Ο ΦΟΒΟΣ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΛΛAΞΕΙ

Δημοσιεύθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2017, 16:41Εκτύπωση

* Από τον John Dalhuisen, Διευθυντή της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ευρώπη

Εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν σε μία έξαρση βίαιων επιθέσεων στην Ευρώπη τα τελευταία δύο χρόνια. Αυτά τα σκληρά εγκλήματα δεν είχαν ως στόχο τους μόνο άτομα, αλλά ήταν επιθέσεις ενάντια σε ολόκληρες κοινωνίες, στις ελευθερίες και στον τρόπο ζωής τους. Η ανάγκη να προστατευθούν οι άνθρωποι από αυτήν την απρόκλητη βία είναι ξεκάθαρη, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ακόμα περισσότερο, δεν είναι κάτι που πρέπει ή μπορεί να επιτευχθεί καταπατώντας τα ίδια τα δικαιώματα τα οποία οι κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι υπερασπίζονται.  

Τα τελευταία δύο χρόνια, όμως, παρατηρείται μία βαθιά αλλαγή στο παράδειγμα που ακολουθούν οι κυβερνήσεις σε όλη την Ευρώπη: μία μετατόπιση από τη στάση που θέλει τις κυβερνήσεις να διασφαλίζουν την ασφάλεια των πολιτών, ώστε αυτοί να μπορούν να απολαμβάνουν τα δικαιώματα τους, σε μία στάση που θέλει τις κυβερνήσεις να περιορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα με σκοπό να τους παρέχουν ασφάλεια. Το αποτέλεσμα αυτής της μετατόπισης είναι μία «ύπουλη» επαναχάραξη των ορίων μεταξύ των κρατικών εξουσιών και των ατομικών δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, στις εβδομάδες που ακολούθησαν τις φρικιαστικές επιθέσεις στο Παρίσι, τον Νοέμβριο του 2015, η Γαλλία κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και προχώρησε στην υιοθέτηση μιας σειράς νέων αντιτρομοκρατικών μέτρων. Το παράδειγμα της Γαλλίας ακολουθήθηκε γρήγορα και από άλλες χώρες, οι οποίες ψήφισαν τους δικούς τους νέους δρακόντειους νόμους. Αυτό το «φαινόμενο» εξαπλώθηκε σε όλη την ήπειρο με αποτέλεσμα η Ευρώπη να εισέλθει βαθιά σε μια κατάσταση μόνιμης «ασφάλειας».

 

Το οικοδόμημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο χτίστηκε τόσο προσεκτικά μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποσυναρμολογείται κομμάτι-κομμάτι.

 

Ορισμένα κράτη-μέλη της Ε.Ε. καθώς και κάποια περιφερειακά όργανα έχουν αντιδράσει σε αυτές τις επιθέσεις προτείνοντας, υιοθετώντας και εφαρμόζοντας ένα κύμα αντιτρομοκρατικών μέτρων τα οποία έχουν διαβρώσει το κράτος δικαίου, έχουν ενισχύσει τις εκτελεστικές εξουσίες των κυβερνήσεων, έχουν απογυμνώσει το δικαστικό έλεγχο, έχουν περιορίσει την ελευθερία της έκφρασης και έχουν εκθέσει τους πολίτες στην κυβερνητική παρακολούθηση. Το οικοδόμημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο χτίστηκε τόσο προσεκτικά μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποσυναρμολογείται κομμάτι-κομμάτι.

Σε Έκθεση που δημοσιεύτηκε και παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες, η Διεθνής Αμνηστία αποκαλύπτει πώς μία πληθώρα νόμων και τροπολογιών, που ψηφίστηκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, διαβρώνουν το κράτος δικαίου και υπονομεύουν θεμελιώδεις ελευθερίες. Αυτό το πρόσφατο κύμα αντιτρομοκρατικών μέτρων έχει αποδειχθεί μεροληπτικό, στα χαρτιά και στην πράξη, και έχει δυσανάλογο και βαθιά αρνητικό αντίκτυπο στους μουσουλμάνους, τους ξένους πολίτες ή τα άτομα που γίνονται αντιληπτά ως μουσουλμάνοι ή αλλοδαποί.

Άνδρες, γυναίκες και παιδιά έχουν κακοποιηθεί λεκτικά και σωματικά. Επιβάτες έχουν απομακρυνθεί από τα αεροπλάνα επειδή «έμοιαζαν με τρομοκράτες». Στη Γαλλία, απαγορεύθηκε στις γυναίκες να φορούν ολόσωμο μαγιό στην παραλία. Στην Ελλάδα, παιδιά προσφύγων έχουν συλληφθεί επειδή έπαιζαν με πλαστικά όπλα. 

Μία από τις πλέον ανησυχητικές εξελίξεις σε όλη την Ευρώπη είναι η προσπάθεια να καταστεί ευκολότερη η κήρυξη επίσημης «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» ως απάντηση στην τρομομοκρατία ή την απειλή βίαιων επιθέσεων. Σε πολλές χώρες, τα επείγοντα μέτρα τα οποία υποτίθεται ότι θα εφαρμόζονταν προσωρινά, έχουν σταδιακά και αυξανόμενα ενσωματωθεί στο κοινό δίκαιο. Οι εξουσίες που προορίζονταν να ασκηθούν κατ’εξαίρεση μετατρέπονται σε μόνιμες διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών.

