ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ, ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ

Δημοσιεύθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2019, 13:32Εκτύπωση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Στις 16 Οκτωβρίου 2019, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη κατέθεσε προς δημόσια διαβούλευση το Σχέδιο Νόμου για τη Διεθνή Προστασία[1]. Μία μερικώς τροποποιημένη εκδοχή της νομοθετικής πρότασης, με τίτλο «Περί Διεθνούς Προστασίας και άλλες διατάξεις» κατατέθηκε προς συζήτηση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 21 Οκτωβρίου και βρίσκεται πλέον υπό συζήτηση στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή[2]. Η πρόταση καλύπτει ένα ευρύ φάσμα και επιδιώκει να επιτύχει μια ενιαία ρύθμιση και μεταρρύθμιση διαφορετικών πλευρών του ελληνικού συστήματος ασύλου. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις  επηρεάζουν ανάμεσα σε άλλες πλευρές, τους κανόνες που ρυθμίζουν τις διαδικασίες ασύλου, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αιτούντων/ουσών ασύλου, την υποδοχή και την κράτηση, την πρόσβαση στις δραστηριότητες ένταξης και τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δικαιώματα.

Παρά την διακηρυγμένη σαφή αναγνώριση από τη πλευρά της κυβέρνησης της σημασίας αυτής της πρότασης, που έχει ανακοινωθεί εδώ και καιρό, η Διεθνής Αμνηστία βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να επισημάνει ότι το δυσανάλογα σύντομο χρονικό διάστημα που δόθηκε για τη διαβούλευση, η οποία έληξε τη Δευτέρα 21 Οκτωβρίου, εμπόδισε την οργάνωση, στην πράξη, να συμβάλει στη διαδικασία αυτή, στο εύρος και στο επίπεδο λεπτομέρειας που της αντιστοιχούσε. Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την αντίθεσή της σε αυτόν τον τρόπο λειτουργίας ο οποίος αποτυγχάνει να λάβει υπόψη την περίπλοκη φύση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων που διακυβεύονται σε αυτή τη διαδικασία, και δημιουργεί σημαντικά εμπόδια στην ουσιαστική εξέταση του νομοσχεδίου και σε μια αιτιολογημένη αξιολόγηση των επιπτώσεών του από τους εξωτερικούς φορείς, σε μια ξεκάθαρη παραβίαση των αρχών που θα έπρεπε να διέπουν μια διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το ακόλουθο υπόμνημα συμπυκνώνει την αρχική ανάλυση της Διεθνούς Αμνηστίας πάνω σε κάποια από τα προτεινόμενα άρθρα, σε σχέση με την επίπτωσή τους στα ανθρώπινα δικαιώματα των αιτούντων/ουσών άσυλο. Αυτό το σημείωμα δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως μία εξαντλητική ανάλυση των ζητημάτων που εγείρονται από το προτεινόμενο νομοσχέδιο, η οποία κατέστη ανέφικτη εξαιτίας της παράλογα στενής χρονικής προθεσμίας που επιβλήθηκε για τη συζήτηση της πρότασης.

 

ΒΑΣΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

  1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΣΥΛΟΥ

A. ΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ/ΟΥΣΩΝ ΣΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ

  1. Αλλαγές στις προϋποθέσεις για την καταγραφή των αιτημάτων

Το νέο Άρθρο 65 αντικαθιστά το Άρθρο 36 σχετικά με τη ρύθμιση της πρόσβασης στις διαδικασίες ασύλου στην Ελλάδα και αποσκοπεί στην εφαρμογή των Άρθρων 6 και 7 της Κοινοτικής Οδηγίας 2013/32 (στο εξής APD). Η Διεθνής Αμνηστία παρατηρεί με ανησυχία ότι κατά την ρύθμιση των προϋποθέσεων για την καταγραφή των αιτημάτων ασύλου στην Ελλάδα, η πρόταση εισάγει πιο αυστηρές προϋποθέσεις για τις πληροφορίες που θα πρέπει να παρέχονται, απαιτώντας μεταξύ άλλων «πλήρη αναφορά των λόγων για τους οποίους ο αιτών αναζητεί διεθνή προστασία». Αυτές οι αλλαγές συνιστούν αναιτιολόγητη οπισθοχώρηση από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 36, παρ. 1 του Ν. 4375/2016, το οποίο απαιτούσε απλώς μία «σύντομη αναφορά των λόγων» για το αίτημα ασύλου.

Η Διεθνής Αμνηστία επισημαίνει ότι το άρθρο θέτει πιο επαχθείς προϋποθέσεις στους αιτούντες/ούσες άσυλο και βρίσκεται γενικά σε αντίθεση με την αρχή σύμφωνα με την οποία η υποβολή των αιτημάτων πρέπει να είναι προσβάσιμη και «να μην υπόκειται σε περιορισμούς που βασίζονται στο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την προσφυγική ιδιότητα»[3]. Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές να ανακαλέσουν την τροποποίηση αυτή και να επαναφέρουν την αρχική διατύπωση, σε ό,τι αφορά την απαίτηση για παροχή πληροφοριών σχετικά με τους λόγους του αιτήματος.

  1. Ευάλωτες Κατηγορίες

Το Άρθρο 14.8 του Νόμου 4375/2016 που είναι σήμερα σε ισχύ, όριζε  τις ομάδες που θεωρούνται «ευάλωτες» για τους σκοπούς των διαδικασιών ασύλου, την υποδοχή και την αρωγή. Επιπρόσθετα των κατηγοριών που αναγνωρίζονται στην ADP, το άρθρο αναγνώριζε ειδικά στην υποκατηγορία υπό το γράμμα (στ) μεταξύ άλλων, τα «πρόσωπα με σύνδρομο μετατραυματικής διαταραχής, ιδίως επιζήσαντες και συγγενείς θυμάτων ναυαγίων». Καίρια, η πρόβλεψη αυτή επέκτεινε τον τυπικό ορισμό της ευαλωτότητας, αντικατοπτρίζοντας τη συχνότητα του PTSD [Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες] στους αιτούντες/ούσες άσυλο και αναγνωρίζοντας επίσημα τις επιπτώσεις των επίπονων μεταναστευτικών ταξιδιών στην υγεία των ατόμων.

Η Διεθνής Αμνηστία βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να επισημάνει ότι στο προτεινόμενο νομοσχέδιο, το νέο Άρθρο 58 αφαιρεί την ρητή αναφορά σε αυτήν την κατηγορία, όπως επίσης και στα τραύματα που σχετίζονται ή προκύπτουν από τη μεταναστευτική εμπειρία. Ενώ η νέα ρύθμιση εφαρμόζει σχεδόν κατά γράμμα τις προβλέψεις του Άρθρου 21 της Κοινοτικής Οδηγίας 2013/33 (στο εξής  «RCD»), η Διεθνής Αμνηστία οφείλει να υπενθυμίσει ότι το Κοινοτικό Δίκαιο παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη να προβλέψουν πιο ευνοϊκές ρυθμίσεις στο εθνικό τους δίκαιο (μεταξύ άλλων Recital (28) 2013/32) και συνεπώς αντιτίθεται στις σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις που επιφέρει αυτή η πρόταση σε ατομικές περιπτώσεις.

Η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί ότι, αφαιρώντας την αναφορά στις υποθέσεις Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, η νέα πρόβλεψη διακινδυνεύει να αποκλείσει από τα πιο προστατευτικά πρότυπα που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο, μια σημαντική ομάδα αιτούντων/ουσών άσυλο και συνεπώς συστήνει την επαναφορά της.

