ΕΛΛAΔΑ: ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΛΟ, ΤΙΣ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝAΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΥΠΗΚΟΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2011, 15:08Εκτύπωση

Στις 14 Δεκεμβρίου 2010 υποβλήθηκε από την κυβέρνηση προς το Ελληνικό Κοινοβούλιο ένα νομοσχέδιο, το οποίο – εάν θεσπιστεί – θα καθιερώσει μια νέα Υπηρεσία Ασύλου και μια Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής, αρμόδιες για τη διαχείριση μεικτών μεταναστευτικών ροών που εισέρχονται στη χώρα παράτυπα.[1] Το νομοσχέδιο στοχεύει επίσης να εναρμονίσει το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο με τις διατάξεις της Οδηγίας της ΕΕ 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη της ΕΕ για την επιστροφή «παρανόμως» διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών.

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη για μεταρρυθμίσεις στο τρέχον σύστημα υποδοχής και εξακρίβωσης ταυτότητας των υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελλάδα, ιδίως ατόμων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες και εκείνων που δικαιούνται διεθνή προστασία. Η οργάνωση έχει επανειλημμένα επισημάνει ανησυχίες όσον αφορά την έλλειψη επαρκών εγκαταστάσεων υποδοχής για ανθρώπους που χρειάζονται άμεση βοήθεια και τη συστηματική κράτηση παράτυπων μεταναστών και αιτούντων άσυλο, περιλαμβανομένων ασυνόδευτων παιδιών.[2]

Η Διεθνής Αμνηστία πιστεύει ότι οποιαδήποτε μεταρρύθμιση υιοθετηθεί από το Ελληνικό Κοινοβούλιο πρέπει να συμμορφώνεται με το διεθνές προσφυγικό και ανθρωπιστικό δίκαιο, περιλαμβανομένου του δικαιώματος στην ελευθερία. Η Διεθνής Αμνηστία επαναλαμβάνει την έκκλησή της στις ελληνικές αρχές να υιοθετήσουν μεταρρυθμίσεις που προασπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και ανταποκρίνονται επαρκώς στις επείγουσες ανάγκες ανθρωπιστικής βοήθειας των ατόμων.

Η Διεθνής Αμνηστία θέλει να κάνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις όσον αφορά το νομοσχέδιο που ψηφίζεται στη Βουλή αύριο. Ταυτόχρονα, η οργάνωση πιστεύει ότι απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να επιτευχθεί ένα δίκαιο και αποτελεσματικό σύστημα ασύλου, όπως η πρόσβαση σε δωρεάν, ανεξάρτητη και αποτελεσματική νομική βοήθεια να είναι διαθέσιμη σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ασύλου και οι απομακρύνσεις να αναστέλλονται αυτόματα σε όλα τα στάδια της προσφυγής.[3]

1. Η Υπηρεσία Ασύλου:

Η Διεθνής Αμνηστία χαιρετίζει το άρθρο 1 του νομοσχεδίου, που ορίζει τη σύσταση μιας νέας υπηρεσίας χορήγησης ασύλου επανδρωμένης αποκλειστικά με πολιτικό προσωπικό. Μεταξύ άλλων, η νέα υπηρεσία θα λαμβάνει και θα εξετάζει αιτήματα διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων αιτήσεων ασύλου, και θα εκδίδει αρχικές αποφάσεις.

Εν όψει της συνεχούς έκκλησής της στην Ελλάδα να καθιερώσει μια διαδικασία χορήγησης ασύλου που να είναι ανεξάρτητη από την αστυνομία, η Διεθνής Αμνηστία καλεί για την έγκαιρη υιοθέτηση και επαρκή υλοποίηση των σχετικών διατάξεων του νομοσχεδίου.[4] Η οργάνωση απευθύνει έκκληση στην ελληνική κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι η Υπηρεσία Ασύλου διαθέτει τους απαραίτητους πόρους, περιλαμβανομένου πλήρως καταρτισμένου προσωπικού, και ότι επαρκείς υπηρεσίες διερμηνείας γίνονται διαθέσιμες στους αιτούντες καθ’ όλη τη διαδικασία ασύλου.

