ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Δημοσιεύθηκε στις 15 Απριλίου 2010, 06:04Εκτύπωση

Φυλλάδιο

Λευκός ή έγχρωμος, ομοφυλόφιλος ή αμφιφυλόφιλος, άθεος, μουσουλμάνος ή χριστιανός, πρόσφυγας ή μετανάστης. Έχουν όλοι ίδια δικαιώματα; Ένα όμορφο όνειρο. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική όμως. Σήμερα οι άνθρωποι βιώνουν ακόμη διακρίσεις που αφορούν το χρώμα του δέρματός τους, την εθνική ή κοινωνική τους καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό τους, τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, το φύλο τους.

Για τη Διεθνή Αμνηστία είναι ξεκάθαρο - οι διακρίσεις αποτελούν κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κάθε διάκριση αποτελεί μια πράξη εναντίον της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τα κράτη είναι συχνά υπεύθυνα: οι γυναίκες αποκλείονται από το εκπαιδευτικό σύστημα, αυτόχθονες αγρότες στερούνται δικαιωμάτων ιδιοκτησίας εξαιτίας της έλλειψης γνώσης των επίσημων γλωσσών. Άνθρωποι που υπόκεινται σε κάθε είδους διακρίσεις συνήθως δεν έχουν τα μέσα για να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους. Απειλούνται και συχνά υπόκεινται σε κακομεταχείριση ή ακόμα και βασανιστήρια. Η Διεθνής Αμνηστία αγωνίζεται: - για τον τερματισμό των διακρίσεων εις βάρος της κοινότητας των Ρομά στην Ευρώπη και ειδικότερα για την ίση πρόσβαση των παιδιών Ρομά στην εκπαίδευση - για το σεβασμό των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών - για την υπεράσπιση του δικαιώματος στη σεξουαλική ταυτότητα - για τη διασφάλιση της ελευθερίας από κάθε είδους διακρίσεις μέσα από συνταγματικές και θεσμικές εγγυήσεις Οι διακρίσεις συνιστούν επίθεση στο πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ξεκινά με το Άρθρο 1: «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι στην αξιοπρέπεια και στα δικαιώματα». Διάκριση είναι η συστηματική άρνηση της πρόσβασης στα ανθρώπινα δικαιώματα τους σε ορισμένους ανθρώπους ή ομάδες εξαιτίας αυτού που είναι ή αυτού που πιστεύουν. Είναι εξαιρετικά εύκολο να παραβιάσεις τα ανθρώπινα δικαιώματα ενός ατόμου εάν τον θεωρείς «λιγότερο από άνθρωπο». Για αυτό και το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων βασίζεται στην αρχή της μη-διάκρισης. Το διεθνές δίκαιο εγγυάται ανθρώπινα δικαιώματα για όλους χωρίς διακρίσεις που βασίζονται στη φυλή, χρώμα, φύλο, γλώσσα, θρησκεία, πολιτική ή άλλη γνώμη, εθνική ή κοινωνική καταγωγή. Όργανα των Ηνωμένων Εθνών έχουν επιβεβαιώσει ότι αυτή η αρχή συμπεριλαμβάνει και τη διάκριση στη βάση του σεξουαλικού προσανατολισμού. Η καταπάτηση της αρχής της μη-διάκρισης παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα του ατόμου εξαιτίας ενός χαρακτηριστικού που δεν μπορεί να αλλάξει – όπως η φυλή ή η εθνικότητα- ή εξαιτίας ενός χαρακτηριστικού που είναι τόσο ουσιώδες στην προσωπικότητα του ατόμου που κανείς δεν θα πρέπει να αναγκάζεται να το αλλάξει, όπως η θρησκεία. Οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλίζουν το δικαίωμα όλων να μην υπόκεινται σε διακρίσεις. Πρέπει να αίρουν οποιαδήποτε νομοθεσία που εισάγει και καλλιεργεί τις διακρίσεις, διευκολύνει την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αρνείται την ισότιμη πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Οι νόμοι και οι θεσμοί πρέπει να αντιμετωπίζουν αίτια των διακρίσεων, άμεσων ή έμμεσων.

Άμεση διάκριση αποτελεί μια λιγότερο ευνοϊκή ή επιζήμια μεταχείριση ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων βάση ενός χαρακτηριστικού όπως η φυλή ή το φύλο. Έμμεση διάκριση υπάρχει όταν μια πρακτική, κανόνας, απαίτηση ή όρος εμφανίζεται να είναι ουδέτερος αλλά έχει δυσανάλογο αντίκτυπο σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες. Εκτός και αν αυτή η πρακτική, κανόνας, απαίτηση ή όρος είναι δικαιολογημένος, οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν υπόψη τις σχετικές διαφορές μεταξύ ομάδων ώστε να προλαμβάνουν έμμεσες διακρίσεις.