Ένας επιπρόσθετος περιορισμός στα δικαιώματα των ευάλωτων κατηγοριών επιβάλλεται με τον τρόπο που το προτεινόμενο Άρθρο 61, μεταφέρει, όπως δηλώνεται, το Άρθρο 25 της RCD. Αυτή η πρόβλεψη απαιτεί τα θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλων σοβαρών πράξεων βίας να «πιστοποιούνται με ιατρική γνωμάτευση από δημόσιο νοσοκομείο, στρατιωτικό νοσοκομείο ή κατάλληλα εκπαιδευμένους ιατρούς δημοσίων φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας». Αυτή η πρόβλεψη αναιτιολόγητα υπερβαίνει το εύρος της Οδηγίας, η οποία περιορίζεται στη διατύπωση ότι οι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες πρέπει να έχουν πρόσβαση σε κατάλληλη ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη ή φροντίδα από εξειδικευμένους επαγγελματίες, χωρίς αναφορά στη δημόσια ή ιδιωτική φύση αυτής της φροντίδας.  Η τροποποίηση αυτή είναι βαθιά προβληματική καθώς μεταφέρει υπερβολικά το βάρος της απόδειξης στα θύματα και μπορεί να εμποδίσει την πρόσβασή τους στις απαιτούμενες υπηρεσίες. Αυτό θα μπορούσε να εμποδίσει επίσης ανθρώπους να ζητήσουν εξαρχής άσυλο σε ευαίσθητες περιπτώσεις, όπως αυτές που αφορούν σεξουαλική βία, όπου κάποιοι άνθρωποι μπορεί να μην επιθυμούν να υποβληθούν σε ιατρική πιστοποίηση. Η τροποποίηση κινδυνεύει να ερμηνευτεί ως απαίτηση αποδείξεων για τους αιτούντες/ούσες άσυλο, ώστε να κατοχυρώσουν ότι είναι θύματα βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλων σοβαρών πράξεων βίας. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν όλες οι μορφές βίας να πιστοποιηθούν ιατρικά. Επιπρόσθετα, οι ουλές ή άλλα σημάδια βίας μπορούν με τον καιρό να εκλείψουν. Επιπλέον, η πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες για τους αιτούντες/ούσες άσυλο στα δημόσια νοσοκομεία της Ελλάδας, και ιδιαίτερα στα κύρια νησιά άφιξης στο Ανατολικό Αιγαίο, είναι πολύ δύσκολη εξαιτίας των περιορισμένων πόρων, συμπεριλαμβανομένης της παντελούς έλλειψης ή του ανεπαρκούς αριθμού διαθέσιμων διερμηνέων.

Μέχρι το 2018, δεν υπήρχαν δημόσιες δομές υγείας που να εξειδικεύονται στην αναγνώριση ή την επικουρία επιζώντων/ησασών βασανιστηρίων στην ηπειρωτική Ελλάδα[4] και οι σχετικές υπηρεσίες σχετικά με την πιστοποίηση και την αρωγή παρέχονταν από ΜΚΟ, σε κάποιες περιπτώσεις με σημαντική ασυνέχεια. Σύμφωνα με τη ΜΕΤΑδραση, την οργάνωση που έχει την ευθύνη της πιστοποίησης των περιπτώσεων βασανιστηρίων[5], στην ηπειρωτική Ελλάδα, από το 2011 ως τον Ιούνιο του 2019, 1.240 άτομα έχουν πιστοποιηθεί ως θύματα βασανιστηρίων. Η προτεινόμενη τροποποίηση επαναφέρει μία πρόβλεψη που είχε προταθεί ήδη από το 2018, και τελικά δεν είχε εφαρμοστεί, η οποία είχε προκαλέσει ανάλογες ανησυχίες με τις παραπάνω.

Συνεπώς, αυτή η πρόταση μπορεί να οδηγήσει στη μη αναγνώριση θυμάτων βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλων σοβαρών πράξεων βίας, επειδή θα αδυνατούν να αποκτήσουν τα απαραίτητα πιστοποιητικά από τα δημόσια νοσοκομεία. Αυτό θα έχει ως συνέπεια, κατ’ επέκταση, να μην έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες που δικαιούνται, σύμφωνα με ορισμένες από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, συμπεριλαμβανομένης της ειδικής φροντίδας, της προτεραιότητας στην εξέταση των αιτημάτων ευάλωτων ατόμων, όπως επίσης της εκτίμησης της ευαλωτότητας σε αποφάσεις σχετικά με την κράτηση ή την παράταση της κράτησης για αιτούντες/ούσες άσυλο.

Η Διεθνής Αμνηστία συστήνει την αφαίρεση της πρόβλεψης που σχετίζεται με την πιστοποίηση της κατάστασης ως «θυμάτων βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλης πράξης σοβαρής βίας» από τα δημόσια νοσοκομεία, για να επιτραπεί μεγαλύτερη ευελιξία στην διακρίβωση μίας τέτοιας κατάστασης, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να δηλώνεται από ΜΚΟ ή άλλους επαγγελματίες που παρέχουν ανάλογες υπηρεσίες στα θύματα.

  1. Ταχύρρυθμες διαδικασίες και διαδικασίες συνόρων («Ειδικές διαδικασίες»)

Οι ταχύρρυθμες διαδικασίες και οι διαδικασίες συνόρων εφαρμόζονται συχνά με διακηρυγμένο στόχο να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα του συστήματος ασύλου. Ωστόσο, στην πράξη, το βραχύτερο χρονικό περιθώριο και η πιο βιαστική εξέταση των αιτημάτων που αυτές συνεπάγονται, μπορεί να εκθέσει τους αιτούντες/ούσες στον κίνδυνο να μην εξετάζονται δεόντως τα αιτήματά τους.[6]

Το προτεινόμενο νομοσχέδιο, ακολουθώντας, καθώς φαίνεται, τη λογική πίσω από τις Προτάσεις για την μεταρρύθμιση του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου του 2016 (το οποίο σήμερα δεν είναι σε ισχύ),[7] επεκτείνει τη χρήση ειδικών διαδικασιών ασύλου και εισάγει μια διαφοροποίηση μεταξύ των ταχύρρυθμων διαδικασιών (Άρθρο 83.4 και 83.9) και των διαδικασιών κατά προτεραιότητα (Άρθρο 83.7). Ανησυχητικά, το Άρθρο 83.9 προβλέπει ότι οι αιτούντες/ούσες που θεωρούνται ευάλωτοι/ες υπόκεινται επίσης, κατά κανόνα, στις ταχύρρυθμες διαδικασίες, και οι υποθέσεις τους θα μεταφέρονται στην κανονική διαδικασία μόνο όταν δεν είναι δυνατή η παροχή κατάλληλης υποστήριξης. Αυτή η δυνατότητα, παρόλο που επιτρέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, έχει επικριθεί από οργανώσεις για πρόσφυγες.[8]

Στα σχόλια του για τις Προτάσεις του 2016 για την αναθεώρηση της APD, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έθεσε το ζήτημα της εκτεταμένης χρήσης της ταχύρρυθμης διαδικασίας εξέτασης, υποστηρίζοντας ότι η επιτάχυνση «δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως τιμωρητικό μέτρο σε περιπτώσεις όπου ο αιτών/ούσα δε συμμορφώνεται με υποχρεώσεις, αλλά να χρησιμοποιείται μόνο ως εργαλείο αποτελεσματικότητας που θα διασφαλίζει την πρόσφορη πρόσβαση σε διεθνή προστασία για αυτούς/ές που την έχουν ανάγκη, και ταχείες αρνητικές αποφάσεις για όσους/ες δεν την έχουν ανάγκη.» Προσθέτει ότι «κάποια άτομα με συγκεκριμένες ανάγκες μπορεί να μην εξυπηρετούνται σωστά από ταχύρρυθμα χρονοδιαγράμματα που δεν τους παρέχουν επαρκή χρόνο για την κατανόηση της διαδικασίας και την παρουσίαση του αιτήματός τους»[9]

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έχει, επιπλέον, παράσχει υποδείξεις για την τροποποίηση της πρότασης της ΕΕ, ώστε να διασφαλιστεί ότι η χρήση των ταχύρρυθμων διαδικασιών θα είναι συμβατή με τα δικαιώματα των αιτούντων/ουσών και θα αξιολογεί τους διαφορετικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά του αιτούντα/ούσας. Επιπλέον, σύμφωνα με την άποψη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, οι ταχύρρυθμες διαδικασίες δεν θα έπρεπε να εφαρμόζονται σε «Ασυνόδευτα και Χωρισμένα [από τις οικογένειές τους] Παιδιά» (UASC), ούτε σε ευάλωτα άτομα που έχουν ανάγκη ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων», υποδεικνύοντας, αντ’ αυτού, ότι οι υποθέσεις τους θα πρέπει, αντίθετα, να εξετάζονται κατά προτεραιότητα[10].

