© Amnesty International

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ASLADAIN: ΘΥΜΑ ΚΑΚΟΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΑΧΤΥΛΙΚΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ

Δημοσιεύθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2016, 15:15Εκτύπωση

Asladain, 19, από την Αιθιοπία, έδωσε συνέντευξη τον Αύγουστο του 2016

 

Έφυγα από την Αιθιοπία λόγω της πολιτικής κατάστασης. Είμαι από το Oromo και το 1991 υπήρχε σύγκρουση μεταξύ της Tigrinya και του Oromo. Ο παππούς μου και ο πατέρας μου πάλεψαν για το Oromo. Αργότερα, ο πατέρας μου συνελήφθει και ο αδερφός μου πυροβολήθηκε θανάσιμα στο πανεπιστήμιο από την κυβέρνηση. Στην Αιθιοπία, αν είσαι από το Oromo δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Σε συλλαμβάνουν και μπορούν να σε σκοτώσουν.

Εκείνη την περίοδο δεν εμπλεκόμουν με τα πολιτικά. Ο πατέρας και ο παππούς μου συμμετείχαν στην κομματική οργάνωση OLF. Η αστυνομία της Αιθιοπίας  ήρθε να με ανακρίνει, ρωτώντας με ποιος υποστηρίζει την κομματική οργάνωση. Το 2013/14 με συνέλαβαν και με κράτησαν για δύο μήνες στη φυλακή της Diradawa. Ήθελαν να μάθουν που βρισκόταν ο θείος μου. Δεν μου έδωσαν φαγητό, μόνο ψωμί και νερό μια φορά κάθε τρεις ημέρες, και έπρεπε να δουλέψουμε πολύ στη φυλακή.

Επιπλέον με κακομεταχειρίστηκαν. Μου ζήτησαν να κρατώ μια πέτρα για αρκετή ώρα με τα χέρια μου σταυρωμένα. Έπειτα ο πατέρας μου συνελήφθει και δεν γνωρίζω που βρίσκεται ή τι του έχει συμβεί. Η μητέρα μου έφυγε από το Σουδάν, αλλά δεν έχω έρθει σε επαφή μαζί της εδώ και πέντε μήνες.

Έτσι λοιπόν το 2014, έφυγα και έμεινα στο Σουδάν για εννέα μήνες. Αλλά η κυβέρνηση της Αιθιοπίας μπορεί ακόμη να σε βρει, με τη βοήθεια της κυβέρνησης του Σουδάν. Έτσι έφυγα ξανά με φίλους και έφτασα στη Βεγγάζη, στη Λιβύη το 2015. Το ταξίδι μέσα στην έρημο ήταν πολύ δύσκολο χωρίς νερό. Μας χτύπησαν και μας πήρε ένα μήνα για να φτάσουμε εκεί. Ένα μέρος του ταξιδιού έγινε με αυτοκίνητο, ένα μέρος με τα πόδια.

Έπειτα μας μετέφεραν στην ακτή όπου μείναμε για περίπου μια εβδομάδα. Μπήκα σε μια φουσκωτή βάρκα μαζί με πολλούς ανθρώπους. Δεν υπήρχε φαγητό ή νερό και η διαδρομή διήρκησε μια μέρα. Περίπου 10 άνθρωποι έπεσαν στη θάλασσα και πέθαναν, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν γυναίκες. Αργότερα, κάποιος κάλεσε για βοήθεια και οι Ιταλοί ήρθαν να μας σώσουν.

Φτάσαμε στην Ιταλία στις 27 Ιουλίου, δεν ξέρω που. Πολλοί αισθανόντουσαν άρρωστοι. Αφού βγήκαμε έξω από τη βάρκα μας μετέφεραν με το λεωφορείο σε ένα κέντρο κοντά στο νερό. Με ρώτησαν το όνομά μου, την εθνικότητά μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, την ηλικία μου – τίποτα άλλο. Με τράβηξαν μια φωτογραφία και μου έδωσαν έναν αριθμό.

Αργότερα μεταφερθήκαμε σε έναν καταυλισμό. Την επόμενη μέρα, μας φώναξαν με τα ονόματά μας και η αστυνομία μας πήγε σε ένα γραφείο σε μικρές ομάδες. Μας ζήτησαν να τους δώσουμε τα δακτυλικά μας αποτυπώματα. Ρώτησα «για ποιο λόγο;» Είπανε ότι δεν είναι για εγγραφή, αλλά μόνο για αστυνομική χρήση. Αλλά ζήτησαν αποτυπώματα και για τα δέκα δάχτυλα και είχα ακούσει ότι η αστυνομία ζητούσε μόνο για τα δύο. Είπα ότι δεν ήθελα (να δώσω τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα), αλλά με ανάγκασαν.

Μέσα στον καταυλισμό, υπάρχει ένα μέρος όπου φυλακίζουν ανθρώπους που δεν δίνουν τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα. Με χτύπησαν, με χαστούκισαν στο πρόσωπο, δεν ξέρω πόσες φορές. Έπειτα, είπα ξανά «όχι» κι έτσι πήραν χειροπέδες, τις έβαλαν στους καρπούς μου και με πήρανε- ένας αστυνομικός από το κάθε χέρι μαζί με τα σκυλιά – από τη φυλακή στον καταυλισμό. Εκεί είδα πολλούς άλλους Αιθίοπες. Μου είπαν ότι ήταν καλύτερα για μένα να δώσω τα δακτυλικά μου αποτυπώματα και ότι κάποιος είχε πάει (στη φυλακή) για ένα μήνα. Ήμουν πολύ αγχωμένος, οι κτύποι της καρδιάς μου αυξήθηκαν... Είπα στην αστυνομία «Εντάξει, θα σας δώσω τα δακτυλικά μου αποτυπώματα».

Σημείωση: Η Διεθνής Αμνηστία έχει απομαγνητοφωνήσει όλες αυτές τις προφορικές μαρτυρίες που συγκεντρώθηκα στην Ιταλία.