρελαίου κατέστρεψε το περιβάλλον και είχε αρνητική επίπτωση στο βιοτικό επίπεδο και τα μέσα για την επιβίωση των κατοίκων της περιοχής. Οι νόμοι και κανονισμοί για την προστασία του περιβάλλοντος δεν έγιναν ικανοποιητικά σεβαστοί, και η ατιμωρησία παλαιότερων καταπατήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεχίστηκε, συμβάλλοντας περαιτέρω στη φτώχεια και τις συγκρούσεις.

Λόγω της διαφθοράς, σχεδόν 30.000 θύματα της απόρριψης τοξικών αποβλήτων στην Ακτή του Ελεφαντοστού το 2006 διέτρεχαν τον κίνδυνο να χάσουν την αποζημίωση που τους παρασχέθηκε από την πολυεθνική εταιρία Trafigura σε εξώδικο συμβιβασμό στο Ηνωμένο Βασίλειο.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Οι διακρίσεις εις βάρος ατόμων με βάση τον φαινομενικό ή πραγματικό γενετήσιο προσανατολισμό τους συνεχίστηκαν σε διάφορες χώρες. Λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφισεξουαλικά και τρανσεξουαλικά άτομα, καθώς και ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που εργάζονταν με και για αυτούς, παρενοχλήθηκαν και εκφοβίστηκαν. Κάποιοι αντιμετώπισαν αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, καθώς και κακομεταχείριση. Νέες νομοθεσίες για την περαιτέρω ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας εισήχθησαν ή συζητούνται στα εθνικά κοινοβούλια σε ολόκληρη την περιοχή.

Το Μπουρούντι, για παράδειγμα, υιοθέτησε τον Απρίλιο ένα νέο ποινικό κώδικα που ποινικοποιεί το συναινετικό σεξ μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου. Στην Ουγκάντα ένα αντι-ομοφυλοφιλικό νομοσχέδιο εισήχθη προς εξέταση από το κοινοβούλιο. Επεκτείνοντας την υφιστάμενη νομοθεσία εισάγει νομιμοποιεί διακρίσεις, προτείνοντας νέα αδικήματα, όπως η «προώθηση της ομοφυλοφιλίας». Το νομοσχέδιο, επίσης, επιχείρησε να επιβάλει τη θανατική ποινή και την ισόβια φυλάκιση για ορισμένα αδικήματα. Στη Νιγηρία, συνεχίστηκε η συζήτηση επί του προσχέδιου του νομοσχέδιου περί του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, το οποίο θα ποινικοποιούσε τους ανθρώπους ίδιου φύλου που παντρεύονται, και επίσης θα καθιστούσε εγκληματίες τους μάρτυρες ή λειτουργούς του γάμου τους.

Στο Καμερούν και τη Σενεγάλη άνδρες αντιμετώπισαν παρενοχλήσεις, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, βασανιστήρια και άδικες δίκες, επειδή θεωρήθηκαν ύποπτοι για συμμετοχή σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Στο Μαλάουι δύο άνθρωποι συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για «αφύσικες πρακτικές μεταξύ ανδρών και βαριά δημόσια απρέπεια» στα τέλη του Δεκεμβρίου, μετά από μια «παραδοσιακή τελετή αρραβώνων». Αναφέρθηκε κακομεταχείρισή τους κατά τη διάρκεια της κράτησή τους.

Πιο θετική ήταν η δημόσια δήλωση στη Ρουάντα από τον υπουργό Δικαιοσύνης ότι η ομοφυλοφιλία δεν θα ποινικοποιούνταν, μιας και οι σεξουαλικές προτιμήσεις θεωρούνταν ιδιωτική υπόθεση.