Ενώ μια πλήρης ανάλυση των επιπτώσεων των ταχύρρυθμων και συνοριακών διαδικασιών βρίσκεται εκτός του πεδίου αυτού του υπομνήματος, η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές να επανεξετάσουν την πρόταση επέκτασης της χρήσης τέτοιων εργαλείων και να διασφαλίσουν ότι η προσφυγή σε ειδικές διαδικασίες δεν θα παραβιάζει το δικαίωμα των ατόμων να εξετάζεται κατάλληλα το αίτημά τους. Οι ελληνικές αρχές περαιτέρω θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι τα αιτήματα από αιτούντες/ουσες άσυλο με συγκεκριμένες ευαλωτότητες δεν θα εξετάζονται με αυτές τις ταχύρρυθμες διαδικασίες και ότι σε τέτοιες ομάδες θα παρέχεται πάντα η εξειδικευμένη φροντίδα και οι εγγυήσεις τις οποίες δικαιούνται.

  1. «Ασφαλής Τρίτη Χώρα» (ΑΤΧ) και «Πρώτη Χώρα Ασύλου» (ΠΧΑ)

Το προτεινόμενο νομοσχέδιο αναλύει επίσης, και περιγράφει λεπτομερώς, τις διατάξεις σχετικά με τη χρήση των εννοιών της «Ασφαλούς Τρίτης Χώρας» (ATX) και της «Πρώτης Χώρας Ασύλου» (ΠΧΑ), που ρυθμίζονται στα προτεινόμενα Άρθρα 85 και 86.

Σε σχέση με το Άρθρο 85 που ρυθμίζει την έννοια της ΠΧΑ, η Διεθνής Αμνηστία σημειώνει με ανησυχία ότι η προτεινόμενη διάταξη (που αφορά στην εφαρμογή του Άρθρου 35 της APD) υποβαθμίζει το επίπεδο προστασίας που προβλέπει ο νόμος 4375/2016, ορίζοντας - μεταξύ άλλων – ότι μια χώρα θα πρέπει να θεωρείται ως ΠΧΑ για τον αιτούντα/ούσα άσυλο εάν αυτός/-ή απολαμβάνει «επαρκή» προστασία εκεί, με αποτέλεσμα να απομακρύνεται από την προηγούμενη προϋπόθεση της «αποτελεσματικής» προστασίας στην τρίτη χώρα. Παρότι η διάταξη είναι τυπικά σύμφωνη με τα ελάχιστα πρότυπα που απαιτούνται από την APD, η Διεθνής Αμνηστία αντιτίθεται στην έννοια της «επαρκούς προστασίας» καθώς ενέχει τον κίνδυνο εκτροπής της ευθύνης προστασίας των προσφύγων προς χώρες που παρέχουν προστασία η οποία δεν βασίζεται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Σύμβαση της Γενεύης. Ως εκ τούτου, η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει τη λύπη της για την οπισθοδρόμηση της Ελλάδας από τα προηγούμενα ευνοϊκότερα πρότυπα και καλεί τις αρχές να απορρίψουν την τροποποίηση.

Το προτεινόμενο νομοσχέδιο ρυθμίζει τις έννοιες των ΑΤΧ, σύμφωνα με το Άρθρο 38 της APD, στο Άρθρο 86. Τροποποιώντας το Άρθρο 56 του Νόμου 4375/2016, το οποίο ρύθμιζε προηγουμένως το θέμα, η νέα διάταξη εισάγει μια σειρά κριτηρίων για την αξιολόγηση της ποιότητας της σχέσης του/της αιτούντος/ούσας με την τρίτη χώρα, η οποία θα εξετάζεται σε συνδυασμό με το στοιχείο της διέλευσης μέσω αυτής της χώρας. Αυτά τα κριτήρια συμπεριλαμβάνουν τον χρόνο παραμονής στη χώρα, τους κοινωνικούς δεσμούς εκεί, τις προηγούμενες επισκέψεις, τη γνώση της γλώσσας και τη γεωγραφική εγγύτητα με τη χώρα καταγωγής, μεταξύ άλλων. Η διάταξη προβλέπει ανησυχητικά ότι θα είναι δυνατή η εξαίρεση από την εξατομικευμένη αξιολόγηση κατά περίπτωση για την ύπαρξη των παραπάνω στοιχείων, όπου η υπό εξέταση Τρίτη Χώρα έχει οριστεί ως γενικά ασφαλής και συμπεριλαμβάνεται στον εθνικό κατάλογο ασφαλών τρίτων χωρών (86.2). Η ερμηνεία αυτή είναι ασυμβίβαστη με την APD. Παρότι η APD προβλέπει πράγματι τη δυνατότητα κατάρτισης εθνικών καταλόγων ΑΤΧ (Άρθρο 37), το γεγονός ότι μια χώρα περιλαμβάνεται σε έναν τέτοιο κατάλογο δεν απαλλάσσει τα Κράτη-Μέλη από τη διεξαγωγή εξατομικευμένης αξιολόγησης για το αν η χώρα θα ήταν ασφαλής για το συγκεκριμένο άτομο.

Οι έννοιες της ΑΤΧ και της ΠΧΑ έχουν αποτελέσει επί πολλά έτη αντικείμενο κριτικής από τις οργανώσεις και τους φορείς ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες επισημαίνει τις «δυσκολίες στην εφαρμογή της έννοιας», ιδίως όσον αφορά τη χρήση της διέλευσης ως επαρκούς «σύνδεσης» καθώς και την αξιολόγηση της ασφάλειας της χώρας[11]. Το Συμβούλιο της Ευρώπης προβλέπει επίσης κριτήρια για να διασφαλίσει ότι η εφαρμογή αυτών των εννοιών είναι σύμφωνη με τα ανθρώπινα δικαιώματα[12].

Η πρόταση του 2016 της ΕΕ για τη μεταρρύθμιση της APD, η οποία, μεταξύ άλλων, επικεντρώθηκε επίσης στην αύξηση της χρήσης των εννοιών ΑΤΧ και ΠΧΑ, έτυχε επίσης δριμύτατης κριτικής για αυτό το ζήτημα[13]. Ο προτεινόμενος κατάλογος των στοιχείων που θα πρέπει να υποδεικνύουν την ύπαρξη σύνδεσης περιλαμβάνει επίσης στοιχεία που θεωρούνται προβληματικά εδώ και καιρό, όπως το ζήτημα της διέλευσης. Γι’ αυτό το ζήτημα θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες δηλώνει ότι για αιτούντες/ούσες άσυλο που απλά πέρασαν μέσα από ένα προηγούμενο κράτος το οποίο δεν έχει θεσπισμένες εθνικές διαδικασίες ασύλου ή όπου δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι θα ήταν διαθέσιμη η διεθνής προστασία, το τωρινό κράτος (εν προκειμένω η Ελλάδα) θα χρειαζόταν να εισάγει τον/την αιτούντα/ουσα στη διαδικασία ασύλου και να αξιολογήσει το αίτημά του/της επί της ουσίας.[14] Περαιτέρω, ακριβώς στην περίπτωση του ελέγχου των πρακτικών της Ελλάδας, η διέλευση έχει περιγραφεί από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ως «μη “επαρκής” σύνδεση ή ουσιαστικός δεσμός», καθώς στην πραγματικότητα «συχνά αποτελεί αποτέλεσμα τυχαίων περιστάσεων και δεν συνεπάγεται απαραίτητα την ύπαρξη οποιουδήποτε σημαντικού δεσμού ή σύνδεσης. Παράλληλα, ούτε το απλό δικαίωμα εισόδου χωρίς φυσική παρουσία συνιστά ουσιαστικό δεσμό.» [15]

