ΣΧΟΛΙΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙAΤΑΓΜΑ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΣΥΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2011, 20:38Εκτύπωση

ΕΛΛΑΔΑ: ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ TΙΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΣΥΛΟΥ

Εισαγωγή

Στις 22 Νοεμβρίου 2010 τέθηκε σε ισχύ το Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ) 114/2010, με τίτλο «Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπύς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας».[1] Το Διάταγμα αντικαθιστά το ΠΔ 90/2008 και καταργεί το ΠΔ 81/2009. Το τελευταίο ΠΔ είχε στερήσει από τους επιζητούντες διεθνή προστασία, περιλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο, το δικαίωμά τους σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα, καταργώντας τις προσφυγές κατά της απόρριψης στον πρώτο βαθμό της αίτησης ασύλου και άλλων διεκδικήσεων διεθνούς προστασίας.[2] Το νέο διάταγμα θα ισχύσει μέχρι την ίδρυση Υπηρεσίας Ασύλου, όπως αυτή προβλέπεται σε νομοσχέδιο που παρουσιάστηκε πρόσφατα.

Γενικές πληροφορίες

Το διάταγμα θεσπίζει εκ νέου τις προσφυγές στον πρώτο βαθμό υποθέσεων ασύλου και άλλων μορφών διεθνούς προστασίας, προβλέποντας την ίδρυση μίας ή περισσότερων Επιτροπών Προσφυγών και προικίζοντάς τις με εξουσία λήψης αποφάσεων.[3] Κάθε Επιτροπή θα έχει ως πρόεδρο δημόσιο υπάλληλο, είτε από το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, είτε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο/Η πρόεδρος θα πραγματοποιεί ακροάσεις προσφυγών μαζί με εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και με δικηγόρο προσφυγικών ζητημάτων ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατά την αντίληψη της Διεθνούς Αμνηστίας, οι Επιτροπές θα λαμβάνουν οι ίδιες τις αποφάσεις τους για τις αρχικές απορρίψεις αιτημάτων ασύλου λαμβάνοντας υπ’ όψη τόσο τα πραγματικά περιστατικά, όσο και τον νόμο. Το διάταγμα επίσης θεσπίζει μεταβατικές διατάξεις για την αντιμετώπιση του μεγάλου συσσωρευμένου όγκου προσφυγών κατά πρωτοβάθμιων αποφάσεων απόρριψης αιτημάτων προστασίας.[4] Αυτό το πράττει προβλέποντας την ίδρυση Ειδικών Επιτροπών, η σύνθεση των οποίων είναι παρόμοια με εκείνη της ή των Επιτροπών Προσφυγών.

Το διάταγμα επίσης θεσπίζει εξάμηνη προθεσμία για τις αρχικές αποφάσεις επί αιτημάτων ασύλου που εξετάζονται στο πλαίσιο κανονικής διαδικασίας, και τρίμηνη προθεσμία για αποφάσεις επί αιτημάτων που εξετάζονται στο πλαίσιο της ταχύρυθμης διαδικασίας.[5]

Το διάταγμα διατηρεί την αστυνομία ως την αρμόδια αρχή για την αρχική εξέταση των αιτημάτων ασύλου, αναθέτοντας το έργο αυτό σε 13 Αστυνομικές Αρχές ανά τη χώρα. Συνεπώς τις συνεντεύξεις για το άσυλο διεξάγει αστυνομικός υπάλληλος.[6] Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη είναι η αρχή απόφασης για αιτήματα ασύλου που εξετάζονται εντός της εξάμηνης προθεσμίας, ενώ οι Αστυνομικοί Διευθυντές των καθορισμένων Αστυνομικών Διευθύνσεων είναι οι αρχές απόφασης για αιτήματα που διεκπεραιώνονται εντός τριμήνου, δηλαδή στο πλαίσιο της ταχύρυθμης διαδικασίας.

Προκαταρκτικά σχόλια για το Διάταγμα 114/2010

Η Διεθνής Αμνηστία επιθυμεί να προβεί στα ακόλουθα προκαταρκτικά σχόλια για το διάταγμα και ενδέχεται να προβεί σε περαιτέρω σχόλια καθώς θα τίθενται σε εφαρμογή οι μεταβατικές ρυθμίσεις.

Η Διεθνής Αμνηστία καλωσορίζει το γεγονός ότι, πέραν των λυπηρών καθυστερήσεων, το μεταβατικό διάταγμα τέθηκε σε ισχύ.

