ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜAΤΩΝ ΠΡΟΑΣΠΙΖΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ AΣΥΛΟ ΣΤΗΝ ΕΕ

Δημοσιεύθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2011, 17:08Εκτύπωση

ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΗΛΩΣΗ
Αθήνα, 21 Ιανουαρίου
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων προασπίζει τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο στην ΕΕ

Κοινή δήλωση του Κέντρου AIRE (Advice on Individual Rights in Europe - Συμβουλές για τα Ατομικά Δικαιώματα στην Ευρώπη) και της Διεθνούς Αμνηστίας

Στις 21 Ιανουαρίου, το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων[1] (ΕΔΔΑ) αποφάνθηκε, κατά πλειοψηφία, για την υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (Αρ. Αίτησης 30696/09), ότι το Βέλγιο και η Ελλάδα είχαν παραβιάσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ).

Το Κέντρο AIRE και η Διεθνής Αμνηστία θεωρούν ότι η σημερινή απόφαση-ορόσημο θα έχει διαρκές αντίκτυπο, ενισχύοντας την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Τα κράτη μέλη της ΕΕ δεσμεύονται από τις ελάχιστες απαιτήσεις που διατυπώνονται στο δίκαιο της ΕΕ και από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία εγγυάται η ΕΣΔΑ. Υπό το φως αυτών των δεσμεύσεων, η σημερινή απόφαση επιβεβαιώνει ότι τα κράτη πρέπει να εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε αποτελεσματικές διαδικασίες ασύλου και επαρκείς συνθήκες υποδοχής για τους αιτούντες άσυλο. Πρέπει, επίσης, να εξασφαλίζουν αποτελεσματικά μέσα προσφυγής κατά των παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Ελλάδα δεν διέθετε αποτελεσματικό σύστημα ασύλου σε λειτουργία. Αποφάνθηκε, επίσης, ότι, κρατώντας τον M.S.S., αφγανό αιτούντα άσυλο, σε εξευτελιστικές συνθήκες και επειδή οι συνθήκες διαβίωσής του μετά την απελευθέρωσή του ήταν επίσης εξευτελιστικές, η Ελλάδα είχε παραβιάσει την ΕΣΔΑ.[2] Το Δικαστήριο θεώρησε επίσης ότι, ως αποτέλεσμα των μεγάλων δομικών ελλείψεων στην ελληνική διαδικασία ασύλου, η Ελλάδα είχε στερήσει από τον M.S.S. την ευκαιρία για αποτελεσματική εξέταση του αιτήματός του για άσυλο. Το Δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν το γεγονός ότι δεν υπήρχε αποτελεσματικός μηχανισμός για να αναγάγει τις καταγγελίες ανθρώπινων δικαιωμάτων του M.S.S. στην Ελλάδα σε ξεχωριστή παραβίαση των υποχρεώσεων της χώρας υπό την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Συνεπώς, αποφάνθηκε ότι η Ελλάδα είχε παραβιάσει το δικαίωμα του M.S.S. σε ένα αποτελεσματικό μέσο προσφυγής.[3]

Όσον αφορά το Βέλγιο, δεδομένων των ευρέως γνωστών ελλείψεων του συστήματος ασύλου στην Ελλάδα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, κατά το χρόνο απέλασης του M.S.S. στην Ελλάδα, «οι βελγικές αρχές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο τελευταίος δεν είχε καμία εγγύηση ότι η αίτηση ασύλου του θα εξεταζόταν σοβαρά» από τους έλληνες ομολόγους τους. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι βελγικές αρχές είχαν καθήκον να επιβεβαιώσουν τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές αρχές εφάρμοζαν τη νομοθεσία ασύλου στην πράξη. Αυτό, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο, οι βελγικές αρχές δεν το έπραξαν. Εφόσον ο M.S.S. μπορούσε εύλογα να ισχυριστεί ότι η απομάκρυνσή του στο Αφγανιστάν θα τον εξέθετε σε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή άλλου είδους κακομεταχείρισης ή ακόμα και θανάτου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η μεταφορά του M.S.S. από το Βέλγιο στην Ελλάδα παραβίασε την απαγόρευση απομάκρυνσης οποιουδήποτε σε μια χώρα ή επικράτεια όπου θα εξετίθετο σε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων (η αρχή της μη επαναπροώθησης).[4]