Τα υπόλοιπα κριτήρια του Άρθρου 86, δεν αντικατοπτρίζονται επίσης στην Οδηγία και δεν είναι απαραιτήτως ενδεικτικά της ύπαρξης ουσιαστικής σύνδεσης με τη χώρα εκείνη, ώστε να δικαιολογούν την επιστροφή. Ελλείψει καθιερωμένης πρακτικής ή κοινών προτύπων για αυτό το ζήτημα, η εισαγωγή τέτοιων κριτηρίων κινδυνεύει να εκθέσει τους αιτούντες/ούσες άσυλο σε σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους, τόσο ως προς το δικαίωμά τους να ζητήσουν άσυλο μέσω της αποτελεσματικής πρόσβασης σε διαδικασίες ασύλου, όσο και ως προς το δικαίωμα σε προστασία από μη επαναπροώθηση – να μην επιστραφούν σε μια κατάσταση όπου θα αντιμετωπίζουν πραγματικούς κινδύνους σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Β. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Η Ελληνική Κυβέρνηση προτείνει τη διαφοροποίηση της διάρκειας της άδειας παραμονής για τους δικαιούχους επικουρικής προστασίας, μειώνοντάς την από 3 έτη σε 1 έτος (Άρθρο 24.1). Η Διεθνής Αμνηστία καλεί σε απόρριψη αυτής της διάταξης, η οποία φαίνεται να προσανατολίζεται στην υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας των δικαιούχων διεθνούς προστασίας.

Παρόμοιες ανησυχίες ισχύουν και για τις διατάξεις του Άρθρου 70 του Σχεδίου Νόμου, οι οποίες μειώνουν τη διάρκεια ισχύος της κάρτας ασύλου από το ένα έτος στους 6 μήνες και εισάγουν αυθαίρετες αλλαγές στην εγκυρότητα των καρτών που χορηγούνται σε αιτούντες/ούσες άσυλο που ανήκουν σε εθνικότητες με ποσοστά αναγνώρισης κάτω του 35% (ένας ακόμη μεγαλύτερος περιορισμός σε σύγκριση με το σημερινό κατώτατο όριο του 25%) ή όσων η αίτηση ασύλου έτυχε επεξεργασίας μέσω «ειδικών» διαδικασιών.

 

Γ. ΑΤΟΜΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ, ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΙ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑ ΑΡΧΩΝ ΠΟΥ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Η Διεθνής Αμνηστία επιθυμεί επίσης να επιστήσει την προσοχή στις σημαντικές επιπτώσεις που θα έχει το προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου στα διαδικαστικά δικαιώματα των αιτούντων/ουσών, σχετικά με τη νομική αρωγή και εκπροσώπηση, το δικαίωμα πληροφόρησης και τα δικαιώματα που συνδέονται με την υποβολή προσφυγών. Σημειώνουμε ότι το Άρθρο 71, το οποίο εφαρμόζει τα Άρθρα 19 έως 23 της APD, εισάγει την απαίτηση απόδειξης της γνησιότητας της υπογραφής του αιτούντα/ούσας, έτσι ώστε να εκπροσωπηθεί έγκυρα από δικηγόρο. Αυτή η απαίτηση δεν υπάρχει στις αντίστοιχες διατάξεις της ΕΕ και έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνει περαιτέρω τον αιτούντα/ούσα κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του/της.

Επιπλέον, η νέα διατύπωση φαίνεται να υποδηλώνει ότι η πλήρης πρόσβαση στους λόγους των αρνητικών αποφάσεων σε πρώτο βαθμό καθώς και τη δυνατότητα υποβολής προσφυγής παρέχεται μόνο κατόπιν αιτήματος του/της αιτούντος/ούσας. Η διάταξη αυτή αποτελεί σαφή παραβίαση του ευρύτερου δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής, όπως προβλέπεται ειδικά για τις προσφυγές που αφορούν το άσυλο βάσει του Άρθρου 46 της APD, το οποίο προβλέπει ότι «τα Κράτη Μέλη θα διασφαλίσουν ότι οι αιτούντες/ούσες έχουν δικαίωμα της αποτελεσματική προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου» ενάντια στις αρνητικές αποφάσεις σχετικά με την αίτησή ασύλου τους. Οι ελληνικές αρχές, καθιστώντας την παροχή πληροφοριών σχετικά με τη δυνατότητα προσφυγής στο πλαίσιο των αρνητικών αποφάσεων δυνατή μόνο υπό τον όρο της υποβολής αιτήματος εκ μέρους των αιτούντων, λειτουργούν υπό σαφή παραβίαση των βασικών αρχών που υπογραμμίζουν αυτό το δικαίωμα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, και αγνοούν ξεκάθαρα το Άρθρο 11.2 της APD της ΕΕ, το οποίο απαιτεί «2. τα Κράτη Μέλη να μεριμνούν επίσης, ώστε, σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος σχετικά με το καθεστώς του/της πρόσφυγα ή/και το καθεστώς επικουρικής προστασίας, να αναφέρονται στην απόφαση οι πραγματικοί και οι νομικοί λόγοι απόρριψης, καθώς και οι πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο άσκησης προσφυγής κατά της αρνητικής απόφασης να δίδονται εγγράφως».

Η Διεθνής Αμνηστία επισημαίνει επίσης ότι το νέο Σχέδιο Νόμου τροποποιεί τις διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα παραμονής στη χώρα κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας διαδικασίας σε περιπτώσεις όπου η αίτηση ασύλου εξετάζεται με διαδικασίες που εξετάζουν το παραδεκτό (απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη ή μη εκτιμηθείσα επί της ουσίας εξαιτίας της ύπαρξης μιας τρίτης χώρας που θεωρείται ως ΑΤΧ ή ΠΧΑ). Ένα ξεχωριστό αίτημα που αναφέρει τους λόγους για το συμφέρον του/της αιτούντος/ούσας να παραμείνει στη χώρα θα πρέπει να κατατίθεται χωριστά (Άρθρο 104).

Παρότι η ερμηνεία αυτή είναι γενικά σύμφωνη με το Άρθρο 46(5) και (6), δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τη σημασία που έχει επισημανθεί στη νομολογία του ΔΕΕ στο πλαίσιο της υπόθεσης Tall, σχετικά με τη σχέση μεταξύ των προσφυγών ασύλου χωρίς ανασταλτικά αποτελέσματα και των δικαιωμάτων στά Άρθρα 47 και 19(2) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Συγκεκριμένα, δεν εξετάζει εξαιρέσεις για περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση ανάκλησης του δικαιώματος παραμονής στη χώρα θα είχε ως αποτέλεσμα να εκτίθεται ο/η αιτών/ούσα σε κινδύνους σοβαρών παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με την υπόθεση Tall,[16] η οποία είναι δεσμευτική για την Ελλάδα, το ΔΕΕ προβλέπει ότι «η προσφυγή πρέπει αναγκαστικά να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όταν ασκείται κατά απόφασης επιστροφής, όπου η εκτέλεση της οποίας ενδέχεται να εκθέσει τον/την ενδιαφερόμενο/η υπήκοο τρίτης χώρας σε σοβαρό κίνδυνο υποβολής σε θανατική ποινή, βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία... ». [17]

Ανάκληση της προσφυγής λόγω μη παρουσίας στην ακρόαση: Επιπλέον, η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία της για την αξιολόγηση της αποτυχίας αυτοπρόσωπης παρουσίας του αιτούντος/ούσας στην ακρόαση ως ένδειξη του «καταχρηστικού» χαρακτήρα της προσφυγής (Άρθρο 97.2) που οδηγεί στην απόρριψη της προσφυγής ως προδήλως αβάσιμης, εκτός αν ο/η αιτών/ούσα μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας (Άρθρο 78.3). Η διάταξη αυτή δεν προβλέπεται ρητά από την Οδηγία και φαίνεται να αποτελεί αδικαιολόγητη ερμηνεία της συμπεριφοράς του/της αιτούντος, οδηγώντας ενδεχομένως σε μη αναστρέψιμες συνέπειες για την υπόθεσή του/της. Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές να διασφαλίσουν ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις συνέπειες της μη εμφάνισης δεν θα παραβιάζουν τα δικαιώματα των προσφευγόντων σε αποτελεσματική προσφυγή και τις παροτρύνει να τροποποιήσουν τη διάταξη αυτή αναλόγως.

