ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟΥΝ ΟΤΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛAΔΑΣ ΕΙΝΑΙ ΖΗΤΗΜΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜAΤΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις 29 Ιουνίου 2018, 10:41Εκτύπωση

Της Sanhita Ambast και της Κονδυλίας Γώγου

Μετά από σχεδόν μία δεκαετία δανείων, προγραμμάτων οικονομικής στήριξης και αυστηρής λιτότητας, η Ελλάδα είναι έτοιμη να βγει από το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής αυτόν τον Αύγουστο. Την περασμένη εβδομάδα, η Ελληνική κυβέρνηση και οι πιστωτές της διεξήγαγαν συζητήσεις σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν για το χρέος που βαρύνει την Ελλάδα. Ανερχόμενο στο 177,8% του ΑΕΠ το 2018, το υψηλότερο στην ΕΕ σήμερα, το χρέος θα μπορούσε να φτάσει στο 250% του ΑΕΠ έως το 2060, σύμφωνα με τις προβλέψεις πριν από τις συζητήσεις.

Οι συζητήσεις αυτές ήταν κρίσιμες όχι μόνο για τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και για τη διασφάλιση ότι η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα δεν θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο ως αποτέλεσμα της λιτότητας. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, η κυβέρνηση της Ελλάδας πιθανώς να δαπανήσει σχεδόν το 45% του ΑΕΠ για να εξυπηρετήσει το χρέος μέχρι το 2060.

Ένα τέτοιο σενάριο θα αφήσει στην κυβέρνηση πολύ λίγους πόρους για να δαπανήσει στις άλλες νομικές υποχρεώσεις της, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των ανθρώπων, του δικαιώματός τους στην υγεία, την εκπαίδευση, τη στέγαση, την κοινωνική ασφάλιση και την εργασία. Οι όροι οποιασδήποτε συμφωνίας για το χρέος, ενδέχεται επίσης να απαιτούν ή να περιλαμβάνουν προαπαιτούμενα και όρους που υπονομεύουν ή περιορίζουν την ικανότητα της Ελληνικής κυβέρνησης να πληροί τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα για όλους τους ανθρώπους.

Είναι ζωτικής σημασίας οι συζητήσεις για το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας να λάβουν υπόψη τις ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, οι πιστωτές -καθώς και οι ελληνικές αρχές που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις- έχουν παραγκωνίσει τις υποχρεώσεις της Ελλάδας για τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα, με μεγάλο κόστος για τους ανθρώπους στη χώρα. Αυτό που τα δύο μέρη φαίνεται να ξεχνούν είναι ότι, ακόμη και σε περιόδους οικονομικής κρίσης, οι υποχρεώσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν και δεν μπορούν να παραβλέπονται.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι τα όργανα παρακολούθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν εκφράσει έντονες ανησυχίες σχετικά με τις σοβαρές επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην υγεία, τη στέγαση, την εκπαίδευση, την εργασία και την κοινωνική ασφάλιση. Σύμφωνα με έναν εμπειρογνώμονα του ΟΗΕ σχετικά με τις επιπτώσεις του εξωτερικού χρέους, «τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα παραβιάζονται ευρέως [στην Ελλάδα] ... Τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόστηκαν από το 2010 έχουν συμβάλλει σημαντικά σε αυτό το αποτέλεσμα». Για παράδειγμα: μεταξύ του 2009 και του 2016, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας για οικονομικούς λόγους τριπλασιάστηκαν στην Ελλάδα, από 4% σε 12%. Κατά την περίοδο αυτή, οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, από 16.184.000 ευρώ (2009) σε 8.552.000. ευρώ (2016).

Και δεν είναι μόνο οι άνθρωποι στην Ελλάδα που έχουν υποφέρει. Τα μέτρα λιτότητας που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης του 2008, έχουν επηρεάσει σοβαρά την προστασία των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σε διάφορες χώρες. Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος, η Διεθνής Αμνηστία έδειξε ότι τα μέτρα λιτότητας στην Ισπανία έχουν καταστήσει την υγειονομική περίθαλψη λιγότερο προσβάσιμη και προσιτή. Τα μέτρα αυτά έχουν συμβάλλει στον σχεδόν διπλασιασμό του χρόνου αναμονής της επιλεκτικής χειρουργικής επέμβασης και έχουν ως αποτέλεσμα άτομα με χρόνιες παθήσεις να δυσκολεύονται να πληρώσουν φάρμακα, τα οποία συχνά βρίσκονται σε έλλειψη. Τα μέτρα είχαν ιδιαίτερες και δυσανάλογες συνέπειες στα άτομα με χαμηλότερα εισοδήματα και ειδικότερα σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, σε άτομα που χρειάζονται φροντίδα και θεραπεία ψυχικής υγείας, σε άτομα με αναπηρία και σε άτομα με χρόνιες παθήσεις υγείας.

Η Διεθνής Αμνηστία διερευνά τον αντίκτυπο των μέτρων λιτότητας στο δικαίωμα πρόσβασης στην υγεία στην Ελλάδα και επικοινώνησε εγγράφως την περασμένη εβδομάδα τις βασικές της ανησυχίες στα εμπλεκόμενα μέρη στη συζήτηση σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν για το χρέος της χώρας. Τονίσαμε ότι οι υποχρεώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα τόσο της Ελληνικής κυβέρνησης όσο και των πιστωτών - που μέχρι στιγμής κυρίως αγνοήθηκαν - πρέπει να αποτελέσουν κεντρικό θέμα αυτών των συζητήσεων. Ειδικότερα, ζητήσαμε και από τις δύο πλευρές:

  • Να διασφαλίσουν ότι οι προϋποθέσεις οποιασδήποτε συμφωνίας σχετικά με το χρέος, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής επιβάρυνσης της εξυπηρέτησής του, δεν θα θέσουν σε κίνδυνο την ικανότητα της Ελλάδας να διαθέσει τους απαραίτητους οικονομικούς και άλλους πόρους για την εξασφάλιση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων.
     
  • Να αξιολογήσουν τις συνέπειες των μελλοντικών συμφωνιών για το χρέος όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και τις προτεινόμενες αλλαγές στα προγράμματα οικονομικής μεταρρύθμισης.
     
  • Να λάβουν επειγόντως μέτρα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων που έχει η οικονομική κρίση και τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόστηκαν κατά την τελευταία δεκαετία στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα των ανθρώπων, με ιδιαίτερη έμφαση την επίδρασή τους στις περιθωριοποιημένες ομάδες.

Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να διεξαχθεί μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση των επιπτώσεων πάνω στα ανθρώπινα δικαιώματα μιας σχεδόν δεκαετίας λιτότητας στην Ελλάδα και να λογοδοτήσουν οι αρμόδιοι λήψης των αποφάσεων αυτών. Στο μεταξύ, οποιαδήποτε απόφαση παρθεί από εδώ και πέρα δεν πρέπει να ενισχύσει περαιτέρω αυτές τις ζημίες. Η εξασφάλιση ότι οι υποχρεώσεις της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι καίριες για κάθε συζήτηση είναι ένα απαραίτητο πρώτο αλλά πολύ καθυστερημένο βήμα στην προσπάθεια να υπαρξει λογοδοσία για όλες τις επίπονες επιπτώσεις των τελευταίων δέκα χρόνων στον πληθυσμό.

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Βασιζόμαστε σε άτομα σαν εσένα. Δεν δεχόμαστε χρηματοδοτήσεις από κυβερνήσεις και διεθνείς διακρατικούς φορείς.