Επιπλέον, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διαδικασία που ήταν διαθέσιμη στον M.S.S. στο Βέλγιο για να αμφισβητήσει τη μεταφορά του στην Ελλάδα δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις που ορίζονται στην ίδια τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, οποιαδήποτε καταγγελία ότι η απομάκρυνση μπορεί να οδηγήσει στο βασανισμό του εν λόγω ατόμου πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά. Ως αποτέλεσμα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το Βέλγιο είχε παραβιάσει το δικαίωμα του M.S.S. σε ένα αποτελεσματικό μέσο προσφυγής, επειδή η διαδικασία που ήταν διαθέσιμη σε αυτόν στο Βέλγιο για να αμφισβητήσει τη μεταφορά του στην Ελλάδα, για το λόγο ότι θα υποβαλλόταν σε μεταχείριση που απαγορεύεται από το άρθρο 3 της Σύμβασης, δεν θα είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας.[5]

Η υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας είναι η κύρια υπόθεση ενώπιον του ΕΔΔΑ όσον αφορά τη συμμόρφωση της επιστροφής αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα υπό τον Κανονισμό «Δουβλίνο II» [6] με την ΕΣΔΑ. Η απόφαση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι η υποκείμενη υπόθεση στην οποία βασίζεται ο Κανονισμός «Δουβλίνο II» είναι αποκύημα φαντασίας: η μεταχείριση αιτούντων άσυλο, περιλαμβανομένης της πρόσβασής τους σε διαδικασίες χορήγησης ασύλου, ποικίλλει στην ΕΕ.

Το Κέντρο AIRE και η Διεθνής Αμνηστία θεωρούν ότι, παρά τις υπεσχημένες και σχεδιασμένες βελτιώσεις, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα των αιτούντων άσυλο. Εν όψει της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, αυτό σημαίνει ότι η επιστροφή αιτούντων άσυλο στη συγκεκριμένη χώρα υπό τον Κανονισμό «Δουβλίνο II» θα παραβίαζε -επί του παρόντος- τις υποχρεώσεις των κρατών που πραγματοποιούν την αποστολή υπό την ΕΣΔΑ. Ο Κανονισμός «Δουβλίνο II», ωστόσο, παρέχει στα κράτη ένα μηχανισμό διασφάλισης του σεβασμού για τα δικαιώματα των ατόμων: τα κράτη μπορούν να ασκούν τη διακριτική τους ισχύ για να επεξεργάζονται τα αιτήματα διεθνούς προστασίας τα ίδια.

Το Κέντρο AIRE και η Διεθνής Αμνηστία συμμετείχαν στην υπόθεση του M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας με μια κοινή παρέμβαση τρίτου μέρους[7] λόγω βαθιάς ανησυχίας για τη δύσκολη κατάσταση χιλιάδων αιτούντων άσυλο στην Ευρώπη, που προκλήθηκε από τις αποτυχίες των ελληνικών αρχών και άλλων κυβερνήσεων στην Ευρώπη να σεβαστούν και να προστατεύσουν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματά τους.