Τέλος, η Διεθνής Αμνηστία επισημαίνει την αλλαγή της σύνθεσης των Επιτροπών Προσφυγών για το Άσυλο, η οποία καταργεί την προϋπόθεση συμμετοχής ενός διορισμένου εκπροσώπου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, και ορίζει στη θέση του τρείς Δικαστές Διοικητικών Δικαστηρίων, εισάγοντας παράλληλα τη δυνατότητα μονοπρόσωπης διαδικασίας (Άρθρο 116). Η εκπαίδευση των μελών των ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών παραχωρείται επίσης στην Υπηρεσία Ασύλου και στην Αρχή και το EASO, μεταξύ άλλων, ενώ η συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες περιορίζεται μόνο σε θέματα κατάρτισης.

H Διεθνής Αμνηστία θεωρεί την εξέλιξη αυτή βαθύτατα ανησυχητική όσον αφορα την ανεπάρκεια της προτεινόμενης σύνθεσης και κανόνων να διασφαλίσουν το απαραίτητο επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης, ενώ η σύνθεση των επιτροπών και της μονοπρόσωπης διαδικασίας θα μπορούσαν να θεωρηθούν μη συμβατές με το Ελληνικό Σύνταγμα[18].

ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ

Το Άρθρο 77 παράγραφος 1 του Σχεδίου Νόμου  επιτρέπει την πιθανότητα της διεξαγωγής εξέτασης αίτησης ασύλου επί του παραδεκτού από προσωπικό της αστυνομίας ή του Ελληνικού Στρατού. Η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί αυτή την πρόταση μία σοβαρή οπισθοδρόμηση η  οποία αν εφαρμοσθεί, θα  θέσει σε αμφισβήτηση την ανεξαρτησία της διαδικασίας ασύλου.

Αναφορά πρέπει να γίνει με αυτή την έννοια στα σχόλια της ΄Τπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες αφορά την APD (non-recast) και το νομοσχέδιο για το άσυλο στην Εσθονία το 2016.  Ο Oργανισμός υπογράμισε ότι “[….]  δεν θεωρούσε ότι ο ρόλος της μόνης αρχής απόδοσης διεθνούς προστασίας θα έπρεπε να ασκείται από την αστυνομία, συνοριοφύλακες ή άλλα μέλη των σωμάτων ασφαλείας” και ότι  “Οι αστυνομικές αρχές γενικά δεν είναι εκπαιδευμένες, εφοδιασμένες ή με το δυναμικό για να διεξάγουν προσωπική συνέντευξη και να εξετάσουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Το να τεθεί η αστυνομία σε αυτό τον ρόλο, μπορεί να υπονομεύσει την αντίληψη της εμπιστευτικότητας και της αμεροληψίας, οι οποίες είναι απαραίτητες για την δημιουργία συνθηκών πρόσφορων για την ολοκληρωμένη αποκάλυψη των γεγονότων από τους αιτούντες/σες κατά την διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης”.[19]

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές να καταργήσουν το σχετικό κομμάτι της διάταξης.

 

2. ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΩΝ ΜΚΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί βαθύτατα για την τροπολογία που εισάγεται στο Άρθρο 66 σχετικά με τα δικαιώματα πρόσβασης των ΜΚΟ στους χώρους υποδοχής και κράτησης, οι οποίες βοηθούν ή εκπροσωπούν τους αιτούντες/ούσες άσυλο και τους μετανάστες/ριες, εφαρμόζοντας το Άρθρο 8 της Οδηγίας 2013/32. Σύμφωνα με το Άρθρο 66, τα άτομα που βρίσκονται σε κράτηση ή στα κέντρα διέλευσης των συνόρων, τα οποία έχουν δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος για διεθνή προστασία, εκπληρώνουν το δικαίωμα αυτό μέσα από τη δράση της ελληνικής «Υπηρεσίας Ασύλου σε συνεργασία με τις αρχές που λειτουργούν στα σημεία αυτά ή με διαπιστευμένες οργανώσεις», οι οποίες θα είναι υπεύθυνες για την παροχή αυτών των πληροφοριών.

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία ότι η εισαγωγή απαίτησης πιστοποίησης για τις οργανώσεις που λειτουργούν σε αυτό το πλαίσιο κινδυνεύει να παρέμβει αδικαιολόγητα στην δουλειά των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και, με αυτόν τον τρόπο, υπονομεύει τα δικαιώματα των ατόμων να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με το άσυλο, επηρεάζοντας, έτσι, την αποτελεσματικότητα της πρόσβασης στις διαδικασίες.

Στην προηγούμενη εκδοχή του νόμου, ο περιορισμός της πρόσβασης στα κέντρα κράτησης ή στα σημεία διέλευσης των συνόρων δικαιολογούνταν μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης ή σε σχέση με τη διοικητική διαχείριση του σημείου διέλευσης, και δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να καταστεί «αδύνατη» η πρόσβαση σε όσους/ες κατέχουν το δικαίωμα αυτό. 

Ουσιαστικά, με την επιβολή της προϋπόθεσης πιστοποίησης, το Άρθρο 66 παράγραφος 3, του οποίου η λειτουργία στην πράξη καθορίζεται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, η προτεινόμενη τροποποίηση επιβάλλει περαιτέρω εμπόδια στις ΜΚΟ και την πρόσβαση των ατόμων, η οποία δεν βρίσκει καμία ρητή αιτιολόγηση στο δίκαιο της ΕΕ  και γι’ αυτό τον ΄λόγο πρέπει να απαλειφθεί.

 

3. ΚΡΑΤΗΣΗ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ/ΟΥΣΩΝ ΑΣΥΛΟ

Το Άρθρο 46 του Σχεδίου Νόμου καταργεί την αυτόματη επανεξέταση των αποφάσεων διοικητικής κράτησης που προβλέπεται στο Άρθρο 46, παράγραφος 5 του Νόμου 4375/2016. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε προβληματική η εφαρμογή του[20], η εισαγωγή αυτού του χαρακτηριστικού ήταν αποτέλεσμα συστάσεων από διεθνείς οργανισμούς όπως ο Ειδικός Εισηγητής για τα Δικαιώματα των Μεταναστών/ριών[21]. Η απάλειψή του συνεπώς συνιστά σοβαρή και αδικαιολόγητη οπισθοδρόμηση για την προστασία των αιτούντων/ουσών άσυλο στην Ελλάδα. Η Διεθνής Αμνηστία ζητά την αποκατάσταση της προηγούμενης αυτόματης επανεξέτασης της κράτησης, καθώς την λήψη μέτρων από τις ελληνικές αρχές για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητάς της στην πράξη.