Πολλοί άνθρωποι σε ολόκληρη την περιοχή υπέστησαν επίσης διακρίσεις για το φύλο, την εθνότητα, τη θρησκεία και την ταυτότητα τους. Διακρίσεις και βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών επικράτησαν σε πολλές κοινωνίες και σε διαφορετικές μορφές. Γυναίκες και κορίτσια εξακολουθούν να βιάζονται, ιδιαίτερα σε καταστάσεις ένοπλης σύγκρουσης, όπως στο Τσαντ, τη ΛΔΚ και το Σουδάν. Σε ορισμένες χώρες, επίσης, καταγράφηκαν υψηλά επίπεδα ενδοοικογενειακής βίας, αν και στις περισσότερες δεν υπήρχε κατάλληλο σύστημα αναφοράς ή διερεύνησης. Οι περισσότερες γυναίκες και κορίτσια αντιμετώπισαν πολλά εμπόδια στο να αποκτήσουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Οι διακρίσεις και η χαμηλή κοινωνική θέση των γυναικών σε χώρες όπως η Μπουρκίνα Φάσο και η Σιέρα Λεόνε επηρέαζε την ικανότητά τους να αναζητήσουν υγειονομική περίθαλψη, και συνέβαλε σε υψηλά επίπεδα μητρικής θνησιμότητας. Παραδοσιακές επιβλαβείς πρακτικές συνεχίστηκαν, συμπεριλαμβανομένων του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων των γυναικών και του γάμου σε πολύ μικρή ηλικία.

Στο Σουδάν, γυναίκες συνελήφθησαν και κακοποιήθηκαν επειδή φορούσαν παντελόνια , τα οποία θεωρήθηκαν «απρεπή ή ανήθικα». Στη Σομαλία, al-Shabab («νέοι») πολιτοφύλακες έκλεισαν γυναικείες οργανώσεις. Σε βόρειες περιοχές της Σιέρα Λεόνε οι γυναίκες δεν είχαν το δικαίωμα να θέσουν υποψηφιότητα στις εκλογές αρχηγών. Μια προσπάθεια για την αντιμετώπιση της ανισότητας των γυναικών απέναντι στον νόμο προκάλεσε διαμαρτυρίες στο Μαλί και η Νιγηρία ακόμη δεν έχει θεσπίσει νομοθεσία για την ενσωμάτωση της Σύμβασης για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών στο δίκαιό της, σχεδόν 25 χρόνια μετά από τότε που επέλεξε να την κυρώσει.

Στη Μαυριτανία, Ειδικοί Εισηγητές των Ηνωμένων Εθνών τόνισαν τη συνεχιζόμενη περιθωριοποίηση των έγχρωμων Μαυριτανών. Διάφορες θρησκευτικές ομάδες συνέχισαν να είναι απαγορευμένες στην Ερυθραία και υπήρξαν διώξεις λόγω θρησκείας. Στο Μπουρούντι και την Τανζανία, οι δολοφονίες και οι ακρωτηριασμοί λευκοπαθικών ατόμων (albino) συνεχίστηκε, εκπορευόμενη από πολιτιστικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις. Κάποιοι ύποπτοι για εμπλοκή στις δολοφονίες καταδικάστηκαν για φόνο στην Τανζανία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η έλλειψη λογοδοσίας στην Αφρική δεν αντανακλάται μόνο στην απροθυμία πολλών κρατών να διερευνήσουν και διώξουν τους υπεύθυνους για εγκλήματα βάσει του διεθνούς δικαίου, ή να συνεργαστούν με το ΔΠΔ για τη σύλληψη του Προέδρου Αλ Μπασίρ. Η έλλειψη λογοδοσίας για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τοπικές και κεντρικές αρχές, υπηρεσίες επιβολής του νόμου, ένοπλες ομάδες και εταιρικούς φορείς συνέχισε να είναι ένα συστημικό πρόβλημα σε όλη την ήπειρο. Εάν δεν αντιμετωπιστεί, δεν θα υπάρχει μόνιμη βελτίωση στην πραγματοποίηση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνονται στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των περιφερειακών και των διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ΑΕ θα πρέπει να πρωτοπορεί δίνοντας το καλό παράδειγμα, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έχει γίνει μέρος του προβλήματος. Η έκκληση για υπευθυνότητα από την κοινωνία των πολιτών έχει γίνει ισχυρότερη με την πάροδο των ετών στην Αφρική, αλλά απαιτείται δέσμευση της πολιτικής ηγεσίας, προκειμένου να επιτευχθούν σημαντικές αλλαγές.