Η Ελλάδα  -η πρώτη χώρα εισόδου της ΕΕ για πολλές χιλιάδες αιτούντες άσυλο που έχουν διαφύγει από χώρες όπως το Αφγανιστάν, το Ιράν, το Ιράκ και τη Σομαλία- δεν διαθέτει -και δεν διέθετε επί πολλά έτη- διαδικασίες χορήγησης ασύλου ή επαρκείς συνθήκες υποδοχής σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, περιλαμβανομένων των ελάχιστων απαιτήσεων σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ. Δεν έχει επίσης εξασφαλίσει ότι η μεταχείριση τέτοιων αιτούντων άσυλο γίνεται με σεβασμό στην αξιοπρέπειά τους κατά την άφιξη. Όπως ο M.S.S., πολλοί από εκείνους που επιζητούν διεθνή προστασία κρατούνται σε τρομερές συνθήκες και στη συνέχεια απελευθερώνονται και αφήνονται σε καθεστώς απόλυτης ένδειας στους δρόμους. Ορισμένοι έχουν απομακρυνθεί από την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι μια τέτοια απομάκρυνση τους έθεσε σε πραγματικό κίνδυνο περαιτέρω σοβαρών παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Παρ’ όλα αυτά, αρκετά κράτη μέλη της ΕΕ και άλλες χώρες που συμμετέχουν στο σύστημα «Δουβλίνο II» οξύνουν την κατάσταση, επιμένοντας να επιστρέφουν τους αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα, αντί να επιλέγουν -όπως μπορούν σύμφωνα με το σύστημα «Δουβλίνο II»- να αναλαμβάνουν την ευθύνη για την επεξεργασία αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Καταφεύγοντας σκοπίμως στην ερμηνεία τους για τον Κανονισμό «Δουβλίνο II» και επιμένοντας να επιστρέφουν τους αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν ενεργήσει με διπροσωπεία. Έχουν εν γνώσει τους παρακάμψει τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις τους συμπεριλαμβανομένων και των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από την ΕΣΔΑ και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Ως αποτέλεσμα, έχουν προκαλέσει ανείπωτη δυστυχία και έχουν παραβιάσει τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων, συν τοις άλλοις εκθέτοντάς τους σε επαναπροώθηση.

Μετά την απόφαση-ορόσημο στις 21 Ιανουαρίου, το Κέντρο AIRE και η Διεθνής Αμνηστία καλούν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να βελτιώσουν σημαντικά τη μεταχείριση των αιτούντων άσυλο σε ολόκληρη την Ευρώπη σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους υπό το διεθνές προσφυγικό και ανθρωπιστικό δίκαιο. Πιο συγκεκριμένα, οι οργανώσεις καλούν τα ευρωπαϊκά κράτη που δηλώνουν ότι ενεργούν σύμφωνα με τον Κανονισμό «Δουβλίνο II» να προχωρήσουν στις εξής ενέργειες:

  • Να αναστείλουν όλες τις μεταφορές υπό το «Δουβλίνο II» προς την Ελλάδα και οποιαδήποτε άλλη χώρα του «Δουβλίνο II», όπου υπάρχουν αξιόπιστες αποδείξεις ότι δεν γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης σεβασμού αυτών των δικαιωμάτων, ως αποτέλεσμα της έλλειψης συμμόρφωσης με τις ελάχιστες απαιτήσεις υπό το δίκαιο της ΕΕ,
  • Να αποδεχθούν την ευθύνη και να επεξεργαστούν τα αιτήματα διεθνούς προστασίας εκείνων που θα μπορούσαν διαφορετικά να μεταφερθούν στην Ελλάδα ή σε άλλο τέτοιο κράτος σύμφωνα με τον Κανονισμό «Δουβλίνο II»,
  • Να συμμορφωθούν με τις διεθνείς υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το προσφυγικό δίκαιο να προασπίζουν τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων καλή τη πίστη, συμπεριλαμβανομένου και του σεβασμού στις αρχές, που βρίσκονται στον πυρήνα του συστήματος διεθνούς προστασίας, δηλαδή, στον ανθρωπισμό και τον καταμερισμό ευθυνών, και
  • Να διασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε αναθεώρηση του συστήματος «Δουβλίνο II» συνάδει με τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων, καθώς και με αυτές τις αρχές.

Η συμβατότητα της επιστροφής αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματά τους, τα οποία εγγυάται το δίκαιο της ΕΕ και, πιο συγκεκριμένα, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, εξετάζεται επίσης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στο Λουξεμβούργο κατόπιν πρόσφατων προδικαστικών παραπομπών από εσωτερικά δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας. Το Κέντρο AIRE και η Διεθνής Αμνηστία, που έχουν από κοινού παρέμβει στις υποθέσεις οι οποίες οδήγησαν στις προδικαστικές παραπομπές στο ΔΕΕ, θα είναι οι πρώτες ΜΚΟ ανθρώπινων δικαιωμάτων που θα ασκήσουν παρέμβαση σε μια υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ στο Λουξεμβούργο.