Η παράταση της μέγιστης περιόδου κράτησης, κατά την οποία θα μπορούν να κρατηθούν αιτούντες/ούσες άσυλο, από 45 σε 50 ημέρες (που εφαρμόζεται επίσης στις αποφάσεις παράτασης) σύμφωνα με το Άρθρο 46 είναι επίσης προβληματική. Ωστόσο, η πλέον ανησυχητική είναι η διάταξη που προβλέπει ότι η προαναχωρησιακή κράτηση και η κράτηση για λόγους ασύλου πρέπει να υπολογίζονται χωριστά για τον υπολογισμό της μέγιστης περιόδου κράτησης (Άρθρο 46 παράγραφος 5.β). Ενώ επί της αρχής είναι συμβατή με το δίκαιο της ΕΕ, εάν εξεταστεί σε συνδυασμό με τις χαμηλότερες διασφαλίσεις που ισχύουν για την κράτηση ασύλου και την παράταση των περιόδων κράτησης, οι αιτούντες/ούσες άσυλο κινδυνεύουν να βρεθούν σε κράτηση στην Ελλάδα για παρατεταμένα  διαστήματα και με πιο περιορισμένα ένδικα μέσα.

Η Διεθνής Αμνηστία καλεί τις ελληνικές αρχές να διασφαλίσουν ότι η επέκταση των χρόνων κράτησης θα αποριφθεί και η νέα νομοθεσία θα εφαρμοσθεί λαμβάνοντας υπόψη την γενικά αναγνωρισμένη αρχή σύμφωνα με την οποία οι αιτούντες/σες άσυλο δεν πρέπει, ως κανόνας, να κρατούνται και ότι η κράτηση θα πρέπει να θεωρείται ως έσχατο μέσο και αφού έχουν εξετασθεί άλλα λιγότερo παρεμβατικά εναλλακτικά μέτρα.

 

4. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ/ΟΥΣΩΝ ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗ-ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Το Άρθρο 57 ρυθμίζει πλέον το δικαίωμα του κράτους να περιορίζει ή να διακόπτει την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής. Ενώ ο δεδηλωμένος στόχος του προτεινόμενου άρθρου είναι η μεταφορά των διατάξεων του Άρθρου 20 RCD, η διατύπωση της παραγράφου 2 είναι αντίθετη με την Οδηγία, καθώς εντέλλεται («οι Αρμόδιες Αρχές θα») αντί να παρέχει την απλή δυνατότητα περιορισμού των υλικών συνθηκών υποδοχής όταν θεωρείται ότι ο/η αιτών/ούσα «αδικαιολόγητα, δεν έχει υποβάλλει αίτημα διεθνούς προστασίας το συντομότερο δυνατό μετά την άφιξή του/της στο συγκεκριμένο Κράτος - Μέλος». Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι ο/η αιτών/ούσα έχει αποκρύψει οικονομικούς πόρους. Και σε αυτή την περίπτωση, η δυνατότητα περιορισμού των υλικών συνθηκών υποδοχής, που προβλέπεται από την RCD, έχει δεσμευτική ισχύ (57.3).

Η παράγραφος 4 εισάγει επίσης το στοιχείο της άμεσης ενημέρωσης, σε περίπτωση προβληματικής συμπεριφοράς στην αρμόδιας αστυνομικής αρχή, προκειμένου να προσδιοριστεί η δυνατότητα εφαρμογής, στη δεδομένη περίπτωση, μέτρων κράτησης ατόμου που συνιστά «κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη». Η διάταξη αυτή συνιστά επίσης αδικαιολόγητη επέκταση των διατάξεων της RCD και δεν έχει καμία βάση σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ. Η μείωση της απόσυρσης των υλικών συνθηκών υποδοχής, βάσει του προτεινόμενου άρθρου, ισχύει επίσης, με διαφορετικές διασφαλίσεις, στις περιπτώσεις που αφορούν ασυνόδευτους ανηλίκους. Το προτεινόμενο άρθρο, στην παράγραφο 5, παραλείπει επίσης την απαίτηση οι αποφάσεις περιορισμού ή μείωσης των συνθηκών, να διέπονται από την αρχή της αναλογικότητας.

Η Διεθνής Αμνηστία αντιτίθεται στην τιμωρητική προσέγγιση όπως υιοθετείται μέσω της προτεινόμενης πρότασης και καλεί είτε να απορριφθεί το Άρθρο 57 στο σύνολό του, είτε να μειωθούν στο ελάχιστο τα τμήματα του που εκτρέπονται από το δίκαιο της ΕΕ, και το υπόλοιπο να αλλάξει για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το δίκαιο της ΕΕ και τα διεθνή πρότυπα.

  • Υποχρεώσεις αιτούντων/ουσών κατά την διάρκεια της διαδικασίας ασύλου

Η ίδια τάση να προσδίδεται μεγαλύτερη σημαντικότητα στις υποχρεώσεις των αιτούντων/ουσων κατά την διάρκεια των διαδικασιών ασύλου και να επιδεινώσει τις συνέπειες μη συμμόρφωσης, είναι παρούσα και στο προτεινόμενο Άρθρο 78. Η Διεθνής Αμνηστία παρατηρεί με ανησυχία ότι η προτεινόμενη διάταξη επιβάλει στους/στις αιτούντες/ουσες άσυλο την υποχρέωση να συνεργαστούν σε άλλες πλευρές της διεκπεραίωσης της αίτησης ασύλου (Aρθρο 78 παράγραφος 2), κάτι το οποίο προβλέπεται μόνο ως πιθανότητα (τα Κράτη Μέλη μπορεί να επιβάλλουν ... άλλες υποχρεώσεις για συνεργασία)  σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ.  

Αυτό που δημιουργει ανησυχία είναι οι συνέπειες για τους/τις αιτούντες/ουσες άσυλο εάν αποτύχουν να συμμορφωθούν με το Άρθρο 78 παράγραφος 2. Ενώ οι αιτούντες/ουσες άσυλο είναι υποχρεωμένοι/ες να συνεργάζονται με τις αρχές, οι διαδικασίες θα πρέπει επίσης να διευκολύνουν ή να στηρίζουν τους./τις αιτούντες/ουσες στο να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Για παράδειγμα, το Άρθρο 78 παράγραφος 3 θέτει ως υποχρέωση την αυτοπρόσωπη παράσταση στην διαδικασία στις Επιτροπές Προσφυγών με κάποιες εξαιρέσεις. Επίσης θεωρεί την  αποτυχία του/της αιτούντα/ουσας που εξαιρείται από την αυτοπρόσωπη παράσταση να παρέχει τις προβλεπόμενες βεβαιώσεις ως τεκμήριο ότι   ‘η προσφυγή υποβλήθηκε μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης απόφασης απέλασης ή με άλλο τρόπο απομάκρυνσής του και  απορρίπτεται ως προφανώς αβάσιμη σύμφωνα με την παράγραφο 2 του Άρθρου 88’.

Επίσης, σύμφωνα με το Άρθρο 78 παράγραφος 9, ‘Η παραβίαση του επιβαλλόμενου καθήκοντος συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές, όπως αυτό εξειδικεύεται με τις προηγούμενες παραγράφους, που συνεπάγεται την παρεμπόδιση της απρόσκοπτης ολοκλήρωσης των διαδικασιών εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, συνεπάγεται την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας ή προσφυγής σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 88’.  