Η οργάνωση σημειώνει την εκ νέου θέσπιση πρωτοβάθμιων προσφυγών μέσω της ίδρυσης των Επιτροπών Προσφυγών. Η Διεθνής Αμνηστία σημειώνει επίσης τη θέσπιση διατάξεων που στοχεύουν να μειώσουν τον υπάρχοντα συσσωρευμένο όγκο αιτήσεων.

Η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί θετική τη διάταξη του διατάγματος που επιτρέπει, κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων για το άσυλο, την παρουσία είτε εκπροσώπου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, είτε εκπροσώπου μη κυβερνητικής οργάνωσης που συνεργάζεται με την Ύπατη Αρμοστεία, και τη δυνατότητα να θέτει ερωτήσεις.[7]

Επιπλέον, η οργάνωση θεωρεί θετική τη διάταξη, σύμφωνα με την οποία η εισήγηση της εξετάζουσας αστυνομικής αρχής για την αίτηση ασύλου θα περιλαμβάνει τη γνωμοδότηση του εκπροσώπου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ή του εκπροσώπου της ΜΚΟ στις περιπτώσεις που ήταν παρών ένας από τους δύο. Από αυτήν την άποψη, η Διεθνής Αμνηστία καλωσορίζει επίσης το γεγονός ότι, σε όλες τις περιπτώσεις που η εξετάζουσα αστυνομική αρχή εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος ασύλου ενώ η γνωμοδότηση είναι ότι θα έπρεπε να χορηγηθεί προστασία, η αστυνομία απαιτείται να παράσχει λεπτομερή αιτιολόγηση της απόφασής της.[8]

Μη επαναπροώθηση

Ανησυχία προκαλεί στη Διεθνή Αμνηστία το γεγονός ότι το διάταγμα παρέχει ανεπαρκή προστασία κατά της επαναπροώθησης. Αυτό συμβαίνει επειδή η κατάθεση προσφυγής από τον αιτούντα άσυλο στο Συμβούλιο της Επικρατείας εξακολουθεί να μην έχει αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα για την απέλαση του αιτούντα από τη χώρα. Η απέλαση αναστέλλεται μόνο όσο διαρκεί η προθεσμία, εντός της οποίας μπορεί να υποβληθεί πρωτοβάθμια προσφυγή. Επίσης, η απομάκρυνση αναστέλλεται όσο εκκρεμεί η έκδοση απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών.[9] Αν η προσφυγή ενός αιτούντα άσυλο απορριφθεί από την Επιτροπή Προσφυγών, και ο αιτών άσυλο επιδιώξει να προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, θα απελαθεί εκτός εάν κάνει επίσης αίτηση και του χορηγηθούν αναστολή της διαταγής απέλασης και προσωρινή διαταγή που αναστέλλει την εφαρμογή της διαταγής απέλασης. Οι καθυστερήσεις στην χορήγηση των προσωρινών διαταγών που αναστέλλουν απελάσεις (εκδίδονται από 10 έως τέσσερις μήνες μετά την αίτηση) θέτουν τους αιτούντες άσυλο σε κίνδυνο σύλληψης, κράτησης και απέλασης. Έτσι, θέτουν επίσης εντέλει τους αιτούντες άσυλο σε πραγματικό κίνδυνο διωγμού ή σοβαρής βλάβης, καθώς μπορεί να απομακρυνθούν άνθρωποι διά της βίας κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί ότι η απέλαση πρέπει να αναστέλλεται αυτομάτως όσο εκκρεμούν όλα τα στάδια προσφυγών.

Επιπλέον, το διάταγμα παραλείπει να παράσχει επαρκείς λύσεις στις ευρύτατα τεκμηριωμένες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μέχρι σήμερα οι αιτούντες άσυλο για να αποκτήσουν πρόσβαση στην Αστυνομική Διεύθυνση Αλλοδαπών Αττικής, για όσους απαιτείται να ανανεώνουν σε αυτήν τη Διεύθυνση τα έγγραφα που αποδεικνύουν το καθεστώς τους («ροζ κάρτα»).