2. Ανησυχία για την ανεξαρτησία της προτεινόμενης Αρχής Προσφυγών:

Η Διεθνής Αμνηστία σημειώνει ότι, εάν υιοθετηθεί, το άρθρο 3 του νομοσχεδίου θα προβλέπει τη σύσταση μιας Αρχής Προσφυγών με καθήκον την εξέταση προσφυγών κατά αρχικών αποφάσεων που απορρίπτουν τα αιτήματα διεθνούς προστασίας από την υπηρεσία χορήγησης ασύλου που αναφέρθηκε παραπάνω.

Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης τη σύσταση μίας ή περισσότερων Επιτροπών Προσφυγών εντός της Αρχής Προσφυγών. Κάθε επιτροπή θα διαθέτει ένα άτομο «εγνωσμένου κύρους» με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή/και στο δίκαιο ανθρώπινων δικαιωμάτων ως πρόεδρό της. Αυτό το άτομο θα εξετάζει προσφυγές κατά αρχικών απορρίψεων αιτημάτων διεθνούς προστασίας μαζί με έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες ή ένα άτομο που θα προτείνει η Ύπατη Αρμοστεία, και έναν νομικό, πολιτικό ή κοινωνικό επιστήμονα με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο και στο δίκαιο ανθρώπινων δικαιωμάτων. Οι επιτροπές δεν θα αποτελούνται από δημοσίους υπαλλήλους.

Ωστόσο, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, που είναι υπεύθυνος για την υπηρεσία η οποία αποφασίζει για τις αρχικές αιτήσεις ασύλου (Υπηρεσία Ασύλου), θα είναι επίσης υπεύθυνος για την υπηρεσία που αποφασίζει για τις προσφυγές (Αρχή Προσφυγών). Η Διεθνής Αμνηστία πιστεύει ότι αυτό υπονομεύει την ανεξαρτησία του συστήματος προσφυγών και συνιστά να γίνει η αρχή προσφυγών ανεξάρτητη από τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη.

3. Ανησυχίες που αφορούν τα προτεινόμενα κέντρα πρώτης υποδοχής:

Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών[5] που συλλαμβάνονται για «παράνομη είσοδο» στην Ελλάδα θα μεταφέρονται στα κέντρα πρώτης υποδοχής, όπου πρέπει να διαμένουν με τον δηλωμένο στόχο να υποβληθούν σε εξακρίβωση ταυτότητας και άλλες διαδικασίες υποδοχής για έως και 15 ημέρες.[6] Σε «εξαιρετικές περιπτώσεις», αυτή η περίοδος μπορεί να παραταθεί έως και 10 επιπλέον ημέρες. Εκείνοι που υποβάλλονται σε αυτές τις διαδικασίες θα μπορούν να αποχωρήσουν από τα κέντρα μόνο κατόπιν ειδικής γραπτής άδειας από το διευθυντή του κέντρου.  Επιπλέον, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η αστυνομία θα εμποδίζει μη εξουσιοδοτημένες εξόδους από τα κέντρα και προτείνει ότι, κατόπιν υπουργικής έγκρισης, μπορούν να προσληφθούν και ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας για να επιτελέσουν αυτό το έργο.

Η Διεθνής Αμνηστία πιστεύει ότι αυτό το καθεστώς, στην πραγματικότητα, ισοδυναμεί με κράτηση.

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, προκειμένου να είναι νόμιμη η κράτηση μεταναστών και, συνεπώς, να μην ισοδυναμεί με παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία, πρέπει, μεταξύ άλλων, να συμμορφώνεται με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, η κράτηση θα είναι δικαιολογημένη μόνο αν έχουν εξεταστεί λιγότερο περιοριστικά μέτρα και έχουν κριθεί ανεπαρκή ως προς τους θεμιτούς στόχους που επιδιώκει το κράτος.

Επιπλέον, η Διεθνής Αμνηστία θορυβείται από την απουσία διατάξεων που προβλέπουν αποκατάσταση για την αμφισβήτηση ενώπιον δικαστηρίου της νομιμότητας αυτού του καθεστώτος κράτησης.

Το άρθρο 13 παρ. 3 περίπτ. α’ του νομοσχεδίου ορίζει ότι οι επικεφαλής των κέντρων προσπαθούν να παράσχουν στους υπηκόους τρίτων χωρών που υπόκεινται στις διαδικασίες πρώτης υποδοχής τις βασικές τους ανάγκες «στον βαθμό που είναι δυνατό».[7] Η οργάνωση ανησυχεί για αυτό τον όρο.