Υπόβαθρο

Ο M.S.S., αιτών άσυλο από το Αφγανιστάν, έφτασε αρχικά στην ΕΕ μέσω της Ελλάδας και τελικά κατέληξε στο Βέλγιο, όπου αιτήθηκε άσυλο. Ωστόσο, οι βελγικές αρχές αποφάσισαν να τον επαναφέρουν στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του βάσει των ευρέως γνωστών αποδείξεων ότι η Ελλάδα δεν διέθετε λειτουργικό σύστημα ασύλου και ότι διακινδύνευε στη συνέχεια απομάκρυνση στο Αφγανιστάν. Στην Ελλάδα, οι ελληνικές αρχές τον κράτησαν δύο φορές σε οικτρές συνθήκες και, μετά την μετά την απελευθέρωσή του, τον άφησαν σε καθεστώς απόλυτης ένδειας και άστεγο στους δρόμους. Από την 1η Σεπτεμβρίου 2010, όταν έγινε η ακρόαση της υπόθεσης από το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του ΕΔΔΑ, ο M.S.S. εξακολουθούσε να αναμένει για την πρώτη του συνέντευξη ασύλου στην Ελλάδα.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μεγάλες και μεικτές ροές παράτυπων μεταναστών και αιτούντων άσυλο. Πολλοί από εκείνους που επιζητούν διεθνή προστασία στην Ελλάδα αναγκάζονται να ζουν στους δρόμους χωρίς χαρτιά και αρκετοί έχουν απελαθεί χωρίς ορθή επεξεργασία των αιτημάτων τους.

Το 2010, επικαλούμενες μεγάλους αριθμούς αφίξεων, οι ελληνικές αρχές παραδέχθηκαν ότι η Ελλάδα θα συνέχιζε να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο, ακόμα και αν το σύστημα ασύλου της αναθεωρούνταν πλήρως. Τον Ιούλιο του 2010, ο ελληνας υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη Σπύρος Βούγιας ομολόγησε αυτές τις αποτυχίες και κάλεσε τα κράτη μέλη της ΕΕ να σταματήσουν να επιστρέφουν αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα προς το παρόν.

Νομοθεσία που θεσπίστηκε πρόσφατα επιδιώκει να μεταρρυθμίσει το σύστημα ασύλου στην Ελλάδα.[8] Ωστόσο, μόνο η προσεκτική παρακολούθηση θα μπορέσει να δείξει ότι η εφαρμογή των τρεχουσών μεταρρυθμίσεων προστατεύει, προωθεί, σέβεται και εκπληρώνει τα δικαιώματα αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα στο νόμο και στην πράξη.

Η πιθανότητα παραχώρησης διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι πολύ μικρή, εξαιτίας της έλλειψης λειτουργικού συστήματος ασύλου. Οι αιτούντες άσυλο, περιλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, έχουν αναγκαστεί να ζουν στους δρόμους χωρίς καμία βοήθεια. Αρκετοί αιτούντες άσυλο έχουν απελαθεί χωρίς πλήρη και δίκαιη αξιολόγηση των αιτημάτων τους, σε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η Διεθνής Αμνηστία, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ο Επίτροπος Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλοι έχουν τεκμηριώσει τη συστηματική κράτηση αιτούντων άσυλο, περιλαμβανομένων ασυνόδευτων παιδιών. Η κράτηση αιτούντων άσυλο είναι συχνά παρατεταμένη και σε οικτρές συνθήκες. Τον Σεπτέμβριο του 2010, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες περιέγραψε την κατάσταση που αντιμετωπίζουν εκείνοι που επιζητούν διεθνή προστασία στην Ελλάδα ως «ανθρωπιστική κρίση».

Γραφείο Τύπου και Προβολής

[1] Το ΕΔΔΑ είναι ένα διεθνές δικαστικό όργανο με έδρα το Στρασβούργο. Αποφαίνεται για καταγγελίες που αφορούν παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από τα 47 κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οι αποφάσεις του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως του Δικαστηρίου εκδίδονται από τους 17 δικαστές του Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως είναι οριστικές κατά την έκδοσή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, οι οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα στην υπόθεση κράτη.