Οι σημερινές διατάξεις ορίζουν ότι η «ροζ κάρτα» χορηγείται στους αιτούντες άσυλο με την καταγραφή του αιτήματός τους. Η κάρτα θα ανανεωθεί μετά την αρχική συνέντευξη ασύλου με διάρκεια ισχύος μέχρι έξι μήνες για αιτήσεις που εξετάζονται με την κανονική διαδικασία και μέχρι τρεις μήνες για αιτήσεις που εξετάζονται με την ταχύρυθμη διαδικασία.[10] Επιπλέον, το διάταγμα προβλέπει οι «ροζ κάρτες» να καταστρέφονται την ώρα που παραδίδονται στους αιτούντες άσυλο οι αρχικές αποφάσεις που απορρίπτουν τις αιτήσεις τους και στη συνέχεια να ανανεώνονται στις περιπτώσεις που οι αιτούντες άσυλο καταθέτουν πρωτοβάθμια προσφυγή. Παρ’ όλο που οι αιτούντες άσυλο δεν επιτρέπεται να απελαθούν σύμφωνα με το ΠΔ 114/2010 όσο διαρκεί η προθεσμία κατάθεσης πρωτοβάθμιας προσφυγής, στην πράξη σε αυτό το διάστημα δεν έχουν κανέναν τρόπο να αποδείξουν το καθεστώς τους. Η κατάσταση αυτή μπορεί με τη σειρά της να τους εκθέσει σε κίνδυνο επαναπροώθησης.

Ανεξαρτησία των Αρχών Απόφασης

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει ανησυχία για την έλλειψη ανεξαρτησίας των Επιτροπών Προσφυγών και των Ειδικών Επιτροπών, αφού υπάγονται στη δικαιοδοσία του Υπουργείου  Προστασίας του Πολίτη, δηλαδή του ίδιου υπουργείου που προΐσταται των αστυνομικών αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί το καθήκον να εξετάζουν σε πρώτο βαθμό τα αιτήματα ασύλου.

Εν όψει της μακρόχρονης έκκλησης της Διεθνούς Αμνηστίας, να καθιερώσει η Ελλάδα σύστημα εξέτασης των αιτημάτων ασύλου που να είναι ανεξάρτητο από την αστυνομία, η οργάνωση θεωρεί θετικό βήμα τη διάταξη νομοσχεδίου που παρουσιάστηκε πρόσφατα, με την οποία ιδρύεται Υπηρεσία Ασύλου που στελεχώνεται από πολιτικό προσωπικό και έχει ως καθήκον, μεταξύ άλλων, την παραλαβή, την εξέταση και την απόφαση για τις αρχικές αιτήσεις ασύλου.

Κράτηση αιτούντων άσυλο

Η Διεθνής Αμνηστία σημειώνει τη διάταξη που ορίζει ότι η κράτηση αιτούντων άσυλο σε «κατάλληλο χώρο» επιτρέπεται «κατ’ εξαίρεση» και εφ’ όσον δεν μπορούν να εφαρμοστούν εναλλακτικά μέτρα. Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί η κράτηση να επιτραπεί «κατ’ εξαίρεση» από το νέο διάταγμα είναι οι εξής:

α)   όταν οι αρχές ισχυρίζονται ότι είναι απαραίτητο να εξακριβωθεί η ταυτότητα του αιτούντα, οι συνθήκες εισόδου του/της στο ελληνικό έδαφος και η πραγματική χώρα προέλευσής του όταν δεν φέρει ή έχει καταστρέψει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, ιδίως σε περιπτώσεις μαζικών αφίξεων «παράνομα εισερχομένων αλλοδαπών»,

β)   όταν οι αρχές ισχυρίζονται ότι ο αιτών άσυλο συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη όπως αιτιολογεί αναλυτικά η απόφαση κράτησης, και

γ)   όταν οι αρχές θεωρούν την κράτηση απαραίτητη για την «ταχεία» και «αποτελεσματική» εξέταση της αίτησης ασύλου.[11]

Η οργάνωση εκφράζει την ανησυχία ότι η κράτηση αιτούντων άσυλο μπορεί να είναι αποδεκτή όταν θεωρείται πρόσφορη για την «αποτελεσματική» και «ταχεία» διεκπεραίωση των αιτήσεων ασύλου τους.

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει επίσης ανησυχία για τη διάρκεια της κράτησης που επιτρέπεται με το πρόσφατο διάταγμα, δηλαδή μέχρι 90 ημέρες, ή μέχρι συνολικά 180 ημέρες όταν ο αιτών έχει προηγουμένως κρατηθεί εν όψει διοικητικής απέλασής του.[12]

Η οργάνωση θεωρεί ότι η κράτηση αιτούντων άσυλο για διάστημα μέχρι 90 ή 180 ημέρες αντιστοίχως, υποτίθεται για να εξακριβωθεί η ταυτότητά τους ή επειδή θεωρείται πρόσφορο για την εξέταση του αιτήματός τους, είναι ασύμβατη με το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές προσφυγικό δίκαιο, μεταξύ άλλων με το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και με την αρχή ότι όσοι είναι πιθανώς δικαιούχοι διεθνούς προστασίας δεν πρέπει να κρατούνται καν δεδομένης της εγγενούς ευάλωτης κατάστασής τους.