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί επίσης για το γεγονός ότι το νομοσχέδιο δεν διασφαλίζει ρητά το δικαίωμα των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται σε διαδικασίες πρώτης εξακρίβωσης ταυτότητας να ενημερώνονται σχετικά με το νομικό καθεστώς, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις τους και τις αποφάσεις που σχετίζονται με ζητήματα όπως ο προσδιορισμός της ηλικίας ή της ιθαγένειάς τους σε γλώσσα που κατανοούν. Η οργάνωση κάνει έκκληση για τη ρητή συμπερίληψη στο νόμο μιας διάταξης ότι τέτοιες πληροφορίες θα παρέχονται στους ενδιαφερόμενους.[8]

Η οργάνωση ανησυχεί επίσης για το γεγονός ότι το νομοσχέδιο δεν εγγυάται ρητά το δικαίωμα σε νομική βοήθεια, αλλά προβλέπει μόνο ότι οι επικεφαλής των κέντρων προσπαθούν να παράσχουν σε υπηκόους τρίτων χωρών πρόσβαση σε καθοδήγηση και νομικές συμβουλές όσον αφορά το καθεστώς τους. Η οργάνωση συνιστά τη ρητή συμπερίληψη του δικαιώματος σε νομική βοήθεια.

Η Διεθνής Αμνηστία συνιστά επίσης τη ρητή συμπερίληψη στο νομοσχέδιο του δικαιώματος υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται σε διαδικασίες πρώτης υποδοχής να επικοινωνούν με μέλη των οικογενειών τους, φίλους, νομικούς εκπροσώπους τους, θρησκευτικούς εκπροσώπους τους, μέλη της κοινωνίας των πολιτών, προξενικές αρχές - όπου ζητείται - και την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι επικεφαλής των κέντρων μεριμνούν ώστε οι υπήκοοι τρίτων χωρών να διατηρούν επαφή με κοινωνικούς παράγοντες και οργανώσεις. [9]

4. Μεταφορά των διατάξεων της Οδηγίας περί Επιστροφών στην ελληνική νομοθεσία:

4.1. Απόφαση κράτησης υπηκόων τρίτων χωρών για το σκοπό της απέλασης

Εάν υιοθετηθεί ως έχει, το νομοσχέδιο θα επιτρέψει την κράτηση υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται σε διαδικασίες επιστροφής.[10] Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, πρέπει να επιλέγεται η κράτηση, εκτός αν στην προκειμένη περίπτωση κρίνονται επαρκή λιγότερο αναγκαστικά μέτρα. Κράτηση προβλέπεται αν το συγκεκριμένο άτομο παρουσιάζει κίνδυνο παράνομης διαφυγής ή επειδή προσπαθεί να παρεμποδίσει τη διαδικασία απομάκρυνσης ή για λόγους «εθνικής ασφάλειας».

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί για το γεγονός ότι το νομοσχέδιο δεν απηχεί επαρκώς την αρχή ότι η κράτηση για το σκοπό της απομάκρυνσης πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, σε συμμόρφωση με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Όλοι, περιλαμβανομένων των παράτυπων μεταναστών και των απορριφθέντων αιτούντων άσυλο, έχουν το δικαίωμα στην ελευθερία και την ελεύθερη κυκλοφορία, περιλαμβανομένης και της προστασίας από αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση. Θα έπρεπε να υπάρχει ένα τεκμήριο κατά της κράτησης καθιερωμένο από το νόμο. Εναλλακτικά, μη στερητικά της ελευθερίας μέτρα πρέπει πάντα να εξετάζονται πρώτα και να προτιμώνται πριν από την προσφυγή στην κράτηση. Η κράτηση παράτυπων μεταναστών και αιτούντων άσυλο θα είναι νόμιμη μόνο όταν οι αρχές μπορούν να επιδείξουν σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση ότι οι εναλλακτικές δεν θα είναι αποτελεσματικές και ότι είναι απαραίτητη και αναλογική για την επίτευξη ενός θεμιτού στόχου. Προκειμένου να αποτραπεί η αυθαίρετη εφαρμογή, οποιαδήποτε απόφαση για κράτηση πρέπει να επανεξετάζεται αυτόματα και σε τακτά χρονικά διαστήματα ως προς τη νομιμότητα, την αναγκαιότητα και την καταλληλότητά της μέσω μιας άμεσης, προφορικής ακρόασης από ένα δικαστήριο ή παρόμοιο αρμόδιο ανεξάρτητο και αμερόληπτο φορέα, συνοδευόμενης από την κατάλληλη παροχή νομικής βοήθειας.