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι γενικά, αβάσιμα αιτήματα εντoπίζονται ως καθαρά δόλια, ή οτι δεν σχετίζονται με κανενα από τα κριτήρια για την παροχή διεθνούς προστασιάς. Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία “Το αν μία υπόθεση θα θεωρηθεί ‘προδήλως αβάσιμη’ ή όχι θα εξαρτηθεί από τον βαθμό δεσμού μεταξύ του αναφερόμενου λόγoυ αναχώρησης και του ορισμού του πρόσφυγα ”.[22] Παρόλα αυτά σε κάθε περίπτωση οποιοσδήποτε και να είναι ο θεωρούμενος λόγος για το ‘αβάσιμο αίτημα’, χρειάζεται ακόμη ατομική αξιολόγηση του αιτήματος για να υποστηριχθεί ή αποριφθεί η θεώρηση του αβάσιμου. Σκληρότερες συνεπειες για αποτυχία συνεργασίας είχαν προταθεί στις προτάσεις αναμόρφωσης του Κοινού Συστήματος Ασύλου της ΕΕ το 2016 αλλά έλαβαν κριτικά σχόλια από οργανισμούς ανθρωπίνωνδικαιωμάτων.[23]

Η Διεθνής Αμνηστία πιστεύει ότι να θεωρείται μια αίτηση ασύλου ως αβάσιμη λόγω του παραπάνω λόγου  είναι αδικαιολόγητη γιατί μπορεί να υπάρχουν αληθινοί λόγοι που ένας αιτών/ουσα άσυλο αποτυγχάνει να εμφανιστεί στην Επιτροπή Προσφυγών ή να συνεργαστεί σε άλλους τομείς. Αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως λόγος άρνησης πρόσβασης στις διαδικασίες ασύλου και της επαρκούς εξέτασης των ατομικών περιστάσεων. Η ερμηνεία ή εφαρμογή της έννοιας του ‘προδήλως αβάσιμου’ θα υποτιμούσε τον θεσμό της διεθνούς προστασίας και ρισκάρει να δημιουργήσει παραβιάσεις στα διαδικαστικά δικαιώματα των αιτούντων/ουσων άσυλο να έχουν τα αιτήματά τους αξιολογηθεί σωστά. Γι’ αυτό τον λόγο, η Διεθνής Αμνηστία καλει τις ελληνικές αρχές να απορίψουν την τροποποίηση.

  • Σιωπηρή ανάκληση του αιτήματος ασύλου

Με βάση παρόμοιες εκτιμήσεις, η Διεθνής Αμνηστία απορρίπτει ως παράνομη και σε κάθε περίπτωση ως δυσανάλογη την πιθανότητα να θεωρηθεί ένα αίτημα ασύλου ως σιωπηρά ανακληθέν (Άρθρο 81), στη βάση της παράλειψης συμμόρφωσης με όρους όπως η αυτοπρόσωπη παρουσία κατά την ακρόαση της προσφυγής ή την αναχώρηση από χώρο υποδοχής χωρίς να ζητηθεί άδεια από την αρμόδια αρχή, καθώς δεν σχετίζονται με τη βασιμότητα του αιτήματος του/της αιτούντος/ούσας άσυλο και έχουν ως αποτέλεσμα να του/της στερούν τη συμμετοχή και την παροχή στοιχείων για την εξέταση του αιτήματός τους.

Η διάταξη επίσης αποτυγχάνει να ρυθμίσει περιπτώσεις στις οποίες ο/η  αιτών/ούσα παρουσιάζεται ξανά στην αρμόδια αρχή, μετά την έκδοση απόφασης διακοπής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αιτήματος για την επανέναρξη της υπόθεσης (Άρθρο 28 της APD) ή της ρητής προστασίας από την επαναπροώθηση για άτομα που εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία, τα οποία, και τα δύο, ρυθμίζονται ρητά από το δίκαιο της ΕΕ.

 

5. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ: ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ, ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις έχουν σημαντικές συνέπειες για τα δικαιώματα των αιτούντων/ουσών άσυλο ως προς την πλήρη απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών τους δικαιωμάτων στην Ελλάδα, στους τομείς της απασχόλησης, της εκπαίδευσης και της ιατρικής περίθαλψης.

Σύμφωνα με το Άρθρο 51, εφαρμόζοντας το Άρθρο 14 RCD, τα παιδιά αιτούντες άσυλο πρέπει να εγγραφούν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση υπό «παρόμοιες» προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, εάν, παρά τη διαθεσιμότητα των σχολικών δομών, ο/η αιτών/ούσα δεν συμμορφώνεται με τη διάταξη αυτή, εφαρμόζεται το Άρθρο 57 και περιορίζονται οι υλικές συνθήκες υποδοχής, όχι μόνο για τον/την ανήλικο/η αλλά και για τα ενήλικα μέλη της οικογένειάς του/της.

Αυτή η διάταξη αποτελεί αδικαιολόγητη επέκταση των προβλεπόμενων από το δίκαιο της ΕΕ λόγων, για τον νόμιμο περιορισμό των υλικών συνθηκών υποδοχής. Δεν υποστηρίζεται από το ενωσιακό ή το διεθνές δίκαιο και παραβιάζει θεμελιωδώς το πνεύμα και τον σκοπό του δικαιώματος των παιδιών στην εκπαίδευση, σύμφωνα με το Άρθρο 28 της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού του ΟΗΕ, δημιουργώντας μια αδικαιολόγητη εξάρτηση μεταξύ αυτού του δικαιώματος και του δικαιώματος του παιδιού σε ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο (Άρθρο 2 7 της Σύμβασης). Ανησυχίες προκύπτουν επίσης από το γεγονός ότι η νέα διάταξη συνιστά οπισθοδρόμηση σε σχέση με την υπάρχουσα, που επιτρέπει την πρόσβαση στην εκπαίδευση για τα παιδιά ανεξάρτητα από το νομικό τους καθεστώς.

Η Διεθνής Αμνηστία προτρέπει να απορριφθεί η προτεινόμενη τροπολογία και να διασφαλιστεί ότι το δικαίωμα των παιδιών στην εκπαίδευση και το δικαίωμα σε ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο θα προστατεύονται και εκπληρώνονται ανεξάρτητα, και ότι οι ενέργειες και οι πολιτικές του κράτους θα προσανατολίζονται προς την προώθηση και διευκόλυνση της συμμετοχής στην εκπαίδευση, αντί να επικεντρώνονται στην επιβολή κυρώσεων. Η οργάνωση προτρέπει επίσης τις ελληνικές αρχές να διασφαλίσουν την πρόσβαση στην εκπαίδευση των παιδιών των οικογενειών υπό παράτυπο καθεστώς. [24]

Η πρόταση εισάγει επίσης αλλαγές στο δικαίωμα εργασίας των αιτούντων/ουσών άσυλο, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 53 παράγραφος 1 καθιερώνει ότι οι αιτούντες/ούσες δεν θα έχουν πλέον άμεση πρόσβαση στην αγορά εργασίας μετά την καταγραφή του αιτήματός τους (όπως σύμφωνα με το Άρθρο 71 του Νόμου 4375/2016 και το Άρθρο 15 του Νόμου 4540/2018), αλλά αυτό θα χορηγείται μόνο μετά από 6 μήνες. Επιπλέον, όταν θα υιοθετείται μία αρνητική απόφαση χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα για το αίτημα ασύλου του/της αιτούντος/ούσας, το δικαίωμα στην εργασία θα ανακαλείται αυτομάτως (Άρθρο 53 παράγραφος 2).

Η τροπολογία αυτή κινδυνεύει να προκαλέσει σοβαρή επιδείνωση της ήδη επισφαλούς οικονομικής κατάστασης των αιτούντων/ουσων άσυλο και των προσφύγων, στο σκληρό ελληνικό οικονομικό σύστημα. Το 2018, καταγράφηκε ότι «η πρόσβαση στην αγορά εργασίας πλήττεται σοβαρά από τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν [στη χώρα]», κάτι που επιδεινώνεται από τα γραφειοκρατικά εμπόδια του συστήματος. Τέτοιες δυσκολίες καταγράφονται ευρέως, μεταξύ άλλων από την Επίτροπο του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η οποίος είχε επισημάνει τα εμπόδια πρόσβασης που επηρεάζουν την ουσιαστική πρόσβαση των αιτούντων/ουσών άσυλο στην αγορά εργασίας. [25]

Λαμβάνοντας υπόψη τις ήδη υπάρχουσες δυσκολίες που επηρεάζουν την απόλαυση των εργασιακών δικαιώματα των αιτούντων/ουσών άσυλο, η Διεθνής Αμνηστία προτρέπει να απορριφθεί η προτεινόμενη τροποποίηση και να επαναφερθεί η αρχική διάταξη.