[2] Παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, που απαγορεύει τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, διαπιστώθηκε τόσο σε σύνδεση με την εξευτελιστική κράτηση όσο και με τις συνθήκες διαβίωσης.

[3] Παραβίαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, εκλαμβανόμενη μαζί με το Άρθρο 3.

[4] Παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή ότι κανείς δεν πρέπει να απομακρύνεται σε μια χώρα ή επικράτεια, αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι κατά την απομάκρυνση θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή άλλης απαγορευμένης μεταχείρισης (απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, στις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν υπήρχε ανάγκη να εξεταστεί η ανάλογη καταγγελία του M.S.S. κατά του Βελγίου ότι η μεταφορά του στην Ελλάδα τον είχε εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, που προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή.

[5] Παραβίαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, εκλαμβανόμενη μαζί με το Άρθρο 3.

[6] Ο Κανονισμός «Δουβλίνο II» (Κανονισμός του Συμβουλίου 343/2003) είναι παράγωγο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον οποίο εφαρμόζουν και τρία κράτη που δεν είναι μέλη, δηλαδή η Ισλανδία, η Νορβηγία και η Ελβετία. Μεταξύ άλλων, ορίζει τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου σε περιπτώσεις όπου ο αιτών άσυλο έχει εισέλθει σε περισσότερα από ένα κράτη που συμμετέχουν στο «Δουβλίνο II».

[7] Το Κέντρο AIRE και η Διεθνής Αμνηστία υπέβαλαν δύο σύνολα γραπτών σχολίων στο ΕΔΔΑ, αφού τους παραχωρήθηκε η άδεια να παρέμβουν στην υπόθεση και να υποβάλουν παρόμοιες παρεμβάσεις σε 15 άλλες παρόμοιες υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι γραπτές παρατηρήσεις τους εστίασαν στο δίκαιο της ΕΕ και της ΕΣΔΑ που εφαρμόζεται στις επιστροφές αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα υπό το «σύστημα Δουβλίνου» και στις νομικές συνέπειες που προκύπτουν από τις περιστάσεις τις οποίες θα αντιμετώπιζαν οι αιτούντες άσυλο που μεταφέρονται στην Ελλάδα υπό τον Κανονισμό «Δουβλίνο II» στη συγκεκριμένη χώρα.

[8] Ένα προεδρικό διάταγμα το Νοέμβριο του 2010 επανεισήγαγε τις πρωτοβάθμιες προσφυγές σε υποθέσεις ασύλου και άλλες υποθέσεις διεθνούς προστασίας και συμπεριέλαβε διατάξεις που επιζητούν να  αντιμετωπίσουν το μεγάλο αριθμό των εκκρεμών προσφυγών. Επιπλέον, τον Ιανουάριο του 2011, υιοθετήθηκε νομοθεσία που καθιερώνει τη βάση για ένα μεταρρυθμισμένο σύστημα ασύλου και προβλέπει για τη διαχείριση μεικτών μεταναστευτικών ροών που εισέρχονται στη χώρα παράτυπα. Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στην Έκθεση «Ελλάδα: Προκαταρκτικά σχόλια για τις μεταρρυθμίσεις στη διαδικασία χορήγησης ασύλου» (Ευρετήριο ΔΑ: EUR 25/009/2010) που δημοσιεύτηκε από τη Διεθνή Αμνηστία στις 10 Δεκεμβρίου 2010 και είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση http://www.amnesty.org/en/library/asset/EUR25/009/2010/en/82150ee5-98c9-4b67-a8fa-e660717eb7bb/eur250092010en.pdf και στην Έκθεση «Ελλάδα: Κριτική στο Νομοσχέδιο για το Άσυλο, τις Κρατήσεις που σχετίζονται με τη Μετανάστευση και τις Επιστροφές Υπηκόων Τρίτων Χωρών» (Ευρετήριο ΔΑ: EUR 25/002/2011), που δημοσιεύτηκε από τη Διεθνή Αμνηστία στις 10 Ιανουαρίου 2011 και είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση http://www.amnesty.org/en/library/asset/EUR25/002/2011/en/46ced4fd-3cc0-44e5-a227-3b1e4a2cb891/eur250022011en.pdf