4.2. Κράτηση ασυνόδευτων μεταναστών παιδιών και οικογενειών με παιδιά

Το άρθρο 32 παρ. 1 του νομοσχεδίου ορίζει ότι η κράτηση ασυνόδευτων παιδιών και οικογενειών με παιδιά, για τους οποίους έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής, συνιστά μέτρο ύστατης λύσης και θα εφαρμόζεται μόνο εάν δεν είναι δυνατή η εφαρμογή λιγότερο αναγκαστικών μέτρων για τον ίδιο σκοπό και για την ελάχιστη περίοδο που απαιτείται.

Η Διεθνής Αμνηστία συνιστά στο Ελληνικό Κοινοβούλιο να απαγορεύσει διά νόμου την κράτηση παιδιών για το σκοπό του ελέγχου της μετανάστευσης, και όταν είναι ασυνόδευτα.

4.3 Περιορισμένο ατομικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων που μεταφέρουν την Οδηγία της ΕΕ 2008/115/ΕΚ

Η Διεθνής Αμνηστία είναι απογοητευμένη με το γεγονός ότι το νομοσχέδιο, που επιδιώκει να μεταφέρει την Οδηγίαπερί Επιστροφών της ΕΕ, δεν θα ισχύει για υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν συλληφθεί για παράνομη είσοδο στη χώρα και δεν έχουν ακολούθως λάβει έγκριση ή δικαίωμα παραμονής.[11] Το πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του νομοσχεδίου καλύπτει υπηκόους τρίτων χωρών που εντοπίζονται να διαμένουν παράνομα στη χώρα, όπως οι αιτούντες άσυλο των οποίων τα αιτήματα ασύλου έχουν απορριφθεί ή οι υπήκοοι τρίτων χωρών που δεν κατόρθωσαν να ανανεώσουν τις άδειες παραμονής τους.

Ως αποτέλεσμα, αν το νομοσχέδιο υιοθετηθεί ως έχει, οι υπήκοοι τρίτων χωρών που συλλαμβάνονται για παράνομη είσοδο θα υπόκεινται σε διαφορετικό νομικό καθεστώς σε σχέση με την κράτησή τους για το σκοπό της απομάκρυνσης. Ο νόμος που θα ισχύει για αυτή την ομάδα θα είναι ο νόμος 3386/2005 για την «είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια» ή σχετικές διεθνείς συνθήκες. Ο νόμος 3386/2005 δεν διαθέτει την απαίτηση της προσφυγής σε μέτρα λιγότερο αναγκαστικά από την κράτηση σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, αν αυτά κρίνονται επαρκή. Ο νόμος 3386/2005 δεν ορίζει επίσης ότι η κράτηση ασυνόδευτων παιδιών και οικογενειών με παιδιά παραμένει μέτρο τελευταίας λύσης και πρέπει να διατάσσεται μόνο σε περίπτωση που άλλα λιγότερο αναγκαστικά μέτρα δεν θα ήταν αποτελεσματικά.

Η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί ότι τα ίδια νομικά πρότυπα πρέπει να ισχύουν για όλες τις κατηγορίες παράτυπων μεταναστών που υπόκεινται σε διαδικασίες επιστροφής, με συγκεκριμένες εγγυήσεις να προβλέπονται για ασυνόδευτα παιδιά και οικογένειες με παιδιά.