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ανησυχία ότι το διάταγμα δεν θεσπίζει νομικά κατοχυρωμένη απαγόρευση της κράτησης ευπαθών αιτούντων άσυλο, περιλαμβανομένων: επιζώντων βασανιστηρίων, εγκύων γυναικών, ανθρώπων με σοβαρές ιατρικές παθήσεις, διανοητικά ασθενών και ηλικιωμένων. Η οργάνωση επίσης προτρέπει έντονα για τη θέσπιση νομικά κατοχυρωμένης απαγόρευσης της κράτησης παιδιών που ζητούν άσυλο, μεταξύ άλλων όταν είναι ασυνόδευτα.[13]

Η οργάνωση εκφράζει επίσης ανησυχία ότι ούτε το διάταγμα, ούτε η προϋπάρχουσα νομοθεσία, προβλέπουν δωρεάν νομική βοήθεια σε αιτούντες άσυλο που επιθυμούν να αμφισβητήσουν την κράτησή τους.

Πρόσβαση στη διαδικασία χορήγησης ασύλου

Επιπροσθέτως, το διάταγμα καθορίζει συγκεκριμένα αστυνομικά τμήματα και υποδιευθύνσεις ως τις αρχές που έχουν την ευθύνη να παραλαμβάνουν αιτήσεις ασύλου. Αυτό εξακολουθεί να αποτελεί λόγο ανησυχίας, ιδίως σε συνθήκες όπου οι αιτούντες άσυλο στερούνται την άμεση πρόσβαση στις καθορισμένες αρχές, για παράδειγμα όταν οι αιτούντες άσυλο φτάνουν σε μικρά νησιά, όπου δεν είναι παρούσα καμία από τις αρμόδιες αρχές.

Εν όψει των καταγγελθέντων διοικητικών φραγμών που αντιμετωπίζουν οι αιτούντες άσυλο που ζουν σε κέντρα υποδοχής, αναφορικά με την έκδοση και ανανέωση των «ροζ καρτών» τους, η Διεθνής Αμνηστία καλεί το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη να εκδώσει εγκύκλιο που να διευκρινίζει ότι ο όρος «διεύθυνση κατοικίας» περιλαμβάνει επίσης τα κέντρα υποδοχής αιτούντων άσυλο και ότι οι αρμόδιες αρχές θα δέχονται τη διεύθυνση τέτοιων κέντρων υποδοχής ως τη διεύθυνση κατοικία των αιτούντων άσυλο που ζουν εκεί.

Ενημέρωση για τα δικαιώματά τους

Η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει επίσης την ανησυχία ότι το διάταγμα εξακολουθεί να ορίζει ότι η διαδικασία ασύλου θα εξηγείται στα ενδιαφερόμενα άτομα και ότι θα ενημερώνονται για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους σε γλώσσα που οι αρχές «μπορεί εύλογα να υποθέσουν» ότι κατανοεί ο εν λόγω αιτών άσυλο. Η οργάνωση εκφράζει την ανησυχία ότι η διατύπωση της διάταξης υπονομεύει το δικαίωμα να ζητά και να απολαμβάνει κανείς άσυλο.[14]

Πρόσβαση σε δωρεάν νομική συνδρομή

Επιπλέον, η Διεθνής Αμνηστία εξακολουθεί να ανησυχεί βαθύτατα ότι η πρόσβαση σε δωρεάν, ανεξάρτητη και ικανή νομική συνδρομή δεν θα διατίθεται στους αιτούντες άσυλο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ασύλου.[15] Αντιθέτως, το διάταγμα διατηρεί το υπάρχον καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο δωρεάν νομική συνδρομή είναι διαθέσιμη μόνο στους αιτούντες άσυλο που καταθέτουν προσφυγή (αίτηση ακύρωσης) στο Συμβούλιο της Επικρατείας.[16] Να σημειωθεί ότι η παροχή νομικής βοήθειας για τέτοιες αιτήσεις δεν διασφαλίζεται ως δικαίωμα, αλλά υπόκειται σε απόφαση του αρμόδιου για την υπόθεση Συμβούλου της Επικρατείας. Επιπλέον, η πρόσβαση σε δωρεάν νομική συνδρομή παρεμποδίζεται περαιτέρω εξαιτίας του γεγονότος ότι οι δικηγόροι συνήθως είναι απρόθυμοι να εμφανίζονται στους καταλόγους δωρεάν νομικής συνδρομής που τηρούνται στους Δικηγορικούς Συλλόγους λόγω της μακράς διάρκειας των διαδικασιών του Συμβουλίου της Επικρατείας και των καθυστερήσεων στην καταβολή των οφειλόμενων αμοιβών. Επιπροσθέτως, η ακυρωτική διαδικασία είναι δαπανηρή, γεγονός που καθιστά απίθανο να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τα έξοδά της αιτούντες άσυλο που δεν λαμβάνουν νομική βοήθεια.