Δεδομένης της κρίσιμης κατάστασης στην οποία βρίσκεται η ευρωπαϊκή πολιτική, οι πολίτες πρέπει να είναι εξαιρετικά δύσπιστοι για το εύρος των αρμοδιοτήτων και το βαθμό του ελέγχου στη ζωή και την καθημερινότητά τους που είναι έτοιμοι να εκχωρήσουν στις κυβερνήσεις τους. Η άνοδος της ακροδεξιάς ρητορικής, το αντι-προσφυγικό αίσθημα, τα στερεότυπα και οι διακρίσεις εις βάρος των μουσουλμάνων, η έλλειψη ανοχής στην ελευθερία του λόγου ή άλλων μορφών έκφρασης: όλα αυτά ενέχουν τον κίνδυνο αυτά τα μέτρα να χρησιμοποιηθούν για να στοχοποιήσουν συγκεκριμένους ανθρώπους για λόγους που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με πραγματική απειλή για την εθνική ασφάλεια. Και, πράγματι, αυτό ήδη συμβαίνει στην Ευρώπη.

Το όριο για την ενεργοποίηση και την επέκταση των μέτρων έκτακτης ανάγκης είναι πλέον αρκετά χαμηλό και υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί ακόμη περισσότερο μέσα στα επόμενα χρόνια. Ενώ το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα καθιστά σαφές ότι τα έκτακτα μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις – δηλαδή «σε καιρό πολέμου ή άλλης κατάστασης έκτακτης ανάγκης που απειλεί τη ζωή ενός έθνους» – η ανησυχητική ιδέα ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης αρχίζει σιγά-σιγά να εδραιώνεται.

 

Αν θέλουμε να αποφύγουμε να δημιουργήσουμε κοινωνίες στις οποίες η ελευθερία θα αποτελεί την εξαίρεση και ο φόβος τον κανόνα, δεν πρέπει να αφήσουμε το φόβο να μας αλλάξει.

 

Υπάρχουν πολλές χώρες στην Ευρώπη, και κυρίως εκείνες με μικρή τρομοκρατική ιστορία, στις οποίες οι κυβερνήσεις ακολουθούν σκληρή γραμμή για την αντιμετώπισή της, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Αυτές οι κυβερνήσεις θα μπαίνουν στον πειρασμό και, σταδιακά, θα μπορούν να επιβάλλουν μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως αντίδραση στην πρώτη σοβαρή τρομοκρατική επίθεση που δέχονται. Θα μπορούν επίσης να ασκούν μια σειρά από σαρωτικές εξουσίες, η χρήση των οποίων δεν θα περιορίζεται μόνο σε εκείνους που εμπλέκονται στη διάπραξη τρομοκρατικών ενεργειών. 

Τελικά, όμως, η απειλή για τη ζωή ενός έθνους – για την κοινωνική συνοχή, για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, το σεβασμό των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και για το κράτος δικαίου – δεν πηγάζει από τις μεμονωμένες πράξεις ενός βίαιου περιθωριακού εγκληματία, όσο κι αν αυτές στοχεύουν να καταστρέψουν αυτά τα όργανα και να υπονομεύσουν αυτές τις αρχές. Αυτή η απειλή πηγάζει από τις ίδιες τις κυβερνήσεις και τις κοινωνίες που είναι έτοιμες να εγκαταλείψουν τις ίδιες τους τις αξίες προκειμένου να τις αντιμετωπίσουν.

Στις 15 Νοεμβρίου 2015, δύο μέρες αφότου η σύζυγός του  σκοτώθηκε στο θέατρο Bataclan στο Παρίσι, ο Antoine Leiris έγραψε μια ανοιχτή επιστολή στους δολόφονους της. «Την Παρασκευή το βράδυ κλέψατε τη ζωή ενός εξαιρετικού πλάσματος, την αγάπη της ζωής μου, τη μητέρα του γιου μου αλλά δεν έχετε το μίσος μου... Θέλετε να φοβάμαι, θέλετε να κοιτάζω τους συμπολίτες μου καχύποπτα, να θυσιάσω την ελευθερία μου για την ασφάλεια. Αποτύχατε. Δεν πρόκειται να αλλάξω τη στάση μου».

Αν θέλουμε να αποφύγουμε να δημιουργήσουμε κοινωνίες στις οποίες η ελευθερία θα αποτελεί την εξαίρεση και ο φόβος τον κανόνα, πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Antoine Leiris. Δεν πρέπει να αφήσουμε το φόβο να μας αλλάξει.

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από την εφημερίδα Guardian.

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΔΩΡΕΑ
Βασιζόμαστε σε άτομα σαν εσένα. Δεν δεχόμαστε χρηματοδοτήσεις από κυβερνήσεις και διεθνείς διακρατικούς φορείς.