Τέλος, η Διεθνής Αμνηστία εξέφρασε, ξεχωριστά, σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την πρόσβαση των αιτούντων/ουσών άσυλο σε εγκαταστάσεις δημόσιας υγείας και φαρμάκων στην Ελλάδα, ζητώντας την υιοθέτηση μέτρων για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το Άρθρο 33 του Νόμου 4368/2016 και επικρίνοντας την αδυναμία εφαρμογής του σχεδίου έκδοσης της Κάρτας Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπών («ΚΥΠΑ»), και την απόσυρση της εγκυκλίου που ρυθμίζει την έκδοση του ΑΜΚΑ για μη-υπηκόους, η ρύθμιση της οποίας αναβλήθηκε για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, με την εγκύκλιο της 1ης Οκτωβρίου[26]. Η Διεθνής Αμνηστία επαναλαμβάνει ότι αυτή η κατάσταση των πραγμάτων είναι ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας και με τις υποχρεώσεις της χώρας βάσει του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της ΕΕ (άρθρο 19 RCD).

Το Άρθρο 55 προτείνει να ρυθμίζεται η πρόσβαση του/της αιτούντος/ούσας στην ιατρική περίθαλψη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα πρέπει να εξασφαλίζεται μέσω της παροχής της Κ.Υ.Π.Α., έως ότου αποκτήσει δικαίωμα απασχόλησης (επίσης Άρθρο 118). Αυτή θα εκδίδεται από την Υπηρεσία Ασύλου και η διάρκειά της θα αντιστοιχεί στη διάρκεια της κάρτας ασύλου του/της αιτούντος/ούσας. Η Διεθνής Αμνηστία επισημαίνει ότι η εν λόγω διάταξη δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Νόμου 4385/2016, καθότι παρέχει πρόσβαση σε εγκαταστάσεις δημόσιας υγείας μόνο στους/στις αιτούντες/ούσες άσυλο που έχουν ολοκληρώσει την καταγραφή των αιτημάτων τους και τους έχει εκδοθεί κάρτα ασύλου, ενώ το Άρθρο 33 του Νόμου του 2016 εγγυάται την πρόσβαση σε αιτούντες/ούσες άσυλο από την ημέρα που έχουν εκφράσει τη θέλησή τους ενώπιον των αρμόδιων αρχών να υποβάλουν αίτημα ασύλου. Οι ανησυχίες παραμένουν καθώς τα παιδιά παράτυπων μεταναστών/ριών θα εξακολουθούν να μην έχουν δωρεάν πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα υγείας.

Επιπλέον, με το προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου να τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2020, η κατάσταση των αιτούντων/ουσών άσυλο που δεν είναι σήμερα σε θέση να εγγραφούν για ΑΜΚΑ ή Κ.Υ.Π.Α. θα παραταθεί αδικαιολόγητα, εάν δεν ληφθούν επειγόντως μέτρα για να διασφαλιστεί ότι η κατάστασή τους θα ρυθμιστεί ακόμη και πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου.

 

ΤΕΛΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Τέλος, η Διεθνής Αμνηστία προτρέπει τις ελληνικές αρχές να καταργήσουν το Άρθρο 114 από το Σχέδιο Νόμου, που απαιτεί από τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας να εγκαταλείψουν τις εγκαταστάσεις υποδοχής μέσα σε 2 μήνες από τη δημοσίευση του νέου νόμου. Λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις αυτής της διάταξης και των πολύπλοκων λειτουργικών πτυχών της σχετικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης να τηρούνται οι ειδικές ανάγκες των ευάλωτων κατηγοριών, προτρέπουμε την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα ξεχωριστά και λεπτομερώς.

 

[4] AIDA 2018. Έκθεση για την Ελλάδα, Μάρτιος 2019, σ. 91, στο: https://www.asylumineurope.org/sites/default/files/report-download/aida_gr_2018update.pdf.

[5] Greece: Note on Legal Changes Proposed by the Greek Government on 19 April 2018 to Greece’s Reception and Asylum System, Public Statement of 4 May 2018, AI Index: EUR 25/8362/2018.

[6] Βλ. ECRE Comments on the proposal for an Asylum Procedures Regulation, Νοέμβριος 2016, σ. 47 στο http://www.ecre.org/ecre-comments-on-the-proposal-for-an-asylum-procedures-regulation/

[8] Βλ. ECRE Comments on the proposal for an Asylum Procedures Regulation, Νοέμβριος 2016, on children in accelerated procedures, σ. 49-50, στο: http://www.ecre.org/ecre-comments-on-the-proposal-for-an-asylum-procedures-regulation/ και UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Comments on the European Commission's Proposal for an Asylum Procedures Regulation, Απρίλιος 2019, COM (2016) 467, στο: https://www.refworld.org/docid/5cb597a27.html, σ. 35.

[9] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Comments on the European Commission's Proposal for an Asylum Procedures Regulation, Απρίλιος 2019, COM (2016) 467, στο: https://www.refworld.org/docid/5cb597a27.html

[10] UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Comments on the European Commission's Proposal for an Asylum Procedures Regulation, Απρίλιος 2019, COM (2016) 467, στο: https://www.refworld.org/docid/5cb597a27.html, σ. 35.

[13]Βλ. ECRE Comments on the proposal for an Asylum Procedures Regulation, Νοέμβριος 2016, σ. 51 στο http://www.ecre.org/ecre-comments-on-the-proposal-for-an-asylum-procedures-regulation/

[16] ΔΕΕ, Υπόθεση C-239/14 της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Abdoulaye Amadou Tall v Centre public d’action sociale de Huy (CPAS de Huy), παρα. 58 βλ: http://curia.europa.eu/juris/celex.jsf?celex=62014CJ0239&lang1=en&type=T...

[17] http://curia.europa.eu/juris/celex.jsf?celex=62014CJ0239&lang1=en&type=TXT&ancre=, para 58 και RE-JUS CASEBOOK ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ, σ. 180 https://www.rejus.eu/sites/default/files/content/materials/rejus_caseboo...

[18] Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Επικρατείας (Απόφαση No. 2980/2010, σημείο 5), η μονοπρόσωπη διοικητική διαδικασία με έναν δικαστή είναι αντισυνταγματική.

[21] Συμβούλιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Μεταναστών/τριων, Addendum :  Αποστολή στην Ελλάδα, 18 Απριλίου 2013, A/HRC/23/46/Add.4, βλ: https://www.refworld.org/docid/51b983ab4.html, παρα.  57.

[23] Βλ. ECRE Comments on the proposal for an Asylum Procedures Regulation, Nοέμβριος 2016, σελ. . 10 βλ. http://www.ecre.org/ecre-comments-on-the-proposal-for-an-asylum-procedur...

[24] Η Επιτροπή για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του ΟΗΕ (CESCR) έχει επιβεβαιώσει ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση επεκτείνεται σε όλα τα άτομα σχολικής ηλικίας που διαμένουν στην επικράτεια. Βλ CESCR (1999) Γενικό Σχόλιο Αρ. 13: Το Δικαίωμα στην εκπαίδευση (Άρθρο 13), 8 December 1999, paragraph 34.

[25] Βλ. Συμβούλιο της Ευρώπης, Έκθεση της Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης Mijatović μετά την επίσκεψή της στην Ελλάδα μεταξύ  25 to 29 Ιουνίου 2018, CommDH(2018)24, 6 Nοεμβρίου 2018, βλ: https://bit.ly/2IwG4EG, παράγραφοι 54-55

[26] Η Ελλάδα πρέπει να διασφαλίσει αμέσως την ελεύθερη πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα υγείας για τους αιτούντες/ούσες άσυλο, τα ασυνόδευτα παιδιά και τα παιδιά παράτυπων μεταναστών/ριών, Δημόσια Δήλωση, 14 Οκτωβρίου 2019, AI Index: 25/2013/2019.

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Βασιζόμαστε σε άτομα σαν εσένα. Δεν δεχόμαστε χρηματοδοτήσεις από κυβερνήσεις και διεθνείς διακρατικούς φορείς.