Ασυνόδευτοι ανήλικοι

Με δεδομένη την καλά τεκμηριωμένη αναποτελεσματικότητα του συστήματος επιτροπείας των ασυνόδευτων παιδιών, η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί ότι το διάταγμα δεν περιλαμβάνει την απαίτηση οι Επίτροποι των παιδιών που αιτούνται άσυλο να είναι παρόντες κατά τη συνέντευξη ασύλου. Αντ’ αυτού, το παρόν διάταγμα ορίζει ότι ο Επίτροπος προσκαλείται και δύναται να είναι παρών κατά τη συνέντευξη ασύλου του ανηλίκου.[17]

[1] Το διάταγμα έχει τίτλο «Καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου “σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα” (L 26 /13.12.2005)».

[2] Το Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ) 81/2009 ήταν ασύμβατο προς την αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement) διότι η εφαρμογή του θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την επαναπροώθηση ατόμων σε χώρα όπου θα αντιμετώπιζαν πραγματικό κίνδυνο διωγμού ή σοβαρής βλάβης.

[3] Άρθρα 25 και 26 του ΠΔ 114/2010.

[4] Βλ. Άρθρο 32 του ΠΔ 114/2010. Σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, οι Ειδικές Επιτροπές έχουν επίσης το καθήκον να εξετάζουν αιτήσεις για διεθνή προστασία μετά από αναπομπή από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτό ακυρώνει αποφάσεις ασύλου όταν θεωρεί ότι στερούνται νομιμότητας και αναπέμπει τις σχετικές υποθέσεις στις αρμόδιες διοικητικές αρχές για να εκδώσουν νέα απόφαση.

[5] Σύμφωνα με το διάταγμα, οι αιτήσεις ασύλου εξετάζονται σε ταχύρυθμες διαδικασίες όταν είναι «προδήλως αβάσιμες» ή όταν ο αιτών προέρχεται από «ασφαλή χώρα καταγωγής» ή «ασφαλή τρίτη χώρα». Επιπλέον, η αίτηση θεωρείται «προδήλως αβάσιμη» σε περιπτώσεις «καταχρηστικών αιτήσεων» ή αιτήσεων με δόλο για να «παραπλανήσει» τις αρχές. Σε περιπτώσεις που η εξέταση της αίτησης ασύλου διαρκεί περισσότερο από τις προβλεπόμενες προθεσμίες των τριών ή έξι μηνών, ο αιτών άσυλο έχει δικαίωμα να ζητήσει από τις αρμόδιες εξεταστικές αρχές να πληροφορηθεί την ημερομηνία που αναμένεται η απόφαση (Άρθρο 17 (3) του ΠΔ 114/2010). Σύμφωνα με το διάταγμα, η παροχή τέτοιας ενημέρωσης δεν υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές να λάβουν απόφαση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (Άρθρο 17 (2) του ΠΔ 114/2010).

[6] Άρθρο 2 του ΠΔ 114/2010.

[7] Άρθρο 10 (1) του ΠΔ 114/2010.

[8] Άρθρο 10 (3) του ΠΔ 114/2010.

[9] Άρθρο 25 (2) του ΠΔ 114/2010.

[10] Άρθρο 8 (1) (δ) του ΠΔ 114/2010.

[11] Άρθρο 13 (2) του ΠΔ 114/2010.

[12] Άρθρο 13 (4) του ΠΔ 114/2010.

[13] Βλ. Άρθρο 13 (6) του ΠΔ 114/2010.

[14] Άρθρο 8 (1) (α) του ΠΔ 114/2010.

[15] Άρθρο 11 (1) του ΠΔ 114/2010.

[16] Άρθρο 11 (2) του ΠΔ 114/2010.

[17] Άρθρο 12 (1) του ΠΔ 114/2010.