Σοβαρά ερωτήματα προκύπτουν επίσης για τη νομιμότητα της επιστροφής αιτούντων άσυλο των οποίων τα αιτήματα έχουν απορριφθεί εν όψει των καλά τεκμηριωμένων αδυναμιών των διαδικασιών χορήγησης ασύλου στην Ελλάδα. Σε έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2010, η Διεθνής Αμνηστία διαπίστωσε ότι στους αιτούντες άσυλο συχνά απαγορεύεται η πρόσβαση στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε νομικές συμβουλές, υπηρεσίες διερμηνείας και απαραίτητες πληροφορίες.[12] Αρκετοί αιτούντες άσυλο έχουν απελαθεί χωρίς πλήρη και αμερόληπτη αξιολόγηση των αιτημάτων τους, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Σύμφωνα με το προοίμιο της Οδηγίας περί Επιστροφών της ΕΕ, η νομιμότητα της επιστροφής εξαρτάται από την ύπαρξη ενός δίκαιου και αποτελεσματικού συστήματος ασύλου που σέβεται πλήρως την αρχή της μη επαναπροώθησης. Η Διεθνής Αμνηστία εξακολουθεί να ανησυχεί για την αποτελεσματικότητα και την αμεροληψία των διαδικασιών χορήγησης ασύλου στην Ελλάδα, μέχρι να υλοποιηθούν οι τρέχουσες μεταρρυθμίσεις και η προσεκτική παρακολούθηση να αποδείξει την τήρηση των εγγυήσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην πράξη.

4.4. Νομικές εγγυήσεις

Το άρθρο 30 παρ. 2 του νομοσχεδίου, που ενσωματώνει το άρθρο 15 παρ. 3 της Οδηγίας περί Επιστροφών της ΕΕ, προβλέπει ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπόκεινται σε διαδικασίες επιστροφής μπορούν να αμφισβητήσουν την απόφαση κράτησής τους ή την απόφαση παράτασης της κράτησής τους ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου κρατούνται. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών θα πρέπει να ενημερώνονται αμέσως για το δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν την κράτησή τους και άλλα δικαιώματα που αναφέρονται στο άρθρο 30 παρ. 2. Θα πρέπει να απελευθερώνονται αμέσως, αν διαπιστώνεται ότι η κράτησή τους είναι παράνομη.

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί για το γεγονός ότι το άρθρο 30 παρ. 2 του νομοσχεδίου δεν προβλέπει δωρεάν νομική βοήθεια σε παράτυπους μετανάστες που θέλουν να αμφισβητήσουν την κράτησή τους. Οι εντολές κράτησης σχετίζονται με αποφάσεις επιστροφής και πρέπει να δίνουν το δικαίωμα για νομική βοήθεια και εκπροσώπηση στη διάρκεια της δικαστικής επανεξέτασης της κράτησης.

Το άρθρο 30 παρ. 3 του νομοσχεδίου, που ενσωματώνει το άρθρο 15 παρ. 3 της Οδηγίας περί Επιστροφών της ΕΕ όσον αφορά την επανεξέταση των εντολών κράτησης για το σκοπό της απομάκρυνσης, προβλέπει ότι οι λόγοι της κράτησης επανεξετάζονται αυτεπαγγέλτως κάθε τρεις μήνες από το όργανο που εξέδωσε την εντολή κράτησης (δηλ. τον αρμόδιο διευθυντή της αστυνομίας). Σε περίπτωση που η αρμόδια υπηρεσία εγκρίνει την επέκταση της κράτησης, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι αυτή η απόφαση υποβάλλεται για επανεξέταση στον πρόεδρο ή στον οριζόμενο πρωτοδίκη του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου.

Η οργάνωση ανησυχεί για το γεγονός ότι, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, η επανεξέταση της απόφασης κράτησης δεν μπορεί να εκκινηθεί κατόπιν αίτησης του κρατούμενου. Επιπλέον, η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί ότι το δικαίωμα στην ελευθερία απαιτεί την επανεξέταση της κράτησης νωρίτερα από το διάστημα του τριμήνου.

4.5. Για τη διάρκεια της κράτησης

Σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 5 του νομοσχεδίου, η κράτηση συνεχίζεται για τη χρονική περίοδο που εκπληρώνονται οι απαιτήσεις της παραγράφου 1 και για το χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητη η διασφάλιση της απομάκρυνσης. Η μέγιστη περίοδος κράτησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες.

Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 6 η μέγιστη περίοδος της παραγράφου 5 μπορεί να επεκταθεί για μια περιορισμένη περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, σε περιπτώσεις όπου, παρά τις εύλογες προσπάθειες των αρμόδιων αρχών, η διαδικασία απομάκρυνσης είναι πιθανό να διαρκέσει περισσότερο, επειδή (α) ο υπήκοος τρίτης χώρας αρνείται να συνεργαστεί ή (β) υπάρχει καθυστέρηση στην παραλαβή των απαραίτητων εγγράφων από τις τρίτες χώρες.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει σοβαρές ανησυχίες για την παρατεταμένη περίοδο κράτησης ενώ εκκρεμεί απέλαση, όπως προβλέπεται από το νομοσχέδιο, και ζητά σημαντική μείωση αυτής της διάρκειας. Επιπλέον, το σχέδιο του άρθρου 30 παρ. 6 που επιτρέπει περαιτέρω επέκταση 12 μηνών σε συγκεκριμένες περιστάσεις πρέπει να διαγραφεί.

5. Παροχή πληροφοριών σε κατανοητή γλώσσα:

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί ότι τα άρθρα που αφορούν την παροχή πληροφοριών σε κρατούμενους υπηκόους τρίτης χώρας δεν περιλαμβάνουν έναν ρητό όρο ότι αυτές οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται σε γλώσσα την οποία κατανοούν (άρθρο 30 παρ. 2 και άρθρο 31 παρ. 5 του νομοσχεδίου). Αυτό είναι σχετικό με το δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν την κράτησή τους καθώς και τις πληροφορίες που εξηγούν τους κανονισμούς της εγκατάστασης κράτησης και τις πληροφορίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατουμένων.

Η οργάνωση ανησυχεί επίσης για το γεγονός ότι οι διατάξεις για την κράτηση υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται σε επιστροφή δεν περιλαμβάνουν έναν ρητό όρο ότι οι κρατούμενοι πρέπει να ενημερώνονται σε γλώσσα την οποία κατανοούν σχετικά με τους λόγους για τη στέρηση της ελευθερίας τους και τη διάρκειά της.

[1] Νομοσχέδιο για τη δημιουργία Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής και την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας της ΕΕ 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη της ΕΕ για την επιστροφή «παρανόμως διαμενόντων» υπηκόων τρίτων χωρών και άλλες διατάξεις,

[2] Συστηματική κράτηση παράτυπων μεταναστών και αιτούντων άσυλο σε υποτυπώδεις συνθήκες, Ευρετήριο ΔΑ: EUR 25/002/2010, Ιούλιος 2010 και διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.amnesty.org/en/library/asset/EUR25/002/2010/en/ 07291fb2-dcb8-4393-9f13-2d2487368310/eur250022010en.pdf.

[3] Ελλάδα: Προκαταρκτικά σχόλια για τις μεταρρυθμίσεις στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, Ευρετήριο ΔΑ: EUR 25/009/2010 και διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.amnesty.org/en/library/asset/EUR25/009/2010/en/82150ee5-98c9-....

[4] Άρθρα 1 και 2 του νομοσχεδίου.

[5] Υπήκοος τρίτης χώρας νοείται το άτομο που δεν έχει την ιθαγένεια κάποιου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

[6] Άρθρα 11 παρ. 5 και 13 παρ. 1 και 2 του νομοσχεδίου.

[7] Κατά προσέγγιση απόδοση

[8] Το άρθρο 13 παρ. 3 περίπτ. ε’ του νομοσχεδίου προβλέπει ότι οι επικεφαλής των κέντρων μεριμνούν ώστε οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπόκεινται σε διαδικασίες πρώτης υποδοχής να ενημερώνονται επαρκώς για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

[9] Άρθρο 13 παρ. 3 περίπτ. ζ’ του νομοσχεδίου.

[10] Άρθρο 30 παρ. 1 του νομοσχεδίου που μεταφέρει το άρθρο 15 παρ. 1 της Οδηγίας περί Επιστροφών.

[11] Άρθρο 17 παρ. 2 του νομοσχεδίου που μεταφέρει το άρθρο 2 παρ. 2 της Οδηγίας περί Επιστροφών.

[12] Η παγίδα ‘Δουβλίνο II’ – Επιστροφές αιτούντων άσυλο προς την Ελλάδα, Μάρτιος 2010, Ευρετήριο ΔΑ: EUR 25/001/2010 και διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.amnesty.org/en/library/asset/EUR25/001/2010/en/e64fa2b5-684f-....